Η μέχρι στιγμής πρακτική της ανωνυμοποίησης των δικαστικών αποφάσεων για σκοπούς δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο

Λίγο καιρό μετά το εγχείρημα της ανωνυμοποίησης των Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο, χρειάζεται κάποια ανασκόπηση για την άντληση συμπερασμάτων ή και τη θέση νέων στόχων (reflection).

Στην ανοιχτής πρόσβασης νομική βάση CyLaw, δημοσιοποιούνται πλέον αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πρωτοβάθμια και εφετειακή λειτουργία) και αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου, με το σύστημα ανωνυμοποίησης που έχει αποφασιστεί. Από τον Μάιο 2018, δεν δημοσιοποιούνται αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων ή των ειδικών Δικαστηρίων ή του Κακουργιοδικείου, παρόλο που το σύστημα ανωνυμοποίησης που αποφασίστηκε αφορά και σε εκείνες. Η σκέψη είναι ότι αυτό δεν είναι τόσο ενοχλητικό, εφόσον οι πρωτόδικες αποφάσεις που ενδιαφέρουν το κοινό για οποιονδήποτε λόγο (είτε λόγω της ταυτότητας των διαδίκων είτε λόγω του περιεχομένου τους είτε λόγω και των δύο αυτών παραγόντων), δημοσιοποιούνται, ούτως ή άλλως, μεμονωμένα ή επιλεκτικά, με άλλον τρόπο, για σκοπούς ενημέρωσης, είτε από τους ίδιους τους διαδίκους είτε τους δικηγόρους τους, είτε δημοσιογραφικά. Η σκέψη είναι ότι η παράλειψη δημοσιοποίησης των αποφάσεων αυτών επέφερε, ως ένα βαθμό, μια εν τοις πράγμασι ισορροπία, ακόμα κι αν εκείνη δεν σκοπείτο ή ακόμα κι αν πρόκειται για κατάσταση που δημιουργήθηκε λόγω έλλειψης δυνατότητας επεξεργασίας του όγκου των αποφάσεων αυτών για σκοπούς δημοσιοποίησης. Βέβαια, υπάρχουν ήδη δημοσιευμένες παλαιές αποφάσεις όλων των Δικαστηρίων χωρίς οποιαδήποτε μεταγενέστερη επεξεργασία, έργο που θα ήταν, ούτως ή άλλως, επίπονο.

Είναι ή δεν είναι αυτός, ο πρακτικός περιορισμός της δημοσιοποίησης στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, εξισορροπητικός; Η απαρχή του συλλογισμού ξανά στο ότι η δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο σκοπεί στο να καθίσταται ευρύτερα γνωστός ο τρόπος απονομής του δικαίου και το περιεχόμενό του. Συνιστά χρήσιμη συμβολή της τεχνολογίας στην επικοινωνία του δικαίου με την κοινωνία, την εμπέδωση του δικαίου στην κοινωνία, τη δικαιική μόρφωση των πολιτών, κατ’ επέκταση την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στον θεσμό της δικαιοσύνης. Έτσι, η δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων συνδέεται με την έννοια της δικαστικής διαφάνειας (judicial transparency), τη δυνατότητα χρήσης του δικαίου των δικαστικών αποφάσεων, της νομολογίας, με επίκληση, αναφορά, παράθεση, κ.λπ., άρα και με την έννοια της νομιμότητας ή της ισονομίας, καθώς και τη δυνατότητα των πολιτών να γνωρίζουν το δίκαιο ως μια έκφανση της ίδιας της δημοκρατίας. Με τις ίδιες έννοιες ή σκοπούς συνδέεται η δημοσιότητα των δικαστικών διαδικασιών (open justice), η οποία, όμως, συνιστά μια ξεχωριστή αρχή, ιστορικά αλλά και λειτουργικά.

Μιλάμε, όμως, για δημοσιότητα σε κάθε περίπτωση· των δικαστικών διαδικασιών, που έχουν συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και ενόσω αυτές διαρκούν (παράγοντας επίσης και κοινωνική είδηση, εάν έχουν και δημόσιο ενδιαφέρον), και των δικαστικών αποφάσεων, που έχουν ένα διττό σκοπό: να απονέμουν το δίκαιο στη συγκεκριμένη περίπτωση (άρα μια στιγμιαία δημόσια εκδήλωση επίσης), αλλά και να διαμορφώσουν το δίκαιο σε κάθε όμοια περίπτωση (γενικά και αφηρημένα), ειδικότερα εκεί όπου η νομολογία συνιστά πηγή δικαίου. Η νομολογία συνιστά πηγή δικαίου και στα δικαιικά συστήματα του κοινοδικαίου (παραδοσιακά και θεσμοθετημένα), αλλά και στα ηπειρωτικά συστήματα, σε κάποιο βαθμό. Μάλιστα, η εντύπωση είναι πως η τάση είναι όπως η νομολογία συνιστά μια ολοένα διευρυνόμενη, ως ελκυστική, πηγή δικαίου, ακόμα κι εκεί όπου ιστορικά δεν υπήρξε ή που δεν κατοχυρώνεται θεσμικά ως πηγή δικαίου. Και σε τούτο, πάλι, έχουν συμβάλει η διάδοση της νομολογίας δια της τεχνολογίας, τα σύνθετα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα που προκύπτουν συχνότερα, η πολυνομοθεσία, και, είτε ως αποτέλεσμα είτε ως παράλληλη συνθήκη, η αναγκαστική και εκτεταμένη σύγχυση των κρατικών λειτουργιών στη σύγχρονη εποχή και η ανάλογη (μετ)εξέλιξη της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η νομολογία συνιστά ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το «εφαρμοσμένο δίκαιο», τη δικαιοσύνη, τον καθρέπτη της νομοθετικής λειτουργίας ως (προσπαθεί να) προδιαγράφει το δίκαιο, η οποία υπεραυξήθηκε και στα κοινοδικαιικά συστήματα, μετατρέποντας και τον εκεί δικαστή από δημιουργό του δικαίου περισσότερο σε εφαρμοστή του δικαίου (όπου θα πρέπει να καταστεί και δεινός ερμηνευτής, όπως θα εξηγηθεί σε κάποια άλλη αναφορά, με αφορμή κάποιες παρατηρούμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις). Αντίστοιχα, το σύνθετο των κοινωνικοοικονομικών ζητημάτων που δημιουργούν συχνά δυσκολία πλήρους ή καλής ρύθμισης νομοθετικά και η ανάγκη για δικαιοσύνη που απορρέει από λογιών κρίσεις, ενισχύουν τον δημιουργικό ρόλο του δικαστή, ακόμα κι εκεί όπου ο δικαστής ήταν ο ιστορικά πράος εφαρμοστής του δικαίου. Εκδίδει, λοιπόν, ο Έλλην ή ο Ισπανός δικαστής, μια απόφαση σε σχέση με το ελβετικό φράγκο και τις καταχρηστικές ρήτρες, κι ενώ απλά εφαρμόζει υφιστάμενο θετό γνωστό δίκαιο σε συγκεκριμένη περίπτωση, καθίσταται ένα απανταχού σημείο αναφοράς, σαν να έχει εφεύρει κάτι σπουδαίο. Είναι, όπως μπορεί να συναχθεί, και οι κοινές ευρωπαϊκές καταβολές του νεότερου θετού δικαίου, που ενισχύουν την ανάγκη διευρωπαϊκής διάδοσης κι αυτού του τρόπου εφαρμογής του, της νομολογίας των επιμέρους κρατών μελών, σε συνάρτηση με τον εξίσου καθοδηγητικό και δικαιοπλαστικό λόγο της νομολογίας του ΔΕΕ ή του ΕΔΔΑ.

