Ακύρωση της αναγνώρισης τέκνου από τον αναγνωρίσαντα λόγω ελαττωμάτων βούλησης

Ο αμετάκλητος χαρακτήρας της αναγνώρισης τέκνου γεννηθέντος εκτός γάμου, η οποία έγινε εκούσια, που διασφαλίζει το άρθρο 17 § 4 του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου 187/91, προϋποθέτει ή και εξυπακούει την εγκυρότητα της δικαιοπραξίας της αναγνώρισης με βάση το γενικό αστικό δίκαιο. Αυτή που δεν ανακαλείται είναι η έγκυρη δήλωση αναγνώρισης, στην οποία υπάρχει, όντως, «εκουσιότητα» (voluntariness). Ακόμα κι αν τούτο δεν προβλέπεται ρητά στον εν λόγω νόμο, εξυπακούεται εφόσον ο λόγος γίνεται για μία δικαιοπραξία, δηλαδή για μία πράξη που περιέχει δήλωση βούλησης και αποσκοπεί στην παραγωγή ορισμένων νομικών αποτελεσμάτων.

Υπάρχει και η περίπτωση όπου ο αναγνωρίσας προβαίνει σε δήλωση βούλησης που απολήγει σε νομική αναγνώριση ότι αυτός είναι ο φυσικός πατέρας του τέκνου λόγω ουσιώδους πλάνης ως προς την ιδιότητά του ως φυσικού πατέρα αλλά και απάτης που μετήλθε η μητέρα του τέκνου, η οποία, μολονότι είχε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης ερωτικό δεσμό και σαρκική συνάφεια με άλλον άνδρα, εν γνώσει της είχε αποκρύψει τη σχέση αυτή από τον αναγνωρίσαντα, και ενεργώντας αντίθετα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ψευδώς είχε παραστήσει ότι φυσικός πατέρας του τέκνου ήταν ο αναγνωρίσας, παραπλανώντας τον να προβεί στη δήλωση αναγνώρισης του τέκνου, για να φέρεται ως εκούσια αναγνώριση.

Ενώ ο αναγνωρίσας δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να προσβάλει την εκούσια αναγνώριση (να μεταβάλει τη βούλησή του) και ο στενός κύκλος προσώπων που νομιμοποιείται ενεργητικά με βάση τον Ν. 187/91 μπορεί να κινηθεί εντός στενών χρονικών ορίων, για ευνόητους λόγους, που έχουν να κάνουν με τη διασφάλιση της βεβαιότητας, της ασφάλειας και της σταθερότητας της συγγένειας και την προστασία του τέκνου από αγωγές του είδους, ο ίδιος ο αναγνωρίσας δεν απαγορεύεται από κάπου να αξιώνει ακύρωση της δήλωσης αναγνώρισης στην οποία προέβη λόγω πλάνης και/ή απάτης, με βάση το γενικό αστικό δίκαιο, η εφαρμογή του οποίου δεν επηρεάζει τις πρόνοιες του Ν. 187/91, μα ούτε και επηρεάζεται από αυτές. Για το διάβημα αυτό, σε σχέση με το οποίο διατηρεί δικαιοδοσία το Οικογενειακό Δικαστήριο κατά τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/1990, εφόσον πρόκειται για «οικογενειακή διαφορά», δεν χρησιμοποιούνται ούτε οι δικονομικές βάσεις για την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ούτε οι δικονομικές βάσεις για την προσβολή της πατρότητας (η οποία ως προβλέπεται ακόμα στο οικογενειακό δίκαιο προϋποθέτει την προηγούμενη κατάφαση του τεκμηρίου της καταγωγής/πατρότητας από τον γάμο). Δεν συνιστά, κατ’ ακρίβεια, προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης με βάση τον Ν. 187/91, ασχέτως εάν με άλλη έννοια το διάβημα αφορά σε «προσβολή» της νομικής συγγένειας της πατρότητας (όχι με τη συγκεκριμένη νομοθετημένη έννοια).

