Αξιολόγηση της αξιοπιστίας: το χάσμα μεταξύ της νομικής και της ψυχολογίας

Ένα βασικό μέρος της διαδικασίας λήψης μιας δικαστικής απόφασης, όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα που θα πρέπει να διαπιστωθούν, είναι η αξιολόγηση των μαρτύρων. Αυτή περιλαμβάνει την εκτίμηση εάν ένας μάρτυρας λέει την αλήθεια ή εάν λέει ψέματα, εκτίμηση που εμπεριέχει τον υποκειμενικό παράγοντα. Ο δικαστής, ο οποίος προβαίνει στο δύσκολο έργο της αξιολόγησης αυτής για τους σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, δεν χρησιμοποιεί γνωστές, στην επιστήμη της ψυχολογίας, μεθόδους ή συγκεκριμένες μεθοδολογίες αξιολόγησης, έτσι άλλες δικαστικές αξιολογικές προσεγγίσεις αντανακλαστικά συνάδουν ή τείνουν να συνάδουν με επιστημονικά ευρήματα (με τη δική τους όμως απλοϊκότητα), και άλλες πάλι όχι. Κι αυτό το διεπιστημονικό χάσμα, ως φαινόμενο, παρατηρείται σχεδόν παντού.

Πολλές φορές συναντάμε τη λέξη «φιλαλήθεια» (veracity), που στη γλώσσα χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αγάπη για την αλήθεια, αλλά στον δικανικό λόγο χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει (όχι να μετρήσει) την απόδοση του μάρτυρα σε σχέση  με την αλήθεια στο πλαίσιο της δίκης, με την έννοια του ότι ένας μάρτυρας που λέει την αλήθεια σε μία περίπτωση, δεν σημαίνει ότι είναι «φιλαληθής» ως άνθρωπος και ότι γι’ αυτό λέει πάντα την αλήθεια σε κάθε περίπτωση. Ό,τι ενδιαφέρει, όμως, το Δικαστήριο, δεν είναι κάθε περίπτωση, αλλά αυτή που εξετάζει, ακόμα κι αν ο δικανικός λόγος, καμιά φορά, εκ του συγκεκριμένου πλαισίου, παρουσιάζει τάσεις γενίκευσης των διαφόρων εκτιμήσεων ή χαρακτηρισμών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της δίκης, μια μαρτυρία που είναι αληθής δεν σημαίνει ότι είναι και ακριβής. Και το αντίστροφο[1]. Σημασία έχει να είναι αληθής. Τόση σημασία ώστε ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, πριν δώσει τη μαρτυρία του, ορκίζεται να (ή δηλώνει υπεύθυνα ότι θα) πει την αλήθεια, όλη την αλήθεια, και μόνον την αλήθεια. Από την άλλη, μια αληθής μαρτυρία και υποκειμενικά αξιόπιστη (credible), δεν σημαίνει ότι είναι αξιόπιστη ευρύτερα ή με αναφορά στο πλαίσιο της δίκης (reliable), δηλαδή ότι μπορεί να την αποδεχθεί το Δικαστήριο, για να βασιστεί σε αυτήν και να ζυγίσει τα πράγματα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό ως προς το τι βάζει στη ζυγαριά του από τον όγκο μαρτυρίας που εκτίθεται ενώπιον του, για να είναι και ευκολότερο αντίστοιχα το έργο του στη συνέχεια, μα όχι με αυτό ως σκοπό.

Η φιλαλήθεια δεν είναι μια κατάσταση ορατή, αυτόδηλη, αλλά μια εκτίμηση, στην οποία μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από διάφορα στοιχεία. Στοιχεία που εντοπίζονται στις δικαστικές αποφάσεις ως ενδείξεις φιλαλήθειας είναι η φυσική ροή των γεγονότων μέσα στον λόγο του μάρτυρα και οι αντιφάσεις αλλά σε μικρολεπτομέρειες που δείχνουν έλλειψη προσχεδιασμού στα λεγόμενα[2]. Αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία, η φυσική ροή των γεγονότων και οι αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες που δείχνουν την έλλειψη προσχεδιασμού δεν έχουν να κάνουν με την παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αλλά με το περιεχόμενο του εκφρασμένου λόγου σε συνάρτηση με κάτι άλλο, τα γεγονότα μεταξύ τους, εάν ρέουν με αλληλουχία μέσα από τον λόγο κι αν συνάδουν λογικά. Χωρίς να σημαίνει ότι η έλλειψη αλληλουχίας ή η σύγχυση, λ.χ. ως προς το χρονικό σημείο ενός τραυματικού γεγονότος (π.χ. βιασμός) μπορεί να ερμηνευτεί δικαστικά ως έλλειψη αλήθειας ή φιλαλήθειας ή τελικά αναξιοπιστία στη μαρτυρία[3]. Γενικότερα, οι ενδείξεις αλήθειας ή ψεύδους, ακόμα κι αν συνιστούν υποκειμενικές εκτιμήσεις, είναι καλό να συνδέονται με συγκεκριμένα στοιχεία (contemporaneous evidence), να μην εκτίθενται γενικά ως αόριστες συναισθηματικές εκφράσεις ή εξάρσεις, αλλά να επεξηγούνται με βάση τη μαρτυρία, τα δεδομένα, και με τρόπο ώστε να αντιλαμβάνεται ο διάδικος και ο κάθε τρίτος το τι εισέπραξε ακριβώς το Δικαστήριο από τα δεδομένα που έχει ενώπιον του, και κυρίως το γιατί το εισέπραξε και η όλη αξιολόγηση να μην εξωτερικεύει την εντύπωση του γενικά παράλογου. Εν τέλει, τα ευρήματα αξιοπιστίας πρέπει να είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[4].

Ο έντιμος κ. Αρτεμίδης είχε εκφράσει μια γενική γνώμη, στο πλαίσιο πρωτόδικης κρίσης[5], ότι:

«Η ανάλυση των στοιχείων, που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει δύο επάλληλα επίπεδα. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας.  Τα αναφερόμενα δηλαδή σ’ αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας, και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση.  Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια.»

Η γνώμη αυτή υιοθετήθηκε σε αρκετές πρωτόδικες αποφάσεις και όχι μόνο[6], ως «κανόνας» αξιολόγησης, όπου, όμως, έχω την εντύπωση, θα μπορούσε να ενθαρρύνει υπέρμετρη έμφαση σε ενστικτώδεις προσεγγίσεις της αλήθειας· να εκληφθεί ότι η αλήθεια είναι κάτι που αισθάνεται ο δικαστής με έναν τρόπο μαγικό ή ότι θα πρέπει να βασιστεί στα σιωπηρά (μη λεκτικά) εκείνα ερεθίσματα (nonverbal cues) της ανθρώπινης συμπεριφοράς (εάν υπάρχουν), που τον οδηγούν στο να πιστέψει ότι μια εκδοχή είναι αληθής και άλλη όχι.

