Ο ανασυσταθείς γάμος, νομικά, ως νέος γάμος, και η προβληματική της διαφορετικής εκκλησιαστικής θεώρησης στην πράξη

Προέκυψε το ερώτημα εάν η «επανασύσταση του γάμου» ή «ανασύσταση» (κατ’ άλλα εκκλησιαστικά κείμενα) από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία συνιστά για την (Κυπριακή) Πολιτεία δεύτερο ή νέο γάμο μεταξύ των ίδιων ατόμων, ο οποίος θα πρέπει να λυθεί εκ νέου με νέα απόφαση διαζυγίου, κυρίως λόγω της πρακτικής συνέπειας της ανασύστασης, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, η οποία είναι κάπως διαφορετική από τη νομική λογική.

Το ζεύγος είχε τελέσει θρησκευτικό γάμο το 2005. Το 2008 εκδόθηκε διαζύγιο στο Οικογενειακό Δικαστήριο και στο τότε Εκκλησιαστικό Δικαστήριο (τότε εκδίδαμε και διαζύγια στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο). Το 2012 το ζεύγος αποφάσισε να σμίξει ξανά με τα δεσμά του γάμου. Δεν είχε μεσολαβήσει γάμος οποιουδήποτε με τρίτο άτομο. Η Εκκλησία, σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες, σε τέτοιες (ασυνήθιστες) περιπτώσεις, δεν τελεί εκ νέου το μυστήριο του γάμου, αλλά μία διαφορετική ακολουθία, επανασύστασης ή ανασύστασης, κατόπιν διαδικασίας εξασφάλισης άδειας για την εν λόγω πράξη (που προϋποθέτει «χαρτί ελευθερίας»), κ.λπ., με διαφορετικό περιεχόμενο, θεωρώντας ότι ο γάμος ουδέποτε διαλύθηκε ενώπιον του Θεού, κ.λπ. Το ίδιο ζεύγος αποφάσισε να χωρίσει ξανά το 2018, γιατί δεν είχε επιτύχει ούτε εκείνη η προσπάθεια. Στην πράξη, η Εκκλησία, μετά την ολοκλήρωση της τελετουργίας της επανασύστασης ή ανασύστασης, θεώρησε τον γάμο του 2005 ζωντανό (γι’ αυτήν), δεχόμενη ότι θα πρέπει να υποβληθεί ξανά νέα αίτηση στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, για (πνευματική) λύση εκείνου του γάμου, ο οποίος για την Πολιτεία είχε λυθεί από το 2008, χωρίς, η ίδια, να χρειάζεται νέα παρέμβαση της Πολιτείας, και χωρίς βασικά προηγούμενη (νέα) συνδιαλλαγή.

Στο από μέρους μου επίμονο ερώτημα εάν (έως υποβολή ότι θα) πρέπει να καταχωριστεί και νέα αίτηση διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο, υπήρξε μια παράξενη νομική διχογνωμία, με δεδομένο ότι, από τη μια, η Εκκλησία έχει ως σημείο αναφοράς τον γάμο του 2005 και δεν εξέδωσε «πράξη επανασύστασης» ή κάτι σχετικό, κι από την άλλη (την εδώ πλευρά), η νομική κρίση για το εάν υπάρχει «γάμος» (τηρουμένου φυσικά και του Συντάγματος και της ισχύος του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου) κινείται και με βάση τον τυπικό νόμο (από ένα σημείο και μετά), ανεξαρτήτως του επιμέρους τρόπου με τον οποίο μπορεί να ονομαστεί εσωτερικά, στη θρησκεία, η ένωση των ατόμων, στην εκκλησιαστική ορολογία, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις.

