«Σύμφυτη δικαιοδοσία» και «σύμφυτη εξουσία»

 

Έννοιες

Η «σύμφυτη δικαιοδοσία» του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction of the Court) είναι έννοια που εμφανίζεται στο κοινό δίκαιο με πολύ μεγάλη συχνότητα ή ευκολία, αν και παραμένει σε κάποιο βαθμό νεφελώδης.

Φαίνεται να υπάρχει ευρεία δικαστική προτίμηση[1] στην προσέγγιση του Sir Jack Jacob, που ορίζει, σε ένα άρθρο του, τη σύμφυτη δικαιοδοσία ως[2]:

«[…] residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do so, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them».

Είναι, εν ολίγοις, το απόθεμα εξουσιών του Δικαστηρίου, το οποίο του επιτρέπει έως του επιβάλλει να πληροί ή να διατηρεί τον ρόλο του ως δικαστήριο δικαίου[3].  Ο Jacob δεν αναφέρθηκε μόνον στην έννοια, αλλά και στην ιστορική εξέλιξη της σύμφυτης δικαιοδοσίας, προσπαθώντας να την εξηγήσει με παραδείγματα.

Οι εννοιολογικές βάσεις που έθεσε ο Jacob ήταν οι εξής:

(α) Η σύμφυτη δκαιοδοσία ασκείται ως μέρος της διαχείρισης της δικαιοσύνης και σχετικά με τη δικαστική διαδικασία: είναι δικονομική και όχι ουσιαστική·

(β) Το διακριτό και βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι ασκείται συνοπτικά, παρά συνιστά κανονική δίκη·

(γ) Η φύση της, ως μέρος του μηχανισμού της δικαιοσύνης σημαίνει πως ένα δικαστήριο μπορεί να την ασκήσει εναντίον οποιουδήποτε, είτε είναι μέρος στη διαδικασία είτε όχι·

(δ) Διακρίνεται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου·

(ε) Οι δικονομικοί κανόνες προβλέπουν εξουσίες πρόσθετα και όχι ως υποκατάστατο των εξουσιών που απορρέουν από τη σύμφυτη δικαιοδοσία.

Αναφερόταν, όμως, σε “superior courts” και σε εκπλήρωση του ρόλου του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου σε συνάρτηση με την ιδιότητα ενός “superior court”, δηλαδή ως δικαστηρίου που δεν οφείλει την ύπαρξή του σε νόμο, αλλά στο τότε ισχύον Βασιλικό προνόμιο. Ιστορικά, η δικαιοδοσία των Αγγλικών δικαστηρίων ήταν «σύμφυτη», με την έννοια του ότι δεν υπήρχε νομοθετική βάση για την ίδρυση και λειτουργία τους. Ήταν σταδιακά που ήρθαν τα διάφορα νομοθετήματα να κωδικοποιήσουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων σε ένα μεγάλο μέρος της. Το μέρος της δικαιοδοσίας που δεν κωδικοποιήθηκε με νόμο, κατά τον Jacob, συνιστά το απόθεμα της σύμφυτης δικαιοδοσίας.

Σε ορισμένα συστήματα, η ίδια η νομοθεσία επιβεβαιώνει τη σύμφυτη δικαιοδοσία, όπως, για παράδειγμα, στη Νέα Ζηλανδία, όπου το άρθρο 16 της εκεί Judicature Act 1908 προέβλεψε ότι:

«The court shall continue to have all the jurisdiction which it had on the coming into operation of this Act and all judicial jurisdiction which may be necessary to administer the laws of New Zealand.»

Δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι:

«Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής ή πoιvικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα εφαρμόζη:

(γ) τo κoιvόv δίκαιov (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα.»

Παρόλο που και το άρθρο 29 αναφέρεται, κατά κάποιο τρόπο, σε πηγή δικαίου άλλη από τον νόμο, δεν έχει την ιστορική αναφορά στη δικαιοδοσία πριν από τη θέση σε ισχύ του. Ούτε το Σύνταγμα, το οποίο επιφυλάσσεται υπέρ του νόμου για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου και την ίδρυση και δικαιοδοσία των κατώτερων δικαστηρίων (και των «αποχρώντων δικαστηρίων»), τη διασφαλίζει (το ίδιο πώς θα μπορούσε άλλωστε).

