Το νομικό καθεστώς του δόκιμου δημόσιου εκπαιδευτικού και οι κίνδυνοι αυθαιρεσιών αξιολόγησης

Αφορμή για τον σχολιασμό αυτό στάθηκε η τρέχουσα «περιπέτεια» μιας εκπαιδευτικού, σε καθεστώς μόνιμου διορισμού επί δοκιμασία, η οποία κλήθηκε σε ακρόαση ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής, προκειμένου ν’ αμυνθεί σε εισήγηση που έγινε από το αρμόδιο Υπουργείο για τερματισμό του διορισμού της, με τη γενικά και σχεδόν αόριστα τιθέμενη αιτιολογία ότι παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες ως προς τη διαχείριση του διδακτικού χρόνου αλλά και τη διδακτική επάρκεια, και ότι δεν καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια για συνεργασία και άμβλυνση των αδυναμιών, με επίκληση έκθεσης («σημειώματος») του οικείου επιθεωρητή και έκθεσης του διευθυντή της σχολικής μονάδας. Με χρήση, βασικά, του άρθρου 30 § 2 των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων και του άρθρου 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(Ι)/2009.

Η εκπαιδευτικός, όπως φαίνεται, είχε παλαιότερα υποβληθεί σε «πρόγραμμα στήριξης». Δεν είχε λάβει οποτεδήποτε προηγουμένως ενημέρωση, προφορικά ή γραπτώς, για κάποιες δυσμενείς κρίσεις που αφορούν στο πρόσωπό της, ενώ στο «πρόγραμμα στήριξης» εντάχθηκε ουσιαστικά υπό καθεστώς επιβολής, χωρίς οποτεδήποτε προηγουμένως να συζητηθεί μαζί της και εις βάθος η οποιαδήποτε διαπίστωση ουσιαστικής ανάγκης στήριξης και η έκταση τέτοιας ανάγκης, εάν υφίστατο, για να γνωρίζει και η ίδια, τουλάχιστον, τι ακριβώς εκλαμβάνεται ως «αδυναμία» της, τους λόγους για τους οποίους εκλαμβάνεται έτσι, και να πράξει ανάλογα. Έχοντας, η ίδια, πείρα από διάφορες προηγούμενες μορφές απασχόλησης στη δημόσια εκπαίδευση. Και με γνώμονα πάντα και το ότι κάθε εκπαιδευτικός έχει τη δική του προσωπικότητα, χαρακτήρα, τρόπο σκέψης και έκφρασης, που, κινούμενα, τούτα, με βάση συγκεκριμένα εκπαιδευτικά πρότυπα, κανόνες, σχέδια υπηρεσίας, οδηγίες μαθήματος κ.λπ., δεν θα πρέπει να καταλύουν τον πυρήνα των ελευθεριών του εκπαιδευτικού, υπό αυτή την ιδιότητά του, ούτε κατ’ επέκταση να αποστερούν από τους μαθητές την πολύτιμη δυνατότητά τους να εκτίθενται στην ανθρώπινη διαφορετικότητα, τη δυνατότητα άντλησης συναφούς κοινωνικού οφέλους και ανάπτυξης σχετικών διαπροσωπικών δεξιοτήτων. Συνακόλουθα, η ενδιαφερόμενη αισθάνονταν (καθόλου άδικα) ότι υπήρξε μυστικότητα σε σχέση με τις διάφορες εις βάρος της ενέργειες και δυσμενείς κρίσεις, αντί διαφάνεια, αμεσότητα και ειλικρίνεια που συνάδουν με κάποιο σκοπό καθοδήγησης, και ότι βασικά στοχοποιήθηκε, με δυναμικές μικροκοινωνίας.

Από τη συνέντευξη γνωριμίας, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε διανοητικό πρόβλημα και υπήρχαν διάφορα χαρίσματα με ενδεχόμενα σημαντική βαρύτητα στον χώρο της διδασκαλίας και παιδαγωγίας, όπως η πραότητα, ο σταθερός ρυθμός σκέψης και έκφρασης, η ικανότητα ελέγχου των αντιδράσεων (ακόμα και των πιο προκλητικών ερεθισμάτων) και η προσεκτική και καλή επεξεργασία των δεδομένων που έχει να διαχειριστεί (χωρίς ανάλωση χρόνου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δυσανάλογη), η συγκροτημένη και οργανωμένη σκέψη, τα προφανή ηθικά αντισταθμίσματα των σκέψεων της και της συμπεριφοράς της, η έμφυτη ευγένεια, απλότητα, και καλοσύνη, η απουσία βλαπτικών παρορμήσεων ή αυθορμητισμού επί σοβαρών ζητημάτων, και η καθαρότητα, σαφήνεια και δύναμη του λόγου της. Ο δυναμισμός της δεν προκύπτει από την εμφάνιση ή την κινησιολογία, τις εντάσεις και τη φασαρία, αλλά από το ίδιο το περιεχόμενο και χαρακτηριστικά του λόγου της, δια του οποίου μπορεί να βρίσκει σημεία επαφής και διαπροσωπικής επικοινωνίας, ακόμα και χωρίς δεδομένη εξ αρχής δεκτικότητα από τον λήπτη / ακροατή (η οποία αναμένεται ούτως ή άλλως να είναι δύσκολη υπό κάποιες περιστάσεις).