Συναφώς, ο περί Γάμου Νόμος 104(Ι)/2003 ορίζει ότι «γάμος» σημαίνει τη συμφωνία για ένωση σε γάμο που συνάπτεται μεταξύ γυναίκας και άνδρα και τελείται από Λειτουργό Τέλεσης Γάμου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου ή από εγγεγραμμένο ιερέα σύμφωνα με τους Κανόνες της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή των δογμάτων των θρησκευτικών ομάδων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα. Αντίστοιχα, στον περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμο 22/1990, «γάμος» σημαίvει γάμo πoυ έχει ιερoλoγηθεί σύμφωvα με τoυς θρησκευτικoύς καvόvες της Ελληvικής Ορθόδoξης Εκκλησίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τη νομική λογική, για μια τέτοια (νέα) συμφωνία (μετά τη λύση προηγούμενης) πρόκειται, ένωση γυναίκας και άνδρα, που τελείται από εγγεγραμμένο ιερέα, σύμφωνα με τους Κανόνες της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ασχέτως εάν, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, ονομάζεται μυστήριο γάμου ή επανασύσταση γάμου (και εάν η έννοια του γάμου στην εκκλησία συνιστά κάτι διαφορετικό, ή η έννοια του διαζυγίου που εκδίδει η Πολιτεία). Το δίκαιο δεν υπεισέρχεται, καταρχάς, στο περιεχόμενο της ιερολογίας, εάν, εκ του περιεχομένου του, συνιστά ιερολόγηση συμφωνίας για ένωση (παρόλο που και στην ακολουθία της επανασύστασης ή ανασύστασης, όντως, ιερολογείται η επανασύνδεση, άρα η ένωση, ενώ γίνεται αναφορά στο υφιστάμενο διαζύγιο ως «προσωρινό διαζύγιο»). Νοείται ότι, η λύση του γάμου, κατά τον νόμο, είναι αμετάκλητη ή τελεσίδικη μετά την προθεσμία έφεσης, άρα για την Πολιτεία δεν ανατρέπεται η απόφαση διαζυγίου (ούτε αυτό θεωρείται ομοίως «προσωρινό»). Το αυτό ισχύει, εξάλλου, δηλαδή έχουμε νέο γάμο, με καθαρότερο τρόπο, σε περίπτωση που ο γάμος ακυρώνεται με απόφαση δικαστηρίου και επαναλαμβάνεται κατόπιν τέτοιας ακύρωσης (εξ αντιδιαστολής και με ό,τι ορίζει το άρθρο 1354 του Ελλαδικού Αστικού Κώδικα ή και το άρθρο 18 § 2 του Κυπριακού περί Γάμου Νόμου), ενώ η λύση και η ακύρωση δεν διαφέρουν ως προς την έννομη συνέπεια του τερματισμού της συγκεκριμένης έννομης σχέσης γάμου.

Από την άλλη, η άλλη άποψη επεκτάθηκε στο επιχείρημα ότι, εάν ο επανασυσταθείς γάμος δεν καταχωρίστηκε, ως φυσική κατ’ επέκταση αστική μεταβολή, στο μητρώο που διατηρεί ο Γενικός Ληξίαρχος, ενεργώντας ως ληξίαρχος γάμων, ώστε να μπορεί να εκδοθεί πιστοποιητικό γάμου (του επανασυσταθέντος ή ανασυσταθέντος γάμου), ως αποδεικτικό της τέλεσής του, και υφίσταται η καταχώριση του διαζυγίου του 2008 (εκείνη η μεταβολή), κι αν πρόσθετα υπερτερούν οι εκκλησιαστικοί κανόνες για τον προσδιορισμό του εάν υπάρχει γάμος, εάν δεν υφίσταται γάμος για την Εκκλησία, μπορεί να μην υφίσταται «γάμος» και για την Πολιτεία, ανεξαρτήτως της πλήρωσης του νομοθετικού ορισμού (και ανεξαρτήτως του άρθρου 89 του Καταστατικού Χάρτη). Ωστόσο, και πάλι (παρόλο που είναι άγνωστο τι ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ληξιαρχικά), η καταχώριση και πιστοποίηση του γάμου δεν είναι προϋπόθεση για να λάβει ο γάμος υπόσταση, ως γεγονός, πέραν του ότι έχει αποδεικτική αξία εκεί όπου αμφισβητείται, ως όλες οι ληξιαρχικές πράξεις που βεβαιώνουν την αστική κατάσταση των πολιτών (γέννηση, θάνατος, κ.λπ.), η απουσία ή καταστροφή των οποίων, δεν αναιρεί και το ίδιο το γεγονός. Ανεξαρτήτως και της ποινικής διάστασης του να μην αιτείται κάποιος την καταχώριση της μεταβολής στο ληξιαρχείο (ώστε να επιτρέψει στους διαπιστευμένους φορείς που έχουν πρόσβαση σε αυτές να αντλούν ορθή πληροφόρηση, για τους σκοπούς τους). Το άρθρο 89 του Καταστατικού Χάρτη, δημιουργεί, όντως, διάφορες περαιτέρω σκέψεις.

