Σχετικά με την τροπολογία του 2018 για τις εκποιήσεις

Ένα από τα θέματα τα οποία συζητείται τελευταία, με αφορμή την τροπολογία που εισήγαγε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ο Ν. 87(Ι)/2018, είναι κάποια υποτιθέμενη αναδρομικότητα που προσδίδει η τροπολογία αυτή.

Η τροπολογία του 2018 εμπλούτισε τους λόγους Έφεσης του άρθρου 44Γ § 3 πάνω στους οποίους μπορεί να βασιστεί ένας ενυπόθηκος οφειλέτης ή ενδιαφερόμενος για να ανακόψει τη διαδικασία εκποίησης που κινεί ο ενυπόθηκος πιστωτής με βάση το Μέρος VIA του Νόμου (που είχε εισαγάγει ήδη η τροπολογία του Ν. 142(1)/2014), τροποποιώντας τον έναν εκ των λόγων Έφεσης, που αφορούσε στην ύπαρξη αγωγής «για την Ειδοποίηση Ι», ώστε να απαιτείται, πλέον, η ύπαρξη παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος.

Ούτε ο λόγος Έφεσης του 2014 που αναφέρονταν σε αγωγή ούτε ο λόγος Έφεσης του 2018 που αναφέρεται σε παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα είναι νομοθετικά καλοί. Ο λόγος Έφεσης του 2014 περί αγωγής «για την Ειδοποίηση Ι», πέρα από ασαφής, ενθάρρυνε την καταχώριση αγωγών, σωρηδόν και ασκόπως, για τη δημιουργία, τεχνηέντως, βέβαιου λόγου Έφεσης, ασχέτως εάν δεν θα προωθούνταν και η αγωγή ποτέ και εάν ήταν αβάσιμη, γενικά. Κι ο λόγος Έφεσης του 2018 αναφέρεται σε «απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη» χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα το περιεχόμενο του διατάγματος (εάν αναφέρεται σε ένα οποιοδήποτε διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη ή σε κάποιο που να απαγορεύει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο πιστωτή, εάν αυτό πρέπει να έχει καταστεί και απόλυτο – και πώς μπορεί ένα διάταγμα να απαγορεύει την άσκηση ενός νόμιμου δικαιώματος, η επιμέρους σκέψη). Εν πάση περιπτώσει, ήταν, θα μπορούσε να λεχθεί, μια προσπάθεια αποφυγής του φαινομένου τέτοιων τεχνικών λόγων Έφεσης, η προσθήκη προϋπόθεσης ελέγχου και περαιτέρω προϋποθέσεων σε σχέση με την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος, τις πιθανότητες επιτυχίας, κ.λπ. Παράλληλα, ήταν μια προσπάθεια διεύρυνσης της προστασίας του ενυπόθηκου οφειλέτη, με την εισαγωγή ουσιαστικών λόγων ανακοπής του πλειστηριασμού, εκτός από λόγους Έφεσης που αφορούν, στενά, στον έλεγχο της νομιμότητας της διαδικασίας (τύπος ή περιεχόμενο ή επίδοση Ειδοποίησης, κ.λπ.). Ο τρόπος νομοθετικής εισαγωγής αυτών των ουσιαστικών λόγων ανακοπής του πλειστηριασμού, ως λόγων Έφεσης, ήταν και είναι, ενδεχομένως, το βασικό πρόβλημα, που δημιουργεί δυσχέρειες, νομικές ή απλά ερμηνευτικές.

Ασχέτως της όποιας νομοθετικής πρόθεσης, υπήρξαν, προφανώς, Εφέσεις που καταχωρίστηκαν πριν από την τροπολογία του 2018, που βασίστηκαν, μεταξύ άλλων, σε λόγο Έφεσης ύπαρξης «αγωγής για την Ειδοποίηση Ι» , και ξαφνικά οι ενυπόθηκοι οφειλέτες εξέλαβαν ότι «καταργήθηκε» εκείνος ο λόγος ως λόγος Έφεσης από τον νομοθέτη, άρα ότι βλάφθηκαν. Απασχόλησε, τότε, η πρόνοια που έθεσε η ίδια τροπολογία του 2018 (εξαιτίας του ότι αυτή υπήρξε) και στο άρθρο 44Α § 3, που το άρθρο εκείνο προνοεί την εφαρμογή του Μέρους VIA σε υφιστάμενες και νέες υποθήκες και ειδικότερα τη λειτουργία του ως πρόσθετη επιλογή για τον ενυπόθηκο πιστωτή (που δεν αποκλείει άλλη διαδικασία, με βάση τον Νόμο). Εκείνη η πρόσθετη πρόνοια λέει το εξής:

«Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.»

