Απαγορευτικά διατάγματα (injunctions)

Το άρθρο 32 § 1 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (και όχι μόνον, αλλά χρησιμοποιείται για την αναφορά) προβλέπει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, ακόμα κι αν δεν αξιώνονται, και ακόμα και εάν δεν χορηγούνται μαζί και αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες. Γίνεται αναφορά σε τριών ειδών απαγορευτικά διατάγματα: στα παρεμπίπτοντα, τα διηνεκή και τα προστακτικά. Περαιτέρω, το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 32 § 1 και το άρθρο 32 § 2 προβλέπουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα (να υπάρχει σoβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση κατά την επ’ ακρoατηρίoυ διαδικασία, να υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιoύται σε θεραπεία, εκτός εάν εκδoθεί παρεμπίπτoν απαγoρευτικό διάταγμα, θα είvαι δύσκoλo ή αδύνατo vα απoνεμηθεί πλήρως δικαιoσύνη σε μεταγενέστερo στάδιo, και να είναι δίκαιο).

Το άρθρο 32, δεν αναφέρεται σε «ενδιάμεσο», «τελικό», «προσωρινό», «συντηρητικό» διάταγμα ή σε άλλου είδους ορολογίες, οι οποίες μπορεί να προκαλούν σύγχυση σε αρκετούς. Αναφέρεται σε απαγορευτικά διατάγματα. Αναφέρεται σε τέτοια, παρόλο που θα μπορούσε απλά να αναφέρεται σε διατάγματα (injunctions), εφόσον είναι ένα άρθρο που απλά ρυθμίζει τις εξουσίες του Δικαστηρίου, μέσα στον περί Δικαστηρίων Νόμο. Ρώτησε, κάποτε, κάποιος φοιτητής, μα η πρόβλεψή του περιλαμβάνει και τα προστακτικά διατάγματα (mandatory), που δεν είναι απαγορευτικά (prohibitory / restrictive), άρα γιατί μιλάμε για «απαγορευτικά διατάγματα»; Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που η ρύθμιση αυτή περιλαμβάνει και τα προστακτικά διατάγματα μέσα σε μια αναφορά για απαγορευτικά διατάγματα. Τα Δικαστήρια της Επιείκειας, από όπου έλκουν την καταγωγή τους τα διατάγματα, αρχικά δεν εξέδιδαν διατάγματα με προστακτική μορφή, αλλά με απαγορευτική μόνον. Οπότε εάν θα έπρεπε να εκδοθεί ένα διάταγμα που να σκοπεί στο να εξαναγκάσει τον εναγόμενο να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη, όπως, για παράδειγμα, να κατεδαφίσει ένα οικοδόμημα, θα ήταν διάταγμα που να του απαγορεύει να προβεί σε κάποια άλλη πράξη ή παράλειψη, όπως, για παράδειγμα, απαγόρευση να αφήνει επί του εδάφους να υφίσταται το συγκεκριμένο οικοδόμημα, ή με άλλη απαγορευτική διατύπωση τέλος πάντων. Επομένως, θα περιείχε έμμεση προσταγή, δια της απαγόρευσης, κι αυτό αντανακλούσε, ίσως, μια εκδοχή δικαστικής ευγένειας, η οποία ήταν κοινωνικά ανεχτή και λειτουργούσε ίσως αποδοτικά σε εποχές που δεν είναι πλέον ορατές. Ήταν σε μια μεταγενέστερη εποχή που οι προσταγές των διαταγμάτων έγιναν πλέον άμεσες, χωρίς διατήρηση των παλαιών δικαστικών επιφυλάξεων. Και με την αμεσότητά τους, ήρθε και η ανάγκη για πολύ μεγαλύτερη προσοχή στην έκδοσή τους[1].

Η σύγχυση των εννοιών παρατηρείται και σε αιτήσεις και σε αποφάσεις, που επιχειρούν να χαρακτηρίσουν τα απαγορευτικά διατάγματα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ως «ενδιάμεσα», «προσωρινά», «συντηρητικά» κ.λπ.· ορισμένες φορές, μάλιστα, παρατηρείται ότι στις αιτήσεις ζητούνται, για παράδειγμα, «προσωρινά» διατάγματα, και εκδίδονται «διηνεκή» ή άλλα (όχι ότι δεν επιτρέπεται αυτό), ή τυχαίνει το Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα «ως η αίτηση», απλά, αναπαράγοντας ακριβώς το ίδιο (όπως να’ ναι) λεκτικό, χωρίς να μπαίνει στη βάσανο της εξέτασης του προσδιορισμού που χρησιμοποιεί σε κάθε περίπτωση, εάν συνάδει με το υπόλοιπο λεκτικό ή την περίσταση, κι εάν θα μπορούσε, ίσως, και να μην τον χρησιμοποιήσει γιατί περιττεύει· γιατί απλά το Δικαστήριο εκδίδει διατάγματα, στο πλαίσιο των εξουσιών του, που είτε απαγορεύουν είτε εξαναγκάζουν συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορά, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμούς, είτε μπορούν να σταθούν νομικά ως συσχετισμοί είτε όχι.

