Η προσπάθεια τροποποίησης του «ασκείν δικηγορία» και η χαμένη αναλογικότητα

Προ ημερών, κατατέθηκε πρόταση νόμου για την τροποποίηση του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 2, η οποία δημοσιοποιήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τυχόν σχόλια. Η πρόταση νόμου δεν φαίνεται να ακολούθησε κάποια κανονική διαδικασία διαβούλευσης με τους δικηγόρους ή άλλους επαγγελματίες, την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των οποίων σκοπεί να τροποποιήσει.

«Ασκείν δικηγορία»: Ρύθμιση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή απαγόρευση παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών από μη δικηγόρους;

Σημαντικά, η σκοπούμενη τροπολογία θέλει να αγγίξει και το άρθρο 2 του Νόμου και ειδικότερα τον ορισμό του «ασκείν δικηγορία». Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι το «ασκείν δικηγορία», που καθορίζει τη ρυθμιστική εμβέλεια του συγκεκριμένου νόμου, θα ήταν ίσως καλύτερα να μην δίδεται ερμηνευτικά, στη γενική ερμηνευτική διάταξη, αλλά ρυθμιστικά ή ακόμα προσδιοριστικά, δηλαδή σε άρθρο που να καθορίζει είτε το πεδίο εφαρμογής του νόμου είτε τις δυνατότητες ενός εγγεγραμμένου επαγγελματία δικηγόρου. Εν πάση περιπτώσει, ως έχει ο νόμος σήμερα, ορίζει πως, μεταξύ άλλων, το «ασκείν δικηγορία» σημαίνει:

(i) τηv εμφάvιση εvώπιov oπoιoυδήπoτε Δικαστηρίoυ για διεξαγωγή διαδικασίας εκ μέρoυς oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ ή της Δημoκρατίας·

Αυτή την πρόνοια η πρόταση νόμου θέλει να την διευρύνει, αντικαθιστώντας την, ώστε «ασκείν δικηγορία» να σημαίνει:

(i) την εμφάνιση και τη διεξαγωγή διαδικασίας εκ μέρους εντολέα ή της Δημοκρατίας ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, αρχής, υπηρεσίας, εξωδικαστικού θεσμού ή θεσμοθετημένου οργάνου ή επιτροπής, είτε στη Δημοκρατία είτε διεθνώς, καθώς και τη συμμετοχή σε θεσμοθετημένα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε διεθνή θεσμοθετημένα όργανα.

Καταρχάς, αυτό που θα πρέπει να ρυθμίζεται (και ερμηνευτικά μόνον μπορεί να προκύπτει ότι αυτό ρυθμίζεται και όχι κάτι άλλο) είναι η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, η παροχή αυτής της υπηρεσίας (π.χ. εμφάνισης) ως επάγγελμα, όχι η μεμονωμένη δυνατότητα του προσώπου. Κοινώς, δεν μπορεί να απαγορευθεί σε ένα πρόσωπο (φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο) να εμφανιστεί και να διεξάγει διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, αρχής, υπηρεσίας, εξωδικαστικού θεσμού ή θεσμοθετημένου οργάνου ή επιτροπής, κ.λπ., για τον εαυτό του, ως “self-litigant”. Απεναντίας, θα πρέπει να ενισχυθεί και να βοηθηθεί αυτή η δυνατότητα, και μάλιστα να αρθεί προηγούμενη σύγχυση ή παρεξήγηση που υπήρχε σχετικά με τα νομικά πρόσωπα, ότι αυτά είναι υποχρεωμένα να διορίζουν δικηγόρους για να εμφανίζονται στο δικαστήριο, λόγω της πρόνοιας εκείνης του «ασκείν δικηγορία», και της αντίληψης ότι η διάσταση στη νομική προσωπικότητα του νομικού προσώπου και του φυσικού προσώπου που το εκπροσωπεί δημιουργεί πλαίσιο επαγγελματικής εκπροσώπησης. Από αυτή την αφετηρία, η άσκηση επαγγέλματος, θα πρέπει να καταστεί πλέον σαφές, έναντι και στην ανάγκη διασφάλισης και των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών (και στον νόμο που ρυθμίζει το δικηγορικό επάγγελμα όπως και σε παλαιούς νόμους που ρυθμίζουν άλλα επαγγέλματα), ότι περιλαμβάνει την τακτική συνέχεια και οργάνωση της παροχής, ώστε από αυτήν να σκοπείται και να αντλείται εισόδημα ή οικονομικό όφελος για τον πάροχο, που εκλαμβάνει και εκθέτει κοινωνικά τον εαυτό του ως επαγγελματία πάροχο της τάδε υπηρεσίας.

Αξιολογώντας περαιτέρω τις δύο ρυθμίσεις, γίνεται μια προσπάθεια κατανόησης πρώτα του συμπεριφορικού εμπλουτισμού, γιατί η εμφάνιση για διεξαγωγή διαδικασίας εκ μέρους άλλου προσώπου να γίνει εμφάνιση και διεξαγωγή διαδικασίας εκ μέρους εντολέα. Στην υφιστάμενη ρύθμιση, η αναφορά είναι στην εμφάνιση που γίνεται με σκοπό τη διεξαγωγή διαδικασίας (όπως υποδηλώνει το «για») και στη σκοπούμενη η αναφορά είναι και στην εμφάνιση, ανεξαρτήτως του σκοπού της, αλλά και στη διεξαγωγή διαδικασίας (όπως υποδηλώνει το «και»). Το «και» θα μπορούσε, ίσως, να είναι «ή και», (διάζευξη) για να μην θεωρείται ότι ο λόγος είναι για εμφάνιση που θα πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται και από διεξαγωγή διαδικασίας, έτσι όπως γίνεται διαχωρισμός αφήνοντας να νοηθεί ότι η εμφάνιση δεν συνιστά επίσης διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κ.λπ. Από την άλλη, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι κάποιος μπορεί να εμφανίζεται και να συμμετέχει σε διαδικασία, χωρίς όμως να είναι δικηγόρος ή επαγγελματίας δικηγόρος ή να ενδιαφέρεται για το επάγγελμα του δικηγόρου, σε δικές του υποθέσεις ή σε υποθέσεις που πρέπει να εμφανιστεί και να συμμετέχει στη διαδικασία ως μάρτυρας. Η συμπεριφορά της διεξαγωγής διαδικασίας δεν είναι τόσο σαφής. Γιατί και ο επαγγελματίας δικηγόρος δεν «διεξάγει» διαδικασία, αλλά συμμετέχει στη διαδικασία που υφίσταται, ως εκπρόσωπος άλλου προσώπου το οποίο αγόρασε τις συγκεκριμένες δικηγορικές υπηρεσίες. Η ρύθμιση θα μπορούσε να είναι, απλούστερα, η εκπροσώπηση άλλου προσώπου σε διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον Δικαστηρίου, κ.λπ., στο πλαίσιο επαγγελματικής απασχόλησης. Η ύπαρξη συγγένειας ή σχέσης με τον εκπροσωπούμενο θα μπορούσε να είναι τεκμήριο άσκησης της δραστηριότητας της εκπροσώπησης μη επαγγελματικά. Είναι πολύ σημαντικό ένας νόμος να αναφέρεται άμεσα και καθαρά στη συμπεριφορά που θέλει να ρυθμίσει, χωρίς αχρείαστες περιφράσεις ή παραφράσεις. Και η δικηγορία είναι, βασικά, σχέση εκπροσώπησης (agency). Μια σχέση που δεν μπορεί να εξαναγκαστεί σε κάθε περίπτωση, να καταστεί υποχρεωτική, εάν το ίδιο το Δικαστήριο ή ο φορέας τέλος πάντως της διαδικασίας δεν το ορίζει ή εάν δεν συντρέχουν λόγοι που (αντικειμενικά) να καθιστούν τον εξαναγκασμό (κατ’ επέκταση περιορισμό) εύλογο και αναγκαίο (π.χ. ορθή απονομή της δικαιοσύνης σε ορισμένες περιπτώσεις).