Η πρόνοια αυτή αφήνεται να νοηθεί ότι προστέθηκε για να διασφαλίσει τη συνέχιση της διαδικασίας που ήδη ενεργοποιήθηκε από τον ενυπόθηκο πιστωτή πριν από την τροπολογία του 2018, χωρίς να επηρεάζονται τα χρονικά διαστήματα και οι προθεσμίες που προσμέτρησαν και οι Ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν και επιδόθηκαν βάσει αυτών (σε τέτοιες προθεσμίες και χρονικά περιθώρια από την απαίτηση πληρωμής που προηγήθηκε και της τροπολογίας του 2014 κάνει αναφορά η αμέσως προηγούμενη πρόνοια τύπου μεταβατική, του ίδιου άρθρου, και, τουλάχιστον από πλευράς συστηματικής ερμηνείας, έχει λογική η θέση της νέας μεταβατικής πρόνοιας, αμέσως μετά). Ευλόγως και χωρίς επηρεασμό του παραδεκτού των Εφέσεων που καταχωρίστηκαν για προσβολή εκείνων των Ειδοποιήσεων πριν από την τροπολογία (και που συνήθως δεν βασίζονταν σε μόνον έναν λόγο Έφεσης, αυτόν της ύπαρξης αγωγής). Δεν θα πρέπει να αποσυρθούν ή να απορριφθούν και να χαθεί δικαίωμα, επειδή τροποποιήθηκε ο νόμος. Η ουσιαστική κρίση, όμως, για το εάν θα παραμεριστεί η Ειδοποίηση ΙΑ ή κοινώς (ή κάποτε ορθότερα) εάν θα ανασταλεί ο πλειστηριασμός (που κατά τα λοιπά δικαιωματικά πρέπει να γίνει), είναι με βάση το ισχύον δίκαιο που θα πρέπει να ασκηθεί.

Συνακόλουθα, ό,τι κάνουν συνολικά οι μεταβατικές πρόνοιες του άρθρου 44Α § 3 είναι να λένε πως, οποτεδήποτε κι αν έγινε η απαίτηση πληρωμής (ακόμα και πριν την τροπολογία του 2014) και οποτεδήποτε κι αν κινήθηκε η διαδικασία με τις Ειδοποιήσεις (ακόμα και πριν την τροπολογία του 2018), εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου ως τροποποιήθηκε το 2018 ή το όποιο, τέλος πάντων, ισχύον καθεστώς (θα μπορούσαν να έλεγαν), και όχι οποιοδήποτε παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς. Τούτο δεν έχει να κάνει με τους λόγους Έφεσης, ακριβώς ή συγκεκριμένα, αλλά με το πότε και πώς μπορεί να γίνει ο πλειστηριασμός με βάση το Μέρος VIA. Γι’ αυτό, το πότε και πώς μπορεί να γίνει πλειστηριασμός με βάση το Μέρος VIA, δεν μπορεί να ισχύσει διαφορετικά για μια μερίδα ενυπόθηκων οφειλετών και διαφορετικά για μια άλλη. Εφαρμόζεται, σε κάθε περίπτωση, η σύγχρονη βούληση του νομοθέτη.