Πέρα από τη συγκεκριμένη νομοθετική, πλέον, πρόνοια του άρθρου 32 ή άλλη, η οποία, ασφαλώς, δεν εγκλωβίζει αυτή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα με οποιονδήποτε τρόπο, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί, όπως λέχθηκε, θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Εκεί εντοπίζονται, διαχρονικά, και οι περισσότερες ορολογίες, όπως και οι διάφορες επιμέρους κατηγοριοποιήσεις[2]. Η ιδεολογία πίσω από τη θεραπεία αυτή, των διαταγμάτων, που αυτή είναι που ενδιαφέρει και διαβιβάζεται σε κάθε εποχή και δίκαιο, είναι πως ορισμένα «κακά» δεν μπορούν να αποτραπούν ή να θεραπευτούν πλήρως με χρήματα (αποζημιώσεις), που είναι το κατ’ εξοχή θεραπευτικό μέσο των πολιτικών δικαστηρίων. Τα διατάγματα συνιστούν θεραπεία αποκατάστασης του προσώπου τα δικαιώματα του οποίου πλήττονται, και στην πρωταρχική, τουλάχιστον, νομική σύλληψή τους, θα πρέπει να εκδίδονται εξαιρετικά ή με μεγάλη προσοχή, όταν δεν υφίσταται άλλη θεραπεία με βάση το δίκαιο. Γιατί αναφέρονται προσωπικά, και είτε απαγορεύουν στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδονται να πράξει κάτι, είτε προστάζουν να πράξει κάτι[3]· έχουν, σε κάθε περίπτωση, μια άμεση επίδραση στην ανθρώπινη συμπεριφορά ή ο εξαναγκασμός που ενέχουν είναι ευθύς και πιο κοντά στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και σε ό,τι μπορεί να γίνεται αντιληπτό, με βάση συγκεκριμένα (μεταβαλλόμενα κάποτε) δεδομένα, ως «δίκαιο»[4]. Το «δίκαιο» και η καλοπιστία είναι απαραίτητα συστατικά στη διαδικασία έκδοσης διαταγμάτων. Από το ίδιο το δίκαιο της επιείκειας προκύπτουν και διάφορες από τις υπερασπίσεις, όπως, λόγου χάριν, η ολιγωρία (laches) ή τα μη «καθαρά χέρια» (unclean hands), κ.λπ. (μια έκφραση που συνήθως ξενίζει τους μη νομικούς). Σε διάφορες δικαιοδοσίες με κοινή καταγωγή το κοινό δίκαιο, υπάρχουν διάφορες διαφοροποιήσεις των κατηγοριοποιήσεων των διαταγμάτων. Οι άξονες, όμως, είναι σχεδόν οι ίδιοι. Όπως, φυσικά, και η βασική ιδεολογία.

Ενώ σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία έχει απλά την εξουσία να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, εκεί όπου πρέπει, μερικές φορές, εκτός από το να ταξιδεύουμε στις έννοιες χωρίς πυξίδα, κτίζουμε κι από μόνοι μας διάφορα εννοιολογικά ή θεωρητικά «καλούπια», τα οποία μπορεί και να μην χρειάζονται επίσης. Όπως, για παράδειγμα, το ότι ένα διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο μιας αγωγής, δηλαδή ενόσω εκκρεμεί αγωγή για την απόδοση αποζημιώσεων ή άλλων θεραπειών, πριν από τη δίκη, ανεξαρτήτως του αντικειμένου του, είναι πάντα «προσωρινό». Ότι ένα διηνεκές διάταγμα αποκλείεται να είναι «ενδιάμεσο», να εκδίδεται ενώ εκκρεμεί ακόμα μια αγωγή στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε αίτηση, δικάστηκε και εκδόθηκε, και πρέπει να χορηγείται πάντα στο τέλος της αγωγής με τη δικαστική απόφαση που επιλύει και τα επίδικα θέματα. Ότι μόνον ο ενάγων μπορεί να επιδιώξει απαγορευτικό διάταγμα, κ.λπ. Ακόμα κι αν οι πρακτικοί αυτοί συσχετισμοί βρίσκουν κάπου μία βάση, κάποιες νομολογιακές περιπτώσεις ενδεχομένως, οι διάφοροι θετικοί συσχετισμοί δεν είναι απόλυτοι όπως και κάποιοι αποκλειόμενοι συσχετισμοί· πόσω μάλλον έτσι όπως εξελίσσεται πλέον η νομική πραγματικότητα, όπου ορισμένα διατάγματα μπορεί να ερείδονται και σε συγκεκριμένες ειδικές νομοθετικές βάσεις, που θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προδιαγράφοντας το «δίκαιο».