Συνήθως, η επιστημονική έρευνα, πέραν του ότι αναγνωρίζει κοινά αποδεκτό περιθώριο λάθους 5%, επικεντρώνεται στον εντοπισμό του ψεύδους ή αναζητά ερεθίσματα ψεύδους, ρητά (που περιέχονται στον λόγο) ή σιωπηρά (στη συμπεριφορά, στην κίνηση του σώματος), με βάση την πεποίθηση ότι το ψεύδος παράγει αρνητικά συναισθήματα επακόλουθα, που μετατρέπονται σε ερεθίσματα τα οποία εξωτερικεύονται δια του λόγου ή της συμπεριφοράς (τα οποία, βέβαια, μπορούν να παραχθούν και από αιτίες άλλες από το ψεύδος, είναι ο διαχρονικός αντίλογος). Όσον αφορά τη διάγνωση των σιωπηρών ή μη λεκτικών ερεθισμάτων, τα πράγματα είναι κάπως αμφίβολα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τη διάγνωση των λεκτικών ερεθισμάτων (όπου εκεί έχουμε δει κάποια μοντέλα και εργαλεία αξιολόγησης, π.χ. CBCA, RM, κ.λπ., που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο εκπαιδευμένος χρήστης, που νοείται ότι δεν τα έχουμε δει να εφαρμόζονται σε δικαστικές διαδικασίες) ή με τη διάγνωση που γίνεται με ψυχοφυσιολογικές μεθόδους (π.χ. polygraph). Έχει βέβαια παρατηρηθεί μια διαχρονική τάση υπεροχής των μη λεκτικών ή σιωπηρών ερεθισμάτων σε διαφόρων ειδών διαδικασίες αξιολόγησης (Mehrabian & Weiner, 1978; Tepper & Haase, 1978; Hocking, Bauchner, Kaminski, & Miller, 1979; Stiff, Hale, Garlick, & Rogan, 1990), σε σχέση με ή όταν έρχονται σε αντίθεση με τα λεκτικά ερεθίσματα, ή όταν τα μη λεκτικά ερεθίσματα είναι σύμφωνα με κάτι άλλο ή ενισχύονται με γνώμες άλλων. Μάλιστα, αυτή η τάση μπορεί να συνοδεύεται και από παράκαμψη λεκτικών ερεθισμάτων (Levine & McCornack, 2014; Masip & Herrero, 2015). Ήταν, ίσως, και μια πεποίθηση εξίσου παλαιά ότι, ενώ κάποιος μπορεί να μεταχειριστεί ή να μεθοδεύσει τα λεκτικά ερεθίσματα (δηλαδή να προσέξει τι λέει), δεν μπορεί να ελέγξει ή δεν μπορεί να ελέγξει όλα τα μη λεκτικά ερεθίσματα (το πώς το λέει καθ’ όλη τη διάρκεια που το λέει) (Burgoon, 1984; Zahn, 1973). Όπως ήταν και ίσως είναι ακόμα επίμονη πεποίθηση αστυνομικών, εισαγγελέων και δικαστών ότι αυτός που ψεύδεται ομιλεί λιγότερο και με λιγότερη συνοχή (Strömwall & Granhag, 2003).

Στον τομέα της δικαιοσύνης ευρύτερα, η αλήθεια και το ψέμα έχουν μεγάλη σημασία, καθώς σχετίζονται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το δικαστηριακό περιβάλλον έχει κάποιες γνωστές ιδιαιτερότητες. Τα γεγονότα απορρέουν από τη μαρτυρία, προφορική ή γραπτή. Εκεί συνηθέστερα ο μάρτυρας πάει για να υποστηρίξει μία συγκεκριμένη εκδοχή και για να πείσει ότι λέει την (δική του) αλήθεια, και υπόκειται σε αντεξέταση. Ποια είναι τα μη λεκτικά ή σιωπηρά ερεθίσματα αλήθειας των δικαστών στην Κύπρο, πώς τα περιγράφουν ή αναφέρουν στις δικαστικές αποφάσεις, και πόση σημασία τους δίνουν κατά την αξιολόγηση; Η απόλυτη ηρεμία ή έλλειψη νευρικότητας; Η ξαφνική ένσταση; Η λάμψη των ματιών; Η διστακτικότητα; Ο πηγαίος τρόπος; Το θάρρος; Η κατεύθυνση του βλέμματος (π.χ. διαφυγόν βλέμμα που συνιστά και πολύ συχνά αναφερόμενη εκδήλωση ψεύδους ως και η νευρικότητα) (Bogaard, Meijer, Vrij, & Merckelbach, 2016), αν και μη σχετική; Ο ρυθμός ομιλίας; Οι κυμάνσεις του τόνου της φωνής; Οι μικροεκφράσεις / στιγμιαίοι μορφασμοί (micro expressions); Από πού προέκυψαν και πόση σχέση έχουν με την επιστήμη; Η απάντηση στο τελευταίο, τουλάχιστον, θα μπορούσε να είναι ότι, όσα τέτοια μη λεκτικά ερεθίσματα κι αν εκθέσει, κανείς, δεν συνιστούν, τυπικές επιστημονικά γνωστές συμπεριφορικές εκδηλώσεις αλήθειας, αλλά περισσότερο απλές συμπεριφορικές εκδηλώσεις που ο εκάστοτε λήπτης τους μπορεί να τις ερμηνεύσει αναλόγως της δικής του εμπειρίας, ό,τι απορρέει από τις δικές του αντιδράσεις ή τις αντιδράσεις που έχει κατηγοριοποιήσει μέσα στο μυαλό του με αναφορά σε συγκεκριμένες καταστάσεις ή άτομα που έτυχε να γνωρίσει. Κάθε λήπτης μπορεί να τις ερμηνεύσει διαφορετικά, γιατί ο ίδιος διαφέρει από κάθε άλλο λήπτη.

Ενώ πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι έχουν το ιδιαίτερο, φυσικό ταλέντο ή επίκτητη ικανότητα στο να ξέρουν πότε κάποιος λέει την αλήθεια και πότε λέει ψέματα (δικαστές, δικηγόροι, ανακριτές, αστυνομικοί, ψυχολόγοι, καθηγητές, κ.λπ.) (Vrij, Akehurst & Knight, 2006; Vrij, Akehurst, Soukara & Bull, 2004; Vrij, Edward & Bull, 2001), ο άνθρωπος, γενικά, δεν έχει έμφυτη ικανότητα να αισθάνεται ή να καταλαβαίνει το ψέμα ή την αλήθεια άλλων ανθρώπων, και οι Δικαστές, επίσης, δεν έχουν την «έκτη αίσθηση». Δεν μπορεί, επίσης, οποιοσδήποτε άνθρωπος, να μετατραπεί είτε σε έναν τέλειο ανιχνευτή ψεύδους είτε σε έναν τέλειο «ανιχνευτή αλήθειας», όσο κι αν προσπαθεί ή όση «τριβή» κι αν αποκτά υπό κάποια ιδιότητα ή υπό διάφορες συνθήκες που βιώνει. Μπορεί απλά να βελτιώσει τα ποσοστά ακρίβειας, με ειδική εκπαίδευση. Αρκετοί σίγουροι για τον εαυτό τους, με «τριβή» αλλά και ειδική κατάρτιση, που υποβλήθηκαν σε σχετικά tests, έχουν αποτύχει σε αρκετές περιπτώσεις, ενώ σε όσες έχουν επιτύχει δεν ήταν εφικτό να αποκλειστεί ο παράγων τύχη (βλ. και Vrij, 2008; Vrij, Akehurst & Mann, 2006; Akehurst, Kohnken, Vrij & Bull, 1996). Απεναντίας, οι συνήθεις επιδόσεις περιφέρονται γύρω από ποσοστά τύχης (Bond & DePaulo, 2006, 2008). Στην έρευνα των Ekman, O’Sullivan και Frank (1999), μέλη της CIA απέδωσαν ελάχιστα καλύτερα από μη ειδικούς ως προς το να εντοπίζουν ψεύδη. Και το να υποβληθεί, κανείς, σε ένα τέτοιο test, γνωρίζω, είναι αρκετά «γειωτικό». Βέβαια, αυτά τα tests, σε εργαστηριακό περιβάλλον, είναι συνήθως προ-βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις με οδηγίες στους μάρτυρες να πουν είτε ψέμα είτε αλήθεια για συγκεκριμένα θέματα, μέσα από διήγηση, το οποίο ψέμα ή αλήθεια μετά καλείται να διαγνώσει αυτός που παρακολουθεί, απαντώντας σχετικές ερωτήσεις, ή ακόμα καλύτερα (αλλά σπανιότερα) ζωντανές συνεντεύξεις όπου ο συμμετέχων εκεί έχει την πρόσθετη δυνατότητα να υποβάλει στον μάρτυρα τις δικές του ερωτήσεις, να διαπιστώσει με τον δικό του τρόπο εάν λέει ψέματα ή αλήθεια (στην τελευταία περίπτωση, οι μάρτυρες θα πρέπει να είναι καλά εκπαιδευμένοι για να μπορέσουν να εκπαιδεύσουν). Η εκπαίδευση, από εκεί και πέρα, η οποία σκοπεί στη βελτίωση των ποσοστών ακρίβειας, μπορεί να λάβει διάφορες μορφές (π.χ. η προσοχή να ζητηθεί να εστιαστεί σε συγκεκριμένα ερεθίσματα, ή να δοθεί προηγούμενη πληροφόρηση για τη σχέση μεταξύ συγκεκριμένων ερεθισμάτων και του ψεύδους και μετά να γίνει η παρατήρηση, ή να δοθεί feedback απόδοσης). Στο εργαστηριακό περιβάλλον μπορεί να γίνει η επαλήθευση ανώδυνα. Στο δικαστηριακό περιβάλλον είτε δεν μπορεί να γίνει επαλήθευση είτε αυτή κοστίζει την προσωπική ελευθερία (βλ. τα «innocence projects» που αναπτύχθηκαν στην Αμερική, στην Αγγλία, ή και αλλού, και τα τραγικά αποτελέσματά τους), την περιουσία, ή και άλλα αγαθά. Με παιδιά μάρτυρες είναι ακόμα δυσκολότερο (και για τους ίδιους τους γονείς τους), και όσον αφορά τα παιδιά, συναντάμε, μάλλον, ακόμα περισσότερους «μύθους». Χαρακτηριστικό είναι πως, ενώ η εκπαίδευση στη διάγνωση της αλήθειας και του ψεύδους σκοπεί στη βελτίωση των ποσοστών ακρίβειας (την οποία κάποιοι πιστεύουν ασχέτως εάν δεν θα μετατραπεί ο εκπαιδευμένος σε ανιχνευτή ψεύδους ή αλήθειας), ιστορική εξαίρεση αποτέλεσαν οι αστυνομικοί, όπου η εκπαίδευση σε αυτούς είχε δείξει μείωση των ποσοστών ακρίβειας (Köhnken, 1987; Vrij, 1994, 2000; Vrij & Graham, 1997).

