Ιδιωτική ποινική δίκη: εξαιρετική δυνατότητα, όχι δικαίωμα

Πολλές φορές η δυνατότητα να προχωρήσει, κανείς, με ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον άλλων προσώπων για αδικήματα που θεωρεί ότι διαπράχθηκαν θεωρείται δεδομένη. Επομένως, βλέπουμε, στην πράξη, ιδιωτικές ποινικές δίκες για ό,τι να’ ναι, ιδίως σήμερα που η κοινωνία μας ταλανίζεται από διαφόρων ειδών άδικα, νεοφανή, πολύπλοκα ή και παράξενα. Θα πρέπει, όμως, κάποια στιγμή, να διαδοθούν κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 113 § 2 του Συντάγματος:

«Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ’ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι’ οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκείται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.»

Η εξουσία του άρθρου 113 § 2 του Συντάγματος δεν προβλέπεται ούτε επιφυλάσσεται για οποιονδήποτε ιδιώτη δεν υπάγεται και δεν ενεργεί υπό τις σύμφωνες οδηγίες του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Έτσι, καταρχάς, δεν επιτρέπεται σε οποιονδήποτε ιδιώτη να κινεί, να διεξάγει, να επιλαμβάνεται και να συνεχίζει δίωξη οποιουδήποτε προσώπου για έγκλημα. Αυτή η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα, που ανήκει κατά το Σύνταγμα σε αυτόν, ασκείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Είναι, βέβαια, γνωστή η δυνατότητα ενός πολίτη, τα δικαιώματα του οποίου επηρεάζονται άμεσα από κάποια ποινική πράξη (όπου ο άμεσος επηρεασμός διαφοροποιείται από το άμεσο συμφέρον) να εγείρει «ιδιωτική ποινική υπόθεση». Το αυτό εξάλλου αποφασίστηκε στη Ttofinis v. Theocharides (1983) 2 C.L.R. 363, στη Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος(2002) 2 Α.Α.Δ. 522, στην Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd (1997) 2 Α.Α.Δ. 434, στη Δημοσθένους ν. Τύχωνος (2013) 2 Α.Α.Δ. 22, στην Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, ημερομηνία 02.12.2014,  και ενδεχομένως σε άλλες αποφάσεις, που διατήρησαν την ίδια ή παρόμοια γραμμή. Η ιδιωτική ποινική δίωξη συνιστά, κατ’ αυτή τη νομολογία, θεσμό του κοινοδικαίου, που εφαρμόζεται στο δικαιϊκό μας σύστημα με βάση το Άρθρο 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, και το οποίο η θέσπιση του Συντάγματος δεν εξουδετέρωσε.

Είναι, από την άλλη, γνωστό ότι η εν λόγω νομολογία βασίστηκε, για να τεκμηριώσει τη δυνατότητα κάποιου πολίτη να καταχωρίζει ιδιωτική ποινική υπόθεση, στον λόγο της Gourier v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All ER 70, 97 (HL), η οποία, καταρχάς, αφορούσε σε αστικής φύσης υπόθεση, της ειδικής κατηγορίας “relator action” (που ουδόλως ταυτίζεται με κάποια έννοια «ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης»), μετά από άρνηση του Γενικού Εισαγγελέα να συγκατατεθεί για να χρησιμοποιηθεί το όνομά του προκειμένου να εναχθούν πρόσωπα με σκοπό τον εξαναγκασμό δημόσιων καθηκόντων που σχετίζονταν με τις επικοινωνίες (και συνακόλουθα την απαγόρευση συμπεριφορών, που, εάν λάμβαναν χώρα, πιθανόν να συνιστούσαν ποινικά αδικήματα σχετικά με τις επικοινωνίες), και στο πλαίσιο τέτοιας αγωγής να εξασφαλιστούν σχετικά προσωρινά διατάγματα. Το διάβημα προσώπου άλλου από τον Γενικό Εισαγγελέα να ενάγει, μεταξύ άλλων, για τον εξαναγκασμό δημόσιων καθηκόντων ή την απαγόρευση (πρόληψη) δημόσια επιλήψιμων συμπεριφορών, στο οποίο περιλήφθηκε ο Γενικός Εισαγγελέας ως διάδικος και εναντίον του οποίου καταλογίζονταν και ευθύνη, ήταν που συνάντησε την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για διαγραφή, και ήταν στο πλαίσιο εκείνης που αποφασίστηκαν τα επιμέρους ζητήματα, μέσα σε πρίσμα κυρίως αστικής προσέγγισης, απλά συσχετιζόμενης με το καθήκον παρεμπόδισης διάπραξης ποινικών αδικημάτων, και την αναγκαία, για την τότε εποχή, αποσυμφόρηση της εντύπωσης ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο αποκλειστικός φρουρός του δημοσίου συμφέροντος.