Ούτε με το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, συνιστά αναγνώριση «σύμφυτης δικαιοδοσίας», με την αυθεντική έννοια της «σύμφυτης δικαιοδοσίας», ορίζοντας πως:

«31. Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας oιoσδήπoτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ’ αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ’ όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται.»

Στην πραγματικότητα, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί ως έννοια η «σύμφυτη δικαιοδοσία», ακριβώς λόγω και της ιστορικής εξέλιξής της. Αφήνει την εντύπωση μιας προσωρινότητας που τυγχάνει εκμετάλλευσης μέχρι η επέλεση της νομοθετικής εξουσίας να καλύψει όλο το έδαφος.

Ο Jacob προσπαθεί να κατηγοριοποιήσει τη δικαιοδοσία που δεν κωδικοποιείται από τον νόμο (ή που τότε δεν κωδικοποιούνταν), χρησιμοποιώντας τρείς κατηγορίες: έλεγχος επί της διαδικασίας (π.χ. τιμωρία για καταφρόνηση), έλεγχος επί των προσώπων (π.χ. αναθεωρητική δικαιοδοσία), και έλεγχος κατώτερων δικαστηρίων και ειδικών δικαστηρίων τύπου “tribunals”. Και καταλήγει, ο Jacob:

«The inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine which in the very nature of things is bound to be claimed by the superior courts of law as an indispensable adjunct to all their other powers […] it operates as a valuable weapon in the hands of the court to prevent any clogging or obstruction of the stream of justice.»

Η κατηγοριοποίηση του Jacob ίσως ενέτεινε τη σύγχυση, ειδικότερα ως προς τη διάκριση της έννοιας αυτής από άλλες έννοιες. Όπως, για παράδειγμα, από την έννοια των «σύμφυτων εξουσιών» (inherent powers) που όλα τα δικαστήρια έχουν (όχι μόνον τα «superior courts»). Όμως, κατά την προσέγγιση του Jacob, τα δια νόμου ιδρυθέντα δικαστήρια δεν έχουν «σύμφυτη δικαιοδοσία», από την άλλη, σε ένα μεγάλο βαθμό, αναγνωρίζεται ότι, ακόμα κι αυτά, ασκούν ό,τι ο Jacob περιέγραψε ως «σύμφυτη δικαιοδοσία», εννοώντας όμως τις «σύμφυτες εξουσίες». Όπως λέχθηκε στη Cocker v Tempest (1841) 7 M & W 502, 503-4 (Court of Exchequer):

«The power of each Court over its own process is unlimited; it is a power incident to all Courts, inferior as well as superior; were it not so, the Court would be obliged to sit still and see its own process abused for the purpose of injustice.»

Η διάκριση των δύο εννοιών, της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» και των «σύμφυτων εξουσιών» σχολιάστηκε και στην  (Νέα Ζηλανδία) Watson v Clarke [1990] 1 NZLR 715, 720 (NZHC):

«The courts’ treatment of inherent jurisdiction and inherent powers has been fraught with confusion and misapplication. Many of the judgments dealing with inherent jurisdiction have conflated the distinct concepts of inherent jurisdiction and inherent power.»

