Προσθήκη διαδίκου κατόπιν παραγραφής, δικονομία, ουσία, και αναγκαίες διακρίσεις

Στη Νεοφύτου ν. Malak, Πολιτική Έφεση 118/2012 ημερομηνίας 21.06.2018, που ήρθε στο φως της δημοσιότητας χθες, φαίνεται να είχε δοθεί η ευκαιρία εξέτασης του ζητήματος της προσθήκης ή αντικατάστασης εναγόμενου σε αγωγή μετά τη νομοθετημένη παραγραφή του αγώγιμου της αξίωσης του ενάγοντος. Ωστόσο, η θεώρηση της πλειοψηφίας ήταν κάπως περιορισμένη ή απλοποιημένη ότι πρόκειται για ζήτημα που επιλύεται, και μάλιστα εξαντλητικά, δια της Δ. 9., κ. 11 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει την αναδρομή της δικονομικής ιδιότητας του προστιθέντος ή υποκατάστατου διαδίκου στον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Με την απόδοση, σε αυτή τη δικονομική πρόνοια, ουσιαστικής σημασίας, που σχετίζεται με τη θεώρηση του αντιπαραθετικού συστήματος ευρύτερα. Η εντύπωση, βέβαια, είναι ότι η «ουσία» της Δ. 9, κ. 11 είναι άλλη ως και της δικονομικής αναδρομής, και υπάρχει σοβαρή επιφύλαξη ως προς το να θεωρεί η Δ. 9, κ. 11 επαρκής βάση και ουσιαστικού δικαίου, ως θα μπορούσε να θεωρηθεί το δίκαιο της παραγραφής (τέτοια εξέφρασε και η μειοψηφία, αλλά κινούμενη προς άλλη κατεύθυνση). Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση αυτή κινητοποίησε διάφορες σκέψεις, πέρα από την εν λόγω επιφύλαξη που σχετίζεται με την αρχή διάκρισης των εξουσιών.

Θίχτηκε, βέβαια, στην απόφαση, και η άλλη οδός προσέγγισης, της επίλυσης του ζητήματος γενικότερα (που το ζήτημα ήταν κοινώς ότι παρήλθε ο χρόνος που προβλέπονταν για να οδηγηθεί η συγκεκριμένη αξίωση ενώπιον Δικαστηρίου και προέκυψε ανάγκη να προστεθεί εναγόμενος σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο) μέσα στο πλαίσιο της δυνατότητας του Δικαστηρίου να επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής ή να τον χειριστεί άλλως πώς, αναλόγως, ως θέμα δικαίου (πλαίσιο «δικαίου» μέσα στο οποίο κρίνει τα δεδομένα, περιλαμβανομένων των συμπεριφορών των διαδίκων, σε συνάρτηση με το «δίκαιο» και το «εύλογο»), σε ορισμένες περιπτώσεις (που αυτό είναι ίσως το πλαίσιο ουσιαστικής επίλυσης – ευρύτερο δόγμα «equitable tolling» κατά την Αμερικανική νομολογία). Οι δυνατότητες του περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15 όπως και ειδικών κανόνων παραγραφής που εμπεριέχονταν αλλού, ήταν, ίσως, κάπως περιορισμένες, συγκριτικά με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/2012 («νέος νόμος» «Νόμος»), ο οποίος φαίνεται να καλύπτει επαρκώς το ζήτημα των διαφόρων δυνατοτήτων σε σχέση με τον χρόνο παραγραφής σε διάφορες περιστάσεις. Ώστε, εκεί όπου εφαρμόζεται ο νέος νόμος να χρήζει απλά ερμηνεία και εφαρμογή του, χωρίς νομολογιακές αναζητήσεις που δείχνουν παραγνώριση του νομοθέτη, που μπορεί απλά να κωδικοποιεί ήδη υφιστάμενες νομολογιακές αρχές, ανοίγοντας περαιτέρω δρόμους. Πρόνοιες ευελιξίας αναγκαστικά περιέχουν τα πιο σύγχρονα νομοθετήματα περί παραγραφής, υπό το φως και του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Δικαίωμα, ωστόσο, που προϋφίστατο και του παλαιότερου δικαίου της παραγραφής.