Μένοντας στο σκέλος της συμπεριφοράς, βλέπουμε επίσης να επεκτείνεται, η σκοπούμενη ρύθμιση, και στη συμμετοχή σε θεσμοθετημένα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε διεθνή θεσμοθετημένα όργανα, με τρόπο πρόβλεψης, μάλιστα, που εκφεύγει, αποσυνδέεται, από το πλαίσιο της εκπροσώπησης συμμετέχοντος («εντολέα»), αλλά να αναφέρεται ευθέως και διακριτά, ως εκτίθεται, σε συμμετοχή, ότι η συμμετοχή σε θεσμοθετημένα όργανα συνιστά «ασκείν δικηγορία». Αυτή η επέκταση, με όλο τον σεβασμό προς τους εμπνευστές της πρότασης, έχει ξεφύγει επικίνδυνα, εάν αφήνει να νοηθεί ότι μόνον δικηγόροι θα πρέπει να συμμετέχουν σε θεσμοθετημένα όργανα (π.χ. Βουλή). Πέραν του ότι, ακόμα και συνδεδεμένη με τη συμπεριφορά εκπροσώπησης να έμενε η πρόνοια, δεν μπορεί να τύχει κατανόησης πώς είναι εφικτό να εκπροσωπηθεί συμμετέχων (διορισθείς ή εκλελεγμένος) σε θεσμοθετημένο όργανο δια δικηγόρου κι αυτό να είναι κάτι κανονικό, ώστε να έχει προνοήσει, μάλιστα, γι’ αυτό, ο νομοθέτης, προσπαθώντας να προσδιορίσει και να οριοθετήσει το «ασκείν δικηγορία».

Η επέκταση που σκοπεί η ρύθμιση αυτή δεν είναι μόνον ως προς τη συμπεριφορά (εμφάνιση, διεξαγωγή διαδικασίας, συμμετοχή), αλλά και ως προς το πλαίσιο άσκησής της. Ενώ διαχρονικά είναι η εκπροσώπηση στα Δικαστήρια που συνιστούσε και συνιστά δικηγορία, αυτή βλέπουμε να επεκτείνεται και σε αρχές, υπηρεσίες, εξωδικαστικούς θεσμούς ή θεσμοθετημένα όργανα ή επιτροπές. Δηλαδή, θα πρέπει να είναι κάποιος δικηγόρος για να προβαίνει σε πράξεις στο Κτηματολόγιο ή στον Φόρο ή να παρέχει άλλες συναφείς υπηρεσίες. Προφανώς, η ρύθμιση σκοπεί να εξουδετερώσει το «επάγγελμα» των «δικολάβων» ή των επαγγελματιών που παρέχουν εξωδικαστικές υπηρεσίες, ουσιαστικά επιβάλλοντάς τους να είναι δικηγόροι. Βέβαια, εάν ο σκοπός ήταν η αναβάθμιση της ποιότητας των εν λόγω υπηρεσιών και η διασφάλιση της νομιμότητάς τους (υγιής σκοπός), θα υπήρχε ξεχωριστή πρόνοια ή ρύθμιση ή και νόμος, που να ρύθμιζε ευθέως τα προσόντα των επαγγελματικών αυτών, ότι, για παράδειγμα, θα πρέπει να έχουν πτυχίο νομικής ή και να έχουν Χ ώρες πρακτικής άσκησης, να εγγράφονται σε κάποιο μητρώο ή σε κάποιο επαγγελματικό σώμα, κ.λπ., και να υπάρξει, γι’ αυτό, και σχετική μεταβατική διάταξη. Η διεύρυνση, όμως, του «ασκείν δικηγορία» για τον σκοπό αυτό, δείχνει ότι ο πραγματικός στόχος δεν είναι η αναβάθμιση της ποιότητας των συγκεκριμένων εξωδικαστικών υπηρεσιών, αλλά είναι η κάπως αθέμιτη παρέμβαση στον ανταγωνισμό για τη μεγέθυνση της «πίτας» για τους επαγγελματίες δικηγόρους. Δεν θεωρώ καθόλου ασφαλή (νομικά) τη ρύθμιση αυτή, αλλά την θεωρώ, πρόσθετα, και κάπως αναχρονιστική. Στη σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, θα πρέπει να ενθαρρύνεται η ανάπτυξη νέων επαγγελμάτων με βάση τις νομικές ή και άλλες σπουδές, να αποφεύγονται οι τάσεις μονοπωλίου, να εξυγιαίνεται ο ανταγωνισμός. Στην ακραία της μορφή, η ανάγνωση της σκοπούμενης τροπολογίας, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν καθίσταται και απόλυτα σαφές δια του νόμου και τυγχάνει παρεξήγησης το πότε μια δραστηριότητα ασκείται «επαγγελματικά», με την αναφορά και σε οποιεσδήποτε υπηρεσίες, ουσιαστικά καταργείται η έννοια της πληρεξουσιότητας γενικά. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος θα πρέπει να είναι πάντα δικηγόρος, ακόμα και για να τραπεζικές υπηρεσίες. Θεωρώ αδιανόητη μια τέτοια επέκταση, ακόμα και ως δικηγόρος.

Οι άλλες προτεινόμενες τροπολογίες σε σχέση με το «ασκείν δικηγορία» φαίνεται να προσπαθούν ακριβώς το ίδιο, τη μεγέθυνση αυτής της «πίτας», θέτοντας εκτός πεδίου επαγγέλματα που δημιουργήθηκαν ήδη, αντί ρυθμίζοντας αυτά ευθέως, εάν υπάρχουν λόγοι γι’ αυτό. Βαφτίζοντας, ουσιαστικά, άπαντες «δικηγόρους», και παράλληλα παρέχοντας σε αυτούς και όλες τις υπερ-δυνατότητες ενός «δικηγόρου». Επειδή, όμως, είναι και πολύ εύκολο να πάρει κάποιος «πτυχίο νομικής» με βάση αυτό τον ίδιο νόμο σήμερα (βλ. κατωτέρω), ας διαχωριστούν επιτέλους τα χλωρά από τα ξερά. Οι δικηγόροι από οποιουσδήποτε άλλους επαγγελματίες που δεν είναι δικηγόροι και το να καταστούν «δικηγόροι» δεν μεγαλώνει η επαγγελματική «πίτα» για τους «δικηγόρους», αλλά η ταυτότητα του «δικηγόρου», ως λειτουργού της δικαιοσύνης, παθαίνει ενός είδους θλιβερή διάβρωση, με το να καθίσταται, ο ίδιος, πάροχος νομικών υπηρεσιών, όπου «νομικές υπηρεσίες» περιλαμβάνουν τις δικαστηριακές, κτηματολογικές, κ.λπ. Όπου, όμως, το να καθίσταται τέτοιος πάροχος υπηρεσιών, με τέτοια ανάστροφη πορεία, και με αυτό τον τρόπο που γίνεται, σημαίνει ενίσχυση του προβλήματος. Πως οποιοσδήποτε μπορεί να είναι και δικηγόρος (να εμφανίζεται ενώπιον δικαστηρίων και να συν-λειτουργεί στην απονομή της δικαιοσύνης), ασχέτως εάν σκοπεί (και το μόνο που μπορεί είναι) να παρέχει μόνον γνωμοδοτήσεις επί νομικών θεμάτων ή να παρέχει κτηματολογικές υπηρεσίες. Οποιοσδήποτε τέτοιος δικηγόρος θα πρέπει να δίνει εξετάσεις του Νομικού Συμβουλίου (π.χ. ακόμα και σε σχέση δικονομίες), να είναι μέλος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του τοπικού του (αναγκαστικός συνδικαλισμός), να λαμβάνει ετήσια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, κ.λπ. Περιορισμοί, όμως, σε ελεύθερα επαγγέλματα, που δεν δίνουν άμεσα αναφορά στην ανάγκη διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος (όπως, για παράδειγμα, περιορισμοί που τίθενται σε σχέση με το επάγγελμα των ψυχολόγων ή των ιατρών σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας). Αναβοσβήνει η αναλογικότητα.