Συναφείς διατυπώσεις, σε σχέση με τη δυνατότητα ακύρωσης της δήλωσης αναγνώρισης λόγω πλάνης/απάτης κατόπιν διαβήματος του αναγνωρίσαντος, από τη στιγμή που αυτός λαμβάνει γνώση του ελαττώματος, χωρίς να σημαίνει νομική αντίφαση με την πρόνοια για τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εκούσιας αναγνώρισης, έγιναν σε παλαιότερη απόφαση του Αρείου Πάγου, στην ΑΠ 1783/2007. Ο Ελλαδικός ενιαίος Αστικός Κώδικας, βέβαια, διευκολύνει την ορθή νομική προσέγγιση. Ο λόγος για την ουσιώδη πλάνη, που αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητά τέτοιας σπουδαιότητας, ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία αυτή. Πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης. Προς την πλάνη με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται. Ως απάτη νοείται κάθε από πρόθεση παραπλανητική συμπεριφορά ή τέχνασμα, με την οποία προκαλείται στον δηλούντα πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται ορισμένη πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της εκούσιας αναγνώρισης ή στη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής. Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλοντικών), που μπορεί να επηρεάσουν τη βούληση του δηλούντος, με την ατελή ανακοίνωση αληθινών περιστατικών, με απόκρυψη ή αποσιώπηση της αλήθειας κ.λπ., εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει, είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν τα μέρη τελούν σε ιδιαίτερη σχέση ή το είδος της δικαιοπραξίας επιβάλλει στα μέρη υποχρέωση πίστης. Η συνέπεια της απάτης του δηλούντος δεν είναι ανάγκη να είναι ουσιώδης, αν δεν είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης. Ο δόλος του μετερχόμενου στην απάτη πρέπει να τείνει στη διατύπωση ορισμένης δήλωσης βούλησης από τον εξαπατηθέντα, δεν απαιτείται δε όπως ο εξαπατών επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δήλωσης βούλησης του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βούλησης του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος, με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητες του (υποκειμενικό κριτήριο) και όχι με το αντικειμενικό κριτήριο, εκείνο δηλαδή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την πλάνη ή την απάτη θα πρέπει να αποδεικνύονται.

