Ειδικότερα η δικονομική εμβέλεια της Δ. 9, κ. 11 σε συνάρτηση με τον θεσμό της παραγραφής

Επειδή έμεινε κάπως ημιτελές το νόημα, με την αναφορά ότι ο σκοπός της αναδρομής στην Δ. 9, κ. 11 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας δεν έχει να κάνει με την ουσία του δικαίου της παραγραφής, αλλά μη εξηγώντας με τι έχει να κάνει, χρειάζεται αυτή η σύντομη συμπλήρωση.

Σύμφωνα με τη Δ. 9, κ. 11:

  1. Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant.

Η τελευταία φράση ορίζει την κανονική συνέχιση της διαδικασίας (ως να ήταν εξ αρχής συνενωμένος ο εναγόμενος) μετά από την παρεμβολή της καταχώρισης και επίδοσης τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στον νέο διάδικο. Ή, με άλλα λόγια, την έλλειψη δυνατότητας αυτού του διαβήματος να επηρεάσει τη συνέχιση της ίδιας δικαστικής διαδικασίας. Σε άλλα συστήματα, η μεταβολή των υποκειμενικών στοιχείων της δίκης μετά από την έναρξή της μπορεί να την καταργεί συνολικά, επομένως σε εκείνα απαγορεύεται. Στην Κύπρο, όπου μπορεί να συναντάμε φορμαλιστικές προσεγγίσεις σε άλλα δικονομικά θέματα, επιτρέπεται η υποκειμενική μεταβολή των στοιχείων της δίκης μετά την έναρξή της, και μάλιστα όχι μόνον ονομαστικά (λ.χ. η Δ. 9, κ. 2, που αναφέρεται στον ενάγοντα, αναφέρεται σε λανθασμένο πρόσωπο ως ενάγων, όχι απλά σε λανθασμένο όνομα του ιδίου προσώπου, ενώ η Δ. 9, κ. 11 αναφέρεται και σε υποκατάσταση του προσώπου του εναγόμενου, και όχι μόνον σε προσθήκη εναγόμενου), εάν συντρέχουν λόγοι γι’ αυτήν (π.χ. καλόπιστο λάθος, κ.λπ.), χωρίς οποιονδήποτε επηρεασμό της αγωγής, στη βάση και της ευρύτερης δικονομικής φιλοσοφίας ότι μια αγωγή δεν χάνεται εξαιτίας λανθασμένων διαδίκων, έστω κι αν είναι οι διάδικοι αυτοί που συνιστούν μια δικαστική διαδικασία. Ίσως και στη βάση της θεώρησης της αγωγής ως μέσο που άγει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη διαφορά προς επίλυση, που το Δικαστήριο προσεγγίζει αντικειμενικά, ανεξαρτήτως της ταυτότητας των διαδίκων, αρκεί ενώπιον του να είναι όλα τα πρόσωπα που χρειάζονται για την επίλυσή της, τηρουμένης πάντα της επιλογής του ενάγοντος να μην στρέψει την απαίτητή του εναντίον κάποιων προσώπων, και αυτής κάποιων εναγόμενων, ακόμα κι αν είναι αναγκαίοι διάδικοι (επηρεαζόμενα πρόσωπα), να μην συμμετάσχουν στη διαδικασία. Θεωρητικά μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μια αγωγή μπορεί να αρχίσει με διάδικους τους Χ ν. Ψ και να καταλήξει με διάδικους τους Μ ν. Ν. Το ίδιο πλαίσιο προάγει κατά κάποιον τρόπο τη συνένωση προσώπων στις δικαστικές διαδικασίες, ενδεχομένως με προσδοκία την οικονομία ή συγκέντρωση της δίκης, ή με μια συγκεκριμένη αντίληψη αυτής.