Αυτή η δυναμική της πολυνομοθεσίας για τον προκαθορισμό και τη ρύθμιση του δικαίου κάποτε φαίνεται να επιχειρεί, μεταξύ άλλων, και τον περιορισμό της δικαστικής ελευθερίας σε σωρεία κοινωνικών ζητημάτων, συχνά αλλοιώνοντας και το ήδη υφιστάμενο δίκαιο. Δεν πνέει και τα λοίσθια το δίκαιο της επιείκειας, αλλά ίσως δεν βρίσκει χώρο τόσο εύκολα πια να ανασάνει. Εξάλλου και σε επίπεδο εκτέλεσης ή λήψης μέτρων σε σχέση με τα διατάγματα, η σύγχρονη εποχή φαίνεται να επίδρασε καλά στο άλλοτε πλούσιο «οπλοστάσιο» της επιείκειας, παντού. Για παράδειγμα, εκδίδονταν, κάπου, κάποτε, το writ of exeat regno, μαζί με ένα απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα ή πριν ή μετά από αυτό, εάν υπήρχε υποψία ότι ο καθ’ ου θα εγκατέλειπε το «βασίλειο» για να αποφύγει την εκτέλεσή του, κ.λπ., ή εάν χρειάζονταν άλλως πώς περιφρούρηση της υπακοής του καθ’ ου στο διάταγμα, χωρίς να πρέπει πρώτα να διαπράξει παρακοή (ή περιφρόνηση, όπου εφαρμόζεται), και να χρειάζεται ο διάδικος που επωφελείται από το διάταγμα να λάβει περαιτέρω μέτρα και να αποδεικνύει στοιχεία, μεταξύ άλλων την πρόθεση του παραβάτη. Αυτό το writ of exeat regno, όμως, ο περιορισμός της ελευθερίας του ατόμου υπό τέτοιες περιστάσεις, δεν θα ταίριαζε σε μια εποχή θηριώδους ανάπτυξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μια εποχή όπου έχουν αλλάξει τα αυτονόητα.

Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 §§ 1, 2 (για κάποιους τρεις, για άλλους τέσσερις, για άλλους περισσότερες), που συνήθως παγιώνονται στη γνώση των νομομαθών, ισχύουν όσον αφορά τα παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, αυτό λέει… ο νόμος. Η σύνδεση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων με τις προϋποθέσεις αυτές, οδηγεί και στο νομικό συμπέρασμα ότι τα παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα επιδιώκονται μόνον από διάδικο που προωθεί απαίτηση, παρεμπιπτόντως σε σχέση με την απαίτησή του. Άρα ο διάδικος που δεν έχει απαίτηση, ενάγεται και έχει μόνον υπεράσπιση, δεν είναι δυνατόν να επιδιώξει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Συνάγεται, όμως, ότι μπορεί να επιδιώξει απαγορευτικό διάταγμα οποιασδήποτε άλλης μορφής ή φύσης, εφόσον η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα στο πλαίσιο της πολιτικής δικαιοδοσίας του είναι, κατά τα λοιπά, ευρεία, νοείται σε συνάρτηση με το «δίκαιο» μεταξύ των ενώπιον του διαδίκων και την ενώπιον του διαφορά. Γιατί όχι; Τούτο γιατί πρόσφατα έτυχε μια συζήτηση και λέχθηκε ότι είναι άδικο αυτό που συμβαίνει, μόνον ο ενάγων να μπορεί να επιδιώξει απαγορευτικά διατάγματα. Μόνον ο ενάγων ή αυτός που έχει απαίτηση, όμως, μπορεί να επιδιώκει παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, τα οποία λαμβάνουν τον χαρακτήρα των παρεμπιπτόντων, ακριβώς, λόγω της ύπαρξης της απαίτησής του. Τουλάχιστον δεν υπάρχει συναφής περιορισμός στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Από την άλλη, και η έκδοση των λοιπών απαγορευτικών διαταγμάτων δεν σημαίνει ότι είναι άνευ προϋποθέσεων, συναφών με τις έννοιες «irreparable harm» ή «inadequate remedy at law» ή με άλλες αρχές. Δεν υπάρχει διάταγμα τύπου “injunction” που να εκδίδεται χωρίς λόγο που να απαντά στο δίκαιο της περίπτωσης.

Μπαίνοντας μέσα στον ανώφελο κύκλο των εννοιών, τα παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα είναι εξ ορισμού «προσωρινά» (preliminary), λόγω της παρεμπίπτουσας φύσης τους, της εκκρεμότητας της απαίτησης του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδίδονται, δηλαδή ισχύουν μέχρι να συμβεί ένα άλλο γεγονός, όπως, για παράδειγμα, μία νεότερη διαταγή του δικαστηρίου ή διακοπή του δικονομικού πλαισίου μέσα στο οποίο εκδόθηκαν. Η «προσωρινότητά» τους έγκειται στη δυνατότητα του Δικαστηρίου που εκδίδει τα διατάγματα αυτά να επανέλθει επί των απαγορεύσεων που τίθενται δια των διαταγμάτων αυτών, τις οποίες δεν αποφασίζει ή δεν καθορίζει τελειωτικά, αλλά σε μία χρονικά περιορισμένη βάση, παρεμπίπτουσα σε σχέση με τη συγκεκριμένη απαίτηση που καλείται πρώτιστα να αποφασίσει. Συνακόλουθα, η διατύπωσή τους είναι τέτοια που συνήθως υποδηλώνει την προσωρινότητά τους, χωρίς, πάλι, κι αυτό να συνιστά δόγμα απόλυτο[5]. Η διάρκεια ή η εξακολούθηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εκδίδει τα παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα σε σχέση με αυτά προβλέπεται και δια του άρθρου 32 § 2, από όπου το Δικαστήριο αντλεί την εξουσία να ακυρώσει ή να τροποποιήσει ένα τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα, εάν αποδειχθεί εύλογη αιτία, σε οποιοδήποτε χρόνο (ενόσω ασκεί τη δικαιοδοσία του, και πάλι σε συνάρτηση με το δίκαιο).