Η Έφεση συνιστά το ένδικο διάβημα για να τεθεί σε αμφισβήτηση η διαδικασία του πλειστηριασμού. Η διατύπωση του άρθρου 44Γ § 3 είναι, ίσως, κάκιστη, κι αυτό δεν αλλάζει χωρίς ο νομοθέτης να το θέλει, αλλά, επί της ουσίας, για μια δυνατότητα (ούτε καν δικαίωμα) του ενυπόθηκου οφειλέτη είναι ο λόγος, να ανακόψει τη διαδικασία του πλειστηριασμού, εάν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι. Η τροπολογία του 2018 δεν συνιστά, ακριβώς, καταργητικό νόμο συγκεκριμένου λόγου Έφεσης (ή «δικαιώματος») που μπορούσε, πριν από αυτήν, να παράγει συγκεκριμένη έννομη συνέπεια (παραμερισμό) και που πλέον, για τους λόγους που θέλει ο νομοθέτης, δεν μπορεί. Δεν κινείται σε τέτοια συλλογιστική βάση η σκέψη, γενικά. Θέτει πρόσθετη προϋπόθεση, όσον αφορά την ύπαρξη αγωγής, να υπάρχει και παρεμπίπτον διάταγμα. Και ακριβώς, με χρήση της ίδιας της τροπολογίας του 2018 και εκείνης της πρόνοιας του άρθρου 44Α § 3, μπορεί να λεχθεί, προς όφελος του ενυπόθηκου οφειλέτη, ότι μπορεί να σπεύσει και σήμερα (και οποτεδήποτε πριν από τον πλειστηριασμό θα έπρεπε) να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ή και προστατευτικό διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, ή να συμμετάσχει σε κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, κ.λπ. (οι νέοι λόγοι Έφεσης), ανεξαρτήτως εάν η διαδικασία κινήθηκε (δια Ειδοποιήσεων) πριν από το 2018 και ασχέτως του πότε καταχωρίστηκε η Έφεση. Οι νέοι λόγοι Έφεσης διατυπώνουν την (κοινωνικοπολιτικά ορθή, κατά τα λοιπά) ουσιαστική βούληση του νομοθέτη να μην γίνεται πλειστηριασμός, όταν συντρέχουν αυτές οι περιπτώσεις, παρά συνιστούν λόγους που αναφέρονται σε ελαττώματα στη διαδικασία.

Αλλά η υποτιθέμενα «προβληματική διάσταση» είναι, μάλλον, ότι, τόσον οι λόγοι που αναφέρονται σε ελάττωμα στη διαδικασία που κινήθηκε (τύπος και περιεχόμενο Ειδοποίησης ΙΑ, επίδοση της), όσο και αυτοί οι ουσιαστικοί λόγοι, προβλέπονται κακά στο ίδιο άρθρο, με τον ίδιο τρόπο, ως «λόγοι Έφεσης» που πρέπει να ασκηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, και δη όλοι με αναφορά σε παρελθοντικό χρόνο. Μα η ουσία, είναι ποια; Εάν εκδοθεί μετά την καταχώριση της Έφεσης (οποτεδήποτε κι αν καταχωρίστηκε αυτή) απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης λάβει προστασία με βάση άλλον νόμο μετά την καταχώριση της Έφεσης, θα κάνει τι, το Δικαστήριο (εάν, μάλιστα, ο Εφεσείων φροντίσει να θέσει τέτοιο λόγο Έφεσης ενώπιον του με έναν δικονομικά αποδεκτό τρόπο – κινούμενη, η κρίση, με βάση τον συμφέρον της δικαιοσύνης), θα προχωρήσει «να επιτρέψει τον πλειστηριασμό» (με βάση το γράμμα, να μην παραμερίσει την Ειδοποίηση ΙΑ και να απορρίψει την Έφεση), επειδή δεν συνέτρεξε ο συγκεκριμένος «λόγος Έφεσης» πριν από την καταχώρισή της, αλλά μετά (θα απαγορευτεί το όφελος εκ του νέου νόμου); Μήπως τότε θα υπήρχε, όντως, πρόβλημα; Μήπως χρειάζονταν πρώτα από όλα μια ουσιαστική βάση, εκτός οποιουδήποτε δικονομικού πλαισίου, ότι δεν διενεργείται πλειστηριασμός εάν συντρέχουν οι συγκεκριμένες ουσιαστικές προϋποθέσεις, που και η ίδια να αποτελεί το υπόβαθρο για «ορθή» κρίση από μέρους του ενυπόθηκου πιστωτή; Γιατί και από την πλευρά του ενυπόθηκου πιστωτή, μπορεί άνετα να λεχθεί ότι ο ίδιος εξέδωσε την Ειδοποίηση ΙΑ με βάση τον νόμο ως ίσχυε και ήταν ορθή και δεν ανέχεται παραμερισμό της, επειδή ο νομοθέτης θυμήθηκε ξαφνινά να εισαγάγει νέα στάδια κρίσης (που δεν εισαγάγει κιόλας, εξ ου η αναφερόμενη έλλειψη ουσιαστικής πρόνοιας).