Το φερόμενο ως «πρόγραμμα στήριξης», δεν είχε κάποιου είδους πιστοποίηση έγκρισης ή καταλληλότητας από κάπου, δεν αναφέρεται ως σταθμισμένο πρόγραμμα – εργαλείο που ήδη χρησιμοποιήθηκε κάπου ή ξανά, ήταν διάρκειας ενός μηνός, με στόχο, όπως αναφέρονταν, να ξεπεραστούν τα όποια προβλήματα υπάρχουν, προς όφελος της «επαγγελματικής ολοκλήρωσης» της εκπαιδευτικού. Δεν αναφέρονταν, ωστόσο, τα οποιαδήποτε προβλήματα, ενώ η έννοια της «επαγγελματικής ολοκλήρωσης», από μόνη της, ενείχε κάποια υπερβολή και γενικότητα μαζί. Το πρόγραμμα απαριθμούσε έξι δράσεις, οι οποίες ήταν (από τη νομική οπτική) εξαιρετικά παρεμβατικές στο έργο της εκπαιδευτικού και γενικά εκτιθέμενες, δημιουργώντας προβληματισμούς ως προς τον τρόπο που συνυφαίνονται με την προσωπικότητά της και τις ελευθερίες της. Ανάμεσα σε αυτές, η καθοδήγηση από άλλα πρόσωπα, χωρίς διευκρίνιση του τρόπου και της έκτασης καθοδήγησης, η παρακολούθηση των μαθημάτων της από άλλα πρόσωπα, χωρίς πρόγραμμα επισκέψεων και καθορισμό των στόχων και των ρόλων των παρατηρητών (ειδικότερα και σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της εικόνας της εκπαιδευτικού έναντι στους μαθητές της), επισκέψεις της ιδίας σε παραδόσεις μαθημάτων άλλων εκπαιδευτικών (να δει τους άλλους «ειδήμονες» πώς διδάσκουν, για να παραδειγματιστεί), συναντήσεις της με σύμβουλο και οικείο επιθεωρητή για ετοιμασία σχεδίων μαθήματος, φύλλων εργασίας και εξεταστικών δοκιμίων (αφήνοντας να νοηθεί ότι η ίδια δεν ήταν ικανή σε κάθε περίπτωση να συντάξει τα δικά της και θα έπρεπε να τους ζητά βοήθεια και υποχρεωτικά), παρακολούθηση από την εκπαιδευτικό δειγματικών διδασκαλιών και επιμορφωτικών προγραμμάτων, καθ’ υπόδειξη άλλων, και παροχή σε αυτήν υποστηρικτικού υλικού, δειγμάτων διαγωνισμάτων, κ.α. από άλλους. Επιπλέον, το εν λόγω «πρόγραμμα στήριξης» περιλάμβανε καθοδήγηση σε σχέση με την «αποτελεσματική διαχείριση της τάξης» και ειδικότερα την εμπλοκή των διοικητικών βοηθών διευθυντών του σχολείου σε εφημερία, όσον αφορά θέματα διαχείρισης της τάξης σε τμήματα που διδάσκει η εκπαιδευτικός (χωρίς να το ζητήσει η ίδια και αδιάφορα για την εικόνα της εκπαιδευτικού έναντι στους μαθητές της, όταν ο καθένας βοηθός διευθυντής μπαίνει μέσα στην τάξη της με κάθε αφορμή, για να επιβάλει την τάξη, επιδεικνύοντας τη δική του ικανότητα έναντι σε κάποια εκλαμβανόμενη ανικανότητα της εκπαιδευτικού). Δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόνοια στο «πρόγραμμα στήριξης» για ανατροφοδότηση απόδοσης (feedback) ενδιάμεσα ή μετά την ολοκλήρωσή του. Καμία ενημέρωση της διαδικασίας αξιολόγησης σε σχέση με το πρόγραμμα και των ενδεχόμενων συνεπειών μη επιτυχούς ανταπόκρισης σε αυτό (όπως και σε τέτοια υπό υπαιτιότητα του «μέντορα», που συνήθως πρέπει να αναλαμβάνει τις συναφείς πρωτοβουλίες ή να κινητοποιεί ανάλογα τον δόκιμο). Εξάλλου, ερωτηματικό προέκυπτε ως προς τη δυνατότητα ενός τέτοιου προγράμματος (πέρα από τη γενικότητα του περιεχομένου της επιστολής που το καθίδρυε), αντικειμενικά, να παράγει αποτέλεσμα, λόγω και της σύντονης χρονικής διάρκειάς του, και της έλλειψης ρυθμίσεων για παράτασή του με οποιονδήποτε τρόπο. Φυσικά, εκείνο βρέθηκε να είχε παραταθεί, στην προκειμένη περίπτωση, με άγνωστο τρόπο και για άγνωστο χρονικό διάστημα, εφόσον επέβαλλαν στην εκπαιδευτικό δράσεις, με βάση το «πρόγραμμα στήριξης» και μετά τη χρονική λήξη του, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνονταν, και με πίεση ανέμεναν από εκείνη να ανταποκριθεί (επιλέγοντας, μάλιστα, συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, πιεσμένες λόγω άλλων παραγόντων, για να ασκήσουν πίεση).