Εν πάση περιπτώσει, η Δ. 9, κ. 11 δεν επιτρέπει, βασικά, γνήσια αναδρομή, δεν ορίζει ότι ο εναγόμενος που προστίθεται σήμερα στη διαδικασία θεωρείται εναγόμενος χθες, εφόσον, όσον αφορά τη δική του δικονομική ιδιότητα, σταθερά, την αποκτά από τη στιγμή της επίδοσης, σε αυτόν, της αγωγής. Είναι, δε, αυτονόητο ότι δεν μπορεί ο ίδιος να επηρεάζεται από δικονομικές ενέργειες που προηγήθηκαν μέσα στην ίδια διαδικασία, και στις οποίες δεν ήταν παρών και δεν είχε ακουστεί. Κοινώς, η Δ. 9, κ. 11 δεν δημιουργεί πλαίσιο πλασματικής δίκης για εν δυνάμει εναγόμενους· θα ήταν, ίσως, δικαιικά τραγικό να εκληφθεί το αντίθετο. Εάν, όμως, η Δ. 9, κ. 11, ως πρόνοια απλά μη κατάργησης και συνέχισης της εκκρεμούς δίκης, ανεξαρτήτως της υποκειμενικής μεταβολής, πρέπει να συνάδει με τα δικονομικά δικαιώματα του προστιθέμενου διαδίκου, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ότι η ίδια παρέχει και τη δυνατότητα του προστιθέμενου διαδίκου να ενημερωθεί για ό,τι προηγήθηκε της προσθήκης του στην ίδια δικαστική διαδικασία στην οποία τελικά συμμετέχει.

Ο εναγόμενος που υποκαθίσταται σε εκκρεμή δίκη, και ο ίδιος θεωρείται εναγόμενος από τη χρονική στιγμή της επίδοσης σ’ αυτόν της (παλαιάς) αγωγής και όχι οποτεδήποτε άλλοτε, έχει τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπισή του ή και ένσταση παραγραφής, δικαιωματικά. Η απαίτηση στο πρόσωπό του συνιστά, ούτως ή άλλως, κατά πάσα πιθανότητα, νέα βάση αγωγής (εκτός εάν ο υποκατασταθείς εναγόμενος είναι διάδοχος του υποκατασταθέντος εναγόμενου), κι αυτό το δεδομένο δεν αλλάζει μέσω του προαναφερόμενου πλαισίου των διαδίκων. Η δυνατότητά του να προβάλει ένσταση παραγραφής υφίσταται ασχέτως του πώς κάποια ένσταση παραγραφής μπορεί να κριθεί με βάση τον νόμο και τις δικαστικές εξουσίες που συναρτώνται με το «δίκαιο», θεωρούμενο υπό τις περιστάσεις του ενός και του άλλου (εκεί παίζει, ίσως, ρόλο εάν επρόκειτο για λάθος του ενάγοντος που δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί, για έλλειψη γνώσης του, κ.λπ., χωρίς, και πάλι, να μπορεί, δια κάποιου γενικού κανόνα, να εξαιρεθεί εκ προοιμίου από τον συλλογισμό η θέση του εναγόμενου). Χωρίς να παραλλάζει κι ο αφετηριακός κανόνας ότι η διακοπή του χρόνου παραγραφής λόγω ένδικου διαβήματος εναντίον του ενός καταρχάς (δεν αποκλείονται οι εξαιρέσεις) δεν διακόπτει και τον χρόνο παραγραφής εναντίον οποιουδήποτε άλλου που δεν περιλήφθηκε στην αγωγή, ακόμα και με αυτή την πιο αντικειμενική προσέγγιση της αγωγής και της δικαστικής διαδικασίας. Εκείνη η προσέγγιση μπορεί να ενθαρρύνει μεγαλύτερη ελαστικότητα στο πλαίσιο εκτίμησης κάποιας ένστασης παραγραφής, εφόσον υπάρχει, αλλά εκεί είναι, ίσως, και το όριό της.