Τέτοια δυνατότητα, όμως, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, δεν προβλέπεται όταν το Δικαστήριο εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα άλλης φύσης (άλλα από παρεμπίπτοντα), ακόμα κι αν αυτά τα απαγορευτικά διατάγματα εκδίδονται στο πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας του συγκεκριμένου Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 § 1. Στα λοιπά απαγορευτικά διατάγματα, όπου το Δικαστήριο που τα εκδίδει δεν τα εκδίδει παρεμπιπτόντως της απαίτησης του ενάγοντος και δεν επιφυλάσσει τη δικαιοδοσία του υπέρ μελλοντικών γεγονότων, άρα την έχει εξαντλήσει επί της σχετικής απαγόρευσης, η ακύρωση είναι, μάλλον, με άλλο ένδικο μέσο που μπορεί να επιτευχθεί (όχι πάντως με τη δικονομική βάση του άρθρου 32 § 2 που αναφέρεται σε παρεμπίπτοντα διατάγματα). Και φαίνεται, κατά λογική ακολουθία, ότι, για να επιτευχθεί, θα πρέπει να υπάρχει λάθος στην ουσιαστική κρίση που οδηγεί στην εξακολουθούμενη απαγόρευση ή στην προσταγή, άρα ο λόγος γίνεται κυρίως για έφεση, εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα άντλησης, από το ίδιο το Δικαστήριο που τα εκδίδει, εξουσίας να τα ακυρώσει για άλλους λόγους, που θα πρέπει να υποδεικνύεται ειδικά. Εάν, από την άλλη, δεν υπάρχει τέτοιο λάθος, εάν είναι ορθή η κρίση και δικαιολογημένη η εξακολουθούμενη απαγόρευση ή η προσταγή, θα πρέπει να ισχύει και το διάταγμα, εκτός εάν, εκ των πραγμάτων, τεθεί άνευ αντικειμένου τέτοια απαγόρευση ή προσταγή, επομένως ο λόγος δεν είναι για ακύρωση, αλλά για απλή πραγματική αδρανοποίηση (που δεν αίρει και το επίπεδο προστασίας, γιατί στην αγγλική πρακτική υπήρξε και η περίπτωση έκδοσης προστακτικού διατάγματος αναφορικά με πράξη που είχε ήδη εκτελεστεί). Κατά μία άποψη, θα μπορούσε να ακυρωθεί από το Δικαστήριο που το εξέδωσε, τέτοιο διάταγμα, εάν έπαυσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής του ή αλλοιώθηκαν τα δεδομένα επί των οποίων βασίστηκε για να προχωρήσει στην έκδοσή του, κι ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ουδέποτε κλείνει σε σχέση με τα διατάγματα, οποιουδήποτε είδους, που αυτό εξέδωσε, ακόμα κι αν δεν εντοπίζεται πρόνοια που να δίνει τη σχετική δικονομική δυνατότητα τέτοιας αναθεώρησης. Με την άποψη αυτή, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι όλα τα διατάγματα είναι, κατά κάποιον τρόπο, προσωρινά, έστω με μη προκαθορισμένο χρόνο ισχύος, εάν υπάρχει τέτοια δυνατότητα αναθεώρησης και άρα ακύρωσής τους μέσα στον χρόνο ή απλά και αδρανοποίησής τους. Η σχετικότητα των εννοιών.

Στη βάση των «προσωρινών» παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, μπορούν να εκδοθούν διατάγματα τα που να ισχύουν εις το διηνεκές, δηλαδή να αρθεί η προσωρινότητα, κάτι που συμβαίνει, συνήθως, στο τέλος μιας δικαστικής διαδικασίας, αλλά όχι και απαραίτητα. Από την άλλη, τα διηνεκή απαγορευτικά διατάγματα δεν σημαίνει ότι είναι πάντοτε «τελικά», παρόλο που αυτό είθισται να είναι, ακριβώς λόγω της δραστικότητάς τους, εφόσον σε αυτά το Δικαστήριο θέτει μια διαρκή και μόνιμη απαγόρευση, η οποία μπορεί να ισχύει για πάντα, και επί αυτής κλείνει τη δική του δικαιοδοσία. Άρα την θέτει γιατί, κατά κύριο λόγο, αποφασίζει οριστικά και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνυφαίνονται με αυτήν, με τρόπο που θεωρεί, καταρχάς, ότι αυτά δεν θα αλλάξουν.