Στις διατάξεις του Ν. 187/91 (αλλά και όχι μόνον του Κυπριακού νόμου), η βιολογική προέλευση είναι το πιο βασικό κριτήριο θεμελίωσης της συγγένειας. Πάνω σε αυτήν είναι που δομείται τόσο το σύστημα των τεκμηρίων σχετικά με την (νόμιμη) πατρότητα, όσο και το σύστημα της αναγνώρισης (εκούσιας ή δικαστικής). Οι περιορισμοί που τίθενται για τη διασφάλιση της συζυγικής οικογένειας, της βεβαιότητας και σταθερότητας της συγγένειας και της προστασίας του τέκνου από αγωγές οι οποίες μπορεί να έχουν αλλότρια κίνητρα κ.λπ. (χρονικοί περιορισμοί ή και περιορισμοί της ενεργητικής νομιμοποίησης), δεν σκοπούν στο να σχετικοποιήσουν ή να συσκοτίσουν τη βιολογική αλήθεια. Απεναντίας, υπάρχουν για να την περιφρουρήσουν, και απαντούν στη σκόπιμη αδράνεια και αδιαφορία (ακόμα κι αν κι εκείνη η απάντηση δεν είναι χωρίς παράλληλες σκέψεις σήμερα). Ακόμα και με τη σύγχρονη νομική «υποβάθμιση» της σημασίας της βιολογικής αλήθειας, ιδωμένη έναντι στη σημασία των νομικών και κοινωνικο-συναισθηματικών δεσμών, και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις, όπως την απόκτηση τέκνου με μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και ειδικότερα όταν γίνεται χρήση δανεικού γενετικού υλικού (που δεν είναι επίσης αναντίρρητη), που αγνοούσε το κλασικό οικογενειακό δίκαιο, η (έστω έτσι «υποβαθμισμένη») βιολογική αλήθεια παραμένει να προσδιορίζει το άτομο και να διαμορφώνει την εξέλιξή του μέσα στην κοινωνία. Γι’ αυτό ακριβώς θα εμφανιστούν και πολλά νομολογιακά περιστατικά στο παρόν και το μέλλον με βάση τη βιολογική αλήθεια και τις ικανότητες υπερίσχυσής της, σε συνάρτηση με την έννοια του δικαίου, και την εν γένει σχέση του δικαίου (και της νομιμότητας) με την αλήθεια. Με την αποκάλυψη και αποδοχή της βιολογικής (και κατ’ επέκταση κοινωνικής) αλήθειας, πάντως, δεν αναιρούνται – και δεν υποχρεώνει κανείς να αναιρεθούν – οι διάφοροι επιμέρους κοινωνικο-συναισθηματικοί δεσμοί. Η ανάγκη προστασίας του τέκνου συζητείται και με βάση το συμφέρον του να γνωρίζει τη βιολογική αλήθεια και όσα (πολλά) έλκει από αυτήν ως άτομο. Έπειτα, δεν παραγνωρίζεται και η πρόσθετη ανάγκη προστασίας της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής του άνδρα που πλανάται ή εξαπατάται και παραμένει εγκλωβισμένος μέσα σε μία νομική σχέση συγγένειας χωρίς βιολογική αλήθεια, με ό,τι νομικές συνέπειες μπορεί να συνεπάγεται αυτό έναντι άλλων συγγενικών του σχέσεων, που εκείνες βασίζονται όντως σε βιολογική αλήθεια, έναντι άλλων προσώπων. Δίνεται, όμως, και η έμφαση στο γεγονός ότι η ακύρωση της αναγνώρισης τέκνου λόγω πλάνης ή απάτης δεν είναι λόγω έλλειψης βιολογικής καταγωγής, ως αντικειμενική κατάσταση, αλλά λόγω πλάνης ή απάτης, όπου εκεί η πεπλανημένη ή απατηλή γνώση και πεποίθηση σε σχέση με τη βιολογική καταγωγή εξηγείται ως ο λόγος για τον οποίο ο αναγνωρίσας προέβη στη δήλωση βούλησης της αναγνώρισης, ώστε, εάν γνώριζε ότι δεν είναι ο φυσικός πατέρας, δεν θα προέβαινε σε αυτήν. Δεν μπορεί να αντικειμενικοποιηθεί η προσέγγιση, γιατί πολύ απλά δεν ακυρώνεται κάθε εκούσια αναγνώριση λόγω έλλειψης βιολογικής καταγωγής ή λόγω μη ουσιωδών αιτιών της βούλησης (προσδοκίες, σταθμίσεις, κ.λπ.) σε σχέση με την αναγνώριση. Ομοίως, η αναγνώριση μπορεί να είναι άκυρη, να έχει γίνει, για παράδειγμα, ενώ ο αναγνωρίσας δεν είχε τη δικαιοπρακτική ικανότητα ή για άλλους λόγους που συνιστούν, κατά το κοινό δίκαιο, λόγους ακυρότητας μιας δικαιοπραξίας.

Όπως χρήσιμα υποδείχθηκε και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ΠΠΡ ΑΘ 684/2010, αλλά και από τη θεωρία, τέτοια αγωγή για ακύρωση εκούσιας αναγνώρισης λόγω πλάνης ή απάτης, που όπως προλέχθηκε είναι εφικτό να γίνει (και ισχύουν οι χρόνοι παραγραφής, εκτός εάν προβλεφθεί και από τον Κύπριο νομοθέτη ειδική αποσβεστική προθεσμία και γι’ αυτή την περίπτωση) πρέπει να στρέφεται εναντίον του παιδιού ή, εφόσον είναι ανήλικο, κατά του ειδικού επιτρόπου του. Όχι πάντως κατά της μητέρας ή αυτής ως ασκούσας τη γονική μέριμνα. Η μητέρα δεν νομιμοποιείται παθητικά να είναι διάδικος σε αυτή τη διαδικασία, χωρίς να σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι σε κάποια άλλη με την οποία να αξιώνονται αποζημιώσεις, ή ότι δεν μπορεί να είναι αναγκαίος διάδικος ως συναινούσα ή άλλως πώς έλκουσα έννομο συμφέρον, και για να της δοθεί επίσης λόγος, για τη διακρίβωση των πραγματικών δεδομένων. Το τέκνο, όμως, είναι αυτό που έλκει απόλυτα συναφές έννομο συμφέρον από τη δίκη αυτή, και δεν μπορεί οποιοσδήποτε να διεξάγει τέτοια δίκη και να καταργήσει τη συγγένεια που το αφορά στη δικονομική του απουσία.