Η έκθεση («σημείωμα») του οικείου επιθεωρητή, η οποία είχε συνταχθεί ενόσω τα σχολεία ήταν κλειστά, έκανε αναφορά στο «πρόγραμμα στήριξης» ή στα «προγράμματα στήριξης», ότι δεν απέδωσαν, αναφέρονταν, ωστόσο, και σε ενέργειες που δεν ήταν συμβατές με εκείνες τις γενικά προβλεπόμενες δράσεις, διατυπώνοντας διάφορες δυσμενείς κρίσεις, χωρίς κανονική ή επαρκή τεκμηρίωση της δυσμένειας, τέτοια που να δικαιολογεί εισήγηση για τερματισμό (π.χ. κατ’ ισχυρισμό μη ανταπόκριση της εκπαιδευτικού στο να χρησιμοποιήσει αμεσότατα το υλικό που της υποδείχθηκε, χωρίς να ερωτηθεί η εκπαιδευτικός και χωρίς να διατυπώνεται παράλληλα εάν οι περιστάσεις των διαθέσιμων διδακτικών περιόδων εκείνης της χρονικής στιγμής και τα υπό διδαχή κεφάλαια ήταν σχετικά με εκείνο το υλικό κι αν έπρεπε ή εάν βόλευε να χρησιμοποιήσει τέτοιο υλικό τη δεδομένη χρονική στιγμή· ή κατ’ ισχυρισμό μη συναίνεσή της σε ενέργειες που είχαν επιβληθεί σε αυτήν ουσιαστικά και χρονικά εκτός «προγράμματος στήριξης» όπως λ.χ. κάποιου είδους «συνδιδασκαλία»· ή η κατ’ ισχυρισμό μη χρήση της τεχνολογίας για τη διδασκαλία του μαθήματος της χωρίς υπόδειξη ως προς το ποια τεχνολογία απαιτείται για τη διδασκαλία του συγκεκριμένου μαθήματος· ή ότι δεν πρόλαβε κατά τη διάρκεια μίας επιθεώρησης να ολοκληρώσει «το κεφάλαιο» και να ανακεφαλαιώσει χωρίς αναφορά ως προς τους παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτό και εάν επρόκειτο για κεφάλαιο που έπρεπε ή μπορούσε να τύχει διδασκαλίας σε μία ή περισσότερες διδακτικές περιόδους· ή η κατ’ ισχυρισμό μη ικανοποιητική ανταπόκρισή της σε ετοιμασία και αποστολή υλικού που της ζητήθηκε πριν το κλείσιμο των σχολείων, περίσταση δύο εβδομάδες μετά από την οποία παράχθηκε και η συγκεκριμένη έκθεση του επιθεωρητή, κ.λπ.). Εννοείται ότι ουδεμία αναφορά υπήρχε σε σχέση με τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, που έμοιαζαν εντελώς αυθαίρετες, ή σε συγκεκριμένα έντυπα παρακολούθησης και αξιολόγησης, κ.λπ.. Προέκυπτε μεγάλο ερωτηματικό σχετικά με την καλοπιστία όλου του «σημειώματος», εκ των αναφερόμενων σε αυτό παρατηρήσεων. Με δεδομένο και ότι η «συνολική αποτίμηση» στην οποία κατέληγε δεν συνδέονταν με οποιονδήποτε καλό τρόπο με τις «παρατηρήσεις» που σημειώνονταν προηγούμενα, ως υποτιθέμενες διαπιστώσεις εκ του «προγράμματος στήριξης», οι οποίες αμφισβητήθηκαν (τώρα που δόθηκε η ευκαιρία) ως και η νομιμότητα της διαδικασίας που οδήγησε σε αυτές. Σε τέτοια συνολική αποτίμηση, μάλιστα, αναφέρονταν, χαρακτηριστικά, ότι η εκπαιδευτικός δεν κατορθώνει να διαφοροποιεί τη διδασκαλία της με βάση τη μαθησιακή ικανότητα των μαθητών της, κ.λπ. χωρίς αυτή η μαθησιακή ικανότητα να προσδιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο σε συνάρτηση με την περιγραφή κάποιας αναμενόμενης διαφοροποίησης. Γινόταν ακόμα αναφορά, στην ίδια αποτίμηση, σε «εγγενείς αδυναμίες» της εκπαιδευτικού, χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό στη διείσδυση τέτοιου χαρακτηρισμού στην ίδια την προσωπικότητα της εκπαιδευτικού, η επάρκεια της οποίας είχε, όμως, διαπιστωθεί προηγούμενα, μέσα από τη σπουδή της, αλλά και σχετικό πρόγραμμα προϋπηρεσιακής κατάρτισης. Στην ίδια ροή και με τον ίδιο τρόπο γραφής μάλιστα φαίνονταν να διατυπώνεται και «έκθεση» του διευθυντή της σχολικής μονάδας, ο οποίος είχε επισκεφθεί την εκπαιδευτικό μία μόνο φορά, σε ημερομηνία που δεν είχε αναφέρει, με την έκθεσή του να προκύπτει συντονισμένα λίγες ημέρες μετά το «σημείωμα» του επιθεωρητή και εκτός πλαισίου συνήθους έκθεσης, κ.λπ.

Μέσα από αυτά τα γεγονότα, που δεν απέκλειαν στοχοποίηση της εκπαιδευτικού από συγκεκριμένες «ομάδες», αναγκαστικά προέκυψε η επαφή με το νομικό πλαίσιο για την επιθεώρηση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, διαπιστώνοντας ότι εκείνο έμεινε περίπου το ίδιο από το 1976, με ελάχιστες τροποποιήσεις το 2011. Περαιτέρω διαπίστωση από κάποιες συζητήσεις με άλλους εκπαιδευτικούς ήταν ότι σχεδόν όλοι νομίζουν ότι γνωρίζουν τι περίπου ισχύει με αναφορά όχι στον Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς, αλλά στην εμπειρία τους από τον χώρο της εκπαίδευσης, εκ των έσω, στην αναμετάδοση των ρυθμίσεων από άλλες πηγές (και που πολλά δεν συνάδουν ακριβώς με τα προβλεπόμενα). Δεν γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους, αλλά ούτε και τις υποχρεώσεις τους, με ακρίβεια, όπως αυτά απορρέουν απευθείας εκ του συγκεκριμένου νομικού πλαισίου. Ειδικότερα, προβλημάτισαν κάποιες διαφοροποιήσεις ή ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε σχέση με το καθεστώς των μόνιμων εκπαιδευτικών σε σχέση με τους μόνιμους εκπαιδευτικούς επί δοκιμασία, όσον αφορά τη διαδικασία και τον έλεγχο της δυσμενούς επιθεώρησης ή αξιολόγησης, και τα δικαιώματα γύρω από αυτήν, σε συνάρτηση με το καθεστώς της δοκιμασίας.

