Ο εξώδικος μηχανισμός αποζημίωσης για ανατροπή της ποινής φυλάκισης

Ένας νόμος που ψηφίστηκε το 2001 στην Κύπρο και που μπορεί να χρήζει ανάδειξης ή έμφασης σήμερα είναι ο περί κατ’ Έφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμος 144(I)/2001, ο οποίος φαίνεται να μην είναι γνωστός στο ευρύτερο κοινό.

Είναι γεγονός ότι, όταν συζητούνταν τότε το περιεχόμενό του στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, και έπειτα στη Βουλή, όπου εγκρίθηκε με ευκολία, θεωρούνταν πρωτοποριακό για τα τότε δεδομένα, για την προαγωγή της ιδέας της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου. Παρόλο που ο νόμος αυτός φαίνεται να προέκυψε ως εναλλακτική λύση, όταν οι συζητήσεις που προηγήθηκαν, για αυτόματη αναστολή των ολιγόχρονων ποινών φυλάκισης, αν ο καταδικασθείς δηλώσει στο δικαστήριο ότι προτίθεται να εφεσιβάλει την απόφαση, ευλόγως (και ευτυχώς) δεν είχαν καρποφορήσει. Υπήρχε η προσδοκία ότι ο νόμος αυτός θα λειτουργούσε και μετριαστικά σε σχέση με την ανάγκη να προσφύγει, κανείς, εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλους τρόπους. Παράλληλα, όμως, η προσπάθεια ήταν να χρησιμοποιείται, αυτός ο νόμος, με φειδώ και χωρίς καταχρήσεις (υπολογίζονταν ότι περίπου 10 άτομα τον χρόνο θα τον χρησιμοποιούσαν). Παρόλο που στα μετέπειτα χρόνια είχε προταθεί η κατάργηση του εν λόγω νόμου, αυτός εξακολουθεί να επιβιώνει, κι αυτό δεν είναι καθόλου κακό.

Πρόκειται για νόμο που εισήγαγε έναν κατά βάση εξωδικαστικό μηχανισμό διεκδίκησης αποζημίωσης σε αυτές τις περιπτώσεις, ανατροπής φυλάκισης, κι αυτό ήταν, ίσως, το πιο σημαντικό. Κι αυτό είναι σήμερα ακόμα πιο σημαντικό. Η εξωδικαστική δυνατότητα διεκδίκησης αποζημίωσης.

Όπως δηλώνει και ο τίτλος του νόμου, ο νόμος αυτός δίνει το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης σε ορισμένες περιπτώσεις που η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα ανατρέπεται από το Εφετείο. «Δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης. Ο λόγος για την ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή, δηλαδή για άμεση, γι’ αυτήν που οδηγεί σε στέρηση της ελευθερίας του ατόμου σε πραγματικό χρόνο.

Ειδικότερα, το άρθρο 3 του Νόμου δίνει αυτό το δικαίωμα στις εξής περιπτώσεις:

(α) Όταν η καταδίκη για το έγκλημα σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ’ έφεση, με αποτέλεσμα την αθώωση, χωρίς να διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης,

(β) Όταν η ποινή φυλάκισης κρίνεται κατ’ έφεση υπερβολική και αντικαθίσταται με ποινή προστίμου ή εγγύηση ή απαλλαγή με ή άνευ όρων,

(γ) Όταν η καταδίκη για το έγκλημα σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ’ έφεση και διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης με τελική κατάληξη την τελεσίδικη αθώωση του.

Επομένως, δικαιούχος, είναι το πρόσωπο που εμπίπτει σε μία από τις πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις.

Για να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό, θα πρέπει να υποβληθεί γραπτή αίτηση για αποζημίωση. Την αίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 4, υποβάλλει ο δικαιούχος στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών («ο διευθυντής»). Υπάρχει προθεσμία υποβολής της. Η προθεσμία αυτή είναι οι 3 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της κατ’ έφεση απόφασης ή, στην περίπτωση επανεκδίκασης, από την ημερομηνία της αθωωτικής τελεσιδικίας. Το αίτημα που περιλαμβάνεται στην αίτηση είναι η χορήγηση αποζημίωσης με βάση τον νόμο αυτό.