Ο λόγος της Gourier, εάν ανατρέξει, κανείς, στο κείμενο της απόφασης (χωρίς να μένει στον αποσπασματικό λόγο ως τον μεταφέρει η εγχώρια νομολογία), ήταν ότι, πέρα από την περιορισμένη εξουσία που μπορεί να έχει λόγου χάριν η τοπική αυτοδιοίκηση δια κάποιων νόμων, μόνον ο Γενικός Εισαγγελέας  μπορεί να ενάγει εκ μέρους του δημοσίου και για να παρεμποδίσει τη διάπραξη δημόσια επιλήψιμων συμπεριφορών (ή και ποινικών αδικημάτων). Ο ιδιώτης δεν μπορεί να το πράξει εξ ονόματος ή προς όφελος του δημοσίου, αλλά μπορεί σαφώς να το πράξει στη βάση της δικής του ζημιάς (όπως ήταν ήδη γνωστό στη νομολογία), η οποία ζημιά συνιστά αποτέλεσμα ποινικών αδικημάτων (εάν τέτοια είναι η περίπτωση)∙ με τη ζημιά του ιδιώτη, στην προκειμένη περίπτωση, να συνιστά και δικαιοδοτικό όρο.

Απεναντίας, η Gourier αποφάσισε ότι δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο να αναγνωρίζει ποινικά (δημόσια) αδικήματα, στο πλαίσιο μιας “relator action”, εκτός εάν το διάβημα ενεργοποιεί ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας, ως το μόνο αρμόδιο πρόσωπο (άρα η ίδια η Gourier έθεσε το θέμα δικαιοδοτικά, με αναφορά στην ταυτότητα και ιδιότητα του προσώπου που ενεργοποιεί τη διαδικασία). Και βασικότερος, ήταν, μάλλον, ο λόγος της Gourier, για τα τότε δεδομένα (γιατί η ευρωπαϊκή κουλτούρα τείνει να αλλάξει κι αυτό), ως προς το ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα δεν επιδέχονται δικαστικής αναθεώρησης. Προφανέστατα, όμως, η Gourier ήταν μια από τις δικαστικές αποφάσεις που τείνουν να παρερμηνευτούν στην εγχώρια πρακτική, αφήνοντας να νοηθεί ότι ο θεσμός της ιδιωτικής ποινικής δίκης είναι τέτοιας σημασίας και ότι συνιστά κι ένα δεδομένο ατομικό δικαίωμα ή μια πάντα διαθέσιμη επιλογή.

Έγινε μεν αναφορά και στον θεσμό της ιδιωτικής ποινικής δίκης, μα ο λόγος του Lord Diplock, στην Gourier, κάθε άλλο παρά ενθάρρυνε κάποια σκέψη, ότι ο θεσμός της ιδιωτικής ποινικής δίκης είναι ένα σύνηθες δικαίωμα. Είπε, ο Lord Diplock, επακριβώς:

«The ordinary way or enforcing criminal law is by punishing the offender after he has acted in breach of it. Commission of the crime precedes the invocation of the aid of a court of criminal jurisdiction by a prosecutor. The functions of the court whose aid is then invoked are restricted to (1) determining (by verdict of a jury in indictable cases) whether the accused is guilty of the offence that he is charged with having committed and (2), if he is found guilty, decreeing what punishment may be inflicted on him by the executive authority. In English public law every citizen still has the right, as he once had a duty (though of imperfect obligation), to invoke the aid of courts of criminal jurisdiction for the enforcement of the criminal law by this procedure. It is a right which nowadays seldom needs to be exercised by an ordinary member of the public, for since the formation of regular police forces charged with the duty in public law to prevent and detect crime and to bring criminals to justice and the creation in 1879m of the office of Director of Public Prosecutions, the need for prosecutions to be undertaken (and paid for) by private individuals has largely disappeared; but it still exists and is a useful constitutional safeguard against capricious, corrupt or biased failure or refusal of those authorities to prosecute offenders against the criminal law.»

Από τον λόγο του, όμως, λήφθηκε από την εγχώρια νομολογία μόνον η τελευταία φράση, κι αυτή αποτέλεσε τη βάση για να εκλαμβάνεται και να διαδίδεται η έγερση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ως δικαίωμα, και δη τόσο σημαντικό όσο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Καμία σχέση. Ο Lord Diplock είπε ακριβώς το αντίθετο, ότι, δηλαδή, η ιδιωτική ποινική δίωξη είναι ένα μη σύνηθες δικαίωμα, που εξακολουθεί μεν να ασκείται (άλλοτε συνιστούσε καθήκον), με την έννοια του ότι δεν εξαφανίστηκε εντελώς μέσα στον χρόνο, αλλά πλέον (ως επιβάλλεται) σπάνια, με δεδομένη τη σύσταση αρμοδίων αρχών και συνυπάρχοντας με το δικό τους καθήκον, επομένως αλλοιωμένα. Εξακολουθώντας να υφίσταται, βέβαια, υπό αυτές τις περιστάσεις (ήτοι το πρώτιστο καθήκον των αρμοδίων αρχών να καταστέλλουν το έγκλημα), υπό τη νέα του μορφή, τη σύγχρονη, έχει χρησιμότητα ως συνταγματική δικλείδα, εκεί όπου οι αρμόδιες αρχές αποτυγχάνουν ή αρνούνται να διώξουν το έγκλημα, για παράδειγμα λόγω διαφθοράς (και να φανταστεί, κανείς, ότι ο λόγος του Lord Diplock, ήταν σε καιρούς όπου η διαφθορά δεν καταπολεμούνταν ως σήμερα).