Καταρχάς, να λεχθεί ότι ο Νόμος που διέπει τα ζητήματα της δημόσιας εκπαιδευτικής υπηρεσίας είναι ο περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμος 10/69 («ο Νόμος»), ως έχει τροποποιηθεί ως σήμερα. Υπάρχει, επίσης, δευτερογενής νομοθεσία που εκδόθηκε για την καλύτερη εφαρμογή του νόμου αυτού.

Το καθεστώς του μόνιμα διορισμένου εκπαιδευτικού υπό δοκιμασία διέπει το άρθρο 30 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 30 § 2 του Νόμου:

«Ο διορισμός εκπαιδευτικού λειτουργού υπηρετούντος επί δοκιμασία δύναται να τερματισθεί καθ’ οιονδήποτε χρόνο διαρκούσης της χρονικής περιόδου δοκιμασίας, αλλά, πριν να γίνει τέτοιος τερματισμός, πρέπει να δοθεί στον εκπαιδευτικό λειτουργό ειδοποίηση της προς τερματισμό πρόθεσης, περιέχουσα τους λόγους και καλούσα αυτόν να προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις, τις οποίες θα επιθυμεί να υποβάλει εναντίον αυτού του τερματισμού. Με τη λήψη και εξέταση οποιωνδήποτε παραστάσεων η Επιτροπή μπορεί είτε να τερματίσει τον διορισμό είτε να παρατείνει τη χρονική περίοδο δοκιμασίας για τόση χρονική περίοδο, μη υπερβαίνουσα τα 2 έτη, όση η Επιτροπή σε κάθε περίπτωση ήθελε θεωρήσει κατάλληλη. Οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται σε κάθε παραταθείσα περίοδο δοκιμασίας».

Ενώ το άρθρο 30 § 2 κάνει λόγο για τερματισμό ή παράταση, το άρθρο 30 § 3 κάνει λόγο και για επικύρωση. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της Επιτροπής (τερματισμός, παράταση, επικύρωση) πρέπει να ληφθεί εντός ενός μηνός από τη λήξη της  (διετούς) περιόδου δοκιμασίας.

Η «δοκιμασία», ως έννοια ή καθεστώς, δεν ορίζεται ειδικά και δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, ειδικότερα σε συνάρτηση με την ιδιότητα του δημόσιου υπάλληλου. Προκύπτει, τόσο εκ της απόδοσης (επί δοκιμασία και όχι υπό δοκιμασία) όσο και εκ του σκοπού της, που είναι η προσαρμογή του εκπαιδευτικού στα διδακτικά καθήκοντα και καθήκοντα θέσης, ότι συνιστά ένα στάδιο εξεταστικό όχι της βασικής επάρκειας, ειδικά μετά την ήδη περατωμένη προϋπηρεσιακή κατάρτιση, αλλά ένα στάδιο με πιο εντατικό έλεγχο ώστε να διασφαλιστεί η από μέρους του εκπαιδευτικού απόκτηση ή δυνατότητα ή και επιθυμία άσκησης πρόσθετων ικανοτήτων και δεξιοτήτων που συνυφαίνονται με την εν τοις πράγμασι διδασκαλία και τις δυσκολίες της. Παρόλη την εναλλακτική έννοια της δοκιμασίας ως ταλαιπωρία, είναι ένα στάδιο και προς όφελος του ίδιου του εκπαιδευτικού, ο οποίος συχνότερα καθίσταται μόνιμος, παρά ένα στάδιο προς αποκλειστική διασφάλιση του Κράτους, ως εργοδότη, ή μόνο  για να αποφασίσει το Κράτος εάν θέλει να διορίσει τον εκπαιδευτικό ή όχι, ανεξαρτήτως της επαγγελματικής επάρκειας του εκπαιδευτικού. Δεν συνιστά δοκιμαστική εργασία, αλλά δοκιμαστική περίοδο, και η εννοιολογική διαφορά είναι, επίσης, σημαντική. Δοκιμαστική περίοδο και δη με την προβλεπόμενη χρονική διάρκεια των 2 ετών να μην έχει ακριβώς  αυτόματη λήξη ο διορισμός, και ο τερματισμός (καταγγελία) να συνιστά δυνατότητα, επιτρέποντας την οργανική ένταξη και λειτουργώντας ήδη δικαιοπλαστικά. Οπότε, ασφαλέστερα μπορεί να λεχθεί ότι η οριστικοποίηση του διορισμού είναι κατά κάποιον τρόπο αυτοδίκαιη, και οι όποιες δυναμικές απόκλισης από αυτή την πορεία θα πρέπει να εξετάζονται με βάση αυτό τον αυτοδίκαιο χαρακτήρα της «μονιμοποίησης».