Ενώ ο υφιστάμενος νόμος, ως έχει, προνοεί ότι «ασκείν δικηγορία» είναι και:

(vi) η γνωμάτευση σε κάθε νομικό θέμα που υποβάλλεται στον δικηγόρο

η σκοπούμενη τροπολογία επιθυμεί να αντικαταστήσει και αυτή την πρόνοια, ορίζοντας πως «ασκείν δικηγορία» σημαίνει:

(vi) την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σε κάθε νομικό θέμα που υποβάλλεται από δικηγόρο εκ μέρους εντολέα ή της Δημοκρατίας.

Το να εκφέρει κάποιος γνώμη για νομικό θέμα, αλίμονο, δεν μπορεί να συνιστά δικηγορία, είναι μέσα στο δικαίωμά του να εκφράζεται ελεύθερα, εκτός εάν πρόκειται για δραστηριότητα που ασκείται κατ’ επάγγελμα, δηλαδή κάποιος προβάλλεται ως νομικός σύμβουλος, και σε αυτόν προστρέχουν πολίτες που εμπιστεύονται επιλογές που σχετίζονται με τη διασφάλιση αγαθών τους. Αυτό δεν ήταν σαφές ούτε και θα γίνει με την πρόταση. Άλλο να προβλεφθεί απλά ότι ο επαγγελματίας πάροχος νομικών συμβουλών (αυτό το επάγγελμα) θα πρέπει να έχει πτυχίο νομικής και Χ ώρες πρακτικής άσκησης ή άλλα προσόντα, και άλλο να σημαίνει ότι θα μπορεί να είναι και «δικηγόρος», ο οποίος να μπορεί να κάνει ό,τι ένας δικηγόρος. Έπειτα, τι συνιστά ακριβώς «νομική συμβουλή»; Τι συνιστά «γνωμοδότηση»; Έχουμε έναν πολιτικό μηχανικό (προβληματικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Κύπρο η επιλογή, πάλι) και ρωτά κάποιος τη γνώμη του για τον νόμο που διέπει τη λειτουργία του ΕΤΕΚ, την εκφέρει, αμείβεται για τον χρόνο που ανάλωσε γιατί δουλεύει με timesheets: ασκεί δικηγορία;

Προφανώς η ρύθμιση θέλει να εντάξει και τους φερόμενους ως νομικούς σύμβουλους στον δικηγορικό κόσμο, ενδεχομένως για να συμβάλλουν οικονομικά στα διάφορα σώματα και φορείς (η συνήθης επιχειρηματική Κυπριακή νοοτροπία), να ελέγχονται ή για άλλο λόγο. Πρόκειται, όμως, για ένα κάπως προβληματικό διάβημα. Γιατί ο καταρτισμένος νομικός σε θέματα δικαίου της ενέργειας, δικαίου του διαστήματος, ή σε άλλο εξειδικευμένο τομέα ως είθισται να είναι οι περισσότεροι νομικοί σύμβουλοι, που κατ’ επάγγελμα δίνει συμβουλές μόνον σε εκείνο τον τομέα του, να πρέπει να βαπτιστεί «δικηγόρος» με βάση το εγχώριο δίκαιο, και πώς αυτό περιορίζει και την διεθνοποίηση και διακινητικότητα των νομικών υπηρεσιών από κράτος σε κράτος. Θα μπορούσε, κάλλιστα, για σκοπούς ελέγχου, να τηρείται ξεχωριστό μητρώο νομικών συμβούλων που εργοδοτούνται από δικηγορικά γραφεία ή αλλού (π.χ. λογιστικά γραφεία, τοπική αυτοδιοίκηση, κ.λπ.) στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν είναι δικηγόροι, οι δικαιικοί τομείς που καλύπτουν και τα υφιστάμενα πτυχία τους, μα κι αυτό θα ήταν εκ του περισσού, γιατί απλά νομικές συμβουλές μπορεί να «αγοράσει» ο καθένας από «νομικό σύμβουλο» οπουδήποτε κι αν βρίσκεται ο ίδιος ο καταναλωτής κρίνοντας εάν ο πάροχος των εν λόγω υπηρεσιών έχει τα προσόντα που χρειάζονται για τους σκοπούς του, και μέσα στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού. Οι μικροπολιτικές περί «δικηγορίας» είναι τόσο οπισθοδρομικές που από ένα σημείο και μετά προκαλούν τρόμο, αναφορικά με το ως πού μπορεί να φθάσει η σκοπιμότητα, η τάση εξυπηρέτησης συμφερόντων, η μεθόδευση, και πότε θα μπορέσει επιτέλους να αντικατασταθεί αυτή με την πραγματική κοινωνική έγνοια, με την προοπτική υγιούς ανάπτυξης (αναπόφευκτα σκληρή η γραφή).

Από την άλλη, δεν είναι και κοινά αντιληπτό ίσως, ότι η όποια σκοπιμότητα γυρίζει «μπούμερανγκ» σε αυτό που ακριβώς σκοπείται μικροπολιτικά, στο να διασφαλιστεί ο όγκος εργασίας των δικηγόρων, αυτή η «πίτα». Γιατί, απλούστατα, εάν ο εργοδοτούμενος στο λογιστικό γραφείο ή την τοπική αυτοδιοίκηση ή αλλού ή ο αυτοεργοδοτούμενος είναι και «δικηγόρος» που μπορεί να εμφανίζεται και στα δικαστήρια και να κάνει ό,τι μπορεί να κάνει ένας «δικηγόρος», ό,τι μπορείς να κάνεις εσύ, τον δικηγόρο που κλαίγεται νυχθημερόν γιατί μειώθηκε ο όγκος εργασίας του και κάνουν άλλοι δουλειές που θα μπορούσε να κάνει αυτός υπό αυτή την ιδιότητά του, να τον κάνει τι ακριβώς ο νομικός σύμβουλος, εφόσον θα μπορεί να αυτοεξυπηρετείται; Για να λεχθεί με τη δέουσα σκληρότητα: Χαρίζει, ο δικηγόρος, στον νομικό σύμβουλο, δια νόμου, τη δυνατότητα να λειτουργεί για την απονομή της δικαιοσύνης; Χαρίζει, στον νομικό σύμβουλο, την ιδιότητά του, να είναι δικηγόρος, απλά για να αυξηθούν τα έσοδα σε κάποια ταμεία ή για σκοπούς ελέγχου που απλά μπορεί να διασφαλιστεί αλλιώς; Ο δικηγόρος μπορεί να είναι νομικός σύμβουλος, αλλά ο νομικός σύμβουλος δεν μπορεί να είναι δικηγόρος. Αλλά η τροποποίηση ως σκοπείται, με το να προνοήσει τι σημαίνει «ασκείν δικηγορία» με τρόπο όχι προσδιοριστικό για την ρυθμιστική εμβέλεια του νόμου εκείνου ή για την περιγραφή του τι μπορεί να κάνει ένας δικηγόρος, αλλά απαγορευτικό για οποιονδήποτε άλλο ασκεί τις δραστηριότητες αυτές που εμπίπτουν στο «ασκείν δικηγορία», βάζοντάς τον μέσα στη ρυθμιστική εμβέλεια του νόμου αναγκαστικά, κινείται επικίνδυνα ανάποδα. Κινείται, κατ’ ακρίβεια, με μια εντελώς λανθάνουσα φιλοσοφία.