Μία συζήτηση που κυμαίνεται καλύτερα πάνω στον σύγχρονο ρόλο της νομολογίας ως πηγής δικαίου σε συνάρτηση με τη δημοσιότητα, κι εκεί διακρίνουμε, αναπόφευκτα, ως ένα επόμενο βήμα, ανάμεσα στη νομολογία που απονέμει ιδιωτικό δίκαιο και σε αυτήν που απονέμει δημόσιο δίκαιο. Στην πρωτοβάθμια ή μη δεσμευτική και στην εφετειακή ή ανώτατων βαθμίδων ή τελεσίδικη. Εν τέλει, σε εκείνην την υπέρτερη του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ. Στη διαβάθμιση της νομολογιακής σημασίας και στην επίδραση εκείνης στις επιλογές σε σχέση με το εύρος και την ελαστικότητα της δημοσιότητας. Πώς, όμως, η σύμπτωση της μη δημοσιοποίησης των αποφάσεων των προαναφερόμενων πρωτόδικων δικαστηρίων επιφέρει κάποιου είδους ισορροπία, που βοηθά στο εγχείρημα της παράλληλης ανάπτυξης πολιτικής προστασίας προσωπικών δεδομένων μέσα στον χώρο της δικαιοσύνης, παραμένει το ερώτημα.

Προσφάτως, κατά την παρουσίαση του ECLI όπως επιχειρείται στην Κύπρο, στο LVI2018 (Law Via the Internet) στην Ιταλία, ο συνδυασμός του «Medium Neutral Citation system» (MNC) και του «ECLI» στην περίπτωση της Κύπρου, ενός κράτους με παράδοση «common law», προβλήθηκε ως καινοτομία, μαζί με την έκφραση της γνώμης, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα ήταν επιθυμητό να εγκαταλειφθεί η πρακτική χρήσης και των επωνύμων των φυσικών προσώπων. Οπότε, μετά την ονοματοδοσία να ακολουθεί η αναφορά MNC/ECLI, και η ονοματοδοσία να χρησιμοποιείται ως μέρος της αναφοράς. Θα μπορούσε, όντως, να είναι, ευρύτερα σε πλαίσιο καινοτομίας όλο αυτό. Να δούμε, όμως, πώς η ονοματοδοσία των δικαστικών αποφάσεων, κατά την κοινοδικαιική παράδοση, μπορεί να συνυπάρξει, εάν μπορεί, με ό,τι παράλληλα επιχειρείται στο πλαίσιο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και την «ανωνυμοποίηση» των δικαστικών αποφάσεων. Γιατί, κατά τα λοιπά, το MNC/ECLI θα μπορούσε να χρησιμοποιείται και χωρίς τα ονόματα των διαδίκων. Η ονοματοδοσία των δικαστικών αποφάσεων είναι, άραγε, αντίθετη με την αναγκαία ανωνυμοποίησή τους, ή μπορεί να υπάρξει ένας μαγικός συνδυασμός; Εκεί θα είναι πραγματικά η καινοτομία ή ό,τι θα μπορούσε να αναφερθεί ως πάντρεμα της κοινοδικαιικής παράδοσης με την ευρωπαϊκή παράδοση.

Ο λόγος, κατ’ ακρίβεια, για τη χρήση των πραγματικών επωνύμων των φυσικών προσώπων στις δημοσιοποιημένες δικαστικές αποφάσεις, με παράλληλη αποσύνδεση από τα λοιπά στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του διαδίκου, και την προσπάθεια, αφενός η απόφαση να έχει ένα «όνομα», το όνομα του διαδίκου (παρά μόνον έναν αριθμό), αφετέρου το όνομα της απόφασης να μην προσβάλλει κάποιο δικαίωμα του διαδίκου, ταυτοποιώντας τον ή διατηρώντας ιστορικά και σε διαρκή βάση την προσωπική του πληροφορία στη δημόσια σφαίρα χωρίς αυτό να χρειάζεται. Η ισορροπία δεν είναι καθόλου εύκολη γιατί το επώνυμο του καθενός συνιστά κύριο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του, βασικό στοιχείο ταυτοποίησης, ειδικότερα όσον αφορά τα λιγότερο κοινά επώνυμα, σε μια μικρή κοινωνία, ώστε ακόμα και η αποσύνδεσή τους από τη λοιπή προσωπική πληροφορία, να διατηρεί ή να μπορεί να διατηρεί τον διάδικο ταυτοποιήσιμο (με το φανταστικό παράδειγμα: Δικηγορικός Σύλλογος Πάφου ν. Μίτλεττον). Από την άλλη, είναι επιθυμητό να δουλευτεί η λεπτομέρεια, για να μπορέσει, όντως, να υπάρξει καινοτομία, γιατί τέτοια ευκαιρία δεν εγκαταλείπεται εύκολα.

Έχουμε, λοιπόν, τα εξής δεδομένα:

-Μια μικρή κοινωνία, όπου η ταυτοποίηση μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι αλλού·

-Παράδοση ονοματοδοσίας των δικαστικών αποφάσεων και ανάγκη διατήρησής της (π.χ. «υπόθεση Φασαρίας» και υπάρχει συνεννόηση)·

-Ανάγκη αποφυγής χρήσης ψευδωνύμων για την ονοματοδοσία των δικαστικών αποφάσεων·

-Την αρχή της δημοσιότητας της δίκης (open justice) και τη συσχέτισή της με την τεχνολογία, η οποία παρέχει τη δυνατότητα διεύρυνσης της δημοσιότητας (π.χ. βιντεοσκόπηση δικών), αλλά και διατήρησής της στον χρόνο (π.χ. διατήρηση βιντεοσκοπημένων δικών στο διαδίκτυο εσαεί)·

-Το δικαίωμα έκφρασης του καθενός και τη δημοσιογραφία που δεν εξαιρεί την προσωπική πληροφορία από την κοινωνική είδηση με βάση τους δικούς της κανόνες, σε συνάρτηση και πάλι με την τεχνολογία, που διευρύνει τη στιγμιαία δημοσιότητα, αλλά και τη διατηρεί στον χρόνο, όπως και το δικαίωμα πρόσβασης στην ιστορική κοινωνική είδηση (π.χ. εγκλήματα που απασχόλησαν την κοινωνία στο παρελθόν).