Το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε την καταχώριση αίτησης για πνευματική λύση του επανασυσταθέντος ή ανασυσταθέντος γάμου του 2005, αναζητώντας απλά, όχι τωρινό διαζύγιο κάποιου γάμου του 2012, αλλά την προσκόμιση του αρχικού διαζυγίου του 2008, γιατί, ουσιαστικά, δεν θα είναι σαν να λύνει πνευματικά τον γάμο του 2012 η ίδια, αλλά τον ίδιο τον (ένα για την εκκλησία) γάμο του 2005. Κι ενώ καταχωρίστηκε η αίτηση στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο για την πνευματική λύση του γάμου του 2005, εάν θα καταχωριστεί και αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τη λύση (διαζύγιο) του γάμου του 2012, και πάλι, θα σταλεί η νενομισμένη γνωστοποίηση στον Επίσκοπο, για να προβεί σε συνδιαλλαγή, βασικά, γάμου που δεν θα υφίσταται για την Εκκλησία. Άμποτε να μπορούσε να υπάρξει συντονισμός.

Εν πάση περιπτώσει, ορθότερο είναι να λεχθεί ότι η επανασύσταση ή ανασύσταση γάμου θεωρείται, για την Πολιτεία, νέος γάμος, ο οποίος θα πρέπει να λυθεί με νέα αίτηση διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο.  Ως «δεύτερος γάμος» αναφέρεται και στη Ν. Γ. ν Ρ. Ν. Γ. (2010) 1 Α.Α.Δ. 138, χωρίς, φυσικά, να συνιστά οτιδήποτε άλλο από απλή αναφορά, για κάτι που, νομικά, μπορεί να είναι, κατά τα λοιπά, δεδομένο έως απλοϊκό (βλ. σύμβαση λύνεται – νέα σύμβαση), χωρίς να πρέπει να αφήνεται η εκκλησιαστική προσέγγιση να θολώνει και την όλη νομική εικόνα ή να παρασέρνει σε παράλειψη καταχώρισης αίτησης διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο για αστική λύση του γάμου, με ό,τι τούτο μπορεί να συνεπάγεται.

Εξάλλου, όπως υποδεικνύει, πάντα εύστοχα, ο ευπαίδευτος συνάδελφος δρ. Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης, η διατριβή του οποίου ήταν σε αυτό ή συναφές αντικείμενο, παρεμβαίνοντας σε σχέση με τις σκέψεις αυτές, κι αναφερόμενος στην άμεση οδό απάντησης στο ερώτημα, δηλαδή στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησία της Κύπρου (στον εκκλησιαστικό νόμο):

«Νομίζω όμως ότι το θέμα εν προκειμένω περιπλέκεται άνευ λόγου. Το άρθρο 111 του Συντάγματος, ως τροποποιήθηκε, εξακολουθεί να προβλέπει ότι παν ζήτημα των ανηκόντων εις την Ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν σχέσιν έχον προς το γάμο ή το κύρος του γάμου, διέπεται υπό του εκκλησιαστικού νόμου της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το Σύνταγμα υπερέχει βέβαια και του νόμου και οποιουδήποτε άλλου και για αυτό δεν χρειάζεται καν αναφορά στον κακοδιατυπωμένο ν. 104(Ι)/2003 διότι το θέμα διέπεται από τον εκκλησιαστικό νόμο. Το θέμα άλλωστε έχουμε αναλύσει εκτεταμένα τόσο εγώ στο Κυπριακό Δίκαιο Γάμου και Διαζυγίου, όσο και ο Γ. Σεργίδης στο Internal and External Conflicts of Laws in Family Relations. Όταν έγινε ο ισχύων Καταστατικός Χάρτης πριν μερικά χρόνια είχε προστεθεί συνειδητά στο άρθρο 89 που αφορά στην ανασύσταση γάμου ότι ‘έναντι των πολιτειακών αρχών, η τέλεση της ακολουθίας αυτής θεωρείται ως ιερολόγηση γάμου’. Συνεπώς ο ίδιος ο εκκλησιαστικός νόμος προέβλεψε για τις συνέπειες ως προς την ισχύ του γάμου για την πολιτεία και αυτές είναι οι αντίστοιχες προς την ιερολόγηση, δηλαδή σύσταση γάμου με βάση το 83 του Κ.Χ. Με δυο λόγια είναι σαφές κατά την γνώμη μου, αλλά για κάπως διαφορετικούς λόγους από αυτούς που αναφέρεις, ότι για την πολιτεία υπάρχει δεύτερος γάμος που πρέπει να λυθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ως θέμα πρακτικής η εισήγηση μου σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι πάντα ότι θα πρέπει να αναγράφεται στην αίτηση ότι ζητείται η λύση γάμου που (ως η περίπτωσή σου) συνάφθηκε το 2012 κατόπιν επανασύστασης από την Ορθόδοξη Εκκλησία γάμου που είχε συναφθεί το 2005 και λυθεί με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου το 2008.»