Έναντι στην έννοια «προσωρινό», όντως, είναι η έννοια «μόνιμο» ή διαρκές ή διηνεκές (permanent / perpetual), παρόλο που και πάλι, με την ίδια σχετικότητα των εννοιών, το μόνιμο δεν ταυτίζεται με το διηνεκές, γιατί η μία έννοια αναφέρεται στη χρονική διάρκεια ισχύος, ανεξαρτήτως λειτουργίας, και η δεύτερη στην ενεργή λειτουργία, που προϋποθέτει την τυπική ισχύ, αλλά και ζωντανές τις προϋποθέσεις έκδοσης και κατ΄ επέκταση ύπαρξης του διατάγματος. Αυτό, όμως, το «προσωρινό» έναντι του «μόνιμου» είναι ένα πλαίσιο προσέγγισης. Το εάν ένα διάταγμα είναι «ενδιάμεσο» (interim / interlocutory) ή τελικό (final) είναι ένα παράλληλο πλαίσιο αναφοράς, που θα μπορούσε να εννοιοδοτοδοτείται από το εάν διεκδικείται, η θεραπεία αυτή του διατάγματος, δια ενδιάμεσης αίτησης ή δια της ίδιας της αγωγής ή της κυρίως διαδικασίας. Όμως, το πλαίσιο αυτό παρασύρει με δικονομικό νόημα, επομένως μπορεί να αφήνει εκτός ορισμένες περιπτώσεις όπου μπορεί, εκκρεμούσης μιας αγωγής, να καταχωρίζεται αίτηση για τέτοια θεραπεία, διατάγματος, η οποία όμως να μην σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα, λόγου χάριν με βάση το άρθρο 32 § 1 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 αλλά και με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, για να ανασταλεί μια διαδικασία διαιτησίας που έχει ήδη αρχίσει απαγορεύοντας συναφή διαβήματα· διάταγμα που δεν εκδίδεται με επιφύλαξη δικαιοδοσίας μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου που το εκδίδει ή μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά καθορίζει οριστικά ή μόνιμα το δικαίωμα υπαγωγής σε διαιτησία συγκεκριμένης διαφοράς, ασχέτως εάν εκδίδεται στο πλαίσιο της αγωγής ή «ενδιάμεσα». Άρα το «ενδιάμεσο» διάταγμα δεν είναι απόλυτα ή πάντα «προσωρινό», αλλά το να είναι «προσωρινό» είναι περιπτωσιολογικά συνηθέστερο. Κατά τα λοιπά, η απαρχή του συλλογισμού είναι πως τα απαγορευτικά διατάγματα μπορούν να διεκδικούνται είτε δια αίτησης που υποβάλλεται στο πλαίσιο άλλου δικονομικού διαβήματος (ενδιάμεση αίτηση), είτε (συνηθέστερα) με το ίδιο το ένδικο διάβημα (αγωγή, γενική αίτηση, κ.λπ.), και η δικονομική αυτή δυνατότητα δεν είναι η ίδια που τα καθορίζει ως παρεμπίπτοντα ή διηνεκή ή προστακτικά.

Εστιάζοντας λίγο ακόμα στα διηνεκή διατάγματα (perpetual injunctions), παρόλο που η συνήθης εννοιολογική προσέγγιση είναι ότι αυτά εκδίδονται μετά τον τελικό καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, και συνιστά διάβημα μετά την ουσιαστική δίκη[6], αναφέρθηκε ότι δεν αποκλείεται να εκδίδονται δια ενδιάμεσης αίτησης (on interim application), όπως το προαναφερόμενο διάταγμα με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, εκκρεμούσης αγωγής για τα ίδια ζητήματα, τα οποία είχαν παραπεμφθεί σε διαιτησία, και με σκοπό την αποτροπή εξελίξεων σε σχέση με τα ίδια τα επίδικα θέματα (με βάση τον ίδιο νόμο το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει και το ίδιο το συνυποσχετικό). Όπως και τα προστακτικά διατάγματα μπορούν (που προστάζουν συγκεκριμένη πράξη), επίσης, να εκδοθούν στη βάση ενδιάμεσης αίτησης[7], αλλά η πράξη θα εκτελεστεί, με βάση αυτά, ενώ θα εκκρεμεί ακόμα η κυρίως υπόθεση. Τέτοιες περιστάσεις θα πρέπει να είναι, μάλλον, εξαιρετικές[8], η πράξη, ενδεχομένως, να είναι καθαρή ή να μην θέτει άνευ αντικειμένου την κυρίως υπόθεσης. Το ισοζύγιο, η ανάγκη για εξισορρόπηση του δικαίου σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση (case-based balance of justice), δεν αφαιρείται, καταρχάς, από την αντίστοιχη περίπτωση των διηνεκών διαταγμάτων, ώστε να δογματίσουμε ότι διηνεκή διατάγματα είναι μόνον ή πάντα «τελικά» με αναφορά στην κυρίως υπόθεση και στις θεραπείες εκείνης. Για τα διηνεκή απαγορευτικά διατάγματα, συνήθως θα πρέπει να υπάρχει μια συνεχής ζημιά από εξακολουθούμενη (ουσιώδη) παραβίαση (αγώγιμου) νόμιμου δικαιώματος, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί δια αποζημιώσεων ή με άλλο τρόπο, ακόμα κι αν καταχωριστούν αγωγές σωρηδόν για την κάθε μία ζημιογόνο παράβαση, και ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα είναι να τεθεί η απαγόρευση εις το διηνεκές[9]. Εάν επιχειρηθούν σε ένα δικονομικό πλαίσιο για τον προσδιορισμό κάποιων άλλων θεμάτων, τότε μάλλον εκείνη η αίτηση, η «ενδιάμεση», λαμβάνει τον χαρακτήρα «injunction suit», ασχέτως εάν κινείται σε ένα στάδιο «ενδιάμεσο», με την αναφορά του ενδιάμεσου να αφορά (δικονομικά) στη δικαστική διαδικασία παρά στην ουσία μιας συγκεκριμένης διαφοράς. Και πάλι, όμως, η περιπτωσιολογία που θεωρεί τον υποκανόνα, δεν δημιουργεί εγκλωβισμό του Δικαστηρίου πέραν από το να του παρέχει καθοδήγηση ή και να του υπενθυμίζει την ανάγκη να μένει μέσα σε συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο.