Από το σύνολο των πιο πάνω, που αρχικά μπορεί να εκληφθεί ότι λειτουργούν είτε υπέρ είτε κατά της ανωνυμοποίησης των δικαστικών αποφάσεων, η σκέψη είναι ότι η χρήση των πραγματικών επωνύμων των φυσικών προσώπων για σκοπούς ονοματοδοσίας των δικαστικών αποφάσεων, αποσυνδεδεμένου από τη λοιπή προσωπική πληροφορία που περιέχεται στο σώμα της δικαστικής απόφασης, δεν είναι καταρχάς εκτός ενός εξελισσόμενου πλαισίου διευρυμένης και διατηρούμενης δημοσιότητας είτε των δικαστικών διαδικασιών είτε των κοινωνικών ειδήσεων, ενώ παράλληλα εφαρμόζει πολιτική προσωπικών δεδομένων, στον βαθμό που εκείνη χρειάζεται για την προστασία άλλων δικαιωμάτων. Υπάρχουν, όμως, ακόμα εμπόδια, που κλονίζουν αυτή την εκ πρώτης όψεως ισορροπία: Ενώ πρέπει να έχουν όλες οι δικαστικές αποφάσεις όνομα, δεν είναι αναγκαίο να δημοσιοποιούνται όλες, για σκοπούς διάδοσης της δικαιοδοτικής δικαστικής πληροφορίας ή του δικαίου ή δεν συνιστούν όλες οι δικαιοδοτικές δικαστικές πληροφορίες κοινωνική είδηση· δεν έχουν τέτοιο περιεχόμενο που να ενδιαφέρει το κοινό και να υπάρχει λόγος διεύρυνσης ή ιστορικής διατήρησης της δημοσιότητας. Εκεί, λοιπόν, απαντά κάπως η χρησιμότητα της παράλειψης δημοσιοποίησης των πρωτόδικων αποφάσεων, στη βάση τεκμηρίου ότι αυτή δεν χρειάζεται καταρχάς για να εξυπηρετηθούν οι προαναφερόμενες αρχές, παράλληλα με τη μετακύληση του βάρους του ελέγχου της κοινωνικονομικής τους χρησιμότητας ή σημασίας (γιατί κάποιες θα έχουν τέτοια χρησιμότητα, ιδίως ποινικές υποθέσεις για αδικήματα που απασχόλησαν, για κάποιους λόγους, την κοινή γνώμη, ή αποφάσεις επί νέων ζητημάτων) αλλού (π.χ. στους διαδίκους, τους δικηγόρους, ή τους δημοσιογράφους). Οι προαναφερόμενες αρχές εξυπηρετούνται επαρκώς δια της δημοσιοποίησης των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (η οποία καλύπτει όλες τις δικαιικές περιοχές) και του Διοικητικού Δικαστηρίου (που ελέγχει τη νομιμότητα της διοικητικής δράσης) μόνον.

Αν πρέπει τώρα να προσεγγιστεί ως σχήμα δεδομένο όλο αυτό: στην Κύπρο δημοσιοποιούνται οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, εκ των οποίων παράγεται συνήθως νομολογιακό δίκαιο και δεν δημοσιοποιούνται σε τακτική βάση άλλες πρωτόδικες αποφάσεις, χωρίς να απαγορεύεται η δημοσιοποίησή τους εκεί όπου κρίνεται, από οποιονδήποτε, η κοινωνικονομική τους σημασία ή χρησιμότητα, περίπτωση στην οποία τηρούνται οι ισχύουσες συστάσεις ανωνυμοποίησης. Με δεδομένη τη νομολογιακή σημασία των αποφάσεων που δημοσιοποιούνται, οι αποφάσεις λαμβάνουν τα ονόματα των διαδίκων τους, και αυτό είναι εκ των προτέρων γνωστό στον διάδικο που προσφεύγει σε τέτοια δικαιοδοσία· ωστόσο αποσυνδέονται από οποιαδήποτε άλλη προσωπική πληροφορία θα μπορούσε να καταστήσει τον διάδικο ταυτοποιήσιμο, ώστε η ιδιωτική ζωή των διαδίκων να τυγχάνει ανάλογης προστασίας, τουλάχιστον μέσα στη νομολογία, χωρίς το διάβημα αυτό να μπορεί να εγγυηθεί τέτοια προστασία από οπουδήποτε αλλού (π.χ. ειδησεογραφία), αλλά και να διασφαλίζεται ο παραδοσιακός τρόπος χρήσης και αναφοράς της νομολογίας. Αυτή η επιλογή, που συνιστά ανάμειξη στοιχείων του κοινοδικαίου και του ευρωπαϊκού δικαίου, λαμβάνει υπόψη όλες τις αρχές, τα χαρακτηριστικά, τις τάσεις και τους σκοπούς της δημοσιότητας σε συνάρτηση με τη δικαιοσύνη, και εξυπηρετεί όλες τις συναφείς ανάγκες.

Κλειδώνοντας ένα τέτοιο (καθόλου κακό) σχήμα, ό,τι λείπει, μάλλον, ακόμα, είναι κι εκείνη η πρόσθετη οδός, όπου κάποιος να μπορεί να αιτηθεί, και το Δικαστήριο να μπορεί να κρίνει, για την πλήρη ανωνυμοποίηση ή οτιδήποτε άλλο, σε σχέση με τον τρόπο δημοσιοποίησης της δικαστικής απόφασης (όπως μπορεί σε σχέση με τη δημοσιότητα της δίκης), και το αίτημά του ή το ζήτημα που εγείρεται να μπορεί να αποφασιστεί in concreto, λαμβάνοντας υπόψη πλέον τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, για παράδειγμα, η φανταστική υπόθεση αναφοράς Δικηγορικός Σύλλογος Πάφου ν. Μίτλεττον, θα μπορούσε να είναι, είτε κατόπιν αίτησης είτε άλλως πώς, Δικηγορικός Σύλλογος Πάφου ν. Χ. ή κάτι συναφές, που να μην μπορεί να δημιουργήσει και να διαδώσει την εικόνα ότι πρόκειται για περίπτωση που αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο. Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, παρόλο που δεν εμπίπτουν σε κάποια προστασία σχετική, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, θα μπορούσε να ισχύει τέτοια οδός ευελιξίας κι όσον αφορά εκείνα, εάν από την επωνυμία τους επέρχεται η ταυτοποίηση φυσικού προσώπου (βλ. προσωπικές εταιρείες). Αυτό το σχήμα, δεν αναιρεί τη δυνατότητα οποιουδήποτε να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε άλλη πρωτόδικη δικαστική πληροφορία ή να τη δημοσιοποιεί με δική του ευθύνη ή να την αναφέρει, τηρώντας τις συστάσεις ή τα πρότυπα ανωνυμοποίησης. Βέβαια, μέχρι τη δημιουργία ενός όντως καλού, στέρεου κι ασφαλούς σχήματος, χρειάζονται ακόμα πειράματα ή απλά… ατυχήματα. Οποιοδήποτε σχήμα κι να δημιουργηθεί, θα μπορεί να λειτουργήσει επιτυχώς εάν συνοδεύεται, παντού και πάντα, από την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας, αλήθεια, ουδέποτε λειτουργεί καλά μόνον με τον αυτόματο πιλότο (τις γενικές και αφηρημένες πρόνοιες).

Σε κάπως πιο ρεαλιστικό χρόνο, πέρα από αυτό το σχήμα και την προτεινόμενη προσθήκη για τη δυνατότητα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και σε πραγματικό χρόνο, προς τελειοποίηση, δεν αποκλείεται, ανά πάσα στιγμή, η επάνοδος σε εκείνο τον κατακλυσμό των (αχρείαστων) νομολογιακών πληροφοριών, μετά κι απ’ την εύρεση τρόπου επεξεργασίας και τη δημοσιοποίηση και των λοιπών πρωτόδικων δικαστικών αποφάσεων. Τότε, με δεδομένο και τον τρόπο επεξεργασίας για σκοπούς δημοσιοποίησης που έχει ήδη επιλεχθεί, αναπόφευκτα θα παρελάσουν ξανά όλοι εκείνοι οι προβληματισμοί. Προβληματισμοί αναλογικότητας.