Δεν θα μπορούσε παρά να υπερθεματίσει, κανείς, σε σχέση με τον πάντα διαχρονικό λόγο του Lord Diplock, ως και του Lord Wilberforce. Όμως, στην πράξη, αυτό που γίνεται (πέρα από τις περιπτώσεις των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης που ασκούν, ούτως ή άλλως, δημόσια εξουσία, και με βάση ορισμένους νόμους μπορούν να εγείρουν ιδιωτικές ποινικές διώξεις), είναι διάφοροι ιδιώτες, χωρίς να συντρέχουν εκείνες οι σπάνιες προϋποθέσεις ενεργοποίησης τέτοιας συνταγματικής δικλείδας ασφαλείας (μεταξύ των οποίων κάποια αδικαιολόγητη άρνηση ή αδράνεια του Γενικού Εισαγγελέα να διώξει συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά), παραγνωρίζοντας εντελώς την ύπαρξη και τον ρόλο αρμόδιων αρχών, οι ίδιοι, χωρίς οποιοδήποτε προηγούμενο διάλογο με τις αρμόδιες αρχές (ή υπονοώντας ότι αυτές είναι μη ικανές, αδρανείς ή οτιδήποτε άλλο), να επιχειρούν να υφαρπάξουν, ουσιαστικά, την εξουσία, και να διώξουν το κατ’ ισχυρισμό τους τετελεσμένο έγκλημα, όχι ως τρόπον τινά φορείς – εκπρόσωποι του δημοσίου συμφέροντος, αλλά προς εξυπηρέτηση του ιδιωτικού τους συμφέροντος, και ως η ιδιωτική ποινική δίκη να ήταν “relator action” κατά την Gourier (παρόλο που, και πάλι, ο Lord Diplock ρητώς ξεχώρισε τις δύο περιπτώσεις) ή αγωγή με ποινική διαδικασία και ποινικές συνέπειες, κ.λπ. Πολλές φορές η ίδια η επίκληση ή επίδειξη τέτοιας δυνατότητας, ένας ιδιώτης να οδηγεί στο εδώλιο του κατηγορούμενου έναν άλλον, έτσι επειδή μπορεί και θέλει, χωρίς οποιαδήποτε ποινική προδικασία, πολλές φορές και χωρίς έγκλημα, απλά για να τον ταλαιπωρήσει και να αντλήσει από αυτή την κατάσταση ικανοποίηση, είναι, από κάθε άποψη, κατακριτέα.

Στον λόγο του Λόρδου Diplock ήταν σαφής η θέση ότι είναι καταρχάς θέμα αστικής / ιδιωτικής (civil) φύσης εάν τα ιδιωτικά (προσωπικά) δικαιώματα ενός πολίτη έχουν επηρεαστεί, και η εκδίκασή τους εμπίπτει στην αστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η δίωξη, όμως, σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον και η εκπροσώπηση του δημοσίου σε δικαστικές διαδικασίες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα και όχι του οποιουδήποτε ιδιώτη. Αν ένας ιδιώτης αισθάνεται ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς από τέτοια αξιόποινη συμπεριφορά, τότε μπορεί να αποταθεί για την ανάλογη θεραπεία στα αστικά Δικαστήρια.

Την Gouriet, πάντως, αναλύει καλά ο έντιμος δικαστής κ. Πασχαλίδης Ε.Δ. στην προτώδικη Αριστείδου ν. Ιωάννου, αρ. υπόθεσης 8735/2014 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 01.07.2016 (απόφαση για το εκ πρώτης όψεως για αδίκημα που στρέφεται, επίσης, κατά της απονομής της δικαιοσύνης), μεταξύ άλλων, προσπαθώντας να συνοψίσει τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να καταφαθεί η εξαιρετική δυνατότητα του ιδιώτη να προχωρήσει με ιδιωτική ποινική δίκη, στον βαθμό που εκείνη εξακολουθεί να υφίσταται μέσα στον χρόνο, παράλληλα με το καθήκον και εξουσία των αρμόδιων αρχών, και στον βαθμό που εκ της ύπαρξής της μπορεί να αντληθεί συγκεκριμένη χρησιμότητα:

(α) Να καταδειχθεί ότι το επηρεαζόμενο δικαίωμα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου συμφέροντος. Για ορισμένα αδικήματα, κατά την προσέγγιση του έντιμου κ. Πασχαλίδη Ε.Δ., η αρμόδια αρχή έχει σιωπηρά συγκατατεθεί στην ιδιωτική δίωξη τους (όπως τα αδικήματα στη βάση του Κεφ.96 ή του αρ.305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 – το αδίκημα του αρ.305Α εισήχθη στο Κεφ.154 to 1997, μετά δηλαδή τη Ttofinis και τη νομολογία που ακολούθησε), παρόλο που θα μπορούσε να θεωρηθεί και κάπως ριψοκίνδυνη η αποδοχή κάποιας σιωπηρής συναίνεσης σε ζήτημα όπου δεν ακούστηκαν οι αρμόδιες αρχές, και στον βαθμό που δεν ακούστηκαν, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης πρακτικής δυνατότητας ελέγχου, από μέρους των εισαγγελικών αρχών, ως προς το ποιοι ιδιώτες κινούν ποινικές διώξεις και για ποια αδικήματα και υπό ποιες περιστάσεις, εάν δεν γίνει σχετική αναφορά προς αυτές, με σχετικό αίτημα.

(β) Να υπάρχει τέτοιος άμεσος επηρεασμός του δικαιώματος, ώστε με τη συγκεκριμένη παράνομη πράξη, τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, να εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων, κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.

Στην εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, αποφασίστηκε ότι, το ότι μπορεί ο παραπονούμενος, να επηρεάστηκε απλά δυσμενώς, ουδόλως τον νομιμοποιεί σε καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, αφού τέτοιο δικαίωμα, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί μέσα από τη θεωρητική ανάλυση του αδικήματος και αρκούσης αυτής, χωρίς αναφορά σε μαρτυρία (που αναφορά σε αυτήν έγινε για περαιτέρω τεκμηρίωση της αθώωσης από το εκ πρώτης όψεως), ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα. Ο παραπονούμενος, ως λέχθηκε, δεν μένει χωρίς θεραπεία, αν νιώθει ότι «αδικήθηκε» από τον κατηγορούμενο, αφού έχει πάντα το δικαίωμα να αποταθεί στα πολιτικά Δικαστήρια και να αναζητήσει εκεί τις θεραπείες που θεωρεί ότι δικαιούται από τον κατηγορούμενο, δικαιοδοσία άλλωστε, που αποτελεί και το κατάλληλο forum για επίλυση ιδιωτικών διαφορών.

Πιο πρόσφατη ήταν η Τρύφωνος, Ποινική Αίτηση Αρ. 15/2015, 18.04.2016, όπου λέχθηκαν, παρεμπιπτόντως, τα εξής:

«Αναμφίβολα, με δεδομένα τα πιο πάνω, αποτελεί βασικό αξίωμα ο παραβάτης του νόμου να λογοδοτεί στη δικαιοσύνη, για προστασία της κοινωνίας από την παρανομία.  Παρεπόμενο του αξιώματος αυτού είναι η ανάγκη εξασφάλισης, στο μέτρο του δυνατού, της ορθής παρουσίασης στο δικαστήριο μιας ποινικής υπόθεσης, η οποία καταχωρείται προς εκδίκαση, κυρίως, προς το σκοπό διασφάλισης της αρχής της δίκαιης δίκης, αλλά και για να μην καταστεί ατελέσφορη η εκδίκασή της, λόγω πλημμελών χειρισμών του οποιουδήποτε αναλαμβάνει, σε σχέση με αυτήν, το ρόλο του κατηγόρου.  Είναι δε αναγνωρισμένο πως, σε καλύτερη θέση να ενεργεί, ως ανωτέρω, βρίσκεται η Υπηρεσία της οποίας προΐσταται ο Γενικός Εισαγγελέας και οι εντεταλμένοι από αυτό δημόσιοι κατήγοροι, αφού προηγηθεί η διερεύνηση της υπόθεσης από αρμόδιες υπηρεσίες της Αστυνομίας, ή άλλες εντεταλμένες για το σκοπό αυτό Υπηρεσίες του Δημοσίου.

Επομένως, αν, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει υποψία για διάπραξη του, ομολογουμένως, σοβαρού αδικήματος της ψευδορκίας, τότε ο αιτητής οφείλει να προβεί σε καταγγελία προς την Αστυνομία, ως η υπόδειξη του Γενικού Εισαγγελέα,  η οποία, καθηκόντως, θα την διερευνήσει και, σε περίπτωση που αυτή είναι βάσιμη, θα καταχωρίσει κατηγορητήριο εναντίον παντός εμπλεκομένου στη διάπραξη του υπό αναφορά αδικήματος.