Αυτό, βέβαια, που δημιούργησε τη σύγχυση και τη διάσταση απόψεων στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ότι θεώρησε, η Εκκλησία, (λόγω ανασύστασης, δηλαδή το πρακτικό αποτέλεσμα της ανασύστασης) τον γάμο του 2005 ζωντανό, επομένως προέκυψε και η διάσταση μεταξύ γάμων (για την Πολιτεία το 2012, για την Εκκλησία το 2005). Κι αν υπερισχύει και ο Κ.Χ. (δια του Συντάγματος) για τα του γάμου, τέθηκε το ερώτημα ποιος είναι τελικά ο γάμος που ισχύει (πρώτα) για την Εκκλησία (κατ’ επέκταση) για την Πολιτεία. Όμως, όπως φαίνεται (όσο παράξενο κι αν ακούγεται), η Εκκλησία θα λύσει, στην προκειμένη περίπτωση, τον ένα γάμο (πνευματικά), και η Πολιτεία τον άλλο (με διαζύγιο που μόνον εκείνη  – πλέον – εκδίδει). Τούτο γιατί, και με βάση τη νομική προσέγγιση της σύμβασης, και με βάση την (επεκτεινόμενη) εκκλησιαστική πρόβλεψη και για τα περί πολιτειακής ισχύος του γάμου κατόπιν ανασύστασης, ο γάμος αυτός, για την Πολιτεία, θεωρείται δεύτερος ή νέος γάμος (ασχέτως αρίθμησης).

Εξηγώντας,  ο δρ. Αιμιλιανίδης, περαιτέρω την «ανασύσταση», γιατί έχει αυτό το πρακτικό αποτέλεσμα, χρήσιμα, λέει:

«Ο λόγος για τον οποίο δεν θεωρείται ως νέος γάμος για σκοπούς εκκλησίας είναι πρωτίστως, όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, ότι στον Κ.Χ. σε αντίθεση με το ν. 104(Ι)/03 εξακολουθεί να προβλέπεται το όριο των τριών γάμων που πάντα ίσχυε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Συνεπώς αν η εκκλησία θεωρούσε ότι υπήρχε πνευματική λύση δεύτερου γάμου στην περίπτωσή σου, αυτό θα σήμαινε ότι πλέον θα υπήρχε δικαίωμα έκαστου μέρους να τελέσει μόνο ένα πρόσθετο γάμο. Για να το προεκτείνω. Ας πούμε ότι το ξανάκαναν μετά το δεύτερο διαζύγιο και ανασύσταιναν το γάμο για τρίτη φορά και μετά έπαιρναν πάλι διαζύγιο και μετά ήθελαν να ανασυστήσουν το γάμο για τέταρτη φορά, αν η εκκλησία θεωρούσε πως κάθε φορά υπήρχε νέος γάμος δεν θα μπορούσε να τους ξαναπαντρέψει. Οπότε για αυτό τον λόγο πρωτίστως είχε από αρχαιοτάτων χρόνων επιλεγεί η λύση της ανασύστασης, ώστε να μην μετρά για σκοπούς της εκκλησίας ο γάμος ως νέος γάμος. Εξ ου και η διαφορετική μεταχείριση εκκλησίας και πολιτείας που ορθά επισημαίνεις, η οποία όμως εν προκειμένω δεν στερείται λογικής. Παρενθετικά αξίζει τον κόπο να διαβάσεις το ιστορικό της τετραγαμίας του Αυτοκράτορα Λέοντα Στ Σοφού, ο οποίος για να τελέσει τον τέταρτο γάμο του με την Ζωή Καρβοψίνα, έπαυσε τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό που αρνείτο να ιερολογήσει τον γάμο και τον αντικατέστησε με τον Πατριάρχη Ευθύμιο Α ο οποίος προχώρησε (ως αντιπαροχή) στην ιερολόγηση. Για αυτό και εκκλησιαστικά ο διάδοχος Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ήταν νόθος διότι η εκκλησία δεν επέτρεπε τον τέταρτο γάμο.»