Αξιοσημείωτα είναι τα ευρήματα των Levine, Park, και McCornack (1999), οι οποίοι εστίασαν στην ανίχνευση της αλήθειας, διαπιστώνοντας μεγαλύτερα ποσοστά ακρίβειας, εξαιτίας του ότι υπάρχει η τάση να πιστεύει κανείς ότι μια εκδοχή είναι αληθινή, είναι μεγαλύτερη από την τάση του να πιστεύει ότι μια εκδοχή είναι ψευδής (truth biases), και μέσα στο όλο της ακρίβειας της μαρτυρίας (overall accuracy), που δεν μπορεί να ταυτιστεί με το ποσοστό ακρίβειας στη διαπίστωση της αναλήθειας. Μένοντας κάπου εδώ, επειδή στην εγχώρια νομολογία γίνεται κάποτε και αναφορά στην έμφυτη ροπή προς την αλήθεια, ροπή προς την αλήθεια ή η φιλαλήθεια (ή το veracity effect) μπορεί να σχετίζεται με τη λειτουργία του εγκεφάλου, όταν ερμηνεύει άμεσα όλα τα μηνύματα που λαμβάνει ως αληθή (Gilbert, 1991; Gilbert, Krull, & Malone, 1990) ή με τη διαδικασία της επεξεργασίας, όταν τα πιστεύει ως αληθή επειδή στην καθημερινή ζωή του τα περισσότερα από τα μηνύματα που λαμβάνει είναι αληθή (Anderson, Ansfield & DePaulo, 1999). Ενδεχομένως, η παρεμβολή χρονικού διαστήματος, από τη λήψη του ερεθίσματος και την αξιολόγηση να μειώνει το «veracity effect» (Masip, 2002). Το σύντομο περιεχόμενο της μαρτυρίας, επίσης, άρα η ανεπάρκεια του όγκου των πληροφοριών βάσει του οποίου μπορεί να διαμορφωθεί αιτιολογημένη κρίση, μπορεί να οδηγήσει ευκολότερα σε αξιολόγηση ότι ο μάρτυρας λέει την αλήθεια, κάτι που αλλάζει εάν προστεθούν άλλα στοιχεία, οπότε παρέρχεται περαιτέρω χρόνος, που μειώνει την αρχική εκτίμηση αλήθειας. Μιλώντας για χρόνο, επειδή από τη μαρτυρία μέχρι την αξιολόγηση για σκοπούς λήψης δικαστικής απόφασης μπορεί να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα στην πράξη, είναι βοηθητικό, ίσως, να τηρούνται σημειώσεις, σε σχέση με την παρατηρούμενη συμπεριφορά, την ώρα που αυτή τυγχάνει παρατήρησης, και, ως βέλτιστη πρακτική, θα μπορούσε να ισχύει, να γίνεται αναφορά και σε αυτές τις σημειώσεις μέσα στη δικαστική απόφαση που εκδίδεται πολλούς μήνες μετά, οι οποίες σημειώσεις θα πρέπει να καταχωρίζονται και στον φάκελο τις υπόθεσης, καθότι δεν είναι ιδιωτικές.

Υπάρχουν πολλές μεταβλητές που μπορούν να επηρεάσουν την ακρίβεια της διαπίστωσης, είτε όταν το ψέμα έχει προετοιμαστεί είτε όταν είναι αυθόρμητο (Greene, O’Hair, Cody, & Yen, 1985), αναλόγως της σχέσης μεταξύ του πομπού και του δέκτη (δικαστήριο) (Comadena, 1982; Levine & McCornack, 1992), τον βαθμό εξοικείωσης του δέκτη με την «κανονική» συμπεριφορά του πομπού (Brandt et al., 1980 a , b ; 1982), εξοικείωσης του δέκτη με τη συγκεκριμένη κατάσταση (Stiff, Miller, Sleight, Mongeau, Garlick, & Rogan, 1989), τις προσδοκίες του παρατηρητή (Bond, Omar, Pitre, Lashley, Skaggs, & Kirk, 1992), πόσο καχύποπτος είναι ο λήπτης και πόση κοινωνική γνώση ψεύδους έχει ο παρατηρητής (Caballero, Sánchez, & Becerra, 2000), κατά πόσον ο λήπτης είναι μόνο παρατηρητής ή συμμετείχε και σε διάλογο με τον πομπό (Buller, Strzyzewsky, & Hunsaker, 1991), κατά πόσο το ψέμα είναι πραγματικό (αφορά σε γεγονός) ή συναισθηματικό (Becerra & Sánchez, 1989), ο βαθμός πνευματικού φόρτου που απαιτείται για να ειπωθεί ένα ψέμα (Vrij & Heaven, 1999), το κίνητρο του πομπού να πει ψέμα (DePaulo, Kirkendol, Tang, & O’Brien, 1988) κι αυτό του παραλήπτη να το εντοπίσει (DePaulo, Zuckerman, & Rosenthal, 1980a), ο αριθμός συνεντεύξεων στις οποίες έτυχε να υποβληθεί ο πομπός (Granhag & Strömwall, 2000), εάν το περιβάλλον είναι εργαστηριακό ή πραγματικό (Mann, Vrij, & Bull, 2000; Vrij, 2000), κ.λπ. Έπειτα, συζητούνται διάφορες μεταβλητές όσον αφορά τα πρόσωπα του πομπού και του δέκτη, το φύλο (Burgoon, Buller, Grandpre, & Kalbfleisch, 1998), την ηλικία (DePaulo & Jordan, 1982), την προσωπικότητα και τις κοινωνικές δεξιότητες (π.χ. κοινωνικό άγχος, δημόσια ευσυνειδησία, κτητικότητα, εμπάθεια, εξυπνάσα, ψυχοπάθεια, κ.λπ.) (Geis & Moon, 1981; Hare, Forth, & Hart, 1989; Miller, deTurck, & Kalbfleisch, 1983; Riggio & Friedman, 1983; Vrij, 1992; Vrij & Graham, 1997; Vrij & Winkel, 1992), το επάγγελμα (Ekman, O’Sullivan, & Frank, 1999), την καταγωγή (Bond et al., 1990; Cody, Lee, & Chao, 1989), ή και τη φυσική εμφάνιση (Bond, Berry, & Omar, 1994; Masip, 2002; Seiter & Dunn, 2000). Όλοι αυτοί οι παράγοντες και άλλοι περισσότεροι υποδηλώνουν, βασικά, ότι η ακρίβεια της διαπίστωσης θα είναι καλή ή κακή, αναλόγως του ποιος λέει το ψέμα, σε ποιον, και υπό ποιες περιστάσεις. Αυτή η δήλωση, που για να γίνει στην επιστήμη περνά μέσα από σωρεία ερευνών και πειραμάτων, στη νομική θεωρείται εξ αρχής αυτονόητη ή μια εμπειρική εντύπωση που σταματά σε εκείνο το πεδίο, χωρίς να αποζητά διεπιστημονική επαλήθευση.