΄Οσον αφορά το θέμα του προσωπικού συμφέροντος του αιτητή, αν  οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα κατηγορηθούν, στη βάση καταγγελίας του, και η σχετική κατηγορία γίνει, τελικώς, αποδεκτή από το δικαστήριο και το αδίκημα αποδειχθεί, τότε, ασφαλώς, θα δικαιωθεί και ο ίδιος, αφού, ενδεχόμενη κατάληξη της κατηγορίας, ως ανωτέρω, θα ανοίξει το δρόμο για τη διόρθωση των πραγμάτων, όσον αφορά την υπόθεσή του. Για τους λόγους, όμως, που έχουν προηγουμένως εξηγηθεί, διαπιστώνεται ότι αυτός δεν είναι, στην προκειμένη περίπτωση, το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην καταχώριση του συγκεκριμένου κατηγορητηρίου.»

Η δυνατότητα ενός ιδιώτη να εκτελεί ποινικό δίκαιο είχε, εξάλλου, συζητηθεί πολύ πριν την Gouriet, ολόκληρες δεκαετίες πριν, τόσο στη θεωρία αλλά και στη νομολογία, ειδικά στην Αμερική, ακόμα και στον βαθμό που σχετίζεται με την επιμέρους (σαφέστερης) δυνατότητά του να συλλαμβάνει άτομο που εγκληματεί μπροστά του, χωρίς να περιμένει να καταφθάσουν οι αρμόδιες αρχές. Ό,τι συζητείται, όμως, σήμερα, δεν είναι ζήτημα δυνατότητας όταν συντρέχουν κάποιες εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ζήτημα προστασίας της δυνατότητας δια της οριοθέτησής της και έμφασης στον εξαιρετικό χαρακτήρα της.

Οι εν λόγω σκέψεις είχαν διατυπωθεί με αφορμή ιδιωτική ποινική δίκη, δια της δίωξης αδικημάτων το έννομο αγαθό των οποίων είναι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η προσπάθεια, βέβαια, που δεν τέθηκε για να ελεγχθεί μέχρι στιγμής δικαστικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν, και ίσως να είναι στο μέλλον, να εγερθεί το ζήτημα της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ιδιώτη (lack of standing to prosecute), λόγω μη συνδρομής των εξαιρετικών προϋποθέσεων που ορίζει η νομολογία, πριν από την απάντηση στις κατηγορίες (entering of plea) (πριν βασικά ο ιδιώτης κατήγορος αντλήσει την ικανοποίηση με το να υποβάλει τον άλλο ιδιώτη σε ποινική δίκη, καμαρώνοντας ότι τον διώκει ή επιτρέποντάς του ενισχυμένο στίγμα κατηγορούμενου σε ποινική δίκη). Νοουμένου ότι η υπόθεση με κάπως γραφειοκρατική διαδικασία, ακόμα και η ιδιωτική ποινική υπόθεση, καταχωρίζεται και σαν να δέχεται πρώτα το Δικαστήριο τις κατηγορίες, εξ ου και προχωρά η έκδοση του επόμενου ποινικού εντύπου κλήσης, άρα ορίζεται η υπόθεση για ακρόαση / απάντηση στις κατηγορίες (arraignment), ως ειδική απάντηση ή άλλως πώς προδικαστικά (preliminary question), ως σημείο περισσότερο νομικό από την απάντηση στο οποίο εξαρτάται εάν μπορεί να διεξαχθεί δίκη ή όχι. Ή ως είδος διαδικασίας έγκρισης, από το Δικαστήριο, της ιδιωτικής ποινικής δίκης – υποκατάστασης του Κράτους – (δια της απάντησής του στο ζήτημα, έστω μετά την καταχώριση και ορισμό), προκειμένου να προχωρήσει και με υποβολή του ατόμου σε ποινική δίκη και σε θέση κατηγορούμενου.

Η ίδια η Gouriet ανήγαγε, όπως προαναφέρθηκε, την προϋπόθεση της συνδρομής του δικαιώματος του προσώπου που κινεί τη δίωξη (αστική / ποινική) σε όρο δικαιοδοτικό, δηλαδή σε όρο που πρέπει να συντρέχει, προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να αντλήσει τη δικαιοδοσία και να εισέλθει περαιτέρω στην ουσία της υπόθεσης, να την ακούσει. Η ίδια, όμως, όπως προλέχθηκε, ήταν υπόθεση αστική. Από την άλλη, το άρθρο 69 § 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, είναι, όντως, διατυπωμένο με τρόπο, ώστε να παρασύρει σε στενή ερμηνεία, προβλέποντας, σε σχέση με τις ειδικές απαντήσεις, ότι:

«Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί-

(α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα

(β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα

(γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.»