Θεωρητικά, όντως, οι έννοιες «δικαιοδοσία» και «εξουσίες» θα μπορούσαν να διαφέρουν. Η πρώτη να αφορά στην ουσιαστική δυνατότητα του Δικαστηρίου να ακούει και να καθορίζει ένα ζήτημα, ενώ η δεύτερη να αναφέρεται σε επιμέρους δικονομικά εργαλεία που ενεργοποιεί το Δικαστήριο για να ασκήσει τη (δεδομένη) δικαιοδοσία του. Σε κάποιες δικαιοδοσίες χρησιμοποιούνται συναφείς έννοιες που θολώνουν ακόμα περισσότερο το τοπίο, όπως, λόγου χάριν, η έννοια “implied jurisdiction”, στην Αυστραλία, όπου εξηγείται πως όλες οι δικαιοδοσίες βασίζονται στο Σύνταγμα ή και στον νόμο, οπότε οποιαδήποτε «σύμφυτη δικαιοδοσία» σημαίνει οποιαδήποτε δικαιοδοσία απορρέει από αυτές τις πηγές[4], ακόμα κι αν δεν καθορίζεται ειδικότερα. Οπότε, στην Αυστραλιανή θεωρία μπορεί να εντοπίσει κανείς προσπάθειες εννοιολογικής διαφοροποίησης αλλά λειτουργικού συσχετισμού των εννοιών «σύμφυτη δικαιοδοσία» και «εξυπακουόμενες ή σύμφυτες εξουσίες»[5]. Στην Κύπρο, στην ελληνική απόδοση, μπορεί να συναντάμε κάπου στην πρακτική και την έννοια «εγγενείς εξουσίες», που μάλλον είναι συνώνυμη της έννοιας «σύμφυτες εξουσίες».

Η «διακριτική ευχέρεια» από την άλλη, είναι:

«the power to select the most appropriate among a variety of permissible solutions in adjudicating disputes based on broad statements of principle..[6]»

Βασικά, στις περισσότερες βρετανικές αποικίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν και ιδρύθηκαν νέα ανεξάρτητα κράτη εντοπίζονται Συντάγματα ή και επιμέρους νόμοι που ιδρύουν Δικαστήρια, ως να μην προϋφίσταντο, παρά κωδικοποιεί μέρος της δικαιοδοσίας τους. Ευκολότερα ρέπει η αντίληψη προς την έννοια «σύμφυτες εξουσίες», αν και η προσπάθεια φαίνεται να είναι περισσότερο η εγκατάλειψη κάποιας διχαστικής θεωρίας, η ταύτιση των εννοιών ή η χρήση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ως ομπρέλας, κάτω από την οποία μπαίνουν αδιάκριτα όλες οι άλλες συναφείς (αλλά διαφορετικές) έννοιες. Κάπου παρατηρείται[7] μια τάση να θεωρούνται, τα ανώτατα δικαστήρια, παρόλο που έχουν πλέον συνταγματικές ή νομοθετικές βάσεις, ως «superior courts» που ασκούν «σύμφυτη δικαιοδοσία» και τα κατώτερα δικαστήρια ασκούν απλά «σύμφυτες εξουσίες»[8]. Γιατί και ο Blackstone, όντως, διέκρινε με τον εξής τρόπο:

«A Superior Court as distinguished from an inferior Court possesses broad supervisory jurisdiction over inferior tribunals and keeps them within the bounds of their authority by removing their proceedings to be determined in such Superior Court or by prohibiting their progress in the inferior tribunal.»

Στη βάση ότι τα ανώτατα δικαστήρια υπάρχουν για να ελέγχουν τα κατώτατερα δικαστήρια, οπότε αυτός ο λόγος ύπαρξης ανάγεται σε «δικαιοδοσία», δηλαδή σε δυνατότητα ακρόασης και καθορισμού κάθε ζητήματος του οποίου δεν μπορεί να επιληφθεί το κατώτερο δικαστήριο.

Φυσικά, η θεώρηση ενός δικαστηρίου που ιδρύθηκε δια του Συντάγματος ή του νόμου ως «superior court» από μόνη της, για σκοπούς ιεραρχίας, δεν δίνει και «σύμφυτη δικαιοδοσία», με την αυθεντική έννοια. Ωστόσο, η εστίαση στη «δικαιοδοσία» κατά τη διάκριση των ανώτερων από τα κατώτερα δικαστήρια μιμείται όλα τα στοιχεία της «σύμφυτης δικαιοδοσίας», και δίνει την εντύπωση πως δεν αξίζει να διακρίνεται από την έννοια της «σύμφυτης εξουσίας» και τις παρεμφερείς έννοιες, προς κάποιου είδους δικαιολόγηση ότι τα ανώτερα δικαστήρια, μπορούν, ακόμα και χωρίς νομοθετική βάση, να ακούουν και να αποφασίζουν ζητήματα που δεν μπορούν τα κατώτερα δικαστήρια, ως εκ του ρόλου (ή σκοπού ύπαρξής τους), ενώ όλα τα δικαστήρια έχουν «σύμφυτες εξουσίες».