Θα μπορούσε, βέβαια, να γίνει κάποια πρόχειρη διατύπωση ότι ένας τέτοιος κανόνας μη διακοπής του χρόνου παραγραφής για πρόσωπα που δεν περιλήφθηκαν στη διαδικασία, τυγχάνοντας ανάγνωσης μαζί με την Δ. 9, κ. 11, επεκτείνεται με την προσθήκη αίρεσης ότι, όταν το δικαστήριο επιτρέψει την προσθήκη ή αντικατάσταση εναγόμενου, οπότε εκεί ασκεί κρίση, ταυτόχρονα επεκτείνει και τον χρόνο παραγραφής σε σχέση με τον νέο εναγόμενο. Όμως, αφενός, ο ίδιος ο νομοθέτης δεν διατυπώνει τέτοιο κανόνα (προφανώς γιατί η παραγραφή δεν εξυπηρετεί δικαιώματα του ενάγοντος), άρα ό,τι μένει στο δικαστήριο για να κρίνει τα περί παραγραφής είναι το ήδη υφιστάμενο πλαίσιο ελιγμών, το δικό του, μέσα στο πλαίσιο του «δικαίου», χωρίς δυνατότητα αναγωγής της Δ. 9, κ. 11 σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πόσω μάλλον όταν, μόνη της θεωρούμενη, δίνει, ακριβώς, μόνον το ότι συνιστά απλά πρόνοια μη κατάργησης της δίκης από την υποκειμενική μεταβολή. Αφετέρου, λόγω του μη αυτεπάγγελτου χαρακτήρα της ένστασης παραγραφής, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτημα προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου με βάση την Δ. 9, κ. 11, να θέσει και να αντιτάξει μόνο του το θέμα της παραγραφής και να απορρίψει το αίτημα προσθήκης ή αντικατάστασης για τον λόγο αυτό, εφόσον τέτοια ένσταση μπορεί, εάν επιθυμεί, να προβάλει ο νέος εναγόμενος, αλλά ούτε και να το θέσει και να το προαποφασίσει αποκλείοντας το δικαίωμα του νέου εναγόμενου να προβάλει ένσταση παραγραφής.