Σε τέτοια δίκη, όπου αξιώνονται τέτοια διατάγματα, υφίσταται όμως και σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του τέκνου και του πατέρα του που ασκεί και αυτός τη γονική μέριμνα αλλά και που αιτείται την ακύρωση της πατρικής συγγένειας. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων καθιστά αναγκαίο τον διορισμό ειδικού επιτρόπου για να εκπροσωπήσει το ανήλικο τέκνο (Έφη Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος ΙΙ, Δ΄ έκδ., σελ. 309, 310). Στο Κυπριακό δίκαιο, τέτοιος διορισμός μπορεί και πρέπει να γίνει με βάση τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμο 74(Ι)/2007, τον περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο 243/1990, τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο 23(ΙΙΙ)/2005, και στον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπροσώπου Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό 3/2014. Η άσκηση της αγωγής χωρίς την εκπροσώπηση του ανηλίκου δεν δημιουργεί άκυρη δίκη, αλλά θα πρέπει να συμπληρωθεί το έλλειμμα νομιμοποίησης πριν από τη συμπλήρωσή της.

Στην εγχώρια  Θ. Π. vT. N., Έφεση 36/2011, ημερομηνίας 19.03.2014 (η οποία ασκήθηκε μεταξύ συζύγων / γονέων χωρίς τη δικονομική παρουσία του ανηλίκου), η βάση της απόφασης της πλειοψηφίας ήταν ότι, ανεξαρτήτως του Ν. 187/91, το άρθρο 4 της Σύμβασης επί της Νομικής Κατάστασης Εξώγαμων Τέκνων, που κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως επί της Νομικής Καταστάσεως ‘Εξωγάμων Τέκνων (Κυρωτικός) Νόμο 50/79 και συνιστά υπέρτερο δίκαιο, επιτρέπει την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης και από τον αναγνωρίσαντα. Διατηρώ κάποιες αμφιβολίες σχετικά με το νόημα του άρθρου 4 σε συνάρτηση με τον Ν. 187/91. Το άρθρο 4 προνοεί ότι:

«Η εκουσία αναγνώρισις της πατρότητος δεν δύναται να καταπολεμήται ή να αμφισβητήται καθ’ ον τρόπον προβλέπει το εσωτερικόν δίκαιον διά τας τοιαύτας διαδικασίας, εκτός εάν το πρόσωπον το οποίον επιδιώκη να προβή εις αναγνώρισιν ή το οποίον έχει προβή εις την αναγνώρισιν του τέκνου δεν είναι ο βιολογικός τούτου πατήρ.»