Η σκέψη, όμως, ήταν ότι, το γεγονός ότι η περίπτωση της παραγράφου (α) αναφέρεται σε έλλειψη δικαιοδοσίας και ταυτόχρονη ύπαρξη δικαιοδοσίας άλλου δικαστηρίου, που δικαιολογεί την ειδική απάντηση και έπειτα την παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, δεν σημαίνει ότι αποκλείει την ειδική απάντηση έλλειψης δικαιοδοσίας και ταυτόχρονα έλλειψης δικαιοδοσίας άλλου δικαστηρίου ή έλλειψης δυνατότητας παραπομπής, γιατί κανένα ποινικό δικαστήριο δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία. Απεναντίας, εκ του ελάσσονος εις το μείζον, προκύπτει λογικά ότι, εάν υπάρχει η δυνατότητα το θέμα της έλλειψης δικαιοδοσίας να εγερθεί υπό μορφή ειδικής απάντησης πριν από την απάντηση στις κατηγορίες, όταν η δικαιοδοσία ελλείπει για κάποιους λόγους (και υπάρχει η δυνατότητα παραπομπής σε αρμόδιο δικαστήριο), υπάρχει η δυνατότητα το θέμα της έλλειψης δικαιοδοσίας να εγερθεί με τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο στάδιο, όταν η δικαιοδοσία ελλείπει για άλλους λόγους (και δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής σε αρμόδιο δικαστήριο), αφού η ουσία της ύπαρξης της πρόνοιας δεν είναι τόσο η διασφάλιση της κατά τόπον αρμοδιότητας των ποινικών δικαστηρίων, αλλά να μην αρχίζει η δίκη ενώπιον εντός δικαστηρίου, με την απάντηση του κατηγορούμενου σε κατηγορίες, εάν το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης δεν έχει τη δικαιοδοσία και γι’ αυτό δεν μπορεί να επιληφθεί κατ’ ουσία της υπόθεσης.

Εκτός, όμως, από θέμα δικαιοδοσίας, θα μπορούσε να είναι (ήταν η σκέψη) και θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου (defective indictment) ή έλλειψης υπόστασής του, εάν όρος για να υπάρχει ένα κατηγορητήριο, που θα θεωρείται τέτοιο, είναι αυτό να καταρτίζεται και να υπογράφεται από αρμόδιο πρόσωπο (με standing to prosecute), όχι από οποιονδήποτε (όπου, σημειωτέον, στην τελευταία περίπτωση, θεωρητικά, θα μπορούσε να αναφέρει ακόμα και ανύπαρκτο παραπονούμενο ή και ανύπαρκτα αδικήματα που ουδέποτε διαπιστώθηκαν ή και συμπεριφορές νόμιμες ως ποινικά αδικήματα). Άρα είτε ως “motion to quash the indictment”, ακύρωσης του ελαττωματικού κατηγορητηρίου, που μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, μα κατά προτίμηση πριν την καταχώριση απάντησης (χωρίς κατ’ ανάγκη να σημαίνει τη μη ανάγνωση δυνατά μέσα στην αίθουσα των κατηγοριών), είτε απλά έγερσης ζητήματος μη ύπαρξης κατηγορητηρίου για να μπορεί να προχωρήσει οποιοδήποτε διάβημα και αιτήματος ακύρωσης της κλήσης του κατηγορούμενου σε απάντηση. Ή ακόμα και θέμα κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) με πιο διευρυμένο τρόπο (παρόλο που δεν υπάρχει καθήκον, δηλαδή υποχρέωση, του δικαστηρίου να εξετάσει προδικαστικά το ζήτημα της κατάχρησης, πόσω μάλλον όταν η διάγνωσή του θεωρήσει ότι σχετίζεται με το πραγματικό). Με βάση κάποιες πολύ παλαιές αγγλικές αποφάσεις, πάντως, το κατηγορητήριο δεν μπορεί να ακυρωθεί κατόπιν αίτησης του φερόμενου σε αυτό κατηγορούμενου πριν από την απάντηση στις κατηγορίες και τη δίκη εάν αυτό αφορά σε σοβαρά αδικήματα ή αδικήματα εναντίον του κοινού [R v Lynch [1903] 1 KB 444 at 449; R v Wadsworth (1694) 5 Mod Rep 13; R v Orbell (1703) 6 Mod Rep 42; R v Bailey (1744) 2 Stra 1211; R v King (1748) 2 Stra 1268) κ.λπ.], ωστόσο εκείνες ήταν περιπτώσεις όπου είχε κινηθεί «αρμοδίως». Εάν οι «ειδικές απαντήσεις» (βλ. έλλειψη δικαιοδοσίας) δημιουργούν υποχρέωση ex debito justiti του δικαστηρίου να μην προχωρήσει με την διαδικασία, δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωσή του να ακυρώσει το κατηγορητήριο ή να μην προχωρήσει για οποιονδήποτε άλλο λόγο κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου· υπάρχει δυνατότητα του δικαστηρίου να το πράξει, για λόγους που πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένοι, μεταξύ αυτών και όταν το κατηγορητήριο, στην όψη του, δεν επαρκεί για να διεξαχθεί δίκη· μπορεί, όμως, το δικαστήριο, και να υποχρεώσει τον κατηγορούμενο σε απάντηση, ειδικά εάν πρόκειται για αδίκημα σοβαρό ή εναντίον του κοινού, ή να διασώσει τη διαδικασία άλλως πώς, ως προβλέπει εξάλλου και το άρθρο 83 του Κεφ. 155. Τώρα εάν η καταχώριση «αναρμοδίως» συνιστά «ελάττωμα» του κατηγορητηρίου, ουσιαστικό ή τυπικό, που δεν διασώζεται, ως η έλλειψη εξουσίας (without authority) ευρύτερα μπορεί να θεωρηθεί (βλ. και Lombardi [1989] 1 All ER 992), συζητείται, χωρίς, και πάλι, να είναι απόλυτα σαφείς όλες οι διαφοροποιήσεις του συγκεκριμένου «ελαττώματος» από την έλλειψη υπόστασης (it should not become indictment) που δημιουργεί εξ αρχής ακυρότητα (invalidity) της διαδικασίας της δίκης ως στην R v Morais (1988) 152 JP 355 ή στη R v Clarke [2008] 2 All ER 665 (όπου όμως η μη κατάλληλη υπογραφή ήταν θέμα «formality» ή τεχνικότητας με κάποια διαφορετική έννοια). Δεδομένης και της δυνατότητας το κατηγορητήριο που καταχωρίζεται από ιδιώτη για τέτοια αδικήματα, καταρχάς μη επιδεκτικά ιδιωτικής ποινικής δίκης, θεωρητικά, να διασωθεί με την επιγενόμενη έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα· άρα πώς επιδρά η δυνατότητα εκείνη στον όλο χαρακτηρισμό (υφιστάμενο κατηγορητήριο με ελάττωμα μη έγκρισης, ουσιώδες, ή ανυπόστατο κατηγορητήριο ως υπογεγραμμένο από αναρμόδιο πρόσωπο χωρίς συναφή εξουσία, που δεν μπορεί να ενεργοποιήσει έγκυρα δίκη και οποιοδήποτε περαιτέρω διάβημα είναι άκυρο, περιλαμβανομένης της κλήσης του κατηγορούμενου;).