Με την «τριβή» στην ανθρώπινη επικοινωνία, αποκτά, ίσως, ο καθείς, κάποιο βαθμό συναισθηματικής νοημοσύνης (εάν θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι), επικοινωνιακές συνήθειες ή δεξιότητες, και κωδικοποιεί, ενδεχομένως, επαναλαμβανόμενες ανθρώπινες συμπεριφορές που συναντά ο ίδιος, ως στερεότυπες. Αλλά τούτη η «τριβή»[7] όσο χρήσιμη είναι, μπορεί να είναι κι άλλο τόσο «επικίνδυνη» στην προσπάθεια διάγνωσης της αλήθειας ή του ψεύδους, να δημιουργεί ενός είδους πόλωση, ικανή να οδηγήσει σε λάθη (Granhag & Stromwall, 2004; Vrij, 2000, 2004; Vrij & Mann, 2004). Αντίστοιχα, «επικίνδυνη» (με άλλη έννοια) είναι και η τριβή ενός μάρτυρα με τη διαδικασία και τον τρόπο μαρτυρίας, ο επαγγελματίας μάρτυρας. Ο μελετημένος μάρτυρας, επίσης, δεν αποκλείεται να ελέγξει τις συμπεριφορικές του εκδηλώσεις (γνωρίζοντας ποιες από αυτές θεωρούνται εκδηλώσεις ψεύδους), όπως και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του (γνωρίζοντας ποια χαρακτηριστικά τείνουν να χαρακτηρίσουν τη μαρτυρία του αληθή, όπως, λ.χ. κατά την CBCA, η αναφορά σε ασυνήθεις λεπτομέρειες ή στο περιεχόμενο συνδιαλέξεων, κ.λπ.), για να πείσει ότι λέει την αλήθεια. «Γνωρίζουμε», για παράδειγμα, ότι αυτοί που ψεύδονται τείνουν να κάνουν λιγότερες κινήσεις με τους ώμους τους, τα χέρια και τα δάκτυλά τους, από ότι αυτοί που λένε την αλήθεια (Vrij, Akehurst, Brown & Mann, 2006; Vrij, Akehurst, Soukara & Bull, 2002) ή ότι μιλούν αργά και μεγαλύτερες παύσεις, γιατί θα πρέπει να σκεφτούν περισσότερο κ.λπ. (μπορεί φυσικά να έχουν ήδη έτοιμη μία ιστορία ή να έχουν πει το ίδιο ψέμα πολλές φορές). Η πρόσβαση στην πληροφορία είναι πολύ καλή σήμερα. Πιθανότερο είναι να ελέγξει τις κινήσεις των χεριών του και τον ρυθμό του, που, ούτως ή άλλως, σε δικαστηριακό περιβάλλον επιβάλλεται να είναι αργός ο ρυθμός ομιλίας και δεν συνηθίζεται, ο μάρτυρας, από το εδώλιο, όπου στέκεται όρθιος, να προβαίνει σε έντονες χειρονομίες. Πέραν τούτου, δεν αποκλείεται η έντονη κινητικότητα στις παλάμες ή στα δάκτυλα να δείχνει δυσκολία στην ομιλία που δεν σχετίζεται με το εάν αυτή είναι κατά περιεχόμενο αληθής ή ψευδής, απλά ο ομιλητής να κινεί τα άνω άκρα του αισθανόμενος ότι έτσι παρακινεί και τον λόγο του ή τον επιβοηθά να αναπτυχθεί εκφρασμένος.

Έπειτα, δεν μπορεί  να παραγνωριστεί ότι, η πραγματική κατάσταση (η έξωθεν) είναι ότι ένας δικαστής δεν έχει τη δυνατότητα, εκ των πραγμάτων, να γνωρίζει το σύνολο της προσωπικότητας ενός ατόμου που δίνει μαρτυρία ενώπιον του μέσα από το χωροχρονικό πλαίσιο της δίκης. Τον βιώνει, τον μάρτυρα, μόνον ως ένα βαθμό. Στο εδώλιο του μάρτυρα[8]. Ως «μάρτυρα». Αυτά τα ερεθίσματα που λαμβάνουν άλλοι, εκτός αίθουσας, από ανθρώπους, καμιά φορά, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με ό,τι παρουσιάζεται από τους ίδιους ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό εκείνες τις συνθήκες (π.χ. αντιπαράθεσης), για τους συγκεκριμένους σκοπούς. Γι’ αυτό τυχαίνει κάποτε ένας πασίγνωστος στην κοινωνία χειριστικός άνθρωπος με ξακουστή έφεση στην εξαπάτηση, να κάνει στο Δικαστήριο «πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας», το Δικαστήριο να εξαίρει τη φιλαλήθεια του, κι όλοι οι υπόλοιποι να διερωτούνται (για κάτι για το οποίο δεν υπάρχει σύντομη απάντηση). Δεν είναι καθόλου τυχαίο που, στα δικαστηριακά πράγματα, παραδοσιακά, το κομμάτι της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, ανήκε στους ενόρκους (στα συστήματα όπου υπήρχαν ή υπάρχουν), δηλαδή στους «λαϊκούς δικαστές», που είναι πιο κοντά στην κοινωνία και εκπροσωπούν αυτήν με όλες τις πιθανές διαφοροποιήσεις της. Διαπίστωναν, όμως, περισσότερο ή συμβολικά την «κοινωνική αλήθεια» (δηλαδή δεν ήταν «ειδικοί» για να διαγνώσουν το ψέμα ή την αλήθεια), με ό,τι προεκτάσεις μπορεί να λάβει όλο αυτό το νόημα. Εν τέλει, έχει ή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση η δικανική αλήθεια με την κοινωνική (κατ’ επέκταση επιστημονική) αλήθεια; Τεράστιο ζήτημα.

Ποιο, λοιπόν, είναι το νόημα της «υποκειμενικής αντίληψης της φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος δικαστή»[9] ακριβώς; Συνιστά, άραγε, τον ένα από τους παράγοντες για τους οποίους δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων, κανείς, το αποτέλεσμα μιας δίκης, εάν αυτή η δίκη αφήνει ένα μεγάλο περιθώριο «υποκειμενικής αντίληψης της φιλαλήθειας»; Όπως λέχθηκε και σε άλλη υπόθεση[10], εξηγώντας, όμως, τον λόγο που το εφετείο δεν παρεμβαίνει συνήθως στο μέρος της αξιολόγησης ενός μάρτυρα, παρά με πρόθεση δημιουργίας κανόνα αξιολόγησης, από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα, ο δικαστής μπορεί να δει την «έμφυτη  κλίση του (μάρτυρα) προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος». Η αναφορά σε «συμπεριφορά του μάρτυρα», όμως, δεν σημαίνει το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοείται, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας (άρα τα λεκτικά ερεθίσματα), το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και  την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Από την άλλη, δεν λέχθηκε ότι η έκταση της υποκειμενικής εκτίμησης του δικαστή περιορίζεται στα λεκτικά ερεθίσματα ή γενικά περιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο. Περιστοιχισμένη από την κοινή λογική και την εμπειρία στα ανθρώπινα πράγματα, συχνά τη βλέπουμε να αγγίζει και ερεθίσματα εκτός από τα λεκτικά ή σε μη απόλυτη συνάρτηση με τα λεκτικά[11].