Επομένως, προκύπτει ότι, για την εκκλησιαστική προσέγγιση (που δεν ακολουθεί τη νομική λογική της σύμβασης), τα ίδια υποκείμενα μπορούν να «ξαναπαντρευτούν» ή άλλως πώς να ιερολογηθούν τα δεσμά του γάμου τους όσες φορές αυτοί επιθυμούν, δια ανασύστασης (αφαιρώντας, ουσιαστικά, την αμαρτία, κ.λπ.), και να θεωρείται ότι ένας γάμος υπάρχει κάθε φορά, και μάλιστα να είναι και κάτι θετικό αυτό, κάτι ευχάριστο, σαν πνευματική νίκη. Αρκεί να μην έχει μεσολαβήσει γάμος οποιουδήποτε εξ αυτών των μερών του ζεύγους με τρίτο άτομο. Μόνον εκείνος, ο ξένος γάμος, όταν μεσολαβεί, διαρρηγνύει εντελώς ή οριστικά τον δεσμό των μερών, δημιουργώντας τον δεσμό με το άλλο άτομο, ώστε επόμενος γάμος μεταξύ των ιδίων υποκειμένων του αρχικού ζεύγους, τότε, να θεωρείται νέος γάμος, που τότε προσμετρά ως τρίτος γάμος. Παράλληλα, για την Πολιτεία, μπορούν να εκδίδονται, σε τέτοια περίπτωση, ανασυστάσεων, διαζύγια μεταξύ των ιδίων ατόμων.

Το επόμενο ερώτημα που τίθεται σε αυτή τη συζήτηση (και συνέβαλε ίσως στη σύγχυση και τελικά τη διχογνωμία) είναι το εξής: Σε αυτές τις περιπτώσεις διαζυγίων (από την Πολιτεία) επί ανασυσταθέντων γάμων, τι θέση έχει η συνδιαλλαγή, θα πρέπει να γίνει απόπειρα συνδιαλλαγής (νοουμένου ότι δεν μπορεί να λύσει πνευματικά η Εκκλησία κάτι που δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχει); Κι αν δεν έχει θέση (εκκλησιαστικά), μπορεί να καμφθεί και νομικά η προϋπόθεση (να διασωθούν, για παράδειγμα, τρεις μήνες) ή και τότε, στα εκκλησιαστικά πράγματα, έχει πάλι άλλο νόημα ή πρακτικό χειρισμό και δεν είναι απλά ή (με ψυχρά νομικά) «άνευ (ιδίου) αντικειμένου»;

Με δεδομένο και το γεγονός ότι ο ανασυσταθείς γάμος, ακόμα κι αν μόνο για την Πολιτεία θεωρείται νέος γάμος, παραμένει, κατά νόμο, θρησκευτικός γάμος, και ο Ν. 22/1990 δεν εξαιρεί. Ή μήπως (αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο) δεν εφαρμόζεται τελικά ο Ν. 22/1990 και (με την ίδια νομική προσέγγιση), θεωρητικά δοσμένο, υπάρχει και λεπτή εννοιολογική διάκριση της έννοιας του γάμου στον Ν. 104(Ι)/2003 σε σχέση με την έννοια του γάμου στον Ν. 22/1990, όπου ο ένας νόμος δεν παραπέμπει και εννοιολογικά στον άλλο (ώστε ο Ν. 22/1990 να αναφέρεται σε γάμο σύμφωνα με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία στενά, άρα όχι στον γάμο που απλά αναγνωρίζει η Εκκλησία ως ισχυρό για την Πολιτεία αλλά όχι για την ίδια, και δεν λύνει πνευματικά); Ή εκ του άρθρου 89 του Κ.Χ., όπως επεκτείνεται και στα της Πολιτείας, ή (πιο ευγενικά) με την από μέρους του αναγνώριση και της αστικής έννομης σχέσης, σε διάσταση με την εκκλησιαστική προσέγγιση, σε συνάρτηση με τη σιωπή του άρθρου 87επ. Κ.Χ. (θέση συνδιαλλαγής σε περίπτωση πνευματικής λύσης ανασυσταθέντος γάμου), μπορεί να νοηθεί ότι ο ίδιος ο Κ.Χ., εμμέσως, καθιστά άνευ (ιδίου) αντικειμένου τη διαδικασία της συνδιαλλαγής στον (θρησκευτικό μεν, λόγω ιερολόγησης σύμφωνα με τη Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, μα συνάμα μόνον) «αστικό γάμο», στο οντολογικό του επίπεδο;  Κι εφόσον, πρακτικά, ήδη έγινε δεκτή (για καταχώριση έστω) η αίτηση για πνευματική λύση του γάμου του 2005 χωρίς νέα συνδιαλλαγή, με τη συνδιαλλαγή του 2008 (εάν δεν πρόκειται για διαδικαστικό λάθος βέβαια, και όντως υπάρχει αναδρομή στο κάθε τι, γάμος 2005, συνδιαλλαγή 2008, πνευματική λύση που έγινε μα ήρθη το 2012 και επαναλαμβάνεται το 2018). Με δεδομένο, επίσης, ότι και η μη ακολούθηση του συνόλου της διαδικασίας πριν από την καταχώριση αίτησης για λύση θρησκευτικού γάμου από το Οικογενειακό Δικαστήριο (που αμυντικά θα ακολουθηθεί περισσότερο, παρά με ουσιαστική συμφωνία ως προς την αναγκαιότητα), σύμφωνα με τον Ν. 22/1990, δημιουργεί ελάττωμα στην αίτηση, που την εκθέτει σε απόρριψη.