Η χρήσιμη παρέμβαση του ευπαίδευτου δρ Αιμιλιανίδη σε αυτές τις σκέψεις ήταν η εξής:

«Εν συντομία λόγω πίεσης χρόνου:

1.Το leginet δημοσιεύει αποφάσεις ΕΔ όχι ακόμα στην ίδια ποσότητα. Η κατάσταση με τις πρωτόδικες οφείλεται κυρίως στην ίδια τη διαδικαστική οδηγία που έθεσε την απόφαση στους παρόχους αντί στο δικαστήριο την υποχρέωση έκδοσης απόφασης που να προορίζεται προς δημοσιοποίηση. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος καθυστέρησης στην έκδοση των αποφάσεων του ΑΔ. Δεν θεωρώ καθόλου, μα καθόλου ικανοποιητική τη μη δημοσίευση των αποφάσεων, τόσο από πλευράς ερευνητή, όσο και από πλευράς άσκησης δικηγορίας. Οι πρωτόδικες αποφάσεις διαφωτίζουν την εφαρμογή του δικαίου και πολλές φορές είναι πιο σημαντικές από τις αποφάσεις ΑΔ και σίγουρα δεν θεωρώ ότι το θέμα ρυθμίζεται από την δημοσιοποίηση αποφάσεων μέσω δικηγόρων που θέλουν να διαφημίσουν τους εαυτούς τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. 

2.Έχουμε φθάσει σε αστείες καταστάσεις μέσω αναφορών του πρωτοκολλητείου ότι μια απόφαση δίδεται για προσωπική χρήση, ως αν μια απόφαση δικαστηρίου είναι ποτέ θέμα προσωπικής χρήσης.

3.Η δικαιοσύνη έχει σημαντική ιστορικο-κοινωνική λειτουργία και η λειτουργία της αυτή έχει υποστεί σημαντικότατο πλήγμα. Ως ιστορικός ερευνητής που στηρίζεται σε δικαστικές αποφάσεις για να αποτυπώνει την ιστορία ενός τόπου και την εξέλιξη της πολιτείας και κοινωνίας του, θεωρώ τη νέα εξέλιξη ένα ακόμα φέρετρο στην προσπάθεια κατανόησης της δικαιοσύνης ως ιστορικοκοινωνικού γίγνεσθαι. Σε μια χώρα μάλιστα στην οποία το freedom of information βρίσκεται σε χαμηλότατο επίπεδο συγκριτικά προς τις υπόλοιπες προηγμένες χώρες και στην οποία η ψήφιση του πρόσφατου νόμου για την πρόσβαση στις δημόσιες πληροφορίες παραμένει μέχρι και σήμερα εν πολλοίς θεωρητική και μόνο.

4.Η πρακτική δυσκολία στο να είσαι βέβαιος κατά πόσο ανατράπηκε ή επικυρώθηκε κατ’ έφεση συγκεκριμένη υπόθεση χωρίς ονόματα στη συζήτηση για το ισχύον δίκαιο είναι πρόσθετος παράγοντας προβληματισμού, ιδιαίτερα για ένα ερευνητή ή εφαρμοστή του θετού δικαίου.

5.Το πρόσημο και της ιδέας ‘ανωνυμοποίησης’ και της πρακτικής της είναι για μένα εξ ολοκλήρου αρνητικό.»

Αυτή η ωραία παρέμβαση δίνει την ευκαιρία να προστεθεί κάτι ακόμα σε αυτό το σχήμα: Η δυνατότητα πρόσβασης των δικαστών (πρώτιστα), των δικηγόρων (εφόσον το ζητήσουν) και των ερευνητών (εφόσον το ζητήσουν) και η σχετική διευκόλυνση πρόσβασης στις μη δημοσιευμένες (unpublished) αποφάσεις. Αυτή η δυνατότητα δεν έχει να κάνει με τη δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο, για να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτές από το ευρύ κοινό. Κάπου ίσως να μην έχει και σχέση με τα προσωπικά δεδομένα, έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες του Κανονισμού. Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνταν μέχρι πρότινος μια δημόσια οδός για να εξυπηρετείται και αυτή η ανάγκη (που όλοι οι ερευνητές και όλοι οι δικηγόροι ίσως έχουμε), δεν σημαίνει ότι η ρυθμιστική παρέμβαση για την άρση ή περιορισμό των βλαπτικών αποτελεσμάτων παραβιάζει δικαίωμα δικό μας. Δεν είχαμε δικαίωμα πρόσβασης με τον τρόπο αυτό, για να λεχθεί πιο καθαρά. Θα πρέπει να έχουμε, όμως, τη δυνατότητα πρόσβασης στις μη δημοσιευμένες αποφάσεις από άλλη οδό, ενδεχομένως δια ενός άλλου δικτύου, περιορισμένης πρόσβασης, ή στο ίδιο με χρήση κωδικού που περιορίζει την πρόσβαση. Όπως θα ήταν χρήσιμο να έχουμε ενημέρωση για ένα σωρό άλλα θέματα που εμπίπτουν στις δικαστικές πληροφορίες (π.χ. αναμενόμενες αποφάσεις, εκκρεμείς διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων, κ.λπ.). Αυτές οι εξελίξεις χρειάζονται, μάλλον, εργασία, χέρια, μυαλά, χρόνο, κεφάλαια. Σίγουρα, δεν χρειάζονται ισοπεδωτικές προσεγγίσεις.

Κατά τα λοιπά, η πρόσβαση ενός ερευνητή στις πληροφορίες που χρειάζεται είναι δυστυχώς συνήθως δύσκολη, παντού και πάντα. Δεν είναι δεδομένη. Δεν υπάρχει κατοχυρωμένο δικαίωμα ερευνητή σε τέτοια πρόσβαση. Για να διευκολυνθεί αυτή η πρόσβαση (ως δικαιολογημένος περιορισμός σε άλλα δικαιώματα), δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να καθίστανται δημόσια τα δεδομένα αυτά. Ομοίως, δεν απαιτώ (θα ήταν άκρως εγωιστικό, μάλλον, να απαιτώ) να καταστούν δημόσια ένα σωρό άλλα δεδομένα που αφορούν σε ανήλικους παραβάτες, επειδή εγώ θέλω να ερευνώ το θέμα αυτό. Το να εξυπηρετούμαι δια της δημοσιότητας, προφανώς, με διευκολύνει, αφού διαφορετικά θα πρέπει να προβώ σε άλλες ενέργειες, για να μπορέσω να έχω πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζομαι, να αποδείξω πράγματα, και επειδή δεν υπάρχει ερευνητική κουλτούρα και διαδικασίες διευκόλυνσης της έρευνας, αναγκαστικά να ταλαιπωρηθώ. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα. Θα δυσανασχετήσω κι εγώ που θα ταλαιπωρηθώ, ειδικότερα εκεί που έμαθα σε έναν άλλο, εύκολο τρόπο, αλλά, και πάλι, δεν έχω το δικαίωμα να απαιτώ τη δημόσια έκθεση των πληροφοριών που εγώ χρειάζομαι, επειδή εγώ τις χρειάζομαι.