Καταληκτικά, πέρα από τους διάφορους δικονομικούς προβληματισμούς ως προς την έγερση του ζητήματος πριν αρχίσει τέτοια ιδιωτική δίκη (ως ειδική απάντηση που άπτεται της δικαιοδοσίας προς στοιχειοθέτηση υποχρέωσης ή άλλως πώς προς στοιχειοθέτηση αντικειμενικής κατάστασης ή δυνατότητας), που θα μπορούσαν να είναι πολλοί, η αφετηρία για την προσέγγιση του θέματος της ιδιωτικής ποινικής δίκης σήμερα, θα έπρεπε, ίσως, να είναι στο ότι στη σύγχρονη αντίληψη του εγκλήματος και της ποινής, η ποινική δίωξη πρέπει να συνιστά έργο του Κράτους. Το Κράτος θα πρέπει να είναι ο καταρχήν μοναδικός φορέας της ποινικής δίωξης, που να επιφορτίζεται με τον έλεγχο των προϋποθέσεων έναρξής της, και τούτο συνιστά μία απαίτηση. Χωρίς να αποκλείονται ελάχιστες και σαφείς εξαιρέσεις (κι αυτές με κάποιο μηχανισμό διαδικαστικής εποπτείας από το Κράτος, ενδεχομένως δια άλλης λειτουργίας του, π.χ. υποκατάσταση από το Δικαστήριο μετά το διάβημα, ή άλλως πώς). Οι λόγοι που στηρίζουν τη σύγχρονη αντίληψη της αρχής της κρατικής δίωξης συναρτώνται με τη θεώρηση ότι η ποινή δεν επιβάλλεται ως αυτονόητη και αναγκαία αντίδραση στο έγκλημα, αλλά για την προστασία της κοινωνίας, με την πάταξη των αφόρητα αντικοινωνικών συμπεριφορών που ανάγονται σε εγκλήματα. Ή, όπως επισημαίνει κι ο καθηγητής  Ανδρουλάκης, ότι η ποινή «καταγιγνώσκεται ως κακό προκειμένου να γίνει αισθητή ως τέτοιο, σε εκδήλωση ιδιαίτερης αποδοκιμασίας του δράστη εκ μέρους της έννομης τάξης». Μια αναγκαιότητα που ενσαρκώνει η ίδια η πολιτειακή εξουσία και κατ’ επέκταση η κρατική βούληση και πρωτοβουλία. Με τρόπο ώστε να μην επαρκεί πάντα η ιδιωτική βούληση οποιουδήποτε, για να περιέλθει κάποιος στη θέση κατηγορούμενου για σοβαρά αδικήματα και έχοντας να αντιμετωπίσει τη σοβαρότητα των συνεπειών μιας ποινικής δίωξης. Είναι μια επιεικώς απαράδεκτη συνθήκη αυτή που επίσης ο καθηγητής Ανδρουλάκης, χαρακτηρίζει ως  ενδεχόμενο «εκφυλισμό της ποινικής δίωξης σε όργανο ιδιωτικής διαμάχης και αντεκδίκησης». Η σαφής αναγωγή της δυνατότητας άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίκης σε εξαίρεση, δεν σημαίνει περιορισμό πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αλλά καθαρά δημιουργία ανοιχτής οδού πρόσβασης στη δικαιοσύνη, εφόσον και στον βαθμό μόνον που το αρμόδιο Κράτος δεν οδεύει προς την ίδια κατεύθυνση χωρίς δικαιολογία για οποιουσδήποτε άλλους λόγους (π.χ. διαφθορά, πολιτικά κίνητρα, κ.λπ.).