Στην προαναφερόμενη απόφαση, φαίνεται ο προβληματισμός να επεκτάθηκε κάπως στο περιττό της επίκλησης οποιασδήποτε άλλης νομικής βάσης στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον αρκεί η Δ. 9, κ. 11 και για την ουσία (εκείνο μόνο το σημείο ενεργοποίησε κάποια αντίδραση), αλλά και στο ότι αυτή η δικονομική πρόνοια (υπάρχει συμφωνία ως προς αυτό), συναρτώμενη (απλά συναρτώμενη δικονομικά – προσθέτω) γενικά με το πνεύμα των ουσιαστικών κανόνων του δικαίου της παραγραφής (και όχι μόνον), θέτει, επαναλαμβάνει ή συμπληρώνει κανόνα, πάντως με νομολογιακές βάσεις (τουλάχιστον υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης και όπου δεν υπήρχαν μάλλον διαθέσιμες νομοθετικές βάσεις), που θα μπορούσε να είναι ότι η προσθήκη διαδίκου είναι εφικτή ακόμη αν η περίοδος παραγραφής είχε περάσει κατά τον χρόνο της αίτησης για συνένωση ή αντικατάσταση, εφόσον όμως η περίοδος παραγραφής ακόμη έτρεχε όταν η αγωγή ηγέρθη, και η προσθήκη του διαδίκου είναι αναγκαία λόγω λάθους στον αρχικό διάδικο, και η απαίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την προσθήκη του νέου διαδίκου.

Όπως λέχθηκε, ειδικότερα, εφόσον το σύνολο των γεγονότων είναι γνωστά στον προτιθέμενο ενάγοντα αναδύεται «αγώγιμο δικαίωμα» (βλ. κατωτέρω) και βάση αγωγής.  Εναπόκειται βεβαίως στον έχοντα απαίτηση διάδικο να κρίνει εναντίον ποιού ή ποιών εναγομένων επιθυμεί να εγείρει την αγωγή.  Όλα τα γεγονότα πρέπει όμως να είναι αδιαψεύστως γνωστά για την επιλογή αυτή.  Διαφορετικά επιτρέπεται ως θέμα δικαίου η προσθήκη διαδίκου ακόμη και αν η τροποποίηση ή προσθήκη επιδιώκεται μετά τη λήξη της περιόδου παραγραφής υπό την προϋπόθεση ότι διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος στο όνομα ή το διάδικο και το λάθος αυτό δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την πραγματική ταυτότητα του διαδίκου. Τα γεγονότα της περίπτωσης εκείνης ήταν απλά μεταγενέστερη γνωστοποίηση της απουσίας ασφαλιστικής κάλυψης για ενοικιασθέν όχημα με το οποίο συνέβη τροχαίο ατύχημα, που σήμαινε προσωπική ευθύνη του εναγόμενου / της εναγόμενης για την αμέλεια που απαιτούσε ο ενάγων / η ενάγουσα. Γεγονότα που, ακόμα κι αν δεν αποδίδονταν σε σκόπιμη συμπεριφορά (εάν αποδίδονταν και τέτοια αποδεικνύονταν ο χειρισμός θα ήταν με βάση υφιστάμενη νομοθετημένη βάση) δημιουργούσαν, όντως, θέμα δικαίου, για το οποίο το ισχύον τότε δίκαιο του Κεφ. 15 ή άλλες πρόνοιες, ίσως δεν έδιναν λύση ως η νομολογία, και ως το άρθρο 22 του νεότερου νόμου, που θα μπορούσε να λεχθεί ότι εκείνο κωδικοποιεί εκείνη τη νομολογία, θέτοντας, όμως, το ζήτημα, υπό μορφή χρονικά καθορισμένης και ελεγχόμενης «επέκτασης» του χρόνου του αγώγιμου της αξίωσης με δεδομένη την παραγραφή, και όχι «αναστολής» ήδη αρξάμενου ή μη έναρξη χρόνου παραγραφής. Το άρθρο 22 του νέου νόμου που αναφέρεται σε γενικά λόγους «δικαίου», ορίζει, κατά κάποιον τρόπο, και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, είτε με εναρκτήρια αίτηση πριν την έγερση της αγωγής (εναντίον του νέου εναγόμενου) ή αφού γίνει πρώτα η προσθήκη ή αντικατάσταση, δικογραφηθεί τυχόν ζήτημα παραγραφής, και τότε να ζητηθεί η επέκταση.