Έπειτα, μη κατάργηση της δίκης, του αντικειμενικού πλαισίου επίλυσης διαφοράς που ανοίχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν σημαίνει και διάσωση και του αγώγιμου της αξίωσης του ενάγοντος εναντίον του προστιθέμενου εναγόμενου. Δεν υπάρχει ταύτιση εννοιών της διατήρησης της δίκης και διατήρησης του αγώγιμου της αξίωσης, παρόλο που ένα κοινό σημείο μπορεί να εκλάβει κάποιος ότι υπάρχει, εάν στέκεται στην πλευρά του ενάγοντος, και έχοντας κατά νου εκείνη την αντικειμενική θεώρηση της αγωγής. Η πρώτη έννοια, όμως, εξυπηρετεί εντελώς πρακτικούς σκοπούς, και η δεύτερη κάτι αρκετά πιο ουσιαστικό. Θα μπορούσε να είναι μια σκέψη, σε αφηρημένο επίπεδο, ότι, εάν έχει εγερθεί ήδη μια αγωγή στη βάση των Χ γεγονότων, άρα ο ενάγων ήταν επιμελής κοινωνός σε σχέση με τα Χ γεγονότα, κάθε πρόσωπο που σχετίζεται με τα Χ γεγονότα, είτε περιλήφθηκε στην αγωγή είτε όχι, θα μπορούσε δυνητικά να είναι διάδικος, άρα ότι έχουμε διακοπή του χρόνου παραγραφής για όλους τους δυνητικά διαδίκους που σχετίζονται με τα Χ γεγονότα. Ακόμα κι αν είναι ελκυστική η άκρως αντικειμενική θεώρηση της εκτίμησης του αγώγιμου της αξίωσης ενός κοινωνού ως εκτίμηση έναντι παντός, ειδικά όταν η σχέση του συνόλου των δυνητικά εναγόμενων διαπνέεται από τόσο δυνατή και στενή αλληλεγγύη ώστε το να ενάγεται ο ένας να θεωρείται ότι εκπροσωπεί και άλλους, και πάλι, δεν μπορεί να προκαταλαμβάνει το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να προβάλλει ένσταση παραγραφής. Με αναφορά όχι στο δικαίωμα του ενάγοντος, αλλά στη δική του – του εναγόμενου – υποχρέωση. Δεν είναι εφικτό, για παράδειγμα, να εκκρεμεί μία δικαστική διαδικασία για 15 χρόνια, και να προστίθεται τότε νέος εναγόμενος (ο οποίος την αγνοούσε), και με τη χρήση της Δ. 9, κ. 11, εφόσον επιτράπηκε η προσθήκη του, να του λέμε ότι, επειδή θεωρείται εναγόμενος εδώ και 15 χρόνια, εν αγνοία του, αναδρομικά, δεν έχει δικαίωμα να προβάλει ένσταση παραγραφής, άρα ούτε και το δικαστήριο να ασκήσει το έργο του, να κρίνει το δίκαιο επί της δεδομένης περίστασης, κι αν προβάλει τέτοια ένσταση παραγραφής, είναι καταδικασμένη, γιατί εφαρμόστηκε η Δ. 9, κ. 11. Δηλαδή, τέτοια ερμηνεία περί της εμβέλειας της Δ. 9, κ. 11, εν τέλει, αποστερεί και από τον εναγόμενο τον λόγο, και από το Δικαστήριο ό,τι ο νομοθέτης ή η νομολογία (παλαιότερα) του έδωσαν, ήτοι τη δυνατότητα να αποφασίζει διαφορετικά με αναφορά στο «δίκαιο». Στη βάση του ότι το λέει και το εξαντλεί η Δ. 9, κ. 11. Όμως, η ασφάλεια δικαίου και όσα σκοπεύει το δίκαιο της παραγραφής δεν εντοπίζονται σε ένα τέτοιο πρίσμα. Άλλο είναι εάν το δικαστήριο, αξιολογώντας κάποια ένσταση παραγραφής (εφόσον προβληθεί), δικαιολογήσει την κρίση του με βάση (και) το «ενιαίο» της απαίτησης του ενάγοντος, τη στενή αλληλεγγύη των εναγόμενων, κ.λπ., ανάμεσα σε οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες μπορούν να επενεργούν σ’ αυτήν.

Ακόμα κι αν η αίτηση με βάση τη Δ. 9, κ. 11 επιδίδονταν, για κάποιο λόγο, στο πρόσωπο η προσθήκη του οποίου ζητείται για να ακουστεί (γιατί έχουμε δει και τέτοιες διαταγές), με αφορμή το ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στον «κατάλογο» των αιτήσεων που μπορούν να υποβληθούν μονομερώς κατά την Δ. 48, κ. 8(1) (χωρίς να σημαίνει ότι η επίδοση κλήσης απαιτείται από την εν λόγω πρόνοια να γίνεται σε άλλους από τους ήδη υφιστάμενους διαδίκους, εκ της ανάγκης να γνωρίζουν οι υφιστάμενοι διάδικοι το αίτημα του ενάγοντος να αλλάξει το πλαίσιο διαδίκων), και δεν εμφανιστεί ή δεν προβάλει εκεί ένσταση παραγραφής στο πλαίσιο τέτοιας αίτησης, οπότε προστεθεί στην αγωγή, και πάλι, δεν μπορεί να του αποκλείσει, κανείς, το δικαίωμα να προβάλει ένσταση παραγραφής στην αγωγή. Ένσταση την οποία μπορεί να προβάλει, εξάλλου, υπό την ιδιότητα του διαδίκου (τότε που ενεργοποιείται και το δικαίωμά του να την προβάλει παραδεκτά), και όχι προηγουμένως, οπουδήποτε αλλού, ή υπό «κατατρεγμό». Από τον αναγκαστικό χαρακτήρα του δικαίου της παραγραφής, προκύπτει και ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί και αποκλεισμός της ή μείωση του χρόνου της ή άλλως πώς (αυτό να έχει να κάνει με το αυτεπάγγελτο ή μη της εξέτασης της παραγραφής). Ομοίως, δεν μπορεί το πρωτοκολλητείο ή το δικαστήριο, προκαταρκτικά, να μην αποδέχεται αγωγές θεωρώντας ότι έχει παραγραφεί το αγώγιμο της αξίωσης (όπως μπορεί να το πράξει σε προθεσμίες που τίθενται δια νόμου για άσκηση ένδικων μέσων, π.χ. έφεσης ή δικονομικών προθεσμιών – procedural time-limits / deadlines). Ο φορμαλισμός, γενικά, όπου εντοπίζεται, δεν συνάδει με τον θεσμό της παραγραφής (αναπόφευκτη η ανάγκη εννοιολογικής διάκρισης, κάθε φορά, της παραγραφής από την αποσβεστική προθεσμία).