Αναμένει, κανείς, ότι και στην Κύπρο, πέρα από το προαναφερόμενο νομολογιακό πλαίσιο, θα υπάρξει κάποια στιγμή μια τουλάχιστον ρητή και ξεκάθαρη (περιοριστική) ρύθμιση τέτοιας δυνατότητας, ποινικής δίωξης κατόπιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δυνατότητα που, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναθεματίζεται (απεναντίας), μα στον βαθμό που δεν αντιστρατεύεται και την προαναφερόμενη αντίληψη, της κρατικής προτεραιότητας. Εξάλλου, σε μια εποχή όπου η έμφαση τοποθετείται, μεταξύ άλλων, στα δικαιώματα των κατηγορούμενων, ο μέγιστος κίνδυνος που εμφιλοχωρεί στις περιπτώσεις χρήσης του θεσμού της ιδιωτικής ποινικής δίκης ανέλεγκτα και αρρύθμιστα είναι, τούτη η «ιδιωτικότητα», να καθίσταται και μια εύκολη οδός παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, τα οποία, νοείται, δεν αναιρούνται λόγω της ιδιωτικής προώθησης της ποινικής δίωξης, δεν μετατρέπεται το ποινικό δίκαιο σε ιδιωτικό δίκαιο.

Έπειτα, αναμένει, κανείς, ότι, ενόσω κι ακόμα κι αν δεν υπάρχει τέτοια ρητή ρύθμιση σε σχέση με την ιδιωτική ποινική δίκη, οι λοιποί χειρισμοί από μέρους του Κράτους και των θεσμών του θα είναι τέτοιοι, που, τουλάχιστον, δεν θα βαίνουν αντίθετα με τις σύγχρονες δικαιικές αντιλήψεις. Εάν το Κράτος (με οποιαδήποτε λειτουργία του) επέτρεπε, σε έναν ιδιώτη να διώκει ποινικά πρόσωπα για κατ’ ισχυρισμό αδικήματα που υφίστανται για να προστατεύουν το έννομο αγαθό της απονομής της δικαιοσύνης ή άλλα που αφορούν άλλως πώς στο κοινό, ο προβληματισμός θα πρέπει να είναι, μάλλον, πολυδιάστατος. Θα ήταν, βέβαια, κοινωνικά υγιές να υπάρχουν πολίτες που ενδιαφέρονται και υπερασπίζονται και την προστασία συγκεκριμένων εννόμων αγαθών ή που ενδιαφέρονται για την κοινωνική απάντηση στο έγκλημα και αισθάνονται ότι μπορούν να την εκφράσουν και δη να την εκπροσωπήσουν ευρύτερα, ωστόσο δεν έχουμε δει, στην πράξη, τέτοιο ικανό υπόδειγμα ιδιώτη, με τέτοιες ροπές κοινωνικής ευσυνειδησίας, πέραν του ότι τέτοια ροπή μπορεί απλά να εκτονώνεται προβαίνοντας, αν μη τι άλλο, πρώτα ή πριν από κάθε τέτοια κίνηση, σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές, της συμπεριφοράς που σπεύδει να χαρακτηρίσει ως ποινικό αδίκημα και να διώξει, και παρατήρηση αδράνειας. Γιατί πιο κοινωνικά υγιές μπορεί να είναι όπως κάθε πολίτης σέβεται τις κρατικές δομές της κοινωνίας στην οποία ανήκει κατ’ επιλογή, χωρίς να θέλει να τις κατεδαφίσει ή να τις αλλάξει ή να υπερέχει το δικό του συμφέρον και η δική του ατομική βούληση έναντι παντός επιστητού.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.