Με βάση τον λειτουργικό σκοπό, γίνεται αναφορά σε ένα άλλο πλαίσιο, σε «συντηρητικό» διάταγμα, εάν η έννοια αυτή αποδίδει τον όρο (preventive), που αφορά, μάλλον, σε όλα τα διατάγματα που ενέχουν το στοιχείο της πρόληψης, της διατήρησης μίας κατάστασης, και σε «αποκαταστατικό» διάταγμα (remedial / reparative). Η έννοια «συντηρητικό» συναντάται και στα άρθρα 4, 5 και 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Άλλες κατηγοριοποιήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν διαχωρισμό μεταξύ των μονομερώς εκδοθέντων λόγω επείγουσας φύσης (που εννοιοδοτούν στενά ως “interim”) και των δια κλήσεως εκδοθέντων (ως “interlocutory”).

Εάν αρχίσουμε κάπως αντίστροφα, καταγράφοντας κάποιους θεωρητικούς συσχετισμούς, με βάση το είδος, τη διάρκεια ισχύος, το στάδιο έκδοσης, τον λειτουργικό σκοπό, θα ήταν κάπως πιο δύσκολο να αποκλειστούν εκ προοιμίου κάποιοι από αυτούς ως αδύνατοι, έτσι περιορίζοντας τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων, ακόμα κι αν κάποιοι συσχετισμοί, όντως, μπορεί να μην παρουσιαστούν ποτέ ή σπάνια να παρουσιαστούν στην πράξη.

Ενέργεια Διάρκεια Στάδιο Λειτουργία
Απαγορευτικό Προσωρινό Ενδιάμεσο Συντηρητικό
Απαγορευτικό Προσωρινό Ενδιάμεσο Αποκαταστατικό
Απαγορευτικό Μόνιμο Ενδιάμεσο Συντηρητικό
Απαγορευτικό Μόνιμο Ενδιάμεσο Αποκαταστατικό
Απαγορευτικό Προσωρινό Τελικό Συντηρητικό
Απαγορευτικό Προσωρινό Τελικό Αποκαταστατικό
Απαγορευτικό Μόνιμο Τελικό Συντηρητικό
Απαγορευτικό Μόνιμο Τελικό Αποκαταστατικό
Προστακτικό Προσωρινό Τελικό Συντηρητικό
Προστακτικό Προσωρινό Τελικό Αποκαταστατικό
Προστακτικό Μόνιμο Τελικό Συντηρητικό
Προστακτικό Μόνιμο Τελικό Αποκαταστατικό
Προστακτικό Προσωρινό Ενδιάμεσο Συντηρητικό
Προστακτικό Προσωρινό Ενδιάμεσο Αποκαταστατικό
Προστακτικό Μόνιμο Ενδιάμεσο Συντηρητικό
Προστακτικό Μόνιμο Ενδιάμεσο Αποκαταστατικό

Αυτή η ανάστροφη προσέγγιση, που και στη ψυχολογία έχει εξήγηση, ενθαρρύνει πρώτα την έκδοση του διατάγματος με βάση το δίκαιο της περίστασης ή τυχόν άλλες προϋποθέσεις, με τη δέουσα ελευθερία, και μετά την όποια κατηγοριοποίησή του για σκοπούς αναφοράς ή ενημερωτικά, όπου τέτοια χρειάζεται. Με δεδομένο ότι δεν χρειάζεται και πάντα. Σε ένα διάταγμα που επιδίδεται σε εσένα, δεν χρειάζεται να σου λέει το Δικαστήριο ότι εκδίδεται «ενδιάμεσο, παρεμπίπτον, συντηρητικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο…, κ.λπ.». Χρειάζεται να σου λέει τι ακριβώς πρέπει να κάνεις ή να μην κάνεις, σε απλή, κατανοητή, αδιαμφισβήτητη (όσο το δυνατόν) γλώσσα. Με τη συμπλήρωση αυτού του πίνακα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, θα μπορούσαμε να είχαμε εύκολες κατηγοριοποιήσεις και κατ’ επέκταση χρήσιμα θεωρητικά ερείσματα.