Ο διαφωτισμός που παρέχει μια πρωτόδικη απόφαση σε έναν ερευνητή ή έναν δικαστή ή έναν δικηγόρο ή σε ορισμένες περιπτώσεις η διατήρηση της πληροφορίας σε σχέση με την ταυτότητα των διαδίκων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον «διαφωτισμό» που μπορεί να προσφέρει σε κάθε άλλο άτομο, που δεν έχει τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια ενδιαφέροντα. Μάλιστα, θα έλεγα ότι κανένα διαφωτισμό δεν παρέχει σε οποιονδήποτε άλλο ο καταιγισμός δικαστικών αποφάσεων και η ανεπεξέργαστη νομική πληροφορία μέσα σε αυτές που ευκολότερα παρασέρνει την έμφαση σε οποιαδήποτε άλλου είδους πληροφορία, κοινωνικής σημασίας. Η άτσαλη έκθεση αυτής της πληροφορίας σε αυτούς τους άλλους σκοπούς, ανέλεγκτα, δημόσια, αφιλτράριστα, δεν επιτρέπεται, εκεί όπου αρχίζει να υπερέχει η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής, τα προσωπικά δεδομένα, και να απαιτείται αυτή η αιτιολογική κατάσταση, η αναλογικότητα. Η ανάγκη για τέτοια προστασία, για τέτοια αναλογικότητα, συνιστά νομική εξέλιξη που, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, υφίσταται, και είναι σεβαστή, όπως διάφορες άλλες νομικές εξελίξεις για τις οποίες, ακόμα και μέχρι σήμερα, μπορεί να συναντάμε διαφωνίες σε σχέση με την ενυπάρχουσα, σε αυτές, ηθική φιλοσοφία, αυτήν που θεμελιώνει ή αιτιολογεί τις συναφείς επιλογές. Και είναι μια κατάσταση υγιής να υπάρχει διαφωνία ακόμα και γι’ αυτές. Επειδή το σημείο από όπου αρχίζει η βλάβη, η παρανομία πλέον, δεν μπορεί να είναι γενικευμένο, αλλά να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, δεν είναι εφικτή και μια γενικευμένη προσέγγιση (δημοσίευση όλων με τέτοια επεξεργασία). Έναντι, όμως, στη γενικευμένη δημοσίευση όλων με τέτοια επεξεργασία, είναι προτιμότερη η γενικευμένη μη δημοσίευση και το παράλληλο δικαίωμα ή δυνατότητα δημοσίευσης εκεί όπου χρειάζεται ή πρέπει.

Η Κύπρος δεν υστερεί ακριβώς στη δημοσιοποίηση δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο. Απεναντίας. Έχω την εντύπωση ότι είναι από τις λίγες περιπτώσεις που είναι σε μια σχετικά καλή θέση σε σχέση με άλλα κράτη μέλη. Υστερεί στην πληροφόρηση του κοινού για το δίκαιο και τις διαδικασίες, όχι μέσα από αυτούσιες (έστω ανωνυμοποιημένες) δικαστικές αποφάσεις ή τόμους ή συγγράμματα νομικής επιστήμης αναρτημένα και έκθετα σε δημόσια θέα (αυτή δεν συνιστά πληροφόρηση του κοινού για το δίκαιο), μα μέσω μιας πλατφόρμας νομικής πληροφόρησης που να μπορεί να παρέχει απλοποιημένη την αναγκαία και χρήσιμη πληροφορία στον κόσμο, για να μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά του ή για να ενημερώνεται για τις νομικές εξελίξεις.

Το να αποφασίζεται ποιες πρωτόδικες αποφάσεις χρήζουν δημοσιοποίησης από το ίδιο το Δικαστήριο και να μην αφήνεται στην πρωτοβουλία άλλων (είτε δικηγόρων που μπορεί όντως να θέλουν να διαφημιστούν είτε διαδίκων που ενδεχομένως να θέλουν να εκφράσουν αίσθημα δικαίωσης είτε δημοσιογράφων για σκοπούς κοινωνικής είδησης), όπως στην πράξη καθιερώθηκε με τον τρόπο λειτουργίας αυτού του σχήματος (που είναι καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, από το να δημοσιεύονταν όλες οι πρωτόδικες αποφάσεις ανεξαιρέτως, με εκείνο το σύστημα ανωνυμοποίησης που αποφασίστηκε που αναπάντεχα δεν μπορεί να επιφέρει ανωνυμοποίηση σε όλες τις περιπτώσεις), που έτυχε περιγραφής, είναι ακόμα μια πρόταση βελτίωσης. Δεν αναφέρεται ακριβώς στη δικαστική απόφαση, αλλά στη δυνατότητα του δικαστή, μέσα στο δικό του εύρος εξουσιών και δυνατοτήτων, να κρίνει ότι μια πρωτόδικη απόφαση, που καταρχάς δεν δημοσιεύεται, δεν υπόκειται σε δημοσίευση γιατί κατά τεκμήριο η δημοσίευσή της δεν εξυπηρετεί σε κάτι άλλο, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος, αλλά αιτιολογημένα, να δημοσιευθεί, εάν αυτό εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς. Υπερθεματίζω για μια τέτοια προσθήκη, η οποία καλύπτεται από την «οδό ευελιξίας» που προανέφερα.

Όσον αφορά τον προβληματισμό εάν μπορεί ποτέ μια δικαστική απόφαση να θεωρείται ότι είναι για προσωπική χρήση, δεν είναι ακριβώς αυτή η διατύπωση που αρμόζει στην αναφορά ότι ορισμένες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες ασφαλώς είναι δημόσια έγγραφα, δεν προσφέρουν οτιδήποτε σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από αυτούς στους οποίους αφορούν, χωρίς να σημαίνει ότι ο σκοπός τους τις αποχαρακτηρίζει από δημόσια έγγραφα ή τις καθιστά ιδιωτικές δικαστικές αποφάσεις. Συναφώς, μπορεί κάποιος να μην θέλει η απόφαση διαζυγίου του να είναι αναρτημένη στο διαδίκτυο γενικά (το να είναι να μην εξυπηρετεί σε κάτι τον οποιονδήποτε άλλο, ενώ το τι ισχύει για το δίκαιο του διαζυγίου να μπορεί να το γνωρίζει ο καθείς με άλλον τρόπο και όχι κατ’ ανάγκη με τη δημοσίευση της συγκεκριμένης απόφασης), ούτε η απόφαση σε αίτηση έρευνας εναντίον του, που αναλύει όλο του το κοινωνικοοικονομικό είναι (για τους ίδιους λόγους), πόσω μάλλον εάν η ανωνυμοποίηση που γίνεται είναι τέτοια που εξακολουθεί να είναι και ταυτοποιήσιμος ο διάδικος.

Από την άλλη, και οι ατομικές διοικητικές πράξεις, που περιέχουν εξατομικευμένες ρυθμίσεις, θα μπορούσε να πει κανείς, δημοσιεύονται, δηλαδή αναρτώνται στο διαδίκτυο και παρέχουν πλουσιότατη πληροφόρηση, που μπορεί να μην αφορά σε οποιονδήποτε άλλο πέρα από το πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να κοινοποιείται, χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία, και δεν ενοχλεί κι οποιονδήποτε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Συναφώς, η Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν συνιστά ένα αρχείο κάπου, στο οποίο καταχωρίζονται πράξεις, αλλά μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, στην οποία έχει πρόσβαση ο καθένας. Τότε, γιατί άραγε ο έλεγχος της δημόσιας διοίκησης να μπορεί να γίνεται σε τέτοιο βαθμό δημόσια και όχι ο έλεγχος της δικαιοσύνης; Κι όμως, κι εκεί, στις ατομικές διοικητικές πράξεις, θα πρέπει να υπάρξει κάποια στιγμή (νεότερη) σχετική ρυθμιστική παρέμβαση (ίσως πέραν από αυτήν που υπάρχει ήδη, σε σχέση με την αιτιολογία, κ.λπ.), ώστε ορισμένες πράξεις να μην αναρτώνται στο διαδίκτυο (να μην είναι αντικείμενο ανάρτησης, όχι δημοσίευσης με την παραδοσιακή έννοια του διοικητικού δικαίου, η οποία τείνει να αλλάζει, ως και η έννοια της δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης), χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αφαιρείται οτιδήποτε από τη δυνατότητα ελέγχου της διοικητικής δράσης (δικαστικού ελέγχου) ή την ανάγκη ύπαρξης και ενίσχυσης της διαφάνειας του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης γενικά. Αντίστοιχη ρύθμιση, σε σχέση και με τη δημοσίευση των ατομικών διοικητικών πράξεων υπήρξε, εάν δεν κάνω λάθος, και στην Ελλάδα.