Η προαναφερόμενη προτεινόμενη ρύθμιση, πέρα από το ότι προσθέτει τις νομικές συμβουλές στο «ασκείν δικηγορία» μαζί με τις γνωμοδοτήσεις, αλλάζει και τον τρόπο αναφοράς, όπου, αντί ο λόγος να είναι για τις νομικές συμβουλές ή γνωμοδοτήσεις για νομικά θέματα που υποβάλλονται στον δικηγόρο, να είναι για αυτά που υποβάλλονται από τον δικηγόρο εκ μέρους εντολέα κ.λπ. Καταρχάς, και η υφιστάμενη ρύθμιση και η σκοπούμενη, εξακολουθεί να αναφέρεται σε δικηγόρο, παρά να ρυθμίζει τη δραστηριότητα που θέλει. Μα ο «δικηγόρος» συνιστά την έννοια που θέλει να ορίσει, άρα δεν μπορεί να αναφέρεται σε «δικηγόρο». Απλούστερα, η συμπεριφορά που θέλει να αγγίξει ο νόμος είναι η σύνταξη ή ετοιμασία ή παραγωγή ή παράδοση ή παρουσίαση ή έκφραση νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων επί νομικών θεμάτων σε άλλο πρόσωπο κατ’ επάγγελμα. Το να νοείται, δια του λεκτικού της σκοπούμενης τροπολογίας, ότι την νομική συμβουλή ή γνωμοδότηση την υποβάλλει κάπου αλλού ο δικηγόρος, εκ μέρους εντολέα, δεν είναι τόσο βοηθητικό. Μπορεί απλά (και κατ’ ακρίβεια πρέπει) να την υποβάλλει στον εντολέα.

Προχωρώντας στα υπόλοιπα, αν και θα μπορούσαν να γραφθούν πολύ περισσότερα και για τα πιο πάνω αναφερόμενα, η σκοπούμενη τροπολογία θέλει να προσθέσει ακόμα κάτι στο «ασκείν δικηγορία». Προσθέτει, λοιπόν, ότι «ασκείν δικηγορία» σημαίνει και:

«(viii) τη σύνταξη, μελέτη, αναθεώρηση, τροποποίηση οποιουδήποτε εγγράφου κάθε μορφής ή οποιασδήποτε αίτησης, έκθεσης, δήλωσης, ένορκης δήλωσης ή άλλου εγγράφου που σχετίζεται με τη μίσθωση και αγοραπωλησία ακίνητης ιδιοκτησίας»

Επομένως, εκτός από τους «δικολάβους», και οι επίδοξοι «συμβολαιογράφοι» θα πρέπει να είναι και αυτοί δικηγόροι, και να μπορούν να κάνουν ό,τι οι δικηγόροι, ενώ απλά θα μπορούσε να ρυθμίζεται το επάγγελμα του συμβολαιογράφου και τα προσόντα τους. Βέβαια, ο λόγος (θα έπρεπε να είναι) για τις συμφωνίες που λαμβάνουν αναγκαστικά την περιβολή του έγγραφου ή συμβολαιογραφικού τύπου, σύμφωνα με τις πρόνοιες νόμων και θα πρέπει να περιέχουν συγκεκριμένα στοιχεία νόμων, και για υπηρεσίες κατάρτισης τέτοιων συμφωνιών κατ’ επάγγελμα. Γιατί κατά τα λοιπά, κάποιος που έχει έναν χώρο δικό του, τον οποίο παρέχει για ενοικίαση ετήσια κάθε φορά, και γι’ αυτό έχει ένα συμβόλαιο που προσαρμόζει ανάλογα και διαθέτει, δεν θα πρέπει, σώνει και καλά, να εξαναγκαστεί να αγοράσει υπηρεσίες δικηγόρου, εάν δεν τις χρειάζεται, ούτε να νοηθεί ότι ο ίδιος παρέχει κατ’ επάγγελμα δικηγορικές υπηρεσίες στον εκάστοτε αντισυμβαλλόμενό του. Έπειτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες πολεοδομικές αιτήσεις φέρουν τέτοια τεχνικά χαρακτηριστικά που δεν είναι εφικτό να καταρτιστούν από δικηγόρο, αλλά είθισται να καταρτίζονται από πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες, κ.λπ., που μπορεί να το πράττουν και πιο σωστά, θεωρούμενες ίσως από δικηγόρους ή σε συνεργασία με δικηγόρους που οι τελευταίοι μπορεί να ασχοληθούν με τα νομικά ζητήματα. Από πού και ως πού να συνιστά «ασκείν δικηγορία» τέτοια αίτηση από πολιτικό μηχανικό, με τρόπο που να λειτουργεί απαγορευτικά για τον τελευταίο να ασχοληθεί (ως είναι ο νόμος); Και ποιος μπορεί να εξαναγκάσει τον καταναλωτή τέτοιων υπηρεσιών να τις λάβει από δικηγόρο που δεν κατέχει το αντικείμενο (ακίνητα), αντί από κάποιον που μπορεί να είναι εξειδικευμένος ακριβώς σε αυτό το πράγμα; Προφανώς, όμως, και πάλι, ο «νομοθέτης» κάτι άλλο έχει κατά νου, συγκεκριμένη περιπτωσιολογία, που δεν είναι σε θέση να εκφράσει, ακριβώς όπως το θέλει, δεν έχει συζητήσει τις σκέψεις και ανησυχίες του με οποιονδήποτε, και πλάθει μια πρόταση νόμου για την κάθε περίπτωση, γενικά και αφηρημένα (με βάση το κατά νου συγκεκριμένο), δημιουργώντας, όμως, και ως συνήθως, προβλήματα, γιατί το γενικό και αφηρημένο θεωρείται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της νομιμότητας και κάπου συγκρούεται.

Δικηγόρος μπορεί να είναι σχεδόν ο καθένας

Ως προς το άρθρο 4 του νόμου, σκοπούνται τροποποιήσεις, οι οποίες θα διασφαλίσουν καλύτερα τον απεριόριστο ρόλο του Νομικού Συμβουλίου ως προς την αναγνώριση των πτυχίων ως πτυχίων ή διπλωμάτων νομικής για τους σκοπούς του νόμου αυτού (βάσει των οποίων κάποιος μπορεί να εγγραφεί στο Μητρώο και να «ασκήσει δικηγορία»), αίροντας οποιεσδήποτε επιφυλάξεις ή περιορισμούς, και βασικά να ανοίξει ακόμα περισσότερο το πλαίσιο αναγνώρισης των πτυχίων, ώστε να μπορεί να γίνει δικηγόρος, με απλά λόγια, οποιοσδήποτε κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα νομικής, από οποιαδήποτε χώρα, εάν αυτό εγκριθεί από το Νομικό Συμβούλιο.