Στην αίτηση θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, στη βάση των οποίων να μπορέσει, το αποφασίζον όργανο, να λάβει την απόφασή του. Θα πρέπει να αναφέρονται:

(α) Ξεκάθαρα η περίπτωση, με βάση το άρθρο 3, ότι ο αιτητής είναι δικαιούχος,

(β) Η περίοδος της ποινής φυλάκισης, την οποία ο δικαιούχος πράγματι έχει εκτίσει,

(γ) Η προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου,

(δ) Το επάγγελμα ή η απασχόληση του δικαιούχου αμέσως πριν από την καταδίκη του και η πραγματική απώλεια εισοδήματος συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή για την περίοδο που είχε παραμείνει εκεί.

Οι πιο πάνω συνιστούν και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης.

Ο νόμος προβλέπει ανώτατα όρια αποζημίωσης. Η αποζημίωση που μπορεί να χορηγηθεί με βάση αυτόν δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου, όπως η τελευταία καθορίζεται εκ του επαγγέλματος ή της απασχόλησης του δικαιούχου πριν από την καταδίκη του συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή, αυξημένη κατά 25%. Επομένως, εάν κάποιος λαμβάνει εισόδημα €800 καθαρά και στερηθεί η ελευθερία του για 9 μήνες, και είναι δικαιούχος σύμφωνα με τον νόμο αυτό, μπορεί να διεκδικήσει το πολύ €9.000, αλλά μπορεί να καθοριστούν λιγότερα, με βάση και τους λοιπούς παράγοντες καθορισμού που ορίζει ο νόμος. Εάν ο δικαιούχος δεν απώλεσε εισόδημα ή εάν το ποσό που απώλεσε είναι μικρότερο του ποσού που θα εισέπραττε αν το εισόδημα του ήταν ίσο με το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάσει του περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου, Κεφ. 183, τότε η αποζημίωση που μπορεί να λάβει με βάση αυτό τον νόμο δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα εισέπραττε αν είχε τέτοιο εισόδημα αυξημένο κατά 25%.

Το αποφασίζον όργανο ασκεί, προφανώς, κατά κάποιο τρόπο, διακριτική ευχέρεια που θυμίζει λίγο δικαστική λειτουργία. Θα πρέπει να μπει στη διαδικασία να εξατομικεύσει, με βάση τους συγκεκριμένους παράγοντες καθορισμού αποζημίωσης, και να αποδώσει «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση. Τουλάχιστον, ως προς το εάν και τι αποζημίωση θα πρέπει να αποδοθεί, αισίως, γνωματεύει ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κατά τρόπο που φαίνεται να δεσμεύει, ως προβλέπεται, τον διευθυντή. Από τη στιγμή, όμως, που ένα πρόσωπο είναι δικαιούχος αποζημίωσης με βάση τον νόμο, τα υπόλοιπα συνιστούν απλά παράγοντες καθορισμού της αποζημίωσης, με το τεκμήριο να είναι ότι κάθε δικαιούχος δικαιούται σε κάποια αποζημίωση, και προϋποθέσεις ενεργοποίησης ή άσκησης τέτοιου δικαιώματος. Επομένως, υπάρχει και ένας ελκυστικός αυτοματισμός στην όλη λειτουργία του νομοθετικού αυτού σχήματος.

Επομένως, μετά την υποβολή της αίτησης, ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία. Ο διευθυντής αποστέλλει την αίτηση στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να διαπιστωθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αποζημίωσης και για να ληφθεί γνωμάτευση για το ύψος της αποζημίωσης. Ο διευθυντής αποφασίζει είτε να απορρίψει την αίτηση του δικαιούχου ή να του προσφέρει καθορισμένο ποσό αποζημίωσης και την κοινοποιεί στον δικαιούχο μέσα σε 3 μήνες από την ημέρα υποβολής της αίτησης την. Άρα, έχουμε ένα μέγιστο χρονικό όριο 3 μηνών για τον δικαιούχο να αιτηθεί (μπορεί να αιτηθεί και στις 2 ή 3 ημέρες μετά τη δημιουργία του δικαιώματός του) και ένα μέγιστο χρονικό όριο 3 μηνών για τον διευθυντή να αποφασίσει. Άρα ένα μέγιστο συνολικό χρονικό διάστημα 6 μηνών για να γνωρίζει ο αιτητής εάν θα αποζημιωθεί και σε τι ποσό.