Εξάλλου, το αντικείμενο ακρόασης της Δ. 9, κ. 11, μέσα στο όλο πλαίσιο της Δ. 9, είναι η σχετικότητα του προσώπου με τα ήδη επίδικα θέματα και η αναγκαιότητα συμμετοχής του στη δίκη για την επίλυση της διαφοράς (η αναγκαιότητα ανοίγματος του υποκειμενικού πλαισίου της δίκης ή αλλαγής του), όχι ακριβώς το αγώγιμο της αξίωσης του ενάγοντος εναντίον του εναγόμενου. Με γνώμονα πάντα ότι και ο ενάγων έχει το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη και κατ’ αρχάς να στρέψει την απαίτησή του έναντι των προσώπων που επιθυμεί, χωρίς η παραγραφή να μπορεί να λειτουργεί περιοριστικά πριν από την άσκηση τέτοιου δικαιώματος, ως αποκλεισμός του, την ίδια στιγμή που υπάρχει το περιθώριο να μην προβληθεί ένσταση παραγραφής από τον εναγόμενο και να μπορέσει να αποδοθεί θεραπεία. Με άλλα λόγια, η παραγραφή, ειδωμένη ως περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη (στη γλώσσα των δικαιωμάτων), εξαρτάται από αυτή την ένσταση παραγραφής. Εκείνη είναι που τον θέτει (το δικαίωμα και αξίωση του εναγόμενου), με βάση τον νόμο πάντα, και το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη του εναγόμενου, το δικαίωμα του ιδίου να τύχει εκδίκασης συγκεκριμένο θέμα που πιθανόν τον αφορά σε σύντομο χρονικό διάστημα, που συναρτάται με το δικαίωμα υπεράσπισής του και δίκαιης δίκης του. Όλα αυτά τα σημαντικά είναι που υλοποιεί βασικά η από μέρους του ένσταση παραγραφής, για την υποβολή της οποίας απαιτείται να λάβει πρώτα την ιδιότητα διαδίκου, να ασκήσει πρώτα ο ενάγων το δικό του δικαίωμα. Η κακή εκτίμηση της προβαλλόμενης ένστασης παραγραφής μπορεί να επιστρέψει και να αρχίσει να επενεργεί στο δικαίωμα του ενάγοντος να προσφύγει στη δικαιοσύνη (η προσέγγιση του οποίου δεν είναι απόλυτα τεχνική), συναρτώμενο με το δικαίωμά του να έχει κάποιαν αποτελεσματική θεραπεία, ή με άλλα δικαιώματά του (μπορεί – αντανακλαστικά – και αναλόγως της αιτίας της αγωγής του, εάν η ίδια αφορά σε ατομικό δικαίωμα).