Η όποια στάθμιση από το Δικαστήριο δεν σημαίνει ότι εκλαμβάνει ότι αυτό είναι το απόλυτο πλαίσιο του κοινωνικά κανονικού και ένα άλλο όχι. Η υποκειμενική εκτίμηση δεν σημαίνει ή δεν σημαίνει μόνον κρίση εξ ιδίων ή εκ γνωστών δεδομένων, αλλά χρειάζεται και ένα περιθώριο ανοιχτής κοινωνικής ματιάς, ανοχής στη διαφορετικότητα των ανθρώπων, αντοχής στην πολυπλοκότητά τους. Έπειτα, η αλήθεια ή το ψέμα, για μια περίσταση, για τη δίκη, δεν θα πρέπει να συνιστά (μόνιμο) γενικευμένο χαρακτηρισμό όσον αφορά την προσωπικότητα του ατόμου του μάρτυρα (π.χ. αυτός είναι γενικά «φιλαληθής» ή αυτός είναι γενικά «ανειλικρινής» άνθρωπος, ή έχει τέτοια ροπή ή τυχαίο παράδειγμα από μια απόφαση: «ο παραπονούμενος από τη ζωντανή παράσταση του στο Δικαστήριο μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου αρκετά βίαιου και παρορμητικού ο οποίος δεν έχει αναστολή να πει οτιδήποτε για να αποφύγει δικές του ευθύνες για ότι κάμνει»). Ακόμα κι αν το Δικαστήριο μπορεί να καταγράφει την κρίση του για τον χαρακτήρα του μάρτυρα κατά τη δίκη[12], εκλαμβάνοντας ότι η συμπεριφορά κατά τη δίκη είναι στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χαρακτήρα του μάρτυρα, χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή, γιατί, κατά τα λοιπά, κανένας μάρτυρας δεν κρίνεται ο ίδιος για τον χαρακτήρα του και δεν αξιολογείται η μαρτυρία του βάσει αυτού. Αυτό που εξετάζεται, για σκοπούς αξιοπιστίας, δεν είναι ούτε η όλη προσωπικότητα (αυτό θα ήταν εξάλλου αδύνατον) ούτε η εν γένει συμπεριφορά του μάρτυρα, αλλά η συμπεριφορά του μάρτυρα στη δίκη, ως μάρτυρα στη δίκη, και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης που θα πρέπει να διαπιστωθούν δικαστικά, εάν αναφορικά με αυτά λέει την αλήθεια ή όχι. Ειδικότερα, η αξιοπιστία του μάρτυρα είναι ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο που προσεγγίζεται, της προσπάθειας διαπίστωσης των αμφισβητούμενων γεγονότων και κατάληξης ως προς το πραγματικό της υπόθεσης, το οποίο στη συνέχεια θα αναχθεί στον νόμο ή στις ισχύουσες νομικές αρχές.

Η κρίση περί την αξιοπιστία (αλήθεια ή ψέματα) γίνεται με βάση αυτήν, την αξιοπιστία. Δεν ταυτίζεται με την κρίση για το βάρος απόδειξης, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ή το μέτρο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[13], ακόμα κι αν η κρίση για την αξιοπιστία επενεργεί σοβαρά σε αυτήν, με την έννοια ότι από την τελικά αποδεκτή μαρτυρία γεγονότων που θα προσεγγιστεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ή το μέτρο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εξαιρείται, βγαίνει εκτός, αυτή που ήδη κρίθηκε, σε ένα προηγούμενο στάδιο, ως αναξιόπιστη, που ως τέτοια, αναξιόπιστη, δεν έχει πλέον οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Γι’ αυτό, όμως, και το έργο της αξιολόγησης είναι σημαντικό, εφόσον προσδιορίζει την τελικά αποδεκτή (ως αξιόπιστη) μαρτυρία, αυτήν που θα μπει στη ζυγαριά, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο θα εξετάσει και θα καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με το εάν αποδεικνύεται η υπόθεση, με βάση το βάρος απόδειξης που πρέπει να ικανοποιείται κάθε φορά.

Κάποιες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται από τα Κυπριακά Δικαστήρια όταν προχωρούν ή καταπιάνονται με το έργο της αξιολόγησης μπορεί να είναι κάπως στερεότυπες, όπως, για παράδειγμα, «ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης», «ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας», «ο μάρτυρας αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο», κ.λπ. Από (τυχαία δειγματοληψία) εκφράσεων αξιολόγησης, υπάρχουν ποικιλία χαρακτηρισμών ή στοιχείων, που μπορούν να επιδρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με την αλήθεια ή «φιλαλήθεια»:

  • Ειλικρίνεια (ή «αφοπλιστική ειλικρίνεια»)
  • Ευθύτητα
  • Σαφήνεια
  • Άνεση
  • Έλλειψη τάσης υπερβολής
  • Αντικειμενικότητα
  • Αμεροληψία
  • Θετικότητα
  • Σταθερότητα
  • Έλλειψη αντιφατικότητας
  • Προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας / υπεκφυγής / παραποίησης / αλλοίωσης
  • Έλλειψη αοριστίας
  • Γρήγορη και πρόθυμη μεταβολή στη γνώμη (δεν έκανε καλή εντύπωση για την αξιοπιστία και τη φιλαλήθεια)
  • Απλοϊκότητα
  • Διάχυτος / πηγαίος τρόπος
  • Νηφαλιότητα
  • Χωρίς περιστροφές
  • Αυθορμητισμός
  • Επεξηγηματικότητα
  • Λογική
  • Ακεραιότητα
  • Ευγένεια
  • Σαφήνεια και καθαρότητα στην άρθρωση του λόγου και σκέψης
  • Καθηλωτική παραστατικότητα
  • Σύγχυση και ανυπομονησία (δεν έκανε καλή εντύπωση)
  • Γνώμη υπεροχής για τον εαυτό τους έναντι των λοιπών πολιτών (δεν έκανε καλή εντύπωση)

Από τον κατάλογο, που μπορεί να είναι αρκετά μεγάλος, ίσως να είναι κατανοητή η έκταση της υποκειμενικότητας που τουλάχιστον παρατηρείται στην πράξη και οι τάσεις σύνδεσης ή αποσύνδεσής της από τα αντικειμενικά δεδομένα. Κάποιες αξιολογήσεις αγγίζουν  και τον τρόπο συμπεριφοράς ή και την εικόνα, άλλες εστιάζουν στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, λιγότερο ή περισσότερο (αναλόγως και των εκδοχών που υπάρχουν διαθέσιμες προς αξιολόγηση). Νοείται ότι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εστιάζει μόνον στην εικόνα του μάρτυρα και η εντύπωση που συνήθως αποκομίζει το Δικαστήριο δεν εξαρτάται μόνον από την εικόνα[14]. Φυσικά, αυτή είναι απλά μια τυχαία δειγματοληψία, για να δημιουργηθεί απλά μια υπόθεση ή και μια βάση.

Με αναφορά στον τρόπο ή στην εικόνα, που συμβάλουν στην όλη εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο, είναι χαρακτηριστική η εισήγηση του συνήγορου σε μια υπόθεση και η προσέγγιση του Δικαστηρίου κατ’ έφεση[15]:

«Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι το ‘κοκκίνισμα’ στο πρόσωπο του εφεσείοντα που κατέγραψε το Δικαστήριο ως προερχόμενο από το θυμό και εκνευρισμό του κατά την αντεξέταση, οφειλόταν στο γεγονός ότι ο εφεσείων πάσχει από αλπινισμό, κάτι που ήταν ολοφάνερο από μόνο του, το δε άσπρισμα και κοκκίνισμα του δέρματος τέτοιων προσώπων είναι οι μόνες διακυμάνσεις που μπορούν να υπάρξουν, ιδιαίτερα σε περιόδους θέρους.»

«Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο εκφράστηκε αρνητικά και για πτυχές της προσωπικότητας του εφεσείοντα, όπως το ίδιο τις αντιλήφθηκε ‘.. μέσα στην ατμόσφαιρα της ζωνταντής δίκης’.  Εντόπισε ως τέτοιες τη δυσανασχέτηση του σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, το ότι κοκκίνιζε και εκνευριζόταν και απαντούσε προσβλητικά προς το συνήγορο των εφεσιβλήτων.  Πρόδηλο είναι ότι ούτε από τα πρακτικά, αλλά ούτε από τη σκιαγράφηση που έγινε από το Δικαστήριο, μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα των θέσεων αυτών. Όμως, ένα Δικαστήριο δικαιούται να καταγράψει την κρίση του και για το χαρακτήρα ενός διαδίκου ή μάρτυρα, όπως αυτός αναδύεται κατά τη δίκη.  Με την προϋπόθεση ότι το πράττει με κοσμιότητα και στα πλαίσια της προσπάθειας ανίχνευσης της αλήθειας, ως κριτής όχι μόνο γεγονότων, αλλά και της αξιοπιστίας ή μη του μάρτυρα, (στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με το χαρακτήρα ενός εκάστου), δεν εκφεύγει του καθήκοντος του ως κριτή των συνανθρώπων του.  Αναμφίβολα, πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατόν να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από την δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς.  Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ΄ ανάγκην και ειλικρινής.  Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής. … … Η πρωτόδικη κρίση εδώ, δεν αντιμετώπισε έξω από αυτό το μέτρο τον εφεσείοντα.  Η κρίση του για αυτόν δεν ήταν η μόνη για την απόρριψη της εκδοχής του.  Όπως ήδη υποδείχθηκε, για σειρά λόγων που καταγράφηκαν σε δύο πυκνογραμμένες σελίδες και που έχουν έρεισμα στα πρακτικά, η μαρτυρία του εφεσείοντα θεωρήθηκε αναληθής.  Η θέση πρωτοδίκως ότι η αξιοπιστία του είχε πληγεί και για λόγους που ανάγονταν  στην όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο, ήταν πρόσθετοι και δεν αφαιρούν στο ελάχιστο τις λοιπές καθόλα λογικές κρίσεις του Δικαστηρίου επί της ουσίας.  Και αδίκως πλήττεται η απόφαση διότι ο Δικαστής δεν αντιλήφθηκε το κατ’ ισχυρισμόν ‘ολοφάνερο γεγονός’ του αλπινισμού του εφεσείοντα, στο οποίο ο κ. ………….. τόση σημασία εκ των υστέρων απέδωσε για να δικαιολογήσει το κοκκίνισμα του προσώπου του.  Το Δικαστήριο δεν είχε καμιά υποχρέωση να εξετάσει από μόνο του πιθανόν ιατρικό πρόβλημα του εφεσείοντα ή να ερωτήσει τον ιατρό ……………, (Μ.Ε.3), γι’ αυτό.  Αντίθετα, το ορθό ήταν, εφόσον ο συνήγορος φαίνεται να γνώριζε το ζήτημα, να οδηγούσε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να δώσει εκ των προτέρων τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία γνώσης προς το Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι σε τέτοια άτομα πιθανόν να αλλοιώνεται το χρώμα του δέρματος τους κάτω από ορισμένες συνθήκες, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με διάθεση αλλοίωσης και της αλήθειας της μαρτυρίας τους.  Αυτό επιβάλλει το αντιπαραθετικό σύστημα που ακολουθείται στην Κύπρο, όπου ο Δικαστής δεν επεμβαίνει στη μαρτυρία ή τον τρόπο παρουσίασης της, που οι ίδιοι οι διάδικοι επιλέγουν να προσφέρουν.»

Το πιο πάνω απόσπασμα θέτει και μιαν άλλη βασική παράμετρο, αυτήν της αντεξέτασης του μάρτυρα. Η αντεξέταση του μάρτυρα συνιστά ένα εξαιρετικό εργαλείο, με την ορθή χρήση του οποίου μπορεί να βοηθηθεί πολύ το Δικαστήριο στο να καταλήξει εάν ο μάρτυρας λέει την αλήθεια ή όχι. Κάποιοι θεωρούν την αντεξέταση ως «τέχνη» και υπάρχουν, όντως, δικηγόροι που, όταν αντεξετάζουν, ασκούν απολαυστικά «τέχνη». Από μόνη της ή για τον ορθό σκοπό. Κάποιοι εστιάζουν, επίσης, μέσω της αντεξέτασης, να επηρεάσουν τη συμπεριφορική απόδοση του μάρτυρα (π.χ. να τον εκνευρίσουν) (εξ ου και δεν θα πρέπει να χάνεται, από το Δικαστήριο, το μέτρο και η συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας). Ο σκοπός κι αυτής, της αντεξέτασης, σε κάθε περίπτωση, είναι η εύρεση της αλήθειας, η οποία πολλές φορές είναι εκεί, χωρίς να προϋποτίθεται πάντα είτε η εξάντληση του μάρτυρα είτε η θέση, σε αυτόν, ανούσιων υποβολών.

Το Εφετείο, όπως προλέχθηκε, συνήθως δεν επεμβαίνει στο κομμάτι της αξιολόγησης, εφόσον θεωρεί ότι το πωτόδικο δικαστήριο, που έρχεται σε άμεση επαφή με τους μάρτυρες, μπορεί να σχηματίσει ορθότερα εντύπωση γι’ αυτούς που συμβάλλει στην αξιολόγησή τους. Ωστόσο, διατηρεί ευχέρεια επέμβασης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου για την αξιοπιστία των μαρτύρων, είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν είναι ευλόγως επιτρεπτά ή είναι αυθαίρετα ή διαπιστώνονται αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής, που τα καθιστούν λανθασμένα[16].

Κάποιες κοινές δικαστικές τάσεις, που έχουν διαπιστωθεί σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η υπερ-αξιολόγηση μεμονωμένων μαρτυριών και η υποτίμηση άλλων (Dhami & Ayton, 2001), ενός είδους γρήγορη και ολιγαρκής αξιολόγηση που ίσως να προτιμάται σε σύντομες ακροάσεις (Dhami, 2003; Gigerenzer, Todd, & ABC Research Group, 1999). Συζητήθηκαν κατά καιρούς διάφορα μοντέλα αξιολόγησης, σε διάφορες άλλες περιπτώσεις, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων πολύπλοκων δικών, όπως της κατασκευής «ιστοριών» (Pennington & Hastie, 1992), της παράθεσης μαρτυρικών αφηγήσεων (Wagenaar, Van Koppen, & Crombag, 1993) ή και άλλα (Petty & Cacioppo, 1986). Στην Κύπρο, δεν παρουσιάζεται μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο αξιολόγησης· απεναντίας, παρουσιάζεται μια τάση μίμησης ή επηρεασμού ή μεταδοτικότητας συγκεκριμένων τρόπων, εξ ου και η χρήση στερεοτυπικών εκφράσεων ή απλά η ομοιομορφία, ασχέτως δομής. Η τάση του να γίνονται πιστευτές ορισμένες μαρτυρίες θυμάτων με βάση το εκφρασμένο συναίσθημα των θυμάτων παρά από την εστίαση στα αντικειμενικά στοιχεία δεν είναι επίσης ξένη, όπως ξένη δεν είναι η μη συνειδητοποίηση του επηρεασμού από το άτομο που λαμβάνει την απόφαση ή η μη παραδοχή του (Kaufmann, Drevland, Wessel, Overskeid, & Magnussen, 2003). Επίσης, η έμφαση ή υπερέμφαση στις συμπεριφορικές εκδηλώσεις του μάρτυρα, σε ό,τι εκπέμπει δια της παρουσίας του (demeanour) είναι συχνά παρουσιαζόμενη. Μάλιστα, σε Καναδικές αποφάσεις, στη Laurentide Motels v. Beauport (1989) ή στην R. v. B. (K. G.) (1993), το ίδιο το Supreme Court του Καναδά είχε πει ότι η θέα του μάρτυρα από τους ενόρκους και τους δικαστές πρέπει να είναι καλή, για να μπορούν να βλέπουν καλά τη γλώσσα του σώματος των μαρτύρων, τις εκφράσεις του προσώπου τους και στοιχεία της συμπεριφοράς τους που δεν φαίνονται δια του λόγου τους, ακόμα και το τρέμολο ή το κοκκίνισμα του προσώπου κ.α., παρόλο που η επιστήμη διαφωνεί με τη βασιμότητα των συμπεριφορικών εκδηλώσεων (Vrij, 2000, 2008), όπως ότι, για παράδειγμα, η νευρικότητα ή η ανυπομονησία είναι ή είναι πάντα ενδείξεις ψεύδους. Σε μια Αμερικανική υπόθεση, εάν θυμάμαι καλά, είχε γίνει θέμα μεγάλο το γεγονός ότι ο μάρτυρας φορούσε μαύρα γυαλιά κατά την εξέτασή του και δεν μπορούσαν να τον δουν οι ένορκοι και ο δικαστής μέσα στα μάτια, για να διαπιστώσουν την φιλαλήθεια του, με εκείνη τη λογοτεχνική σχεδόν ρομαντική πεποίθηση ότι τα μάτια λένε πάντα την αλήθεια. Η επίκληση του ενστίκτου ή κάποιας έμφυτης ικανότητας, είναι, επίσης, χαρακτηριστική τάση και αλλού, ακόμα κι αν, και πάλι, επιστημονικά δεν αποδεικνύεται (Porter, Woodworth, & Birt, 2000).