Υπάρχει, λοιπόν, μια τροπολογία, που θέτει πρόσθετη προϋπόθεση, σε σχέση με τη δυνατότητα ανακοπής του πλειστηριασμού, πέραν της ύπαρξης αγωγής για την Ειδοποίηση Ι, να υπάρχει και προσωρινό διάταγμα (οποιοδήποτε) υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη (ουσιαστικοποιεί την τυπική προϋπόθεση που ήταν επιδεκτική χειρισμού και μεθόδευσης με την αποκλειστική βούληση του ενυπόθηκου οφειλέτη), ακριβώς για να ελέγχεται το βάσιμο της αγωγής, χωρίς να επηρεάζεται το παραδεκτό της Έφεσης που καταχωρίστηκε, και εκείνη, αναμφίβολα, ήταν μια αναγκαία νομοθετική παρέμβαση, για την επίλυση προβλήματος που υπήρχε στην τροπολογία του 2014. Από εκεί και πέρα, επειδή συχνά γίνεται μια επανάληψη της αρχής της απαγόρευσης της αναδρομικής ισχύος των νόμων, θα πρέπει, επίσης, να τύχει υπόμνησης (πέραν του ότι αυτή αφορά μόνον σε δυσμενείς μεταβολές), ότι, δεν διαφυλάσσονται, συνταγματικά, μόνον οι αξίες που εμπερικλείει η αρχή της μη αναδρομικότητας (εμπιστοσύνη, ασφάλεια δικαίου, απορρέουσα από το κράτος δικαίου, κ.λπ.) όπου η αναδρομικότητα απαγορεύεται απόλυτα σε ορισμένες περιπτώσεις. Υπό κάποιες περιστάσεις, η αρχή του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής δικαιοσύνης, επιτάσσει τη νομοθετική παρέμβαση. Ο νομοθέτης μπορεί να παρεμβαίνει σε «κεκτημένα δικαιώματα» ή δημιουργημένες έννομες σχέσεις και καταστάσεις, για να επιφέρει βασικές κοινωνικές μεταβολές, και τότε μπορεί να ανατρέχει στο παρελθόν (ακριβώς για να διασφαλίσει και την κοινωνική ισότητα), εφόσον δεν ανατρέπει δικαιώματα και έννομες σχέσεις που προστατεύει το ίδιο το Σύνταγμα, και η αναδρομικότητα επιβάλλεται για την καθολικότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν ανατρέχει, ακριβώς ή γνήσια, η τροπολογία, γιατί η πρόνοια του άρθρου 44Α § 3 δεν λέγει ότι ένας νόμος εφαρμόζεται σε έννομες σχέσεις και δικαιώματα που διαμορφώθηκαν οριστικά παλαιά και τότε είχαν την Χ έννοια και σήμερα έχουν την Ψ έννοια, δυσμενέστερη, αλλά ορίζει ή ρυθμίζει την (ήδη γνωστή και προϋφιστάμενη) κοινωνική συνέπεια μιας συνεχιζόμενης υπερημερίας ενυπόθηκου οφειλέτη και τους μηχανισμούς ή το εύρος των λόγων ανακοπής της (που αυτοί δεν βασίζονται καταρχάς σε ουσιαστικό δικαίωμα του οφειλέτη, δεν έχει τέτοιο δικαίωμα μη εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ούτε η αναφορά είναι ευθέως στο δικαίωμά του στην ιδιοκτησία ελεύθερο από υποθήκη που συστάθηκε νόμιμα, αλλά σε κοινωνική πολιτική, εφόσον η πορεία μία είναι, εκείνη του δικαώματος εκποίησης που καταρχάς υπερτερεί, εκτός εάν κάτι άλλο, στο μεταξύ, υπερτερήσει), κι η νομοθετική θεώρησή της απαιτεί να είναι εκσυγχρονισμένη αλλά και ίδια σε κάθε περίπτωση ενυπόθηκου οφειλέτη και σε κάθε περίπτωση πλειστηριασμού. Το δίκαιο του πλειστηριασμού, άλλως πώς, να είναι (και πρέπει να είναι) αυτό που ισχύει κατά τον χρόνο λήψης της δικαστικής απόφασης. Διαφορετικά, πρακτικά και πάλι, τι νόημα θα είχε να μην ήταν έτσι, δηλαδή να παραμερίζονταν μια Ειδοποίηση ΙΑ, για να εκδοθεί κάποια άλλη, ίδια, καθαρά, με βάση το νεότερο δίκαιο (λίγος παραπάνω χρόνος μόνο μερικών ημερών και λίγα ή πολλά περισσότερα έξοδα); Μήπως αυτός θα ήταν άκρατος (και ανυπόφερτος) φορμαλισμός;