Συναφώς, είδαμε, τα τελευταία χρόνια, να εγκρίνονται ως πτυχία ή διπλώματα νομικής σωρεία πτυχίων ή διπλωμάτων ακόμα και συνδυασμένων μαθημάτων, τα οποία αρκεί να περιέχουν μόνον κάποια βασικά μαθήματα νομικής, περισσότερο πρακτικά αναγκαία. Βλέπουμε ακόμα, ο αριθμός των δικηγόρων στην Κύπρο να έχει σπάσει κάθε ρεκόρ. Ο τομέας αναγνώρισης πτυχίων νομικής για σκοπούς άσκησης δικηγορίας και τα μαθήματα που πρέπει να καλύπτονται σε ακαδημαϊκό, γνωστικό επίπεδο (επίπεδο διαμόρφωσης σκέψης, κρίσης, ικανοτήτων), όχι μόνον πρακτικό, είναι ένα τεράστιο και πολύ σημαντικό κεφάλαιο που θα πρέπει να συζητηθεί κάποια στιγμή ειδικά.

Σε αυτό το κεφάλαιο, καταλογίζω, προσωπικά, μέρος της ευθύνης για το επίπεδο της απονομής της δικαιοσύνης στην χώρα μας, αλλά και για την επαγγελματική ανασφάλεια που υπάρχει σήμερα, κυρίως στους νέους νομικούς. Με κάθε σεβασμό. Μα και τούτο είναι συναφές με τον ίδιο τον νόμο, τον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ. 2, που τα κάνει και αντί να τα διορθώσει θα τα ξανακάνει όλα μία μεγάλη άνοστη «σούπα», δικηγόροι, νομικοί σύμβουλοι, πτυχία για τον ένα, διπλώματα για τον άλλο, όλοι ένα και το αυτό, κ.λπ. Η ακραία σκέψη είναι, μερικές φορές, ότι αυτόν τον νόμο πρέπει κάποιος θαρραλέος να τον πιάσει να τον σκίσει και να τον ξαναγράψει από την αρχή, ενδεχομένως ως περί Παροχής Δικηγορικών και Νομικών Υπηρεσιών Νόμος του χθες, ή κάτι συναφές, που να κάνει ακριβώς αυτό, να διαχωρίζει ό,τι έχει να κάνει με δικηγορία και απονομή της δικαιοσύνης, και ό,τι έχει να κάνει με άλλες υπηρεσίες νομικής φύσης. Να είναι, ίσως, κάπως πιο κλειστό ή απλά αυστηρό το πεδίο για τις πρώτες, και κάπως πιο ανοιχτό για τις δεύτερες.

Υπάρχουν κι άλλες σκοπούμενες τροποποιήσεις σε σχέση με τις εξουσίες του Νομικού Συμβουλίου και την πρακτική άσκηση, που, σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα, προκαλούν κάποιου είδους απελπισία. Τα σχετικά με την επιμόρφωση δεν τα σχολιάζω προς το παρόν, κάποιες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για σκοπούς εναρμόνισης με τα ευρωπαϊκά πράγματα, αρκεί να γίνονται ως εκείνες ορίζουν. Το κεφάλαιο της επιμόρφωσης ίσως να τύχει σχολιασμού ξεχωριστά κάποια άλλη χρονική στιγμή, εφόσον σε αυτή την αναφορά ήταν επιθυμητό να δοθεί έμφαση στο προβληματικό μέρος του «ασκείν δικηγορία».

Μένοντας, λοιπόν, σε αυτό το κομμάτι, στο «ασκείν δικηγορία», όπως λέχθηκε είναι σημαντικό ο νόμος να ξέρει τι κάνει ακριβώς και πώς το κάνει. Θέλει, αυτός ο νόμος, να καθορίσει ποιος είναι και ποιος δεν είναι δικηγόρος. Πρώτα θα πρέπει να το καθορίσει. Ο καθορισμός αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στις προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο Δικηγόρων (προσόντα, προϋποθέσεις εγγραφής). Έπειτα, ο νόμος θέλει να ρυθμίσει το τι μπορεί να κάνει ένας επαγγελματίας δικηγόρος, με σκοπό να απαγορεύσει τις ίδιες συμπεριφορές να τις ασκεί κατ’ επάγγελμα κάποιος άλλος που δεν είναι δικηγόρος, δηλαδή που δεν είναι εγγεγραμμένος στο οικείο Μητρώο. Αυτό δεν πρέπει να συγχαίεται με τον ορισμό του δικηγόρου, αφενός. Αφετέρου, δεν θα πρέπει να συγχαίεται με την ιδιότητα του νομικού που δεν ασκεί επάγγελμα, αλλά δεν μπορεί να απεκδυθεί και αυτής της ιδιότητάς του. Υπάρχει ανάγκη διαφύλαξης, σε κάθε περίπτωση, των δραστηριοτήτων που μπορεί να κάνει ένας νομικός που όμως δραστηριοποιείται στον ακαδημαϊκό τομέα και το επάγγελμά του δεν είναι «δικηγόρος», αλλά ακαδημαϊκός, ο οποίος, όμως και νομικές γνώμες θα δώσει υπό τούτη την ιδιότητά του, δια του πανεπιστημίου του, και ενδεχομένως άλλες δραστηριότητες θα έχει σχετικά με τη νομική επιστήμη.

Η νέα Οδηγία (ΕΕ) 2018/958 και οι απαιτήσεις αναλογικότητας που θέτει σε σχέση με τη ρύθμιση των επαγγελμάτων

Μιλώντας για ευρωπαϊκά πράγματα, δίνεται μια ευκαιρία να γίνει αναφορά στην Οδηγία (ΕΕ) 2018/958 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, σχετικά με τον έλεγχο αναλογικότητας πριν από τη θέσπιση νέας νομοθετικής κατοχύρωσης των επαγγελμάτων, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 29.07.2018. Θα πρέπει να ενσωματωθεί στο εγχώριο δίκαιο μέσα στα επόμενα 2 χρόνια, μέχρι την 30.07.2020 (ελπίζοντας όχι με τον τρόπο που ενσωματώθηκε ή δεν ενσωματώθηκε παντού η συνδεόμενη Οδηγία 2005/36/ΕΚ).