Δεν αναμένεται ότι η αξιολόγηση των μαρτύρων από τα Δικαστήρια, κατ’ επέκταση η απονομή της δικαιοσύνης, θα γίνει, κάποια σύντομη στιγμή, επιστήμη, που να περιλαμβάνει σταθερά κάτι πέραν της νομικής γνώσης. Η προσήλωση στην παράδοση και ειδικά τη νομική παράδοση είναι μεγάλη και την αγγίζουμε με δέος, σχεδόν παντού. Ακόμα κι αν, με άλλες προσεγγίσεις, θα ήταν πολύ εύκολο να υπήρχε ένα έτοιμο, για τον δικαστή, άμεσο κι ασφαλές και τεκμηριωμένο επιστημονικό δεδομένο, για το ποιος του λέει την αλήθεια και ποιος του λέει ψέματα, να μην ταλαιπωρείται, κι εκείνος να κάνει απλά το πιο νομικό κομμάτι, το ζύγισμα (επομένως, η ίδια η απονομή της δικαιοσύνης να γίνει μια αξιόπιστη κοινωνική υπηρεσία, βασισμένη στη σύγχρονη γνώση για τον άνθρωπο από άλλους κλάδους ανθρωπιστικών – κοινωνικών επιστημών). Δυστυχώς, το διεπιστημονικό χάσμα στην πράξη είναι ακόμα μεγάλο και στα πιο βασικά (πόσω μάλλον εδώ), μα κυρίως δεν υπάρχει σοβαρή επιθυμία να γεφυρωθεί, παρά το ότι οι κοινωνικές απαιτήσεις σήμερα είναι πολλές. Από την άλλη, όμως, πάντα, σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο, δεν ήταν έτσι μεγάλες ή δεν ήταν η αίσθηση πως είναι; Ας ελπίσουμε, όμως, τουλάχιστον, σε κάποια ελάχιστη βασική κατάρτιση στο αντικείμενο αυτό, που έστω να αφήνει περιθώριο σε λιγότερα και λιγότερο ακριβά αξιολογικά λάθη.

————-

Akehurst, L. Köhnken, G., Vrij, A., & Bull, R. (1996). Lay persons’ and police officers’ beliefs regarding deceptive behaviour. Applied Cognitive Psychology, 10, 461-471.

Anderson, D. E., Ansfield, M. E., & DePaulo, B. M. (1999). Love’s best habit. Deception in the context of relationships. In P. Philippot, R. S. Feldman, & E. J. Coats (Eds.), The social context of nonverbal behavior (372-409). New York: Cambridge University Press.

Becerra, A., & Sánchez, F. (1989). Análisis de las variables implicadas en la detección de la mentira. Revista de Psicología Social, 4(2), 167-176.

Bogaard, G., Meijer, E., Vrij, A., & Merckelbach, H. (2016). Strong but wrong: Beliefs about verbal and non-verbal cues to deception. PLoS One, 11, e0156615.

Bond, C. F. Jr., Omar, A., Mahmoud, A., & Bonser, R. N. (1990). Lie detection across cultures. Journal of Nonverbal Behavior, 14(3), 189-204.

Bond, C. F. Jr., Berry, D. S., & Omar, A. (1994). The kernel of truth in judgments of deceptiveness. Basic and Applied Social Psychology, 15(4), 523-534.

Bond, C. F., & DePaulo, B. M. (2006). Accuracy of deception judgments. Personality and Individual Differences, 10, 214–234.

Bond, C. F., & DePaulo, B. M. (2008). Individual differences in judging deception: Accuracy and bias. Psychological Bulletin, 134, 477–492.

Bond, C. F. Jr., Omar, A., Pitre, U., Lashley, B. R., Skaggs, L. M., & Kirk, C. T. (1992). Fishy-looking liars: Deception judgment from expectancy violation. Journal of Personality and Social Psychology, 63(6), 969-977.

Brandt, D. R., Miller, G. R., & Hocking, J. E. (1980a). Effects of self-monitoring and familiarity on deception detection. Communication Quarterly, 28(1), 3-10.

Brandt, D. R., Miller, G. R., & Hocking, J. E. (1980b). The truth-deception attribution: Effects of familiarity on the ability of observers to detect deception. Human Communication Research, 6, 99-110.

Brandt, D. R., Miller, G. R., & Hocking, J. E. (1982). Familiarity and lie detection: A replication and extension. The Western Journal of Speech Communication, 46, 276-290.

Buller, D. B., Strzyzewsky, K. D., & Hunsaker, F. G. (1991). Interpersonal deception: II. The inferiority of conversational participants as deception detectors. Communication Monographs, 58(1), 25-40.

Buller, D. B., & Burgoon, J. K. (1996). Interpersonal deception theory. Communication Theory, 6(3), 203-242.

Burgoon, J. K. (1984). The relationship of verbal and nonverbal codes. In B. Dervin & M. J. Voight (Eds.), Progress in communication sciences. Vol. 6 (263-298). Norwood, N.J.; Ablex Publishing.

Burgoon, J. K., Buller, D. B., Grandpre, J. R., & Kalbfleisch, P. J. (1998). Sex differences in presenting and detecting deceptive messages. In D. J. Canary & K. Dindia (Eds.), Sex differences and similarities in communication. Critical essays and empirical investigations of sex and gender in interaction (351-372). Mahwah, NJ: Lawrence Erlbaum.

Caballero, A., Sánchez, F., & Becerra, A. (2000). Conocimiento social de la mentira y credibilidad. Psicothema, 12(2), 236-240.

Cody, M. J., Lee, W.-S., & Chao, E. Y. (1989). Telling lies: Correlates of deception among Chinese. In J. P. Forgas & J. M. Innes (Eds.), Recent advances in social psychology. An international perspective (359-368). North Holland: Elsevier.

Comadena, M. E. (1982). Accuracy in detecting deception: Intimate and friendship relationships. In M. Burgoon (Ed.), Communication yearbook (446-472). Beverly Hills: Sage.

DePaulo, B. M., Kirkendol, S. E., Tang, J., & O’Brien, T. P. (1988). The motivational impairment effect in the communication of deception: Replications and extensions. Journal of Nonverbal Behavior, 12(3), 177-202.

DePaulo, B. M., Zuckerman, M., & Rosenthal, R. (1980a). Detecting deception. Modality effects. In L. Wheeler (Ed.), Review of personality and social psychology (Vol. 1,125-162). London: Sage.

DePaulo, B. M., Lassiter, G. D., & Stone, J. I. (1982). Attentional determinants of success at detecting deception and truth. Personality and Social Psychology Bulletin, 8(2), 273-279.

Dhami, M.K., Ayton, P. (2001). Bailing andjailing the fast and frugal way. Journal of Behavioral Decision Making, 14, 141–168.

Dhmani, M.K. (2003). Psychological models of professional decision making. Psychological Science, 4(2), 175 – 180.

Ekman, P., O’Sullivan, M., & Frank, M. (1999). A few can catch a liar. Psychological Science, 10(3), 263-266.

Geis, F. L., & Moon, T. H. (1981). Machiavellianism and deception. Journal of Personality and Social Psychology, 41, 766-775.

Gigerenzer, G., Todd, P.M., & the ABC Research Group. (1999). Simple Heuristics That Make Us Smart. New York: Oxford University Press.

Gilbert, D. T. (1991). How mental systems believe. American Psychologist, 46(2), 107-119.

Gilbert, D. T., Krull, D. S., & Malone, P. S. (1990). Unbelieving the unbelievable: Some problems in the rejection of false information. Journal of Personality and Social Psychology, 59(4), 601-613.

Greene, J. O., O’Hair, H. D., Cody, M. J., & Yen, C. (1985). Planning and control of behavior during deception. Human Communication Research, 11(3), 335-364.

Hare, R. D., Forth, A. E., & Hart, S. D. (1989). The psychopath as prototype for pathological lying and deception. In J. C. Yuille (Ed.), Credibility assessment (25-49). Dordrecht: Kluwer Academic Publishers.

Hocking, J. E., Bauchner, J., Kaminski, E. P., & Miller, G. R. (1979). Detecting deceptive communication from verbal, visual, and paralinguistic cues. Human Communication Research, 6, 33-46.

Kaufmann, G., Drevland, G., Wessel, E., Overskeid, G., & Magnussen, S. (2003). The importance of being earnest: Displayed emotion and witness credibility. Applied Cognitive Psychology, 17, 21– 34.

Kaufmann, G., Drevland, G., Wessel, E., Overskeid, G., & Magnussen, S. (2003). The importance of being earnest: Displayed emotion and witness credibility. Applied Cognitive Psychology, 17,21–34.

Kaufmann, G., Drevland, G., Wessel, E., Overskeid, G., & Magnussen, S. (2003). The importance of being earnest: Displayed emotion and witness credibility. Applied Cognitive Psychology, 17,21–34.