Η πλειοψηφία θέτει και σκέψεις σε σχέση με την έκταση της νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 20, που προϋποθέτει τη δικογράφηση της παραγραφής γενικά, για να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, αντί αυτεπάγγελτα, ως ζήτημα δικαιοδοτικό, όπως ήταν η βάση σε ήδη υφιστάμενη νομολογία, προκρίνοντας, σχεδόν, ότι, ανεξαρτήτως της νομοθετικής πρόνοιας, το Δικαστήριο είναι αυτεπάγγελτα που μπορεί να επιληφθεί του θέματος της παραγραφής, ως θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας, ακόμα κι αν δεν δικογραφείται.

Όμως η έννοια του άρθρου 20 είναι, ίσως, περισσότερο ότι, εάν και όταν τα μέρη συμφωνούν σε σχέση με τη διατήρηση του αγώγιμου χαρακτήρα της αξίωσης, επειδή οι κανόνες παραγραφής δεν συνιστούν ακριβώς εκ του νόμου τιθέμενες αποσβεστικές προθεσμίες δικαιωμάτων για σκοπούς δημοσίας τάξης (ούτε και αυστηρό δίκαιο, με δεδομένη τη δυνατότητα παρέκκλισης, αλλά και την όλη ευελιξία επέκτασης ή αναστολής), το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει από μόνο του την εξουσία να επιληφθεί του θέματος της παραγραφής αυτεπάγγελτα, ως «θέμα δικαιοδοσίας», και να απορρίψει την αξίωση λόγω παραγραφής (και τούτη η συμπεριφορά να μην θεωρείται είδος αρνησιδικίας). Έχει καταρχήν δικαιοδοτική βάση, ακόμα κι αν έχει παραγραφεί ο αγώγιμος χαρακτήρας της αξίωσης εφόσον τα μέρη ρητά ή σιωπηρά συμφωνούν στην απόδοση αγώγιμου χαρακτήρα σε αυτήν. Ζήτημα δικαιοδοσίας, με την ουσιαστική έννοια της δυνατότητας του δικαστηρίου να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, τίθεται μόνον εφόσον τεθεί τέτοιο.

Να το πάρουμε, όμως, από κάποια αφετηρία. Ο θεσμός της παραγραφής έχει χαρακτήρα τρόπον τινά κοινωνικά παιδαγωγικό. Θέλει οι κοινωνοί να μεριμνούν και να προστατεύουν τα συμφέροντά τους, εφόσον κάτι τέτοιο συνδέεται με την ασφάλεια των συναλλαγών και κατ’ επέκταση την ασφάλεια δικαίου. Η αξίωση είναι που συνιστά το αντικείμενο της παραγραφής, η οποία, με την παραγραφή της, δεν καταργείται, αλλά εξασθενεί, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικά. Το δικαίωμα δεν παραγράφεται, γενικά. Υφίσταται ή δεν υφίσταται, για διάφορους επιμέρους λόγους. Είναι πολύ κακή η επικράτηση της έκφρασης «παραγραφή δικαιώματος» στον ευρύτερο νομικό λόγο.  Το δικαίωμα, και ειδικότερα το διαπλαστικό δικαίωμα που δεν ενέχει αξίωση (που υφίσταται ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του δικαιούχου, που απλά εάν το ασκήσει, μπορεί να επιφέρει μονομερώς αλλαγή στον νομικό κόσμο), είναι συνηθέστερα το αντικείμενο των αποσβεστικών προθεσμιών, που τίθενται εκ / δια του νόμου για σκοπούς δημοσίας τάξης· μπορεί ο νόμος να επιτάσσει αποσβεστική προθεσμία και σε δικαιώματα που ενέχουν αξίωση, οπότε η μη άσκησή τους καταργεί και την αξίωση. Αναφορικά με εκείνες τις αποσβεστικές προθεσμίες, που δεν ταυτίζονται εννοιολογικά ή άλλως πώς με τους κανόνες παραγραφής, μπορεί να υπάρξει αυτεπάγγελτη εξουσία εξέτασης από το Δικαστήριο, καθότι συνυφαίνονται με το παραδεκτό του ενώπιον του διαβημάτων, που εκείνο άπτεται της δικαιοδοσίας του. Ένα δικαίωμα που αποσβένεται βάσει νόμιμης αποκλειστικής αποσβεστικής προθεσμίας, εξαφανίζεται. Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να ασκηθεί δικαστικά, να αξιωθεί, ένα δικαίωμα, μέσα στο πλαίσιο του δικαιικού θεσμού της παραγραφής, δεν συνιστά προθεσμία μετά την πάροδο της οποίας χάνεται είτε το δικαίωμα είτε η αξίωση (η οποία εξασθενεί), αλλά απλά χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο μπορεί να προσφύγει δικαστικά ο φορέας, δηλαδή να ασκήσει μια «πρόσθετη» δυνατότητα ή ένα «πρόσθετο» δικαίωμά του, και μέσα στο οποίο γνωρίζει, αντίστοιχα, ο υπόχρεος, την έκταση της δικής του υποχρέωσης. Εκείνη η οπτική είναι ακόμα πιο σημαντική, της γνωστής έκτασης μιας υποχρέωσης. Εξ ου και η επίκληση ή η ένσταση παραγραφής ανήκει στον φορέα της υποχρέωσης. Που μπορεί, πολύ απλά, να θέλει να την αναλάβει.