Ως γεγονός, βέβαια, το άρθρο 30 § 2 του Νόμου δεν αναφέρεται το ίδιο σε λόγους τερματισμού, αφήνοντας να νοηθεί ότι η δυνατότητα τερματισμού υπάρχει και χωρίς οποιονδήποτε λόγο που σχετίζεται με την επάρκεια. Την αναγκαία διασύνδεση με την επάρκεια, ωστόσο, δίνουν τα επόμενα άρθρα, και εκείνη φαίνεται να διασώζει και κάπως την πρόνοια, σε συνάρτηση με τις ιδιότητες που είναι συνυφασμένες με την ιδιότητα ενός δημόσιου υπαλλήλου, όπως αυτή της μονιμότητας. Αυτή η μονιμότητα, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά, είναι που συνιστά το αντίβαρο στη δυνατότητα πολιτικών αυθαιρεσιών ή κομματικών επιρροών, στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και ουδετερότητας των δημοσίων υπαλλήλων (ως έμμεσων οργάνων του Κράτους). Σε καιρούς πολιτικής ή οικονομικής κρίσης, η μονιμότητα του δημόσιου υπάλληλου, βλέπουμε να διασαλεύεται κι αυτή, παντού, να εντοπίζονται διάφορα άλλα σχήματα απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, προς αποφυγή της. Η ίδια να θεωρείται ως κάλυψη έλλειψης αξιολόγησης και χαμηλής απόδοσης και αναξιοκρατίας. Βέβαια, ο θεσμός του δημόσιου εκπαιδευτικού σε καθεστώς «δοκιμασίας», του δόκιμου, ήταν ανέκαθεν παρών, ανεξαρτήτως άλλων πολιτικοοικονομικών παραγόντων (ο ίδιος ο όρος του δόκιμου δημόσιου υπαλλήλου εμφανίστηκε και στον ελλαδικό δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα ως σύγχρονη πατέντα)· βλέποντας, ίσως, τη «δοκιμασία» ως απαραίτητη, επιπρόσθετα για τη διασφάλιση άλλων αναγκών σε σχέση με την ποιότητα της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, της εκπαίδευσης παιδιών εν προκειμένω. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, όμως, τεχνικά, η σύνδεση της μονιμότητας με τις αρετές της ουδετερότητας και της ανεξαρτησίας και της αποφυγής κινδύνων πολιτικών ή κομματικών αυθαιρεσιών, δημιουργεί τον εξ αντιδιαστολής συνειρμό ότι η έλλειψή της ή η μη διασφάλισή της ή τα όποια εναλλακτικά σχήματα, σημαίνουν και ευάλωτα σημεία. Συναφής με τέτοιους συνειρμούς και η ανάγκη να αποφεύγεται η έκφραση ότι ένας εκπαιδευτικός επί δοκιμασία μονιμοποιείται και να προτιμάται η έκφραση ότι ο διορισμός του καθίσταται οριστικός. Σε μια τέτοια επέκταση σκέψης είναι που η σοβαρότητα του τερματισμού ενός μόνιμου διορισμού επί δοκιμασία σε συγκεκριμένη περίπτωση, εκλαμβάνεται ως τέτοια, όπως στην άρση μιας ήδη δημιουργηθείσας μονιμότητας σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Αναζητώντας, έτσι, και πάλι, τις δέουσες αναλογίες και δικαιολογητικές βάσεις. Σε ένα τέτοιο διάλογο αναλογίας, η «ανεπάρκεια» να συνιστά και η ίδια έννοια μη ευδόκιμης υπηρεσίας με αυστηρό περιεχόμενο, με αναφορά στα προσόντα διορισμού ή και με βάση εξαιρετικούς αντικειμενικούς δείκτες, παρά με επιπόλαιη, υποκειμενική ή συναισθηματικά ή άλλως πώς υποκινούμενη εκτίμηση.

Η παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια, εν πάση περιπτώσει, ρυθμίζεται από το άρθρο 30Α του Νόμου, το οποίο εισήχθη με τροπολογία του Ν.127(Ι)/2015. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι καταρτίζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών ως προς την παιδαγωγική και διδακτική τους επάρκεια και ειδικό πρόγραμμα παιδαγωγικής και διδακτικής κατάρτισής τους. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 36 § 2 του Νόμου, η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού επί δοκιμασία πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της δοκιμασίας. Σε περίπτωση που κατά την αξιολόγησή του ο εκπαιδευτικός κριθεί ανεπαρκής ως προς την παιδαγωγική και διδακτική του επάρκεια, υποχρεούται να μετάσχει σε ειδικό πρόγραμμα παιδαγωγικής και διδακτικής κατάρτισης που προσφέρει το Υπουργείο, οπότε και επαναξιολογείται μετά την ολοκλήρωσή του και η έκθεση αξιολόγησής του διαβιβάζεται στην Επιτροπή από το Υπουργείο. Σε περίπτωση ανεπάρκειας μετά και την ολοκλήρωση του προγράμματος, νοουμένου ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία αξιολόγησης και ακούστηκε ο εκπαιδευτικός, υπάρχει δυνατότητα τερματισμού. Η νομιμότητα της διαδικασίας αξιολόγησης και η προηγούμενη ακρόαση συνιστούν ουσιαστικούς δικαιοδοτικούς όρους της Επιτροπής, για να μπορεί να αποφασίσει να τερματίσει τον διορισμό ενός εκπαιδευτικού που αξιολογείται ως «ανεπαρκής».