Καλώς ή κακώς, σήμερα υπάρχει εγκαθιδρυμένη η προστασία των προσωπικών δεδομένων. Αυτό δεν αλλάζει, κι όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει να συνυπάρξουν με αυτή την προστασία, επομένως, αναπόφευκτα, να υποστούν κάποιες αλλοιώσεις, που «ξεβολεύουν» παραδοσιακές συνήθειες ή και θεωρίες ή που απλά (με μια θετική προσέγγιση), τις εξαναγκάζουν να εξελιχθούν, και γιατί όχι να βελτιωθούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξέλιξης, τα όρια μεταξύ εννοιών γίνονται πιο δυσδιάκριτα ή θα πρέπει να δημιουργηθεί περαιτέρω εννοιολογικός διαχωρισμός. Η έννοια της δημοσίευσης είναι από αυτές τις ευάλωτες έννοιες που πρώτα από όλα αγγίζει η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, ανοίγοντας το κεφάλαιο «διαφάνεια και προσωπικά δεδομένα». Τα προσωπικά δεδομένα δεν είναι πρόσχημα αποφυγής της διαφάνειας, αλλά λόγος για την ενίσχυσή της, και την επέκταση και εφαρμογή της και σε αυτές τις διαδικασίες επεξεργασίας, όπως και στη δημοσίευση, ως πράξη επεξεργασίας. Όπως προ δεκαετίας περίπου, εύστοχα, έγραψε ο ευπαίδευτος νομικός Βασίλης Σωτηρόπουλος «…η αληθινή διαφάνεια προϋποθέτει την τήρηση μιας δέσμης κανόνων που βρίσκονται επίσης στην ραχοκοκαλιά της προστασίας των προσωπικών δεδομένων». Το κεφάλαιο αυτό, βέβαια, είναι τόσο μεγάλο, ακόμα και περιορισμένο σε αυτό το πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης, που ασφαλώς δεν εξαντλείται με όσα έχω προσπαθήσει να εξηγήσω, προς το παρόν.

Προσθέτει, ο δρ Αιμιλιανίδης:

«Ωραία η ανάλυση, αλλά νομίζω δεν πρέπει να συγχέουμε τις ‘συνήθειες’ με διαφορετικές αντιλήψεις περί εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας. Το δικαίωμα στην πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία είναι εγκαθιδρυμένο με νομοθετικά κείμενα ίδιας βαρύτητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Χάρτα, δευτερογενής νομοθεσία) όπως και το δικαίωμα των προσωπικών δεδομένων. Το γεγονός ότι ‘υπάρχει εγκαθιδρυμένη η προστασία των προσωπικών δεδομένων’ δεν συνεπάγεται αυτόματα και χωρίς στάθμιση κατά πόσο αυτά υπερισχύουν σε συγκεκριμένη περίπτωση ενός άλλου δημόσιου δικαιώματος και αγαθού. Διαφωνώ εν μέρει με την πιο πάνω ανάλυση διότι η νομολογία έχει καθορίσει προ καιρού ότι the right to receive information περιλαμβάνει και θετική υποχρέωση του κράτους να παρέχει πρόσβαση στις πηγές της δημόσιας πληροφορίας. Και η πληροφορία που αφορά σε δίκες είναι δημόσια πληροφορία. δεν είναι ιδιωτική. Και συνδέεται με τους σκοπούς του δικαιώματος στη δημόσια δίκη και είναι άλλο αν πολλοί ερμηνεύουν το δικαίωμα στη δημόσια δίκη ως περιοριζόμενο σε περιπτώσεις επέκτασης της δημοσίευσης της απόφασης εκτός δικαστικών αιθουσών. Το κατά πόσο σκοποί της δημόσιας δίκης που περιλαμβάνουν π.χ. τη δημόσια αξιολόγηση δικαστών και την αξιολόγηση τους ανάλογα με το πρόσωπο που συμμετέχει στη διαδικασία επιτυγχάνονται ή όχι είναι ένα μεγάλο ερώτημα.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα θα πρέπει να δοθούν δυνάμει της αντίληψης περί εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας σε υποθέσεις δικαστηριακών αποφάσεων που έχει πχ η Γαλλία (στην ανάλυση της οποίας είσαι πιο κοντά) ή οι ΗΠΑ (τη φιλοσοφία της οποίας σίγουρα προκρίνω). Το ερώτημα κατά πόσο εξάλλου ένας πλούσιος διάδικος θα πρέπει να έχει προνομιακή πρόσβαση στην πληροφόρηση αναφορικά με δικαστικές διαδικασίες την οποία και να μπορεί να αξιοποιήσει διά μέσου καλοπληρωμένων ερευνητικών υπηρεσιών συνδέεται και με το ερώτημα όχι ‘συνηθειών’ αλλά κατά πόσο η άσκηση της δικαιοσύνης παρεμποδίζεται ή όχι μέσα από την πρακτική αυτή. Και δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι σήμερα υπάρχουν έννομες τάξεις στις οποίες μπορώ να έχω πρόσβαση στα δικόγραφα άμεσα και σε σημαντικές δίκες σε ζωντανές ή μαγνητοσκοπημένες διαδικασίες δικών. Στην Κύπρο μέχρι σήμερα τα πρακτικά δεν αντικατοπτρίζουν το τι λέγεται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Αφήνω δε την εφαρμογή του reporting που στην Κύπρο υπάρχει μόνο ως επίσημο reporting ενόψει και της ουσιαστικής απουσίας δικαστικών reporters, αλλά και δημοσιογραφίας περί τη δικαιοσύνη. Το κατά πόσο τα προσωπικά δεδομένα διασφαλίζουν τη διαφάνεια είναι μεγάλο ζήτημα και έχω γράψει επανειλημμένα επί αυτού κατά τη διάρκεια των ετών. Τα προσωπικά δεδομένα συνιστούν σοβαρό περιορισμό στη διαφάνεια, όπως άλλωστε και οποιοιδήποτε περιορισμοί σχτίζονται με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Το ερώτημα πάντα είναι κατά πόσο δικαιολογείται αυτός ο περιορισμός υπό τις περιστάσεις του ζητήματος και με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Η διαφάνεια δεν είναι εκ των προτέρων υπέρτερη, αλλά ούτε και τα δεδομένα. Προϋποτίθεται στάθμιση ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σε κατεξοχήν δημόσια πληροφορία, αντιλήψεις περί διαφάνειας και στάθμισης, αλλά και τι κοινωνίας θέλουμε.»