Το άρθρο αυτό, που φαίνεται ότι, ενώ επιφυλάσσεται υπέρ του εγχώριου δικαίου σε κάθε περίπτωση, προνοεί σε σχέση με το πρόσωπο που προέβη στην αναγνώριση, δεν συνιστά, ακριβώς, βάση για κάποιο δικαίωμα του αναγνωρίσαντος να προσβάλλει την αναγνώριση στην οποία προέβη, δεν αναιρεί, δηλαδή τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εκούσιας αναγνώρισης, δεν αντιφάσκει με τον Ν. 187/91. Ούτε φυσικά καθιστά και την έλλειψη βιολογικής καταγωγής ως αντικειμενικό λόγο στη βάση του οποίου μπορεί να προσβάλλεται η εκούσια αναγνώριση ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε άλλων προϋποθέσεων. Ορθότερα, κατά τη γνώμη μου, η άποψη της μειοψηφίας προσέγγισε το θέμα, και στη βάση και των υφιστάμενων επεξηγήσεων για το άρθρο αυτό, παρόλο που δεν συμφωνώ με την κατάληξης της απόφασης της μειοψηφίας. Το άρθρο αυτό επιφυλάσσεται μεν υπέρ του εγχώριου δικαίου για τη ρύθμιση του ζητήματος της προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης (οι ορολογίες που χρησιμοποιούνται «καταπολέμηση» ή «αμφισβήτηση» εξυπηρετούν την αποφυγή προβλημάτων εκ της διάστασης στους όρους που χρησιμοποιούν διάφορα μέρη της Σύμβασης), αλλά περιορίζει ως προς τον λόγο για τον οποίο μπορεί να προσβληθεί η εκούσια αναγνώριση. Το εγχώριο δίκαιο, επομένως, με βάση το άρθρο αυτό, μπορεί να ρυθμίζει όπως θέλει το ζήτημα της προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης, αλλά ο λόγος προσβολής πρέπει να είναι αυτός, της έλλειψης βιολογικής καταγωγής από τον αναγνωρίσαντα. Ακριβώς, γιατί συνιστά, όπως προλέχθηκε, σημαντικό άξονα της όλης σχετικής απανταχού νομοθετικής προσέγγισης. Δεν μπορεί, βέβαια, εξ αυτής της πρόνοιας, να εκληφθεί ότι η ύπαρξη βιολογικής καταγωγής, η έλλειψη της οποίας προβλέπεται ως ο λόγος προσβολής, συνιστά και προϋπόθεση κύρους της εκούσιας αναγνώρισης. Γι’ αυτό τον λόγο προσβολής, κάποια πρόσωπα που προβλέπει το εγχώριο δίκαιο, εντός των χρονικών ορίων που προβλέπει το εγχώριο δίκαιο, μπορούν να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση. Ως γίνεται, βέβαια. Αν και τα πρόσωπα που μπορούν να προσβάλουν, όντως, είναι αυτά που προβλέπει το εγχώριο δίκαιο, σύμφωνα και με το άρθρο 4 της Σύμβασης, και το εγχώριο δίκαιο δεν προβλέπει δικαίωμα προσβολής από μέρους του αναγνωρίσαντος (επιλέγει το αμετάκλητο της εκούσιας αναγνώρισης), τόσο το άρθρο 4 της Σύμβασης (που δεν συνιστά πρόσθετη δικονομική βάση για τον αναγνωρίσαντα) όσο και Ν. 187/91, αναφερόμενα στην εκούσια αναγνώριση, εννοούν την έγκυρη δήλωση βούλησης αναγνώρισης του τέκνου, αυτήν που είναι εκούσια. Η ίδια η προσδιοριστική αναφορά της αναγνώρισης τέκνου ως «εκούσια» αναγνώριση, έναντι στη δικαστική, προϋποθέτει λογικά την έλλειψη ελαττώματος στη βούληση όσον αφορά την αναγνώριση, την ηθελημένη αναγνώριση (που δεν είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή εξαναγκασμού), την πράγματι επιθυμητή παραγωγή αυτής της έννομης συνέπειας σε συνάρτηση με τη νοητική κατάσταση του αναγνωρίσαντος που προβαίνει στη δήλωση αναγνώρισης κατά τον χρόνο στον οποίο προβαίνει ή όταν πληροφορείται το ελάττωμα και μετά. Τούτο το άρθρο ερμήνευσε και η Ελλαδική νομολογία, αποφαινόμενη ότι δεν επηρεάζει τη δυνατότητα του αναγνωρίσαντος να ζητά ακύρωση ακυρώσιμης εκούσιας αναγνώρισης λόγω πλάνης ή απάτης.

Απλά πολλές φορές, η αίσθηση είναι ότι ο όλος νομικός ειρμός χάνεται και λόγω της προσέγγισης της «εκούσιας αναγνώρισης» ως ξεχωριστής διαδικασίας. Που είναι μεν διαδικασία, με την έννοια του ότι προϋποθέτει συγκεκριμένα διαβήματα, αλλά όσον αφορά το γεγονός που ιδρύει τη συγγένεια, αυτό που ενδιαφέρει, είναι η αναγνώριση του τέκνου. Αυτή μπορεί να γίνει εκούσια, οικειοθελώς, ή δικαστική, να εξαναγκαστεί. Εάν έγινε μεν αναγνώριση τέκνου αλλά δεν ήταν εκούσια ή δεν ήταν σύμφωνα με κάποια προβλεπόμενη διαδικασία, δεν χρειάζεται, ίσως, περαιτέρω περιπλοκή, τουλάχιστον ως προς το νομικό σκέλος. Αγγίζοντας και το θέμα της ορολογίας, θα ήταν, ενδεχομένως, πιο ορθή η αναφορά ότι ο αναγνωρίσας προσβάλλει (αμφισβητεί κ.λπ.) την αναγνώριση τέκνου (το νομικό αποτέλεσμα), ενώ τα άλλα πρόσωπα προσβάλλουν τη εκούσια (από μέρους του αναγνωρίσαντος) αναγνώριση του τέκνου. Το σχήμα «ακύρωση εκούσιας αναγνώρισης από τον αναγνωρίσαντα» μπορεί να θεωρείται από μόνο του αντιφατικό ή να παραπέμπει στην έννοια της «ανάκλησης», ενώ δεν έχει καμία σχέση μαζί της.