Έπειτα, μια διαδικαστική διαταγή (ούτε καν δικονομική πρόνοια, εάν προσεγγίσουμε αυστηρότερα τις έννοιες), που δεν θεσπίστηκε από τον νομοθέτη αλλά από τη δικαστική εξουσία, ο σκοπός της οποίας είναι να ρυθμίσει μια ενεργό δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί να έχει ισχύ νόμου έναντι παντός. Εκεί, ακριβώς, εντοπίζεται η θεσμική στρέβλωση, σε κάποια τέτοιου είδους απαίτηση, η οποία εξοβελίζει την ίδια την ουσία ύπαρξης του δικαίου της παραγραφής (τα ζητήματα της οποίας έχουν αρκετά ξεφύγει από τον παλαιό διάλογο μεταξύ κοινού δικαίου και δικαίου της επιείκειας). Ακόμα κι αν ο ίδιος ο νομοθέτης διατύπωνε τέτοιο κανόνα, να λέει ότι, εάν το δικαστήριο οποτεδήποτε επιτρέψει την προσθήκη ή αντικατάσταση εναγόμενου σε οποιαδήποτε εκκρεμή διαδικασία, δεν μπορεί να προβληθεί ένσταση παραγραφής, θα είχαμε, μάλλον, να προβληματιζόμαστε για τη συνταγματικότητα τέτοιας νομοθετικής πρόνοιας, με αναφορά όχι στα δικαιώματα του ενάγοντος, αλλά σε αυτά του εναγόμενου. Μιλώντας, λοιπόν, σήμερα, στη γλώσσα των δικαιωμάτων, είναι που προσεγγίζεται ο θεσμός της παραγραφής. Εκεί, δεν παροράται η μαγεία του κοινοδικαίου, αλλά πάντα με χρήση του νομοθετημένου δικαίου, το οποίο βλέπει την ασφάλεια δικαίου κι ως ένα δικό του μέτωπο.

Κλείνοντας, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η ισορροπία της δικανικής κρίσης πάνω στην παραγραφή είναι από τις δυσκολότερες, γιατί οι παράμετροι που μπορούν να υπεισέλθουν σε αυτήν είναι πολλοί ή γιατί, στην ουσία, συνιστά (και) εκτίμηση συμπεριφοράς και του ενάγοντος και του εναγόμενου, με πατήματα και στη ψυχοπνευματική κατάσταση ενός εκάστου και στις προσδοκίες τους, σε σχέση με τα γεγονότα που συνιστούν τη διαφορά. Όσον αφορά την κάπως πιο αντικειμενική παράμετρο της δυνατότητας απόδειξης στην πάροδο του χρόνου, αυτή σήμερα επιδεινώνεται με την πάροδο πρόσθετου χρόνου μέχρι την εκδίκαση μιας διαφοράς. Στην ίδια κρίση δεν αποκλείεται όντως να συνεπιδρούν παράγοντες όπως η ανάγκη αποφόρτισης του δικαστηριακού όγκου. Εξ ου μερικές φορές η δυσκολία, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι γύρω από την παραγραφή βρίσκονται ή και κάποτε διακυβεύονται όχι μόνον δικαιώματα, αλλά και πολύ σημαντικές αξίες στη σύγχρονη δικαιϊκή αντίληψη.

Ο Oliver Wendell Holmes, Jr. σε ένα γραφτό του με τίτλο «The Path of the Law» που δημοσιεύθηκε στο Harvard Law Review το 1897, είχε ρωτήσει: «What is the justification for depriving a man of his rights, a pure evil as far as it goes, in consequence of the lapse of time?». Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν και πολύ παλαιότερα συναφή ερωτήματα, καθώς ο θεσμός της παραγραφής στο κοινοδίκαιο είναι πολύ παλαιότερος. Είναι εντυπωσιακό που, αιώνες μετά, ακόμα συζητούμε και αναζητούμε μία πάντα καλύτερη απάντηση σε αυτό ή ένα παρόμοιο ερώτημα, ενώ, στο μεταξύ, ο κόσμος και το δίκαιο που τον περιβάλλει και τον ρυθμίζει έχει αλλάξει (στις λεπτομέρειές του) τόσο πολύ.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.