Η ελευθερία επιλογής επαγγέλματος είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης») διασφαλίζει την ελευθερία του επαγγέλματος, καθώς και την επιχειρηματική ελευθερία. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών συνιστούν θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς και κατοχυρώνονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Οι εθνικοί κανόνες που οργανώνουν την πρόσβαση στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, όπως είναι και αυτό του δικηγόρου, δεν θα πρέπει να αποτελούν αδικαιολόγητο ή δυσανάλογο εμπόδιο στην άσκηση αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αποτελεί μεν αρμοδιότητα των κρατών μελών να αποφασίζουν αν και με ποιον τρόπο θα κατοχυρώσουν νομοθετικά ένα επάγγελμα, εντός, όμως, των ορίων των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας είναι μία από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Τα εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζονται με τη ΣΛΕΕ θα πρέπει να πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις, δηλαδή θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν δημιουργεί διακρίσεις, θα πρέπει να δικαιολογούνται βάσει στόχων δημόσιου συμφέροντος, θα πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και θα πρέπει να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ περιλαμβάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αξιολογούν την αναλογικότητα των απαιτήσεών τους που περιορίζουν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή την άσκησή τους και να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης, δρομολογώντας τη «διαδικασία αμοιβαίας αξιολόγησης». Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αμοιβαίας αξιολόγησης κατέδειξαν ήδη έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τα κριτήρια τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας των απαιτήσεων που περιορίζουν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή την άσκησή τους, καθώς και ανομοιόμορφο έλεγχο αυτών των απαιτήσεων σε όλα τα επίπεδα ρύθμισης. Για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς και να εξαλειφθούν οι φραγμοί όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση ορισμένων μισθωτών ή ανεξάρτητων δραστηριοτήτων, η νέα Οδηγία σκοπεί σε κοινή προσέγγιση σε επίπεδο Ένωσης, που να εμποδίζει τη θέσπιση δυσανάλογων μέτρων. Ειδικότερα, η νέα Οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια αξιολογήσεων αναλογικότητας από τα κράτη μέλη πριν από τη θέσπιση νέων, ή την τροποποίηση υφιστάμενων, επαγγελματικών ρυθμίσεων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, με παράλληλη διασφάλιση διαφάνειας και υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών. Οι δραστηριότητες που καλύπτονται από τη νέα Οδηγία θα πρέπει να αφορούν τα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, όπως εμπίπτει και το επάγγελμα του δικηγόρου, άνευ βλάβης άλλων οδηγιών που μπορεί να προβλέπουν και ειδικότερα, για ορισμένα ζητήματα.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται σε ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο βασισμένο σε σαφώς καθορισμένες νομικές έννοιες όσον αφορά τους διάφορους τρόπους νομοθετικής κατοχύρωσης ενός επαγγέλματος στην Ένωση. Υπάρχουν αρκετοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να κατοχυρωθεί νομοθετικά ένα επάγγελμα, για παράδειγμα με τον περιορισμό της πρόσβασης σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα αποκλειστικά στους κατόχους ενός επαγγελματικού προσόντος ή της άσκησής της αποκλειστικά από αυτούς. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεσπίζουν απαιτήσεις που ρυθμίζουν έναν από τους τρόπους άσκησης ενός επαγγέλματος μέσω της θέσπισης προϋποθέσεων για τη χρήση επαγγελματικών τίτλων ή μέσω της επιβολής απαιτήσεων σχετικά με τα προσόντα μόνο στους αυτοαπασχολούμενους, στους μισθωτούς επαγγελματίες, στα διευθυντικά στελέχη ή στους νόμιμους εκπροσώπους επιχειρήσεων, ιδίως αν η δραστηριότητα ασκείται από νομικό πρόσωπο υπό τη μορφή επαγγελματικής εταιρείας.

Πριν από τη θέσπιση νέων ή την τροποποίηση υφιστάμενων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που περιορίζουν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή την άσκησή τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούν την αναλογικότητα των εν λόγω διατάξεων. Η έκταση της αξιολόγησης θα πρέπει να είναι αναλογική προς τη φύση, το περιεχόμενο και τον αντίκτυπο της θεσπιζόμενης διάταξης. Οι λόγοι της νομοθετικής κατοχύρωσης τους οποίους επικαλείται ένα κράτος μέλος ως αιτιολόγηση θα πρέπει να συνοδεύονται από ανάλυση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του μέτρου που θεσπίζει το εν λόγω κράτος μέλος και από συγκεκριμένα στοιχεία που τεκμηριώνουν τα επιχειρήματά του. Δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να εκπονήσει συγκεκριμένη μελέτη ή να προσκομίσει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ή υλικό που να αποδεικνύει την αναλογικότητα του εν λόγω μέτρου πριν από τη θέσπισή του, θα πρέπει εντούτοις να διενεργεί αντικειμενική ανάλυση, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν στο εν λόγω κράτος μέλος, με την οποία αποδεικνύεται ότι υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι για την επίτευξη στόχων δημόσιου συμφέροντος.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διενεργούν αξιολογήσεις αναλογικότητας με αντικειμενικό και ανεξάρτητο τρόπο, ακόμη και στην περίπτωση που ένα επάγγελμα κατοχυρώνεται νομοθετικά έμμεσα εκχωρώντας σε συγκεκριμένο επαγγελματικό φορέα τη σχετική εξουσία. Οι εν λόγω αξιολογήσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν γνωμοδότηση από ανεξάρτητο φορέα, περιλαμβανομένων των υφιστάμενων φορέων που αποτελούν μέρος της εθνικής νομοθετικής διαδικασίας, στον οποίο έχουν αναθέσει τα κράτη μέλη το έργο έκδοσης της εν λόγω γνωμοδότησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στις περιπτώσεις όπου η αξιολόγηση διενεργείται από τις τοπικές αρχές, τους ρυθμιστικούς φορείς ή τις επαγγελματικές οργανώσεις, η μεγαλύτερη εγγύτητα στις τοπικές συνθήκες και οι εξειδικευμένες γνώσεις των οποίων θα μπορούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις να τους καταστήσουν καταλληλότερους να προσδιορίσουν τον βέλτιστο τρόπο επίτευξης των στόχων δημόσιου συμφέροντος αλλά των οποίων οι επιλογές πολιτικής θα μπορούσαν να ευνοήσουν τους κατεστημένους φορείς σε βάρος των νεοεισερχομένων στην αγορά.

Είναι σκόπιμο να ελέγχεται η αναλογικότητα των νέων ή τροποποιούμενων διατάξεων που περιορίζουν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή την άσκησή τους και μετά τη θέσπισή τους. Η επανεξέταση της αναλογικότητας ενός περιοριστικού εθνικού μέτρου στον τομέα των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων δεν θα πρέπει να βασίζεται μόνο στον στόχο αυτού του μέτρου τη στιγμή της θέσπισής του, αλλά και στα αποτελέσματά του, τα οποία αξιολογούνται μετά τη θέσπισή τους. Η αξιολόγηση της αναλογικότητας του εθνικού μέτρου θα πρέπει να βασίζεται στις εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στον τομέα του νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος μετά τη θέσπιση του μέτρου.

Όπως επιβεβαιώνεται από την πάγια νομολογία, απαγορεύεται κάθε αδικαιολόγητος περιορισμός ο οποίος απορρέει από το εθνικό δίκαιο και περιστέλλει την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης οιασδήποτε διάκρισης λόγω ιθαγένειας ή τόπου κατοικίας. Όταν η ανάληψη και η άσκηση μισθωτών ή μη μισθωτών δραστηριοτήτων εξαρτάται από την προϋπόθεση της συμμόρφωσης με ορισμένες απαιτήσεις που σχετίζονται με ειδικά επαγγελματικά προσόντα, και οι οποίες καθορίζονται άμεσα ή έμμεσα από τα κράτη μέλη, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι αυτές οι απαιτήσεις δικαιολογούνται με βάση στόχους δημόσιου συμφέροντος, όπως αυτούς που προβλέπονται στη ΣΛΕΕ, δηλαδή τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, ή επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, που αναγνωρίζονται ως τέτοιοι από τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ. Είναι επίσης απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι στους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζονται από το Δικαστήριο της ΕΕ, συγκαταλέγονται η διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, η προστασία των καταναλωτών, των αποδεκτών των υπηρεσιών, μεταξύ άλλων με τη διασφάλιση της ποιότητας των βιοτεχνικών εργασιών και των εργαζομένων· η διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης· η διασφάλιση της δικαιοσύνης των εμπορικών συναλλαγών· η καταπολέμηση της απάτης και η πρόληψη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής και η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του φορολογικού ελέγχου· η ασφάλεια των μεταφορών· η προστασία του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένου του αστικού περιβάλλοντος· η υγεία των ζώων· η διανοητική ιδιοκτησία· η διασφάλιση και διατήρηση της εθνικής ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς, των στόχων κοινωνικής πολιτικής και των στόχων πολιτιστικής πολιτικής. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, αμιγώς οικονομικοί λόγοι, συγκεκριμένα η προώθηση της εθνικής οικονομίας εις βάρος των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και αμιγώς διοικητικοί λόγοι, όπως η διενέργεια ελέγχων ή η συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων, δεν μπορούν να αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος.

Προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι διατάξεις που θεσπίζουν και οι τροποποιήσεις που επιφέρουν σε υφιστάμενες διατάξεις είναι αναλογικές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάζουν τα κριτήρια αξιολόγησης της αναλογικότητας και τα πρόσθετα κριτήρια που έχουν σημασία για το υπό εξέταση νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα. Όταν ένα κράτος μέλος προτίθεται να κατοχυρώσει νομοθετικά ένα επάγγελμα ή να τροποποιήσει υφιστάμενους κανόνες, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση των κινδύνων που σχετίζονται με τους επιδιωκόμενους στόχους δημόσιου συμφέροντος, και ιδίως των κινδύνων για τους αποδέκτες των υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των καταναλωτών, τους επαγγελματίες ή τρίτους. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, στο πεδίο των επαγγελματικών υπηρεσιών, υπάρχει συνήθως ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ των καταναλωτών και των επαγγελματιών, δεδομένου ότι οι επαγγελματίες επιδεικνύουν υψηλό επίπεδο τεχνικών γνώσεων, τις οποίες μπορεί να μη διαθέτουν οι καταναλωτές. Οι απαιτήσεις που συνδέονται με τα επαγγελματικά προσόντα θα πρέπει να θεωρούνται αναγκαίες μόνον όταν τα υφιστάμενα μέτρα, όπως ο νόμος περί ασφάλειας των προϊόντων ή ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών, δεν μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλα ή πράγματι αποτελεσματικά για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.

Για να εκπληρωθεί η απαίτηση της αναλογικότητας, το μέτρο θα πρέπει να είναι κατάλληλο για τη διασφάλιση της επίτευξης του επιδιωκόμενου στόχου. Ένα μέτρο θα πρέπει να θεωρείται κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου μόνον εάν αντικατοπτρίζει πράγματι την προσπάθεια επίτευξης του εν λόγω στόχου με συνεπή και συστηματικό τρόπο, για παράδειγμα όταν παρόμοιοι κίνδυνοι που σχετίζονται με ορισμένες δραστηριότητες αντιμετωπίζονται με συγκρίσιμο τρόπο και όταν τυχόν εξαιρέσεις στους σχετικούς περιορισμούς εφαρμόζονται σύμφωνα με τον δεδηλωμένο στόχο. Επιπλέον, το εθνικό μέτρο θα πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά στην επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου και, επομένως, όταν δεν επηρεάζει τη βάση της αιτιολόγησής του, δεν θα πρέπει να θεωρείται κατάλληλο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον συνολικό αντίκτυπο του μέτρου στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών εντός της Ένωσης, στις επιλογές των καταναλωτών και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Στη βάση αυτή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακριβώνουν, ειδικότερα, κατά πόσον ο βαθμός περιορισμού της πρόσβασης σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή της άσκησης των επαγγελμάτων αυτών είναι αναλογικός με τη σημασία των επιδιωκόμενων στόχων και των προσδοκώμενων οφελών.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν σε σύγκριση μεταξύ του σχεδιαζόμενου εθνικού μέτρου και των εναλλακτικών και λιγότερο περιοριστικών λύσεων που θα επέτρεπαν την επίτευξη του ίδιου στόχου αλλά θα επέβαλλαν λιγότερους περιορισμούς. Όταν τα μέτρα δικαιολογούνται μόνο με βάση την προστασία των καταναλωτών και όταν οι εντοπισθέντες κίνδυνοι περιορίζονται στη σχέση μεταξύ του επαγγελματία και του καταναλωτή και ως εκ τούτου δεν επηρεάζουν αρνητικά τρίτους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούν αν ο στόχος τους θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέσα λιγότερο περισταλτικά από τον περιορισμό της πρόσβασης των επαγγελματιών σε δραστηριότητες. Για παράδειγμα, όταν οι καταναλωτές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ της χρήσης ή μη των υπηρεσιών ειδικευμένων επαγγελματιών, θα πρέπει να εφαρμόζονται λιγότερο περιοριστικά μέσα, όπως η προστασία του επαγγελματικού τίτλου ή η εγγραφή σε επαγγελματικό μητρώο. Η ρύθμιση μέσω αποκλειστικών δραστηριοτήτων και προστατευόμενου επαγγελματικού τίτλου θα πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο σε περιπτώσεις στις οποίες τα μέτρα στοχεύουν στην πρόληψη του κινδύνου να πληγούν σοβαρά στόχοι δημόσιου συμφέροντος, όπως η δημόσια υγεία.

Εφόσον ενδείκνυται λόγω της φύσης και του περιεχομένου του υπό εξέταση μέτρου, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη, τα ακόλουθα στοιχεία: τη σύνδεση μεταξύ του πεδίου επαγγελματικών δραστηριοτήτων που αφορούν ένα επάγγελμα και του απαιτούμενου επαγγελματικού προσόντος· την πολυπλοκότητα των καθηκόντων, ειδικότερα όσον αφορά το επίπεδο, τη φύση και τη διάρκεια της απαιτούμενης κατάρτισης ή πείρας· την ύπαρξη διαφορετικών τρόπων απόκτησης του επαγγελματικού προσόντος· κατά πόσον οι αποκλειστικές δραστηριότητες που συνδέονται με ορισμένους επαγγελματίες μπορούν να ασκούνται από κοινού με άλλους επαγγελματίες· και τον βαθμό αυτονομίας στην άσκηση ενός νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, ιδίως όταν οι δραστηριότητες που σχετίζονται με ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ασκούνται υπό τον έλεγχο και την ευθύνη κατάλληλα ειδικευμένου επαγγελματία.

Η νέα Οδηγία λαμβάνει υπόψη την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο και συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μεταξύ άλλων στο ψηφιακό περιβάλλον. Δεδομένης της ταχύτητας των τεχνολογικών αλλαγών και των επιστημονικών εξελίξεων, οι επικαιροποιήσεις των απαιτήσεων πρόσβασης θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερης σημασίας για ορισμένα επαγγέλματα, ιδίως για τον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών που παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα. Όταν ένα κράτος μέλος κατοχυρώνει νομοθετικά ένα επάγγελμα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις θα μπορούσαν να μειώνουν ή να αυξάνουν την ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών. Σε περίπτωση που οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις ενέχουν υψηλό κίνδυνο για τους στόχους δημόσιου συμφέροντος, εναπόκειται στα κράτη μέλη, όποτε κρίνεται αναγκαίο, να ενθαρρύνουν τους επαγγελματίες να συμβαδίζουν με τις εν λόγω εξελίξεις.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διενεργούν ολοκληρωμένη αξιολόγηση των περιστάσεων υπό τις οποίες θεσπίζεται και εφαρμόζεται το μέτρο και να εξετάζουν ειδικότερα το αποτέλεσμα των νέων ή τροποποιούμενων διατάξεων όταν συνδυάζονται με άλλες απαιτήσεις που περιορίζουν την πρόσβαση στο επάγγελμα ή την άσκησή του. Η ανάληψη και άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων μπορεί να εξαρτάται από τη συμμόρφωση με αρκετές απαιτήσεις, όπως κανόνες που σχετίζονται με την οργάνωση του επαγγέλματος, υποχρεωτική εγγραφή σε επαγγελματική οργάνωση ή φορέα, επαγγελματική δεοντολογία, εποπτεία και ευθύνη. Επομένως, κατά την αξιολόγηση του αποτελέσματος των νέων ή τροποποιούμενων διατάξεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ισχύουσες απαιτήσεις, μεταξύ άλλων τη συνεχή επαγγελματική εξέλιξη, την υποχρεωτική εγγραφή σε επαγγελματική οργάνωση ή φορέα, τα συστήματα καταχώρισης ή αδειοδότησης, τους ποσοτικούς περιορισμούς, τις ειδικές απαιτήσεις νομικής μορφής και τις απαιτήσεις εταιρικής συμμετοχής, τους εδαφικούς περιορισμούς, τους περιορισμούς που αφορούν δραστηριότητες πολλαπλών ειδικοτήτων και τους κανόνες περί ασυμβίβαστου, τις απαιτήσεις σε σχέση με την ασφαλιστική κάλυψη, τις απαιτήσεις γλωσσικών γνώσεων, στον βαθμό που είναι αναγκαίες για την άσκηση του επαγγέλματος, τις σταθερές ελάχιστες και/ή μέγιστες τιμολογήσεις και τις απαιτήσεις όσον αφορά τη διαφήμιση.