Το κεφάλαιο των διαταγμάτων είναι γενικά τεράστιο, γιατί η περιπτωσιολογία είναι ογκωδέστατη, τόσο εγχώρια, όσο και αλλού. Και δεν θα σταματήσει οποτεδήποτε να κινείται και να διογκώνεται. Και θα γίνεται ολοένα διαφορετική, για να αρμόζει στο δίκαιο της κάθε άγνωστης περίπτωσης, που υφίσταται ή μέλλεται. Και μπορούν να γραφθούν αρκετά, με αναφορά και σε διάφορες παρατηρούμενες τάσεις της σύγχρονης εποχής, που τείνουν να αλλάζουν κάποιες εμπεδωμένες αρχές. Όπως, για παράδειγμα, μια πρόσφατη σκέψη, το ότι ένα Δικαστήριο σπανίως θα έπρεπε να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει σε έναν ενυπόθηκο πιστωτή να λάβει την κατοχή του ενυπόθηκου ακινήτου ή να το εκποιήσει, και η όποια αναβολή (όχι αναστολή) θα έπρεπε να είναι πάνω στη βάση της εύλογης απτής προσδοκίας ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης θα εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος, επομένως να είναι «δίκαιο» στην περίσταση να του δοθεί τέτοια ελεγχόμενη ευκαιρία[10]. Ότι ένας ενυπόθηκος οφειλέτης θα μπορούσε, επίσης, να διαταχθεί από το Δικαστήριο να παύσει να εμποδίζει τη λήψη κατοχής του ακινήτου από τον ενυπόθηκο πιστωτή[11] ή να ενοχλεί τον παραλήπτη που ορίζεται από τον ενυπόθηκο πιστωτή να παραλάβει το ενυπόθηκο ακίνητο[12] ή να παρεμποδίζει άλλως πώς την ύπαρξη ή εκτέλεση της συγκεκριμένης εξασφάλισης[13]. Και πάλι, όμως, βλέπουμε την επίδραση της εκάστοτε εγχώριας νομοθεσίας (ενίοτε προβληματικής), ή της κοινωνικοπολιτικής εξέλιξης που κινεί άτσαλα όλα τα νήματα, πώς διαταράσσει κι αυτή τη διαχρονική δικαιϊκή αντίληψη και επικοινωνία. Στη σύγχρονη πραγματικότητα, παρατηρείται, σχεδόν αναπόφευκτα, και μια αλλοίωση τόσο της σοβαρότητας και σημασίας των διαταγμάτων όσο και του τρόπου επιδίωξής τους (μεγάλη η ευκολία) μα και έγκρισής τους από τα διάφορα Δικαστήρια (μεγάλη η ευκολία επίσης). Χωρίς την προσοχή που επιβάλλει η φύση και ο ρόλος τους, ως διατάγματα που απευθύνονται σε ανθρώπους, σε ανθρώπινες συμπεριφορές, πολλές φορές και μονομερώς, ετσιθελικά, με «δικονομική βία», ως θα ήταν η αίσθηση συγκρινόμενη με την παλαιά αποφυγή των άμεσων προσταγών. Τα διατάγματα, τα διάφορα διατάγματα, τα γνωστά και τα άγνωστα, ένας πολύ συνηθισμένος έως επιβαλλόμενος τρόπος αναζήτησης της δικαιοσύνης σήμερα· της δικαιοσύνης των διαταγμάτων. Αυτή που πολύ πιθανότητα θα είναι πιο βολικό να προσεγγίζεται πλέον, τυπολογικά, ανά τομείς δικαίου, παρά με βάση κοινές έννοιες (π.χ. property injunctions, privacy injunctions, κ.λπ.).

Εν τέλει, μέσα σε ένα μάλλον συνολικά χαώδη κόσμο συγκεχυμένων δικαιωμάτων, υπερβαινουσών απαιτήσεων, ξεχασμένων υποχρεώσεων, το «δίκαιο» μοιάζει σε πολλούς να απειλείται, γενικά, από αστάθεια, ασάφεια, έλλειψη συνοχής, διάσπαση, νομοθετικούς ή δικαστικούς συναισθηματισμούς, κοινωνικοπολιτικούς εκλεκτισμούς και εξάρσεις· πολλά άλλα. Απειλείται, όμως, ή απλά… εξελίσσεται, μαζί με τις ανθρώπινες σχέσεις, μαζί με τον άνθρωπο· ή μήπως όλη η σημασία είναι στο πώς διαχειρίζεται, κανείς, τη δικαιϊκή εξέλιξη, η οποία είναι αναγκαστική. Με πόση προσαρμοστικότητα, με πόσο ομαλή συνέχεια από το παραδοσιακό, γνωστό, συνηθισμένο και ασφαλές, με πόση πειστικότητα, με πόση επεξηγηματικότητα, με πόση φιλοσοφία, με πόσο, τέλος πάντων, δίκαιο;

—————————————-

[1] Isenberg v East House Estate Co Ltd (1863) 3 De G J & Sm 263 σελ. 272 από Lord Westbury LC· Cf Kilbey v Haviland [1871] WN 47 από Bacon V-C· και  Smith v Smith (1875) LR 20 Eq 500.