Ο δικαιούχος που λαμβάνει τη θετική απόφαση του διευθυντή, δηλαδή κάποια απόφαση που όντως καθορίζει συγκεκριμένο ποσό αποζημίωσης, μπορεί είτε να την αποδεχθεί είτε όχι. Μπορεί, επίσης, να λάβει μια αρνητική απόφαση του διευθυντή, μια απόφαση που να του λέει ότι δεν θα του δοθεί οποιαδήποτε αποζημίωση για οποιονδήποτε λόγο. Σε κάθε περίπτωση, μέσα σε 3 μήνες από την κοινοποίηση σ’ αυτόν της απόφασης του διευθυντή, μπορεί να γνωστοποιήσει γραπτώς την αποδοχή της προσφερόμενης αποζημίωσης ή, σε περίπτωση μη αποδοχής της αποζημίωσης ή απόρριψης της αίτησης του, να εγείρει αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου κατοικεί, ζητώντας αποζημίωση με βάση τα άρθρα 3 και 5 του νόμου.

Στην περίπτωση που ο δικαιούχος αποδεχτεί το ποσό της προσφερθείσας αποζημίωσης, ο διευθυντής θα πρέπει να του το καταβάλει μέσα σε 45 μέρες από τη γραπτή γνωστοποίηση της αποδοχής. Εάν ο διευθυντής παραλείψει την πληρωμή, ο δικαιούχος θα δικαιούται να το διεκδικήσει δικαστικώς ως συμφωνημένη αποζημίωση και γι’ αυτό ο νόμος δεν θέτει χρονικό περιορισμό.

Σε περίπτωση παράλειψης του διευθυντή να απαντήσει στο δικαιούχο μέσα στους προβλεπόμενους 3 μήνες από την υποβολή της αίτησης του, ο δικαιούχος δύναται να εγείρει αγωγή για αποζημίωση στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει μέσα σε περίοδο 3 μηνών από την ημέρα εκπνοής της χρονικής προθεσμίας των 3 μηνών εντός της οποίας ο διευθυντής όφειλε να απαντήσει στην αίτηση του δικαιούχου.

Οι σύντομες προθεσμίες που προβλέπει ο νόμος αυτός, σε κάθε περίπτωση, είναι ανατρεπτικές, ως ρητά προβλέπει. Ακόμα, όμως, κι αν υπάρξει απώλεια του δικαιώματος διεκδίκησης αποζημίωσης δικαστικά με βάση τον νόμο αυτό, λόγω παρόδου της προθεσμίας των 3 μηνών, δεν σημαίνει (δεν μπορεί να σημαίνει, μάλλον) απώλεια του δικαιώματος διεκδίκησης γενικά με κάποια άλλη νομική βάση που δεν σχετίζεται με τον νόμο αυτό. Δηλαδή, η χρήση του σχήματος αποζημίωσης αυτού δεν καταργεί άλλα δικαιώματα ή τουλάχιστον δεν προβλέπεται αυτό οπουδήποτε. Ή δεν εκλαμβάνεται ότι ο νόμος αυτός θέτει ανατρεπτική προθεσμία γενικά για το δικαίωμα ενός ατόμου να προσφύγει στη δικαιοσύνη για να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη συνεπεία κρατικής αμέλειας, σε σχέση με την επιβολή φυλάκισης, ή εναντίον οποιουδήποτε άλλου για κακόβουλη δίωξη, κ.λπ.. Σε κάθε περίπτωση, όμως, διαμορφώνεται αναλόγως και το βάρος απόδειξης του ατόμου που διεκδικεί, ανάλογα με τη νομική βάση που χρησιμοποιεί. Είναι γεγονός ότι η ζημιά που υφίσταται ένα άτομο που διώκεται και τελικά φυλακίζεται λανθασμένα, τις περισσότερες φορές, δεν συνίσταται μόνον στην απώλεια του εισοδήματος κατά τον χρόνο φυλάκισης, αλλά ενδεχομένως την απώλεια εργασίας γενικά και μελλοντικών εισοδημάτων, στην έκθεση σε σωρεία εξόδων, την ευρύτερη κοινωνική και ηθική βλάβη, που ενδεχομένως δεν αντικατοπτρίζει το πρόσθετο 25%. Δεν φαίνεται να αποκλείεται, επίσης, η χρήση του σχήματος αυτού για ό,τι καλύπτει, και για ό,τι δεν καλύπτει η περαιτέρω αξίωση.