Τα ερμηνευτικά προβλήματα, εάν όντως υφίστανται, θα ήταν, ενδεχομένως, λιγότερα ή και δεν θα υπήρχαν, εάν το άρθρο 44Γ § 3 πιο καθαρά διαχώριζε το δικονομικό δικαίωμα άσκησης Έφεσης εντός 30 ημερών, από τους τυπικούς / διαδικαστικούς λόγους που αφορούν στη νομιμότητα (ή και ορθότητα) της διαδικασίας όπως κινήθηκε από τον ενυπόθηκο πιστωτή (που εκείνοι είναι οι γνήσιοι λόγοι Έφεσης, δια των οποίων ελέγχονται τα διαβήματα του ενυπόθηκου πιστωτή, εάν πληρούν τις διατάξεις του Νόμου κι αν ορθά ασκήθηκε κρίση, εκεί όπου υπήρχε περιθώριο κρίσης), και από κάποια πρόνοια περί της δυνατότητας του ίδιου Δικαστηρίου να αναστείλει τον πλειστηριασμό εάν συντρέχουν ή οποτεδήποτε συντρέξουν πριν από την εκποίηση του ακινήτου, εκείνες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Εκείνες δεν συνιστούν εκ του περιεχομένου τους «λόγους Έφεσης» δια των οποίων ελέγχεται η νομιμότητα ή ακόμα και η ορθότητα της διαδικασίας του Μέρους VIA (με την έννοια της ορθότητας σε αυτό το δικονομικό πλαίσιο Έφεσης, της ουσιαστικής νομιμότητας), αλλά, αδιάφορα από την τυπική ή ουσιαστική νομιμότητα της διαδικασίας που ήδη ακολουθήθηκε, λόγοι για τους οποίους μπορεί (ή θα ήταν κοινωνικά προτιμότερο) να μην γίνει ο πλειστηριασμός. Ακόμα καλύτερα θα ήταν εκείνες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις να μην προβάλλονταν (μόνον) δια του συγκεκριμένου στενού ένδικου μέσου της Έφεσης (που εκείνη περιορίζεται στη νομιμότητα, τυπική ή ουσιαστική, της διαδικασίας), αλλά δια αίτησης που να μπορεί να υποβληθεί χωρίς τον χρονικό φραγμό των 30 ημερών, οποτεδήποτε πριν από τον πλειστηριασμό, με αίτημα την ανακοπή του πλειστηριασμού, όχι τον παραμερισμό κάποιας Ειδοποίησης (καθαρά διαδικαστική εμβέλεια) ή δια εκείνου αλλά με κάπως καλύτερη πρόβλεψη. Και πάλι, όμως, υπάρχουν κι άλλες σκέψεις σχετικά με το περιττό του θορύβου έστω κι αν το ένδικο μέσο της Έφεσης προβλέπεται ως προβλέπεται, κακά ή καλά, ή ως Έφεση παρόμοια με την Έφεση εναντίον αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου.