Μερικές φορές δεν αποκλείεται οι αποσβεστικές προθεσμίες να ομοιάζουν με τους κανόνες παραγραφής, ειδικά εάν αφορούν σε δικαιώματα που ενέχουν αξίωση, όπως, για παράδειγμα, η προθεσμία των 12 μηνών από την ημερομηνία απόλυσης που θέτει το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 8/67, εντός της οποίας ο φορέας μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Εκείνη είναι αποσβεστική προθεσμία, που δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει το εμπρόθεσμο αυτεπαγγέλτως, ως θέμα νόμου, κατ’ επέκταση δικαιοδοτικό. Δεν είναι κανόνας παραγραφής αξίωσης. Εξαφανίζει το δικαίωμα και την αξίωση μαζί. Η προθεσμία των 75 ημερών που επίσης ορίζεται στο δίκαιο των απαλλοτριώσεων, είναι αποσβεστική του δικαιώματος και της αξίωσης. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα τέτοιων αποσβεστικών προθεσμιών. Σχετική ανάλυση της διάκρισης, όμως, έγινε και στις Howard v. Bodington [1987] 2 PD 203 σελ. 210 (από Lord Penzance), ως υιοθετήθηκε στις Chapman v. Ean [1969] 2 All E.R. 1214, R. v. H.M. Inspector of Taxes [1971] 3 All E.R. 394, R. v. H.M. Inspector of Taxes [1972] 1 All E.R. 545, Howard v. Sec. of State [1972] 3 All E.R. 310, Re Τ (a minor) [1986] 1 All E.R. 817, Howard v. Secretary of State [1974] 1 All E.R. 644, και άλλες (με τελευταία το 1994), με αναφορά στον χρόνο μέσα στο πλαίσιο της διάκρισης μεταξύ νομοθετικής πρόνοιας που είναι «mandatory» (άρα ο λόγος για τήρηση νόμιμης προϋπόθεσης – statutory requirement) και «directory» (ενδεικτική προθεσμία). Σε αυτή τη νομολογία αναφέρθηκε και ο έντιμος δικαστής Χρυσοστομής στην Πολιτική Αίτηση 160/89 ημερομηνίας 28.02.1990, (1990) 1 ΑΑΔ 159, για να εξηγήσει την εκεί αποσβεστική προθεσμία. Εκείνο το πλαίσιο δεν αποκλείεται να είναι πολυπλοκότερο, εφόσον η διάκριση δεν κινείται καταρχάς με άξονα τον χρόνο ή θεωρητικά με άξονα με τον χρόνο μπορεί να επεκταθεί, κανείς, σε θεωρητικές διακλαδώσεις κάπως χαώδεις ή έστω αχρείαστα βασανιστικές. Αυτή η ίδια πηγή διάκρισης είναι, πάντως, που δικαιολογεί, καταρχάς, στη μία περίπτωση (αποσβεστικές προθεσμίες) την αυτεπάγγελτη εξέταση και στην άλλη (παραγραφή) την προϋπόθεση ύπαρξης ένστασης παραγραφής.