Ό,τι προσφέρει ο νόμος αυτός, όμως, είναι ένα κάπως πιο σταθερό σχήμα αποζημίωσης σε περιπτώσεις ανατροπής της φυλάκισης, που μπορεί να προκαθοριστεί και να ληφθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μερικών μηνών και που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι κατάλληλο, λαμβανομένου υπόψη ότι ένας μεγάλος αριθμός πολιτών όπου τυχαίνει να υποστούν μια άδικη φυλάκιση, μπορεί στη συνέχεια να μην διεκδικήσουν οτιδήποτε, παρόλη την απώλειά τους. Είναι ένα σχήμα που δεν προβλέπει την κάλυψη τυχόν δικηγορικών εξόδων, μα και που ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει και χωρίς τη χρήση δικηγόρου ή με νομικές υπηρεσίες που περιορίζονται στην παροχή της συμβουλής για την ύπαρξη του σχήματος και στη σύνταξη της σχετικής επιστολής/αίτησης με τον ορθό τρόπο. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ακατάλληλο αυτό το σχήμα. Εάν είναι ευνοϊκό να χρησιμοποιηθεί ή όχι, θα πρέπει να εξετάζεται, εννοείται, ανά περίπτωση, να μπαίνουν κάτω όλα τα πλεονεκτήματα και όλα τα μειονεκτήματα. Αρκεί να είναι στα υπόψη ότι υφίσταται, τουλάχιστον σε νομοθετικό επίπεδο, ως ένα διαθέσιμο σχήμα αποζημίωσης, κατά βάση εξωδικαστικό. Και αρκεί να λειτουργεί ως κατά βάση εξωδικαστικό. Δηλαδή να ενθαρρυνθεί εκείνη η κατεύθυνση ή και ίσως να βελτιωθεί.

Τώρα, εάν στην πράξη έχει χρησιμοποιηθεί από το 2001, και σε ποια συχνότητα, και εάν έχει επιφέρει ικανοποίηση όπου χρησιμοποιήθηκε, δεν είναι καλά γνωστό, παρόλο που θα ήταν ενδιαφέρον να μπορούσαμε να γνωρίζουμε. Από την S. G v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 144/2012 ημερομηνίας 28.11.2017, δεν προκύπτουν και πολλά. Ούτε πώς κατέληξε η υπόθεση να έχει λάβει τη δικαστική οδό, ούτε ως προς την όλη χρήση του νόμου, γενικά. Εκεί, πάντως, ζήτημα σχετικά με τη συνταγματικότητα του νόμου που εγέρθηκε, με αναφορά το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση των πολιτών, ένεκα του γεγονότος ότι ο νόμος δημιουργεί βάση αποζημίωσης στη βάση των μισθολογικών απολαβών, ώστε να εκλαμβάνεται ότι προκύπτει διαφορετική μεταχείριση των χαμηλόμισθων και διαφορετική των υψηλόμισθων, δεν έγινε δεκτό, και ορθά, κατά τη γνώμη μου.

Υπάρχουν κι άλλα παρόμοια νομοθετικά σχήματα (statutory compensation schemes) σε περιπτώσεις ανατροπής φυλάκισης, έχοντας πρόχειρα υπόψη τα σχετικά στην Αγγλία, που αναφέρονται ευρύτερα σε “miscarriage of justice” (όρος η νομιμότητα του οποίου συζητείται), όπου υπήρχε και ενασχόληση του Supreme Court και σήμερα συζητείται η αυστηρότητα του σχήματος, ή της Σκωτίας, ή του Χονγκ Κόνγκ. Και το Κυπριακό θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί και να βελτιωθεί σήμερα, περίπτωση στην οποία θα είχε να επιδείξει, ενδεχομένως, ένα αρκετά καλό στοιχείο στο δικαστικό/νομικό πολιτισμό της χώρας. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο καταλήγει σε αθωωτική απόφαση (να στενέψει εκεί ο κύκλος), και να διευρυνθούν οι χρονικές προθεσμίες (για να συνάδουν με άλλες διαθέσιμες). Το αρμόδιο όργανο της εκτελεστικής εξουσίας θα μπορούσε να είναι, πιο σχετικά, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης. Χρειάζεται, γενικότερα, λίγη περισσότερη προσοχή και λεπτομέρεια σε ορισμένες ρυθμίσεις. Σημειώνεται, επίσης, ότι η έλλειψη τέτοιου νομοθετικού σχήματος θεωρείται μειονέκτημα σε άλλες δικαιϊκές περιοχές, όπως, για παράδειγμα, στην Ινδία.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.