Άρα, με κάποια θετική προσέγγιση του ζητήματος, και πάλι, η δική του αφετηρία είναι από την αντίληψη ότι υπάρχει αυτοματισμός στην προστασία των προσωπικών δεδομένων έναντι στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία, χωρίς στάθμιση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ πρόκειται για δύο ισότιμους πόλους (αναφορικά με τους οποίους, και με τους δύο, υφίστανται θετικές υποχρεώσεις του Κράτους). Εάν ίσχυε όμως με τέτοιο αυτοματισμό να επιδεικνύονταν κάποιου είδους νομική προτίμηση στην προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία, και να θεωρούνταν, η προστασία των προσωπικών δεδομένων ή της ιδιωτικής ζωής άλλων, αυτή, ως απλός περιορισμός, που να σταθμίζεται ανά περίπτωση, δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως αξιολογικό πρόβλημα;

Για να δείτε, όμως, ότι δεν διαφωνούμε, ακριβώς, εκθέτοντας πολλές φορές διαφορετικά διατυπωμένες απόψεις ή απόψεις από διαφορετικές οδούς ή οπτικές:

Η έννοια της «δημόσιας πληροφορίας» είναι κάπως παράξενη. Τι συνιστά «δημόσια πληροφορία» και πότε και υπό ποιες περιστάσεις; Είναι «δημόσια πληροφορία» μία πληροφορία που παράγεται από δημόσιο όργανο (δικαστήριο, διοίκηση, κυβέρνηση) σε κάθε περίπτωση (άρα προσδιορισμός εκ του οργάνου ή προσώπου που την εκδίδει); Είναι «δημόσια πληροφορία» μια πληροφορία που αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος (άρα προσδιορισμός εκ του περιεχομένου της); Είναι «δημόσια πληροφορία» μια πληροφορία η οποία απευθύνεται σε δημόσιο πρόσωπο / δημόσια δράση (άρα προσδιορισμός εκ του αποδέκτη της); Είναι «δημόσια πληροφορία» μια πληροφορία η οποία είναι καταχωρισμένη σε δημόσια αρχεία ή έγγραφα;

Έναντι στα ερωτήματα προσδιορισμού της «δημόσιας πληροφορίας», ποια είναι η «ιδιωτική πληροφορία»; Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν: Είναι «ιδιωτική πληροφορία» μία πληροφορία που παράγεται από ιδιώτη σε κάθε περίπτωση (άρα προσδιορισμός εκ του οργάνου ή προσώπου που την εκδίδει); Είναι «ιδιωτική πληροφορία» μια πληροφορία που αφορά σε ζήτημα ιδιωτικού ενδιαφέροντος (άρα προσδιορισμός εκ του περιεχομένου της); Είναι «ιδιωτική πληροφορία» μια πληροφορία η οποία απευθύνεται σε ιδιώτη (άρα προσδιορισμός εκ του αποδέκτη της); Είναι «ιδιωτική πληροφορία» μια πληροφορία η οποία είναι καταχωρισμένη σε ιδιωτικά αρχεία ή έγγραφα;

Ας δούμε τους πιθανούς συσχετισμούς:

Πρόσωπο Ενδιαφέρον Αποδέκτης Αρχείο       Status
Δ Ι Ι Ι Ι
Δ Ι Ι Δ In concreto
Δ Ι Δ Ι In concreto
Δ Ι Δ Δ Δ
Δ Δ Ι Ι In concreto
Δ Δ Ι Δ Δ
Δ Δ Δ Ι Δ
Δ Δ Δ Δ Δ
Ι Ι Ι Ι Ι
Ι Ι Ι Δ Ι
Ι Ι Δ Ι Ι
Ι Ι Δ Δ In concreto
Ι Δ Ι Ι I
Ι Δ Ι Δ In concreto
Ι Δ Δ Ι In concerto
Ι Δ Δ Δ Δ

Και ναι, η πληροφορία που αφορά σε δίκες είναι «δημόσια πληροφορία» ως ένα βαθμό (βλ. προέρχεται από δικαστήριο που διεξάγει δημόσια δίκη, καταχωρίζεται σε δημόσιο αρχείο). Είναι όμως και ιδιωτική πληροφορία όταν αφορά σε φυσικά πρόσωπα και ρυθμίζει ζητήματα της ιδιωτικής τους ζωής. Ακόμα κι αν ο χαρακτηρισμός της πληροφορίας με οποιονδήποτε τρόπο δεν αναιρεί κάποιον άλλο χαρακτηρισμό, δεν είναι ακριβώς αυτοματισμός αυτό που συμβαίνει, αλλά μια εκ των προτέρων στάθμιση (όπου προσθέτουμε πως, επειδή ακριβώς συνιστά εκ των προτέρων στάθμιση, που μπορεί εύκολα να παραπέμψει σε αυτοματισμό, για να μην είναι τυφλός αυτοματισμός, χρήζει και η ρήτρα αναθεώρησής της, ακριβώς για σκοπούς αναλογικότητας).

Πρόσωπο Ενδιαφέρον Αποδέκτης Αρχείο       Status
Δ Ι Ι Δ In concreto
Δ Ι Δ Δ Δ
Δ Δ Ι Δ Δ
Δ Δ Δ Δ Δ

Άρα, δικαστικές αποφάσεις που ρυθμίζουν θέμα ιδιωτικού ενδιαφέροντος και απευθύνονται σε φυσικά πρόσωπα, ιδιώτες, καταρχήν, δεν δημοσιεύονται μόνο και μόνο γι’ αυτό τον λόγο και δεν θεωρούνται ιδιωτικές μόνο και μόνο γι’ αυτό τον λόγο. Συμφωνούμε ότι θα πρέπει να κρίνεται in concreto κάθε περίπτωση, στις λεπτομέρειες, εάν και πώς πρέπει να δημοσιοποιηθεί ή όχι. Αυτό, όμως, επειδή αν και ιδεατό (και τέλειο), δεν μπορεί να υλοποιηθεί στην πράξη (εάν μπορεί, ως ήταν και η δική μου εισήγηση, κανένα απολύτως πρόβλημα), τρία πράγματα μπορούν να γίνουν:

 

Πρόσωπο Ενδιαφέρον Αποδέκτης Αρχείο       Status
Δ Ι Ι Δ Δ + Ι
Δ Ι Ι Δ Ι + Δ
Δ Ι Ι Δ 50%Δ – 50%Ι

(α) Κανόνας δημοσιοποίησης όλων των δικαστικών αποφάσεων με πλήρη ανωνυμοποίηση, η οποία απαντά στην ανάγκη σεβασμού και της ιδιωτικής ζωής,

(β) Κανόνας μη δημοσίευσης οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης εκτός εάν τέτοιο ζητηθεί ειδικά από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, οπότε γίνεται η δημοσιοποίηση χωρίς κατ’ ανάγκη κάποια επεξεργασία,

(γ) Κανόνας δημοσιοποίησης ορισμένων αποφάσεων (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Διοικητικού Δικαστηρίου) με μερική ανωνυμοποίηση (όπου σε αυτού του είδους τις υποθέσεις προστίθενται επιμέρους στοιχεία που ενισχύουν τη ροπή προς το Δ), λαμβάνεται όμως υπόψη και το Ι εξ ου και η μερική ανωνυμοποίηση (χρήση φυσικών επωνύμων, και αφαίρεση άλλων προσωπικών πληροφοριών), και δυνατότητα δημοσιοποίησης καταρχάς μη δημοσιοποιήσιμων αποφάσεων (πρωτόδικες αποφάσεις όπου υπάρχει ροπή προς το Ι) εάν συντρέχουν λόγοι, με μερική ή πλήρη ανωνυμοποίηση, ως κρίνεται ανά περίπτωση.