Το άρθρο 36 του Νόμου στο οποίο γίνεται η σχετική παραπομπή αναφέρεται στις υπηρεσιακές εκθέσεις, οι οποίες ετοιμάζονται για όλους τους εκπαιδευτικούς, και υποβάλλονται στην Επιτροπή κατά τον καθορισμένο τρόπο και χρόνο. Όσον αφορά τους επί δοκιμασία εκπαιδευτικούς, υποβάλλονται ανά εξάμηνο κατά τα δύο πρώτα χρόνια της υπηρεσίας τους και η τελική έκθεση υποβάλλεται ένα μήνα πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου δοκιμασίας και περιλαμβάνει οριστική σύσταση, για το εάν ο διορισμός του εκπαιδευτικού πρέπει να επικυρωθεί ή εάν η χρονική περίοδος δοκιμασίας πρέπει να παραταθεί ή εάν ο διορισμός του πρέπει να τερματιστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 30Α. Το άρθρο αυτό προβλέπει επίσης σε σχέση με τη νομιμότητα της διαδικασίας κωλύματα συγγένειας σε σχέση με τους αξιολογητές, μα το σημαντικότερο ότι δεν συντάσσεται δυσμενής υπηρεσιακή έκθεση για εκπαιδευτικό λειτουργό πριν δοθεί σε αυτόν η ευκαιρία να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις του.

Το άρθρο 40 του Νόμου, το οποίο υπάρχει από τον χρόνο θέσπισης του Νόμου χωρίς να το αγγίξει οποιαδήποτε τροπολογία, προνοεί σχετικά με τη δυνατότητα παροχής στον εκπαιδευτικό σειράς (ενδεχομένως και υποχρεωτικών) εκπαιδευτικών μαθημάτων με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητάς του στην εκτέλεση των καθηκόντων του και απόκτησης από αυτόν των απαιτούμενων προσόντων για προοδεύσει μέσα στην υπηρεσία και της δυνατότητας υποβολής του σε εξέταση. Τέτοια σειρά μαθημάτων, βέβαια, δεν σχετίζεται με την αξιολόγηση ή το πρόγραμμα που υποχρεωτικά πρέπει να ακολουθήσει ένας εκπαιδευτικός στο έργο του οποίου διαπιστώνεται «ανεπάρκεια», αλλά με τη βελτίωση και την πρόοδο.

Σημαντικό είναι το Έκτο Μέρος του Νόμου, που προβλέπει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών λειτουργών. Συνιστούν καθήκοντα του εκπαιδευτικού, κατά το άρθρο 48, η νομιμοφροσύνη, η πιστή και ανελλιπής εκτέλεση των καθηκόντων του και η συμμόρφωσή του με εντολές και οδηγίες που του δίδονται, ως και το να ενεργεί με τρόπο να μην δυσφημεί την εκπαιδευτική υπηρεσία ή τη θέση του ή να τείνει να κλονίσει την εμπιστοσύνη του κοινού προς την εκπαιδευτική υπηρεσία, και να συμπεριφέρεται δεόντως προς τους ανώτερους, τους συναδέλφους του και το κοινό. (Ας μην τεθεί παρεμπιπτόντως το ερώτημα εάν οι πρόσφατες συμπεριφορές εκπαιδευτικών συνάδουν με αυτό το νομοθετημένο καθήκον). Άλλα επιμέρους καθήκοντα, που συνιστούν συνήθη καθήκοντα της θέσης του και συναφή με αυτά μπορούν να του ανατεθούν σύμφωνα και με τα σχέδια υπηρεσίας. Το άρθρο 51 προβλέπει σχετικά με την ελευθερία έκφρασης γνώμης και το δικαίωμα του εκπαιδευτικού, τηρουμένου του άρθρου 55, να εκφράζει κατ’ ιδίαν ή δημόσια τη γνώμη του πάνω σε ζητήματα που ανάγονται στην επιστήμη, την τέχνη, τη θρησκεία ή πάνω σε ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος.

Όσον αφορά τα προγράμματα προϋπηρεσιακής κατάρτισης υποψηφίων εκπαιδευτικών μέσης εκπαίδευσης ισχύουν οι Κανονισμοί που θεσπίστηκαν δια της Κ.Δ.Π. 214/2010 και όσον αφορά τα προγράμματα παιδαγωγικής κατάρτισης υποψηφίων εκπαιδευτικών μέσης εκπαίδευσης ισχύουν οι πλέον Κανονισμοί που θεσπίστηκαν δια της νέας Κ.Δ.Π. 180/2018, οι οποίοι κατήργησαν παλαιότερους Κανονισμούς του 2007.