Μιλώντας, λοιπόν, για παραγραφή, είθισται, για σκοπούς διασφάλισης της διαδικασίας, να μην επιτρέπεται να εγείρεται το ζήτημα της παραγραφής εκτάκτως, εν αγνοία του διαδίκου που απαιτεί (ενάγοντος συνηθέστερα), αλλά με δικονομικό τρόπο που θα του επιτρέπει να απαντήσει, και να διεξαχθεί ακρόαση επί του σημείου (με ή χωρίς την προσκόμιση μαρτυρίας). Τώρα, εκεί ακριβώς αγγίζοντας το θέμα της έκτασης του άρθρου 20, θα μπορούσε η πρόνοια της δικογράφησης να καλύπτει τη δυνατότητα της με-οποιονδήποτε-άλλο-τρόπο προβολής του ζητήματος και δυνατότητας πλήρους ακρόασης επί αυτού. Επειδή, όμως, δεν υπάρχουν, ίσως, και άλλες τέτοιες δικονομικές δυνατότητες (δεν υπάρχει πλούτος δικονομικών επιλογών), η χρήση της έννοιας της δικογράφησης φαίνεται καλή, εφόσον τέτοια δεν εννοείται μόνον η ένταξη του ισχυρισμού περί παραγραφής σε έγγραφο που έχει τη στενή έννοια του «δικογράφου», δηλαδή της έγγραφης πρότασης, αλλά συνιστά ισχυρισμό που τίθεται εγγράφως ενώπιον του Δικαστηρίου με δυνατότητα απάντησης, είτε σε έγγραφη πρόταση είτε σε αίτηση. Εξάλλου τέτοια αίτηση προβλέπεται και στο άρθρο 22, αφήνοντας να νοηθεί ότι ο νομοθέτης, αναφερόμενος στην αναγκαιότητα δικογράφησης, δεν κινείται με κριτήριο αυστηρά δικονομικό, αλλά επί της ουσίας, για να διασφαλίσει το δικαίωμα ακρόασης των μερών επί τυχόν σημείου παραγραφής και ακριβώς (!) την έλλειψη δυνατότητας αυτεπάγγελης εξέτασής του από το Δικαστήριο.

Το ότι το άρθρο 20 του Νόμου ορίζει, βέβαια, ορθά, το μη αυτεπάγγελτο της εξέτασης της παραγραφής, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναφέρει το ζήτημα στους διαδίκους, ως ζήτημα που θα μπορούσε να εγερθεί γενικά, ωστόσο μια τέτοια ενέργεια δεν θα αποκλείονταν να εκληφθεί και ως μεροληψία υπέρ του διαδίκου που θα μπορούσε να έχει προβάλει ένσταση παραγραφής και δεν το έχει πράξει. Η ένσταση παραγραφής, ως τέτοια, δεν προβάλλεται κατ’ ανάγκη προδικαστικά, αλλά και ως μορφή υπεράσπισης, αλλά, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τεθεί, για να μπορεί να της επιληφθεί το δικαστήριο, ενώ η δικαιοδοτική πτυχή, όπου φαίνεται, είναι ότι εκείνο συνιστά ζήτημα από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς, επομένως ακόμα κι αν εγείρεται ως μορφή υπεράσπισης, δεν μπορεί, παρά να εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Με αυτή την έννοια μπορεί να εκληφθεί κάποια επίδραση του ζητήματος της παραγραφής στην (ουσιαστική) δικαιοδοσία.