Συναφώς, τόσο με βάση το άρθρο 4 της Σύμβασης όσο και με βάση τον Ν. 187/91 όσο και με βάση το κοινό δίκαιο:

(α) Ο αναγνωρίσας το τέκνο που γεννάται εκτός γάμου ως φυσικό του τέκνο δεν μπορεί να ανακαλέσει την αναγνώριση στην οποία προέβη εκούσια λόγω έλλειψης βιολογικής καταγωγής, νοουμένου όμως ότι η δήλωση της αναγνώρισης αυτής είναι εκούσια, δηλαδή έγκυρη. Νοείται ότι μπορεί να αξιώσει την ακύρωση της αναγνώρισης στην οποία προέβη λόγω ακυρότητας ή ακυρωσίας (έλλειψη «εκουσιότητας» – voluntariness).

(β) Τα υπόλοιπα πρόσωπα που προβλέπει ο Ν. 187/91 μπορούν να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση στην οποία προέβη ο αναγνωρίσας λόγω έλλειψης βιολογικής καταγωγής, μέσα στους χρονικούς περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος αυτός, για την αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας.

Βέβαια, μπορεί να γεννηθεί το ερώτημα: Γιατί να μπορεί ο οποιοσδήποτε άλλος να προσβάλει την εκούσια αναγνώριση λόγω έλλειψης βιολογικής καταγωγής; Εάν ο αναγνωρίσας θέλει και αναγνωρίζει το τέκνο ως δικό του, με τη συναίνεση της μητέρας του, γιατί να ενδιαφέρει οποιονδήποτε άλλο; Μα ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, τα πρόσωπα που μπορούν να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση είναι περιορισμένα. Το τέκνο (ή οι κληρονόμοι του). Η μητέρα που συναίνεσε (ή οι κληρονόμοι της). Ο πραγματικός φυσικός πατέρας. Τα πρόσωπα αυτά είναι αυτά που ο νομοθέτης θεωρεί ότι μπορεί να έλκουν συμφέρον στην αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας. Εάν, όμως, μπορεί, η μητέρα που γέννησε το παιδί και ευκολότερα μπορεί να γνωρίζει ποιος είναι ο φυσικός πατέρας του, ενώ η ίδια συναίνεσε, να προσβάλει την εκούσια αναγνώριση, κι αυτό να μην θεωρείται ανάκληση της δικής της συναίνεσης (εκεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί το άρθρο 4 της Σύμβασης για να λεχθεί ότι ο λόγος που μπορεί να προσβάλει και η μητέρα την εκούσια αναγνώριση είναι επίσης η έλλειψη βιολογικής καταγωγής), γιατί να μην μπορεί ο αναγνωρίσας να ανακαλέσει τη δική του αναγνώριση; Εκεί γίνεται κάπως πιο δύσκολη η απάντηση, όπως πιο δύσκολη γίνεται κι αν αναρωτηθεί κανείς γιατί οι προθεσμίες προσβολής να πρέπει να αρχίζουν από τούτο το γεγονός της αναγνώρισης, και όχι από την πληροφόρηση της βιολογικής αλήθειας, παρόλο που η βιολογική αλήθεια και η αποκατάστασή της είναι αυτή που δίνει το δικαίωμα στα συγκεκριμένα πρόσωπα που επιλέγει ο νόμος να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση. Από την άλλη, όμως, ο ίδιος ο νόμος δίνει τη δυνατότητα αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας μέσα από αυτή τη διαδικασία της προσβολής, έγκαιρα πριν από την εγκατάσταση και επέκταση της σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο, όπου η ανατροπή, μετά, της κατάστασης, ακόμα και δικαιολογημένα (λόγω ακυρωσίας κ.λπ.), μπορεί να μην είναι ευχάριστη. Μπορεί, όμως, και να είναι. Δεν είναι κάτι που γνωρίζει ο νομοθέτης με βεβαιότητα, επιχειρώντας να διασφαλίσει απλά το ενδεχόμενο, σε τέτοιο νομοθετικό επίπεδο. Χωρίς να εξαιρεί την αναγκαιότητα στάθμισης τυχόν συγκρουόμενων συμφερόντων, στο πραγματικό επίπεδο και χρόνο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.