Σε αντίθεση με το κανονιστικό πλαίσιο για την προϋπηρεσιακή και παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών, όπου υπήρξε σχετική ανανέωση, το κανονιστικό πλαίσιο για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών παραμένει βασικά εκείνο που θέσπισαν οι Κανονισμοί του 1976, δια της Κ.Δ.Π. 223/76, ως τροποποιήθηκε κάπως με την Κ.Δ.Π. 73/2011. Εκείνοι οι Κανονισμοί, που προϋφίσταντο των σχετικών τροπολογιών σε σχέση με την επιθεώρηση και αξιολόγηση για τη διαπίστωση της επάρκειας, ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι οι βασικοί σκοποί της επιθεώρησης είναι η καθοδήγηση και η παροχή εκπαιδευτικής βοήθειας, ο συντονισμός του διδακτικού έργου, η συμβολή στην αξιολόγηση της παιδείας δια της προαγωγής και βελτίωσης αυτής και η εκτίμηση της προσφοράς και αποδοτικότητας του εκπαιδευτικού στο έργο του σχολείου και της υπηρεσιακής επάρκειας. Σημειώνεται, ξανά, για σκοπούς έμφασης, ότι η αναφορά σε «υπηρεσιακή επάρκεια» είναι προγενέστερη του κανονιστικού πλαισίου σχετικά με την επιθεώρηση και αξιολόγηση για τη διαπίστωση της επάρκειας, και η πρόνοια στον εν λόγω Κανονισμό εξυπηρετεί, κυρίως, την απόδοση της σχετικής αρμοδιότητας στον επιθεωρητή ή και στη διαδικασία επιθεώρησης και αξιολόγησης, στον βαθμό που οι πρόνοιες δεν συγκρούονται με τις νομοθετικές πρόνοιες και ερμηνευόμενες πλέον υπό το φως τους. Προβλέπεται, λοιπόν, στους παλαιούς Κανονισμούς και ο ρόλος του επιθεωρητή, ως φορέα εκπαιδευτικής πολιτικής, που ναι μεν μεταφέρει στην προϊστάμενη αρχή απόψεις και εισηγήσεις των εκπαιδευτών σε διάφορα θέματα και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος των σχολείων με την προϊστάμενη αρχή και εκθέτει περί του σχολείου και των εκπαιδευτών που επιθεωρεί, αλλά κυρίως είναι καθοδηγητικός, συμβουλευτικός και εμψυχωτικός (όχι αστυνομικός, επικριτικός ή άλλως πώς εκφοβιστικός, ως μάλλον έτεινε να είναι στην πράξη). Παρέχει, όπως λέει ο Κανονισμός 4, στο διδακτικό προσωπικό, κάθε αναγκαία βοήθεια στην εργασία του.

Ο Κανονισμός 6, ο οποίος κάνει γενική αναφορά σε ανάγκες καθοδήγησης του διδακτικού προσωπικού, προβλέπει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις (όπου η εξαιρετικότητα συνάγεται ότι πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται σχετικά), όπου διαπιστώνεται ανάγκη ενίσχυσης της καθοδήγησης του διδακτικού προσωπικού σε ορισμένους τομείς, η αρμόδια αρχή μπορεί, αφού ακούσει της απόψεις του οικείου επιθεωρητή, να αναθέτει σε εκπαιδευτικό λειτουργό καθήκοντα ειδικού συμβούλου, τα οποία, όμως, δεν περιλαμβάνουν την αξιολόγηση οποιουδήποτε εκπαιδευτικού λειτουργού (κοινώς ουδείς άλλος μπορεί, υπό οποιαδήποτε περίσταση, να αξιολογεί συνάδελφό του εκπαιδευτικό λειτουργό, εκτός από τον οικείο επιθεωρητή ή τα πρόσωπα που ειδικά προβλέπονται), αλλά περιορίζονται στην καθοδήγηση του διδακτικού προσωπικού, ο δε ειδικός σύμβουλος ενεργεί υπό την επίβλεψη του οικείου επιθεωρητή και στο πλαίσιο των οδηγιών του, για παροχή καθοδήγησης και ουσιαστικής βοήθειας σε εκπαιδευτικούς, σε καθορισμένους τομείς.

Ο Κανονισμός 7 § 2 προβλέπει σχετικά με τους επί δοκιμασία εκπαιδευτικούς, ότι επιθεωρούνται σε συχνά χρονικά διαστήματα για να παρέχεται σε αυτούς κάθε δυνατή βοήθεια και διευκόλυνση προς προσαρμογή αυτών στα διδακτικά τους καθήκοντα και άλλες υποχρεώσεις της θέσης τους και τέτοια επιθεώρηση γίνεται από τον οικείο επιθεωρητή ή από περισσότερους, από κοινού ή κεχωρισμένα, με δυνατότητα του οικείου τμηματάρχη ή του οικείου γενικού επιθεωρητή να διενεργεί ή να παρευρίσκεται σε επιθεώρηση μέλους του διδακτικού προσωπικού.

Σημαντικά, ο Κανονισμός 11 ορίζει ότι, σε κάθε περίπτωση επιθεώρησης, ο διενεργών αυτήν επιθεωρητής ανταλλάσσει απόψεις μετά του επιθεωρηθέντος εκπαιδευτικού, αν είναι δυνατόν ενώπιον του διευθυντή του σχολείου ή εκείνος ενημερώνεται αργότερα, προβαίνει σε σχετικές παρατηρήσεις, επισημαίνων τα θετικά στοιχεία και τυχόν παρατηρηθείσες αδυναμίες ή ελλείψεις και υποδεικνύει τρόπους βελτίωσης. Συνιστά δυνατότητα του επιθεωρητή, εάν κρίνει σκόπιμο, να κοινοποιήσει και γραπτώς (εκτός από προφορικά, όπου προφορικά υποχρεούται να το πράξει) τυχόν παρατηρήσεις, υποδείξεις και εισηγήσεις, ή πρέπει να το πράξει και γραπτώς όταν ο ίδιος ο εκπαιδευτικός που έτυχε της επιθεώρησης το ζητήσει αμέσως μετά αυτήν, νοουμένου ότι δεν θα γίνεται κατάχρηση της δυνατότητας τέτοιου αιτήματος. Αντίγραφο κοινοποίησης καταχωρίζεται στον φάκελο επιθεώρησης. «Σημειώματα» αντί συνήθεις εκθέσεις, στα οποία δύνανται να διατυπώνονται παρατηρήσεις και εκτιμήσεις του επιθεωρητή για τον εκπαιδευτικό, οι οποίες θα είναι χρήσιμες για το καθοδηγητικό έργο του νέου επιθεωρητή κατά τη σύνταξη της επόμενης έκθεσης, προβλέπονται όταν ο εκπαιδευτικός περιέρχεται στην αρμοδιότητα νέου επιθεωρητή και δεν είχε υποβληθεί έκθεση εντός της τελευταίας διετίας. Οι επιθεωρήσεις διεξάγονται με βάση πρόγραμμα που καταρτίζεται για κάθε σχολικό έτος.