Περαιτέρω σε σχέση με τις «δικαιοδοτικές πτυχές» του ζητήματος της παραγραφής, η (λανθασμένη ίσως) τάση για απόδοση αντικειμενικής ή αυστηρής χροιάς στο θέμα χρόνου μπορεί να προκύπτει από άλλες ανάγκες που σχετίζονται (κακώς) με τον φόρτο εργασίας του δικαστηρίου ή που να επεκτείνονται ανάλογα σε κάποια θεωρία σε σχέση με τον ρόλο του δικαστηρίου στις αστικές υποθέσεις. Ακόμα, τέτοιες βάσεις (που ορθότερα θεωρούμενες θα ήταν: βάσεις στενότερης ή ευρύτερης ερμηνείας των κανόνων παρέκκλισης, ανά περίπτωση), μπορούν να αναζητηθούν σε περιπτώσεις αγώγιμων αξιώσεων στη βάση δικαιωμάτων που συναρτώνται με συμπεριφορές επιλήψιμες με κάποια ευρύτερη έννοια που μπορεί να αγγίζει το δημόσιο ενδιαφέρον ή να θέτουν εμμέσως ζητήματα δημοσίας τάξης ή να εκτείνονται κάπου τέλος πάντων παραπέρα από την απλή ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας των συναλλαγών και της ασφάλειας δικαίου, όπως, για παράδειγμα, ορισμένες συμπεριφορές οι οποίες συνιστούν παράλληλα και ποινικά αδικήματα (άρα μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πρόσθετη ερμηνευτική πρόκληση στις περιπτώσεις των αστικών αδικημάτων ή ορισμένων αστικών αδικημάτων). Διφορούμενα, όμως, τα πράγματα, εάν πρέπει να στενεύει ερμηνευτικά το περιθώριο παρέκκλισης ή να διευρύνεται, κατά συνέπεια διευρύνοντας και την υποχρέωση του αδικοπραγούντος να αποζημιώσει το θύμα του με έναν ευκολότερο τρόπο, λιγότερο, ίσως, φορμαλιστικό. Αρχές παράλληλες ή συναφείς αυτών, εξάλλου, που επιδρούν περιορίζοντας αντίστοιχα και την αρχή της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης (όταν δεν υπάρχει συναλλακτική εξουσία ή εξουσία διάθεσης ή τέτοια εναντιώνεται στη δημόσια τάξη ή σε συναφή κατάσταση) και καλούν ή απαιτούν, κάπου, το αυτεπάγγελτο της δικαστικής επέμβασης, για σκοπούς δικαίου, για θέματα δικαίου, ως θέμα δικαίου. Μερικές φορές είναι θέμα απλά οπτικής. Εάν, κανείς, προσεγγίζει το ζήτημα από την πλευρά του «δικαιώματος» (αντί της αξίωσης) ή γενικότερα του απαιτούντος, ή εάν το προσεγγίζει από την πλευρά του φερόμενου ως υπόχρεου. Μερικές φορές, επίσης, το ουσιαστικό αποτέλεσμα της κρίσης είναι ορθό (στην προκειμένη περίπτωση, ασφαλώς, δεν έπρεπε να απαλλαγεί της υποχρέωσης η αδικοπραγούσα, εκ προστήσεως έστω), απλά ο δρόμος προς αυτήν δεν είναι τόσο στρωτός ή ασφαλής.

Ο νομοθέτης, επιλέγοντας, εν πάση περιπτώσει, το τι θα εντάξει μέσα στο πλαίσιο κανόνων παραγραφής που επέλεξε (π.χ. εάν θα προβλέψει για όλα τα αστικά αδικήματα τον ίδιο χρονικό περιορισμό άσκησης αξίωσης, εάν για κάποια θα διαφοροποιήσει τις δυνατότητες παρέκκλισης, κ.λπ.), και πού θα θέσει εκ του νόμου αποκλειστική χρονική αποσβεστική προθεσμία για σκοπούς δημοσίας τάξης, θέσπισε (καλώς ή κακώς) και ανάλογο δίκαιο, στη μία και στην άλλη περίπτωση ( … ). Η ανάγκη γι’ αυτή την επισήμανση εκφράζει και την επιφύλαξη σε σχέση με την προσπάθεια απόδοσης στην Δ. 9, κ. 11 ισχύος ουσιαστικού δικαίου, αλλά και σε σχέση με την προκαταρκτική έστω θεώρηση του άρθρου 20 του Νόμου, και με κάθε σεβασμό πάντα. Μετριαστικά των όποιων άλλων αναγκών σε σχέση με τον θεσμό της παραγραφής και τον χρόνο, υπάρχει, πάντως, σήμερα, μια ενδιαφέρουσα γενικότερη τάση νομολογιακού περιορισμού ή θέσης αυστηρότητας στο «statutory tolling» (βολική η αμερικανική έκφραση, χάριν περιεκτικότητας και μόνον), παρά ακόμα αναζήτησης βάσεων για τα βασικά του «equitable tolling» (τα οποία σχεδόν υπονοούνται ως τέτοιο γενικά αντιληπτό «θέμα δικαίου», ειδικά στην εποχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Αυτή η κάπως ανάστροφη πορεία (ο δικαστής να περιορίζει σήμερα τον νομοθέτη, ερμηνευτικά, στη δυνατότητα παράκαμψης των κανόνων παραγραφής – να στενεύει την ερμηνεία, αντί ο νομοθέτης τον δικαστή στη δυνατότητα εκδίκασης διαφορών ανεξαρτήτως του παράγοντα χρόνου – να θέτει χρονικό περιορισμό), δεν σχετίζεται, ακριβώς, με τη δικαιοδοσία καθαυτή, αν και συνιστά, κατά τα λοιπά, έναν ωραίο διάλογος θεσμικής ισορροπίας.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.