Επικεντρώνοντας στην πρακτικότητα, ο δρ. Αιμιλιανίδης, αναφέρεται ότι:

«Ο Ν. 22/90 είναι νόμος της πολιτείας και επομένως στη δική μου κατανόηση δεν θα ήταν δυνατό να μην γίνει κατανοητός με άλλη αντίληψη πέραν της πολιτειακής. Άλλωστε και για την εκκλησία και για την πολιτεία μετά την ανασύσταση υπάρχει γάμος- το μοναδικό ερώτημα είναι αν είναι 2ος ή 1ος και ο 22/90 δεν αναφέρει κάπου εξαίρεση για αυτές τις περιπτώσεις. Με δεδομένο ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί η εκκλησία για συνδιαλλαγή δεν ελέγχονται δικαστικά και ότι τούτο περιλαμβάνει τόσο το περιεχόμενο της συνδιαλλαγής, όσο και το αν όντως έγινε συνδιαλλαγή, θα έλεγα ότι για σκοπούς του νόμου είναι αδιάφορο αν έγινε ή όχι συνδιαλλαγή. Άλλωστε ας μην λησμονούμε ότι πριν τη θέσπιση του νέου Κ.Χ. δεν γινόταν συνδιαλλαγή αλλά απλώς αποστέλλετο τυπική επιστολή λόγω ακριβώς της ύπαρξης των εκκλησιαστικών δικαστηρίων ουσίας και ότι το κρίσιμο είναι αν παρήλθε το τρίμηνο. Συνεπώς αν μεν υπάρχει η βεβαίωση από την εκκλησία ότι έγινε συνδιαλλαγή αυτή μεν θα ήταν ανέλεγκτη- αν δε όχι, τότε εφόσον έχει παρέλθει το τρίμηνο για σκοπούς του δικαστηρίου η απόπειρα έχει γίνει νομίμως. Εκείνο που θα ήταν εν προκειμένω κρίσιμο από πολιτειακής άποψης είναι αν ζητήθηκε συνδιαλλαγή ενόψει της ύπαρξης νέου γάμου και παρήλθε το τρίμηνο. Τώρα δεν θεωρώ ότι θα εμπόδιζε κάτι την Εκκλησία αν το επιθυμούσε να κάνει νέα απόπειρα συνδιαλλαγής, αλλά οπωσδήποτε η εκκλησία λειτουργεί πάντα με βάση την δικαιική αρχή της εκκλησιαστικής οικονομίας που λειτουργεί και ως μια αρκετά πιο διευρυμένη Δ. 64 και καθιστά άνευ σημασίας για σκοπούς της εκκλησίας τις δικονομικές παραλείψεις. Σε κάθε περίπτωση για σκοπούς του Ν. 22/90 το μόνο που χρειάζεται είναι να ζητηθεί η απόπειρα και να παρέλθει το τρίμηνο – αν όντως έγινε η απόπειρα δεν είναι εν προκειμένω κρίσιμο.»