Η τροπολογία του 2018 μπορεί να μην είναι «αντισυνταγματική» σε νομοθετικό επίπεδο (δεν διατυπώνει, εξάλλου, ο καθένας, έτσι απλά, μια τέτοια κρίση), αλλά η εφαρμογή των μέτρων ουσιαστικής προστασίας του ενυπόθηκου οφειλέτη, στην πράξη, ως διαδικαστικών λόγων Έφεσης που θα πρέπει οπωσδήποτε να προϋπάρχουν της Έφεσης και να προβάλλονται και μέσα στο στενό της χρονικό πλαίσιο, αποκλειστικά, εκείνη μπορεί να οδηγήσει, σε πραγματικό χρόνο, σε δυσανάλογα αποτελέσματα που δεν μπορεί να αποκλείσει, κανείς, ότι δεν θα απολήγουν σε παραβιάσεις δικαιωμάτων. Ένα μέτρο ερμηνευτικής ή άλλης διάσωσης ή γενικά προσέγγισης, θα μπορούσε να ήταν ότι, ανεξάρτητα από την πρόβλεψη των μέτρων ουσιαστικής προστασίας και ως λόγων Έφεσης, που, εάν προϋπάρχουν, μπορούν να προβληθούν δια της Έφεσης, επιτυγχάνοντας τον παραμερισμό της Ειδοποίησης ΙΑ (γιατί, όντως, εάν προϋπήρχαν της Ειδοποίησης ΙΑ και εν γνώσει τους ο πιστωτής προχώρησε στην έκδοση της Ειδοποίησης ΙΑ το ελάττωμα, τότε, είναι και ελάττωμα κρίσης, ουσιαστικής νομιμότητας), εάν δεν προβληθούν δια της Έφεσης και δεν επιτευχθεί ο παραμερισμός της Ειδοποίησης ΙΑ, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να ανακόψουν τον πλειστηριασμό με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή γενικά. Άλλως πώς, το ένδικο μέσο της Έφεσης δεν είναι απαγορευτικό της άσκησης οποιωνδήποτε άλλων ένδικων μέσων εναντίον του πλειστηριασμού ούτε η άσκηση της Έφεσης αποκλείει άλλα ένδικα μέσα. Διαφορετικά, και πάλι, τι (είναι η τεράστια απορία); Εάν απορριφθεί μια Έφεση γιατί δεν συντρέχουν οι «λόγοι Έφεσης», μεταξύ των οποίων, και ως πιο πάνω, γιατί δεν υπάρχει παρεμπίπτον διάταγμα που θέλησε ο νομοθέτης, ενώ όταν καταχωρίστηκε η Έφεση αρκούσε μόνον η αγωγή, και οποτεδήποτε άλλοτε μετά την καταχώριση της Έφεσης ή και μετά την απόρριψή της, εκδοθεί, όντως, προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που απαγορεύει τον πλειστηριασμό ή προστατετευτικό διάταγμα, θα αντιτάξει, κάποιος, έναντι στο δικαστικό διάταγμα, ότι, επειδή υπήρχε και απέτυχε η Έφεση, μπορεί να παρακούσει το δικαστικό διάταγμα και να πλειστηριάσει;

Εκτός από τα προαναφερόμενα που επισημαίνουν, απλά, την ανάγκη για λίγο περισσότερη πρακτικότητα, δίνεται, πάντως, αφορμή, να σχολιαστεί και κάτι άλλο. Ότι ένας πλειστηριασμός δεν είναι κατ’ ανάγκη εις βάρος του ενυπόθηκου οφειλέτη, ειδικά όταν αφορά σε ακίνητα, που, ούτως ή άλλως, σκοπεύει να διαθέσει έναντι ή προς διευθέτηση του ενυπόθηκου χρέους. Ένας αριθμός περιπτώσεων, δυστυχώς, φαίνονται να είναι τέτοιες. Θα πρέπει, ίσως, να λαμβάνει νομική συμβουλή, εάν, στην περίπτωσή του, τον συμφέρει να αντιδράσει με Έφεση (που και να επιτύχει στη βάση τυπικών λόγων και να παραμεριστεί η Ειδοποίηση ΙΑ, απλά θα εκδοθεί άλλη) ή εάν θα πρέπει να ασχοληθεί με την ουσία, για να λύσει το πρόβλημά του. Δεν χρειάζεται παντού και πάντα ο πανικός να ανακοπεί ο πλειστηριασμός (ως θέμα τακτικής ή πρακτικής ή και ηθικής – κάπου εντοπίζεται – σημασίας), που, κατά τα λοιπά, είναι η φυσιολογική νομική συνέπεια της ύπαρξης της υποθήκης και της απαίτησης πληρωμής και μη πληρωμής, παντού και πάντα (αυτό δεν αλλάζει στον απαραίτητο συναλλακτικό θεσμό της υποθήκευσης). Μερικές φορές, με τον διάλογο και τη συνεργασία, λύνονται τα προβλήματα, ειρηνικά και οικονομικά, χωρίς να χρειάζεται να φορτίζονται τα δικαστήρια με ένα σωρό θορυβώδεις και ενδεχομένως άσκοπες διαδικασίες και σκέψεις.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.