Kaufmann, G., Drevland, G., Wessel, E., Overskeid, G., & Magnussen, S. (2003). The importance of being earnest: Displayed emotion and witness credibility. Applied Cognitive Psychology17, 21–34.

Köhnken, G. (1987). Training police officers to detect deceptive eyewitness statements: Does it work? Social Behavior, 2(1), 1-17.

Levine, T. R., Park, H. S., & McCornack, S. A. (1999). Accuracy in detecting truths and lies: Documenting the «veracity effect». Communication Monographs, 66, 125-144.

Levine, T. R., & McCornack, S. A. (2014). Theorizing about deception. Journal of Language and Social Psychology, 33, 431–440.

Levine, T. R., & McCornack, S. A. (1992). Linking love and lies: A formal test of the McCornack and Parks model of deception detection. Journal of Social and Personal Relationships, 9, 143-154.

Mann, S., Vrij, A., & Bull, R. (2000). Telling and detecting true-lies. In A. Czerederecka, T. Jaskiewicz-Obydzinska, & J. Wojcikiewicz (Eds.), Forensic psychology and law. Traditional questions and new ideas (221-225). Krakow: Institute of Forensic Research Publishers.

Masip, J., Alonso, H., Herrero, C., & Garrido, E. (2016). Experienced and novice officers’ generalized communication suspicion and veracity judgments. Law and Human Behavior, 40, 169–181.

Masip, J. (2002). La evaluación de la credibilidad del testimonio a partir de los índices conductuales en el contexto jurídico penal. Doctoral dissertation. University of Salamanca.

Mehrabian, A., & Wiener, M. (1967). Decoding of inconsistent communications. Journal of Personality and Social Psychology, 6, 109-114.

Miller, G. R., deTurck, M. A., & Kalbfleisch, P. J. (1983). Self-monitoring, rehearsal, and deceptive communication. Human Communication Research, 10(1), 97-117.

Pennington, N., & Hastie, R. (1992). Explaining the evidence: Tests of the story model for juror decision making. Journal of Personality and Social Psychology, 62, 189–206.

Petty, R. E., & Cacioppo, J. T. (1986). The Elaboration Likelihood Model of persuasion. In L. Berkowitz (Ed.), Advances in experimental social psychology (Vol. 19, 123-205). New York: Academic Press.

Porter, S., Woodworth, M., & Birt, A. R. (2000). Truth, Lies, and Videotape: An investigation of the ability of federal parole officers to detect deception Law and Human Behavior, 24, 643–658.

Riggio, R. E., & Friedman, H. S. (1983). Individual differences and cues to deception. Journal of Personality and Social Psychology, 45(4), 899-915.

Seiter, J. S., & Dunn, D. (2000). Beauty and believability in sexual harassment cases: Does physical attractiveness affect perceptions of veracity and the likelihood of being harassed? Communication Research Reports, 17(2), 203-209.

Stiff, J. B., Hale, J. L., Garlick, R., & Rogan, R. (1990). Effects of cue incongruence and social normative information on individual judgments of honesty and deceit. Southern States Speech Journal, 55, 206-229.

Stiff, J. B., Miller, G. R., Sleight, C., Mongeau, P., Garlick, R., & Rogan, R. (1989). Explanations for visual cue primacy in judgments of honesty and deceit. Journal of Personality and Social Psychology, 56(4), 555-564.

Strömwall, L. A., & Granhag, P. A. (2003). How to detect deception? Arresting the beliefs of police officers, prosecutors and judges. Psychology, Crime and Law, 9, 19–36.

Granhag, P. A., & Strömwall, L. A. (2000). «Let’s go over this again…» Effects of repeated interrogations on deception detection performance. In A. Czerederecka, T. Jaskiewicz-Obydzinska, & J. Wojcikiewicz (Eds.), Forensic psychology and law. Traditional questions and new ideas (191-196). Krakow: Institute of Forensic Research Publishers.

Granhag, P. A., & Strömwall, L. A. (Eds.), (2004). The detection of deception in forensic contexts. Cambridge: Cambridge University Press.

Tepper, T. D., Jr., & Haase, R. F. (1978). Verbal and nonverbal facilitative conditions. Journal of Counseling Psychology, 25, 35-44.

Toris, C., & DePaulo, B. M. (1984). Effects of actual deception and suspiciousness of deception on interpersonal perceptions. Journal of Personality and Social Psychology, 47(5), 1063-1073.

Vrij, A. (1992). Credibility judgments of detectives: The impact of nonverbal behavior, social skills, and physical characteristics on impression formation. The Journal of Social Psychology, 133(5), 601-610.

Vrij, A., & Winkel, F. W. (1992). Social skills, distorted perception and being suspect: Studies in impression formation and the ability to deceive. Journal of Police and Criminal Psychology, 8(1), 2-5.

Vrij, A. (1994). The impact of information and setting on detection of deception by police detectives. Journal of Nonverbal Behavior, 18(2), 117-136.

Vrij, A., & Graham, S. (1997). Individual differences between liars and the ability to detect lies. Expert Evidence, 5(4), 144-148.

Vrij, A. (2000). Detecting lies and deceit. The psychology of lying and the implications for professional practice. Chichester: Wiley.Vrij, A., & Heaven, S. (1999). Vocal and verbal indicators of deception as a function of lie complexity. Psychology, Crime, & Law, 5(2), 203-215.

Vrij, A. (2000). Detecting lies and deceit: The psychology of lying and the implications for professional practice. Chichester, UK: Wiley.

Vrij, A., Edward, K., & Bull, R. (2001). Stereotypical verbal and nonverbal responses while deceiving others. Personality and Social Psychology Bulletin, 27, 899-909.

Vrij, A., Akehurst, L., Soukara, S., & Bull, R. (2002). Will the truth come out? The effect of deception, age, status, coaching, and social skills on CBCA scores. Law and Human Behavior, 26, 261-283.

Vrij, A. (2004). Why professionals fail to catch liars and how they can improve. Legal and Criminological Psychology, 9, 159–181.

Vrij, A., Akehurst, L. Soukara, S., & Bull, R. (2004). Detecting deceit via analyses of verbal and nonverbal behavior in children and adults. Human Communication Research, 30(1), 8 – 41.

Vrij, A., & Mann, S. (2004). Detecting deception: The benefit of looking at a combination of behavioral, auditory and speech content related cues in a systematic manner. Group Decision and Negotiation, 13, 61–79.

Vrij, A., Akehurst, L., Brown, L., & Mann, S. (2006). Detecting lies in young children, adolescents and adults. Applied Cognitive Psychology, 20 (9), 1225 – 1237.

Vrij, A. (2008). Detecting lies and deceit: Pitfalls and opportunities. Chichester, UK: Wiley.

Wagenaar, W. A., Van Koppen, P. J., & Crombag, H. F. M. (1993). Anchored Narratives: The Psychology of Criminal Evidence. New York: St. Martin’s Press.

Zahn, G. L. (1973). Cognitive integration of verbal and vocal information in spoken sentences. Journal of Experimental Social Psychology, 9, 320-334.

[1] Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος ν. Φάρμας Ρένου Χ’Ιωάννου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1358

[2] Στην Κουδουνάρης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320

[3] Χ.Ν. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 503

[4] Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας, Πολιτική Έφεση 68/2011, ημερομηνίας 16.04.2014.

[5] Sayed v. “M/V Mary John” (2002) 1 ΑΑΔ 661.

[6] Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας, Πολιτική Έφεση 68/2011, ημερομηνίας 16.04.2014.

[7] GE Mavromatis Ltd. v. Πιερίδη (1996) 1 Α.Α.Δ. 724.

[8] Χαραλάμπους ν. Αβρααμ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1441

[9] Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 407

[10] Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 256

[11] Γερμανός ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 525

[12] Χρίστου v. Ηροδότου (2008) 1 Α.Α.Δ. 676.

[13] Charalambous v. Republic(1985) 2 C.L.R. 97 και Αgapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257· και Kades v. Nicolaou and Another (1986) 1 C.L.R. 212 και Βωνιάτης v. Τμήματος Κοιν. Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 230 και Παπανδρέου v. Τύλληρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 157.  και Κωνσταντινίδη v. Κατζιή (1993) 1 ΑΑΔ 492 και Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614

[14] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

[15] Χρίστου ν. Ηροδότου (2008) 1 Α.Α.Δ. 676.

[16] Τσιαττές v. Kοkis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1(Β) A.Α.Δ. 974), Ζέρβου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.