Ξεκινώντας από το (μάλλον επιλυμένο) θέμα, ότι υφίσταται γάμος και για την Εκκλησία και για την Πολιτεία, απλά διαφορετικής χρονολογίας, το ζήτημα νομίζω πως δεν είναι, ακριβώς, η σειρά ή η αρίθμηση (αυτή είναι κάπως αδιάφορη). Στο τέλος της ημέρας, αδιάφορη μπορεί να είναι και η διαδικασία λύσης του γάμου και με βάση τον Ν. 22/90 (εφόσον και νέος θρησκευτικός γάμος να ήταν και για την Εκκλησία, πάλι θα αναλώνονταν το τρίμηνο). Ξεκαθαρίζοντας, μέσα απ’ αυτόν τον εποικοδομητικό διάλογο, το νομικό καθεστώς του ανασυσταθέντος γάμου, ό,τι προκύπτει είναι ότι, για την Εκκλησία, εν τέλει, υπάρχει, δια της ανασύστασης, δημιουργία συνεχούς (πλασματικής) περιόδου γάμου (από το 2005 μέχρι το 2018), αδιάφορα από τα γεγονότα που μεσολάβησαν (την ίδια τη βούληση των μερών). Για την Πολιτεία όχι, και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις καθορίστηκαν ή θα πρέπει να καθοριστούν ανάλογα στα διάφορα κρίσιμα χρονικά σημεία (γάμος, διαζύγιο, νέος γάμος, νέο διαζύγιο). Από τη στιγμή που η Εκκλησία, βέβαια, δεν παρεμβαίνει και σ’ αυτά, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις (λόγω της δικής της προσέγγισης και αφαίρεσης, από τον χρόνο, των περιόδων χωρισμού), ό,τι μένει να θίγεται, είναι, μάλλον, η ηθική ή ηθικονομική διάσταση, και το κατά τα λοιπά διαχρονικό και βαθύτερο ζήτημα της σχέσης ή καλής επικοινωνίας μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας, εδώ δια του δικαίου του γάμου και της λύσης του γάμου (ως θρησκευτικού γεγονότος, αλλά και ως κοινωνικού γεγονότος) και τα επιμέρους ζητήματα που σχετίζονται μ’ αυτό. Αυτά αντανακλούν, εάν θέλετε, αν μη τι άλλο, την όλη θεώρηση και αντιμετώπιση του ατόμου και της προσωπικότητάς του μέσα στη σύγχρονη κοινωνία.

Έπειτα, είναι κι αυτό που δεν μπορεί να φιλτράρει εύκολα ο νους, ως αποτέλεσμα (εάν δεχθούμε ότι ισχύει ο Ν. 22/90 και σε αυτήν τη περίπτωση), που ακόμα κι αν δεν έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία, θεωρητικά παραφωνεί: Μετά που θα’ χει προβεί, η Εκκλησία, στην πνευματική λύση του γάμου του 2005 (με βάση την υφιστάμενη αίτηση), κι ενώ η συνδιαλλαγή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική λύση του γάμου, κι ενώ η ίδια δεν αναγνωρίζει άλλο γάμο απ’ αυτόν που θα’ χει ήδη λύσει, θα κληθεί να προβεί σε συνδιαλλαγή επί ανύπαρκτου (γι’ αυτήν) αντικειμένου, για να εξετάσει την πιθανότητα επανένωσης δύο, πλέον, ξένων για την ίδια ατόμων, ως να’ ταν σύζυγοι. Και να έχει και το ελεύθερο να πράξει ό,τι θέλει σχετικά με τη συνδιαλλαγή (με λογικά αναμενόμενο, τουλάχιστον, να μην πράξει οτιδήποτε, με βάση την αρχή που ανέφερε ο δρ. Αιμιλιανίδης). Είναι, μήπως, σαν να καλείται να πράξει συνδιαλλαγή σε έναν οποιονδήποτε άλλης φύσης γάμο; Ενώ απλά θα μπορούσε να μην ισχύει η συνδιαλλαγή και η πνευματική λύση σ’ αυτή την περίπτωση, κι ο γάμος κατόπιν ανασύστασης, ως απλά «αστικός γάμος», που είναι μεν θρησκευτικός κατά νόμον, αλλά απεκδύεται την προσδιοριστική αυτοτέλειά του ως «θρησκευτικός γάμος» εκ των έσω (από την Εκκλησία, για τους δικούς της λόγους), να λύνεται με αίτηση χωρίς προδικαστικά στάδια που εμπλέκουν (εκ νέου) την Εκκλησία.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.