Για την επίτευξη των στόχων δημόσιου συμφέροντος μπορεί να ενδείκνυται η θέσπιση πρόσθετων απαιτήσεων. Το γεγονός και μόνον ότι το μεμονωμένο ή το συνδυασμένο αποτέλεσμά τους θα πρέπει να αξιολογείται δεν συνεπάγεται ότι οι εν λόγω απαιτήσεις είναι εκ πρώτης όψεως δυσανάλογες. Για παράδειγμα, η υποχρέωση συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης μπορεί να ενδείκνυται για να εξασφαλίζεται ότι οι επαγγελματίες συμβαδίζουν με τις εξελίξεις στους αντίστοιχους τομείς τους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θεσπίζονται δυσανάλογοι όροι που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των νεοεισερχόμενων στην αγορά. Ομοίως, η υποχρεωτική εγγραφή σε επαγγελματική οργάνωση ή φορέα μπορεί να κρίνεται σκόπιμη στις περιπτώσεις όπου το κράτος αναθέτει στις εν λόγω επαγγελματικές οργανώσεις ή φορείς τη διαφύλαξη των σχετικών στόχων δημόσιου συμφέροντος, για παράδειγμα με την εποπτεία της νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος ή με την οργάνωση ή την εποπτεία της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης. Όταν η ανεξαρτησία ενός επαγγέλματος δεν μπορεί να διασφαλιστεί επαρκώς με άλλα μέσα, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο εφαρμογής διασφαλίσεων, όπως ο περιορισμός της εταιρικής συμμετοχής ατόμων εκτός του επαγγέλματος ή η πρόβλεψη ότι η πλειονότητα των δικαιωμάτων ψήφου πρέπει να κατέχεται από άτομα που ασκούν το επάγγελμα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διασφαλίσεις δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την προστασία του στόχου δημόσιου συμφέροντος. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εξετάσουν τη θέσπιση σταθερών ελάχιστων και/ή μέγιστων τιμολογήσεων με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι πάροχοι των υπηρεσιών, ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να εφαρμόζεται αποτελεσματικά η αρχή της απόδοσης των δαπανών, εφόσον ο εν λόγω περιορισμός είναι αναλογικός και, κατά περίπτωση, εφόσον προβλέπονται παρεκκλίσεις από τις ελάχιστες και/ή μέγιστες τιμές. Σε περίπτωση που η θέσπιση πρόσθετων απαιτήσεων επαναλαμβάνει απαιτήσεις που έχουν ήδη θεσπιστεί από ένα κράτος μέλος στο πλαίσιο άλλων κανόνων ή διαδικασιών, οι απαιτήσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρούνται αναλογικές για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.

Όπως αναφέρεται, επίσης, στις εισαγωγικές σκέψεις της νέας Οδηγίας, μεταξύ άλλων, είναι σημαντικό για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη παρέχουν πληροφόρηση στους πολίτες, στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και σε άλλους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων, πριν από τη θέσπιση νέων ή την τροποποίηση υφιστάμενων απαιτήσεων για τον περιορισμό της πρόσβασης σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή της άσκησης των επαγγελμάτων αυτών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την κατάλληλη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών και να τους δίνουν την ευκαιρία να εκφράζουν τις απόψεις τους. Ανάλογα με την περίπτωση και εφόσον ενδείκνυται, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διοργανώνουν δημόσιες διαβουλεύσεις σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες.

Η ανάγκη για σεβασμό

Βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσε να πει, κανείς, ότι η προσπάθεια τροποποίησης του «ασκείν δικηγορία» δεν εισάγει πρόσθετους περιορισμούς στο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα του δικηγόρου, αλλά το απελευθερώνει περαιτέρω και το διευρύνει, εντάσσοντας σε αυτό περισσότερες δυνατότητες. Τούτο, όμως, σημαίνει ότι καθίσταται εμμέσως νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα το επάγγελμα του δικολάβου ή του συμβολαιογράφου ή άλλες συναφείς επαγγελματικές δραστηριότητες, που ενώ ήδη ασκούνται στην ελεύθερη αγορά χωρίς «προϋποθέσεις», καθίστανται «ασκείν δικηγορία» με βάση τον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ. 2 και υπόκεινται σε στους περιορισμούς που (ευλόγως) διέπουν το δικηγορικό επάγγελμα, χωρίς να δικαιολογείται ο δικός τους εύλογος περιορισμός δια της αιτιολογικής έκθεσης. Εκεί, λοιπόν, ανοίγεται πλέον το πεδίο εφαρμογής των υφιστάμενων οδηγιών.

Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, το πρόβλημα δεν είναι οι περιορισμοί στο «ασκείν δικηγορία» (π.χ. η συνεχής επιμόρφωση), δηλαδή στο επάγγελμα του Δικηγόρου. Πέραν του διαχρονικού προβλήματος της απαίτησης σε σχέση με το Ταμείο Συντάξεως, που κανείς δεν την άγγιξε ακόμα, χρειάζονται περιορισμοί. Το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο, το ξεχείλωμα που εξισώνει τον νομικό σύμβουλο ή τον δικολάβο ή άλλους επαγγελματίες με τον δικηγόρο, εξίσωση δια της οποίας δίνεται και σε αυτούς status δικηγόρου, με δεδομένη και την παράλληλη ευκολία αναγνώρισης των τίτλων νομικής για σκοπούς άσκησης δικηγορίας. Αυτή η διεύρυνση και εξίσωση δημιουργεί κίνδυνο παρά εξυπηρετεί την ασφάλεια της απονομής της δικαιοσύνης, σκοπός που δικαιολογεί περαιτέρω περιορισμούς, παρά ανοίγματα. Εξ ου και η πρόταση για κάποιο αναγκαίο διαχωρισμό των Δικηγορικών Υπηρεσιών από τις ευρύτερες Νομικές Υπηρεσίες, διαχωρισμός που δεν σχετίζεται με την διάκριση μεταξύ Barristers και Solicitors, αλλά με τον σκοπό και ρόλο των μεν και τον σκοπό και ρόλο των δε. Τις απαιτήσεις που χρειάζονται για να ασκηθεί ο ρόλος των μεν και τις απαιτήσεις που χρειάζονται για να ασκηθεί ο ρόλος των δε. Πολλά άλλα. Ατέλειωτα άλλα.

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, θα πρέπει να επιδειχθεί, έστω, λίγος σεβασμός στο επάγγελμα του Δικηγόρου, αλλά των λοιπών επαγγελμάτων, και να γίνουν ορθές διαδικασίες εκσυγχρονισμού των ρυθμίσεων τους, με άξονα την αναλογικότητα, με τη μία ή την άλλη έννοια. Με προορισμό τη βελτίωση της ποιότητας αλλά και την ανάπτυξη.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.