Αυτό το (γ) που βασικά καθιερώθηκε στην πράξη σχολιάστηκε ως τελικά ωραίο, με κάποιες πρόσθετες βελτιώσεις όπως αυτήν της δυνατότητας να αποφασίζεται και διαφορετικά.

Το δικαίωμα πρόσβασης σε δημόσια αρχεία, είναι δεδομένο, υπάρχει, μπορεί  να ασκηθεί και υπάρχει επίσης αντίστοιχη υποχρέωση παροχής διευκολύνσεων σχετικά, εφόσον υπάρχει σχετικό ενδιαφέρον. Όμως άλλο αυτό, και άλλο η δημοσιοποίηση του δημόσιου αρχείου, η άρση της παθητικής του διάστασης, της απλής διαθεσιμότητάς του, ώστε να καταστεί αναγκαστικά ορατή η «δημόσια πληροφορία» ακόμα κι εκεί όπου δεν υπάρχει ενδιαφέρον ή όπου το ενδιαφέρον είναι απλά η χρήση της πληροφορίας αυτής για οποιουσδήποτε άλλους σκοπούς. Οι δικαστές, οι δικηγόροι, οι ερευνητές, που έχουν σχετικό ενδιαφέρον, μπορούν απλά να έχουν πρόσβαση στις δικαστικές αποφάσεις και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη επεξεργασία. Αυτό δεν το απαγόρευσε οποιοσδήποτε, απλά θα πρέπει να ληφθούν μέτρα διευκόλυνσης της δικής τους πρόσβασης, της πρόσβασης στις μη δημοσιευμένες αποφάσεις.

Όσον αφορά τις δικαστικές πληροφορίες μη δικαιοδοτικής φύσης ή μη έμμεσα δικαιοδοτικής φύσης, όπως οι διορισμοί, οι προαγωγές, οι αξιολογήσεις των δικαστών, κ.λπ., αποκτούν επίσης δημόσιο ενδιαφέρον στη σύγχρονη εποχή, και συμφωνώ ότι θα πρέπει να υπάρχει πρόσβαση σε αυτές, γνώση ή ακόμα και έκφραση γνώμης ελεύθερα, από όσους διατηρούν σχετικό ενδιαφέρον. Αυτό, όμως, δεν έχει να κάνει με τη δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο ακριβώς. Καταρχάς, νοείται ότι τα ονόματα των δικαστών δεν αφαιρούνται από τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν και οποιοσδήποτε επιθυμεί να αξιολογήσει το έργο τους, μπορεί να το πράξει άνετα, και μέσα από τις αποφάσεις τους, παρόλο που δι’ αυτών εκφράζουν την ανεξάρτητη δικαιοσύνη, όχι τις προσωπικές τους ιδιαιτερότητες (ασχέτως εάν εμμέσως μπορεί να εκδηλώνονται στοιχεία της δικής τους «δικαστικής προσωπικότητας»). Σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος, όπου μπορούν ενδεχομένως να τυγχάνουν δημοσιοποίησης οι σχετικές αποφάσεις, το ίδιο το κοινό αξιολογεί κατά κάποιον τρόπο εμμέσως το δικαστικό έργο, κι αυτό μάλιστα, σύμφωνα με έρευνες, είναι παράγων που αυξάνει και το δικαστικό άγχος. Ο ίδιος ο δικαστής, επίσης, εάν επιθυμεί να εκθέσει το έργο του, μπορεί να ανωνυμοποιεί και να δημοσιεύει ο ίδιος τις αποφάσεις που εκδίδει σε κάποιο προσωπικό του χώρο δημοσίευσης (εάν έχει τέτοια ανάγκη ή κάτι συναφές), με δική του ευθύνη, κι εάν βέβαια δεν απαγορεύεται από οπουδήποτε αλλού. Το να εκθέτει, όμως, κανείς ή να στοχοποιεί το φυσικό πρόσωπο του δικαστή, δημοσιεύοντας αβέρτα δικαστικές αποφάσεις που εκδίδει σε οποιαδήποτε περίσταση και για οποιαδήποτε λόγο, και να προβάλλουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου διαχέονται αστραπιαία σχόλια λαϊκά διαφωνούντων του στυλ «ψόφο», αντιλαμβάνεστε ότι κάπου και η ίδια η δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων χάνει πλέον την όποια σοβαρότητά της, ως πράξη προς όφελος της δικαιοσύνης.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς δείχνεις το έργο της δικαιοσύνης χωρίς να την εκθέτεις και χωρίς παράλληλα να την ωραιοποιείς; Πώς στο όνομα της «διαφάνειας» και της προσπάθειας επικράτησης της αλήθειας, δεν παρεμβαίνει βλαπτική υπερβολή. Εάν η δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων μπορεί να αποφασίζεται in concreto, δεν μπορούν να αποφασιστούν όμοια ένα σωρό άλλα, μετά από τέτοια δημοσιοποίηση, για να αρθεί ο λαϊκός αυτοματισμός. Οι δυναμικές της δημοσιότητας είναι ή δεν είναι, λοιπόν, σχετικές με το εύρος της αναγκαίας δημοσιοποίησης; Με την ίδια υποβόσκουσα σκέψη, ουδέποτε θα έκρινα κι ότι δημοκρατία ή λαϊκή κυριαρχία σημαίνει δυνατότητα οχλαγωγίας. Χωρίς να σημαίνει ότι πρόκειται για ένα είδος νομικού εκλεκτισμού ή ένα υποκείμενο σχήμα μυστικισμού και αδιαφάνειας με περιθώρια μεθόδευσης εντυπώσεων για τη δικαιοσύνη, δια της δημοσιοποίησης μόνον ορισμένων επιλεγμένων αποφάσεων κ.λπ.. Απεναντίας, πρόκειται για ένα είδος νομικού πολιτισμού στο τέλος της ημέρας, όπου το μέτρο και η ισορροπία, είναι από τους βασικούς άξονες, μαζί με την αλήθεια και τη γνησιότητα (και πολλά άλλα).

Καταρχάς όλες, λοιπόν, οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, με μερική ανωνυμοποίηση και παράλληλα:

(α) Δυνατότητα δημοσιοποίησης οποιασδήποτε άλλης πρωτόδικης μη δημοσιοποιήσιμης απόφασης, εάν συντρέχουν λόγοι,

(β) Δυνατότητα μη δημοσιοποίησης οποιασδήποτε καταρχάς δημοσιοποιήσιμης απόφασης, εάν συντρέχουν λόγοι.

Εάν θα έπρεπε να αισθανθώ κάτι ως «αστείο» θα ήταν το άσκοπο του όλου συλλογισμού, ένεκα της τυχαίας έκβασης που συζητείται ως σχήμα, και επειδή απλά μπορεί να ισχύσει οτιδήποτε άλλο για το οποίο δεν μας πέφτει και λόγος. Από την άλλη, κανένας νομικός προβληματισμός έβλαψε οποτεδήποτε.

Κατά τα λοιπά, χαίρομαι που διαφωνούμε συμφωνώντας ή που συμφωνούμε διαφωνώντας με άξιους νομικούς κάθε τόσο, και σε κάθε περίπτωση παράγονται σκέψεις και διάλογος.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.