[2] Έτσι, στον χώρο της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, μπορεί να συναντά, κανείς, τους όρους “anonymised injunction”, “super-injunction”, “hyper-injunction”, “contra mundum injunction”, κ.λπ., στο οικογενειακό δίκαιο μπορεί να συναντά άλλα “injunctions”, αλλού μπορεί να πρέπει να εκδοθεί ένα “quia timet injunction”, κ.λπ.

[3] Eastern Trust Co v McKenzie, Mann & Co Ltd [1915] AC 750, PC.

[4] Η προσωπική φύση των διαταγμάτων σημαίνει ότι όταν το απαγορευτικό διάταγμα αφορά σε γη, δεν συνιστά εμπράγματο βάρος που συνοδεύει το ακίνητο στην ιστορία του, αλλά προσωπικές απαγορεύσεις (in personam),  A-G v Birmingham, Tame and Rea Drainage Board (1881) 17 ChD 685, CA.

[5] Allport v Securities Corpn (1895) 64 LJ Ch 491.

[6] Directors of Imperial Gas Light and Coke Co v Broadbent (1859) 7 HL Cas 600.

[7]  Luganda v Service Hotels Ltd [1969] 2 Ch 209, [1969] 2 All ER 692, CA· βλ. και A-G v Nichol (1809) 3 Mer 687· cf Anton Piller KG v Manufacturing Processes Ltd [1976] Ch 55, [1976] 1 All ER 779, CA.

[8]  Ryder v Bentham (1750) 1 Ves Sen 543· Blakemore v Glamorganshire Canal Navigation (1832) 1 My & K 154· Gale v Abbott (1862) 8 Jur NS 987· Johnstone v Royal Courts of Justice Chambers Co [1883] WN 5, CA· Dover Picture Palace Ltd and Pessers v Dover Corpn and Crundall, Wraith, Gurr and Knight (1913) 11 LGR 971, CA· Shepherd Homes Ltd Sandham[1971] Ch 340, [1970] 3 All ER 402 (δεν δόθηκε το διάταγμα)· Anon (1790) 1 Ves 140· Hounslow London Borough Council v Twickenham Garden Developments Ltd [1971] Ch 233, [1970] 3 All ER 326 (ήταν μερικώς προστακτικό το διάταγμα και δεν δόθηκε). Προστακτικά διατάγματα δόθηκαν δια αίτησης (on motion) στις Lond v Murray (1851) 17 LTOS 248· Hervey v Smith (1856) 22 Beav 299· Hepburn v Lordan (1865) 2 Hem & M 345· Westminster Brymbo Coal and Coke Co v Clayton (1867) 36 LJ Ch 476· Younge v Shaper (1872) 27 LT 643· Morris v Grant (1875) 24 WR 55· Parker v Camden London Borough Council [1986] Ch 162, [1985] 2 All ER 141, CA (θέμα υγείας συνιστά εξαιρετική περίπτωση).

[9] London and Blackwall Rly Co v Cross (1886) 31 ChD 354, CA· Hodgson v Duce (1856) 4 WR 576· Dent v Auction Mart Co (1866) LR 2 Eq 238· Cooke v Forbes(1867) LR 5 Eq 166· A-G v Sheffield Gas Consumers Co (1853) 3 De G M & G 304· Smith v Smith (1875) LR 20 Eq 500· A-G v Cambridge Consumers Gas Co (1868) 4 Ch App 71· Vere v Minter (1914) 49 LJo 129· Colls v Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL·  Soltau v De Held (1851) 2 Sim NS 133· cf Desk Advertising Co Ltd v Societe Civile de Participations du Groupe ST Dupont (1973) 117 Sol Jo 483, CA· A-G v Hallett (1847) 16 M & W 569· Earl of Ripon v Hobart (1834) 3 My & K 169· Earl of Southampton v London and Birmingham Rly Co (1838) 2 Jur 1012· Hilton v Earl of Granville(1841) Cr & Ph 283· North Union Rly Co v Bolton and Preston Rly Co (1843) 3 Ry & Can Cas 345· Shrewsbury and Birmingham Rly Co v London and North Western Rly Co (1850) 3 Mac & G 70· A-G v Sheffield Gas Consumers Co (1853) 3 De G M & G 304· Johnson v Shrewsbury and Birmingham Rly Co (1853) 3 De G M & G 914· Dyke v Taylor (1861) 3 De G F & J 467· cf Orr-Lewis v Orr-Lewis [1949] P 347, [1949] 1 All ER 504 at 506.

[10] Booth v Booth (1742) 2 Atk 343· Marquis of Cholomondeley v Lord Clinton (1817) 2 Mer 171 σελ. 359· Redditch Benefit Building Society v Roberts [1940] Ch 415, [1940] 1 All ER 342, CA· Hinckley and South Leicestershire Permanent Benefit Building Society v Freeman [1941] Ch 32, [1940] 4 All ER 212· Robertson v Cilia [1956] 3 All ER 651, [1956] 1 WLR 1502.

[11] Truman & Co v Redgrave (1881) 18 ChD 547.

[12] Bayly v Went (1884) 51 LT 764· Woolston v Ross [1900] 1 Ch 788.

[13] King v Smith (1843) 2 Hare 239· Harper v Aplin (1886) 54 LT 383.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.