Το Μέρος ΙΙΙ των Κανονισμών προνοεί σχετικά με τις εκθέσεις. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 14 ο διευθυντής υποβάλλει, κατόπιν διαβούλευσης με τους καθηγητικό σύλλογο, προς το τέλος των εργασιών του σχολικού έτους, συνοπτική έκθεση σχετικά με τη λειτουργία και τις δραστηριότητες του σχολείου του και των επιτευγμάτων του σχολείου στους διαφόρους τομείς και τους στόχους που έχουν τεθεί. Ο διευθυντής υποβάλλει, επίσης, συνήθη έκθεση μέχρι την 15 Μαΐου κάθε έτους και για κάθε εκπαιδευτικό λειτουργό που υπηρετεί στο σχολείο του. Σε σχέση με τους επί δοκιμασία εκπαιδευτικούς, ισχύει ο Κανονισμός 15, ο οποίος προβλέπει ότι εκθέσεις συντάσσονται ανά εξάμηνο από τον οικείο επιθεωρητή σε τύπο που εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή κατόπιν συνεννόησης με τον διευθυντή του σχολείου (ως προς τον τύπο), και υποβάλλονται προς τον οικείο γενικό επιθεωρητή, ο οποίος διαβιβάζει προς την Επιτροπή μέσω του οικείου τμηματάρχη. Οι εκθέσεις αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη μετά την επικύρωση του διορισμού, σε επόμενες αξιολογήσεις. Ο Κανονισμός 21, ως αντικαταστάθηκε το 2011, ο οποίος εισάγει υποχρεωτική κοινοποίηση των εκθέσεων, αφού προσυπογραφούν αρμοδίως, μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία, ταχυδρομικώς, στον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό (με συνακόλουθη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου εκπαιδευτικού να ενστεί στη βαθμολογία) αναφέρεται σε συνήθεις και ειδικές εκθέσεις, αφήνοντας να νοηθεί ότι αναφέρεται και μόνον στους εκπαιδευτικούς με επικυρωμένο μόνιμο διορισμό, σύμφωνα με τους Κανονισμούς 16 και 17. Ωστόσο, θα ήταν, δυσανάλογη διαφοροποίηση των μόνιμων εκπαιδευτικών σε σχέση με τους μόνιμους επί δοκιμασία εκπαιδευτικούς (με τη «δοκιμασία» να συνιστά ουσιαστική ειδοποιό διαφορά), να μην λαμβάνουν οι τελευταίοι γνώση δυσμενούς κρίσης εις βάρος τους, με τον ίδιο τρόπο, και ανάλογο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης ή ένστασης, πόσω μάλλον που βρίσκονται σε καθεστώς «δοκιμασίας», και έχουν, ενδεχομένως, από αυτή την άποψη, κάπως καλύτερο έννομο συμφέρον να γνωρίζουν, και πόσω μάλλον εάν η μονιμότητα (και ό,τι οφέλη αντλούνται από αυτήν) τελεί, στην περίπτωσή τους, όπως συνάγεται και από το κείμενο του άρθρου 30 § 1 του Νόμου περισσότερο υπό διαλυτική αίρεση (μονιμότητα εκτός κατόπιν μη επιτυχούς δοκιμασίας) παρά αναβλητική αίρεση (μονιμότητα μετά από επιτυχή δοκιμασία). Εξάλλου, η δυνατότητα προηγούμενης ακρόασης απορρέει και από αλλού, εκ των προαναφερόμενων νομικών βάσεων, αλλά και από αυτές τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαπίστωση ήταν, με αναγωγή των γνωστών δεδομένων σε αυτό το διαθέσιμο πλαίσιο, ότι υπήρξαν διάφορες διαδικασίες που είτε αντιτίθενται στον Νόμο και τους Κανονισμούς, είτε δεν βρίσκουν νόμιμο έρεισμα, πέρα από την αντίρρηση μη έγκαιρης κλήτευσης και μη επαρκούς χρόνου προετοιμασίας. Είναι προφανής η ανάγκη καλύτερης νομικής διασφάλισης του συστήματος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, δόκιμων ή μη, εφόσον, ειδικά στους δόκιμους, η νόμιμη και ορθή αξιολόγηση συνιστά, εκτός από το υπηρεσιακό τους διαβατήριο, και τον παράγοντα που αντισταθμίζει την εγγενή προβληματική του σχήματος αυτού της «μη οριστικής μονιμότητας».

Σημαντικότερες, όμως, από τις νομικές διαπιστώσεις, η διοικητική εξέταση των οποίων θα δείξει, ήταν και είναι οι κοινωνικές διαπιστώσεις. Αυτές, συγκρινόμενες με τις γενικότερες παλαιόθεν διαπιστώσεις για έλλειψη (στην πράξη) δικαιοσύνης στον χώρο της εκπαίδευσης, αλλά και τις καλπάζουσες τάσεις εκπαιδευτικών προς επιβολή ιδίων απόψεων που παρατηρούνται τελευταία, δημιουργούν διάφορους προβληματισμούς. Για το επίπεδο και την κατάσταση των ανθρώπινων αξιών, γενικά. Για τις διάφορες μορφές και χρώματα που μπορεί να λαμβάνει η βία μέσα στην κοινωνική και επαγγελματική καθημερινότητα, ως έννοια και συμπεριφορά, ορισμένες φορές κρυμμένη, σιωπηλή, ύπουλη, μη κατανοητή, μα βία.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.