Όπως λέχθηκε[9] στην πιο σύγχρονη θεωρία:

« «Inherent jurisdiction» is, then, a self-generating intrinsic source of power. The terms «jurisdiction» and «power» are frequently used together or interchangeably. It might be, perhaps, more accurate to think of the term «jurisdiction» as the source of powers but this distinction is not often made.»

Από άλλη πλευρά[10], με κάποιο πιο πομπώδη τρόπο:

«While Jacob has described the courts’ inherent jurisdiction as «amorphous and ubiquitous», this surely does not extend to the conflation of several concepts within a mix of expressions. Untangling and differentiating the meanings used by the courts is not merely about resolving a semantic problem; there are consequences beyond whether the usage of each expression is elegantly consistent across the cases.»

Ο κοινός παρονομαστής της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» και της «σύμφυτης εξουσίας» είναι πάντως πως δεν έχουν νομοθετική βάση. Ενώ η «σύμφυτη δικαιοδοσία» συνιστά την υπολειπόμενη (residual) δικαιοδοσία που υφίστατο από πάντα και δεν κωδικοποιήθηκε ακόμα με νόμο, οι «σύμφυτες εξουσίες» αντλούνται από το κοινό δίκαιο, ανεξάρτητα από τους νόμους που καθορίζουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων[11]. Αντανακλαστικά, οι περιορισμοί που συναντά η έννοια της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» συναντώνται και στις «σύμφυτες εξουσίες».

Όπως ευστόχως, επίσης, λέχθηκε[12]:

«Procedure is not necessarily simpler, less important or easier to reform than substantive law. And of course, a matter which is procedural from the position of an applicant may be constitutional in the eyes of the respondent. The fact that procedural law can be described as subordinate or adjectival because it aims to give effect to substantive rules should not conceal the truth that procedures can and do interfere with important human rights, while the means by which a decision is reached may be just as important as the decision which is made in the end.»

Η «σύμφυτη δικαιοδοσία» έχει τις ρίζες της στο κοινό δίκαιο. Η έννοια της «σύμφυτης εξουσίας» δεν είναι ξένη και σε ορισμένα ηπειρωτικά συστήματα, ωστόσο όχι η έννοια της δικαιοδοσίας που δεν αντλείται δια νόμου (εκεί αναζητείται συνηθέστερα νομοθετική βάση). Η έννοια της «σύμφυτης εξουσίας» σε αυτά τα συστήματα μπορεί να είναι περισσότερο κατανοητή όσον αφορά τις δικονομικές πτυχές.

Η αναφορά γίνεται χωρίς κατ’ ανάγκη να ασχολείται με τη σύγχυση των εννοιών, η οποία σχολιάζεται όσον αφορά την Κυπριακή νομολογία.

Ηνωμένο Βασίλειο

Εστιάζοντας στο αγγλικό δίκαιο, τη γενέτειρα του κοινού δικαίου, ο όρος «inherent jurisdiction» ή «inherent powers» είναι συχνά χρησιμοποιούμενος διαχρονικά και αυτή θεωρείται περισσότερο ως το σημαντικό ή εξαιρετικό οπλοστάσιο (εξουσιών) του δικαστηρίου να πράξει το δίκαιο (π.χ. εξουσία άρνησης πλήρους ακρόασης, εξουσία άρνησης ακρόασης δικηγόρου, εξουσία αποβολής από την αίθουσα όπου διεξάγεται δημόσια δίκη, εξουσία σύλληψης, εξουσία διαταγής ενός προσώπου να μιλήσει ή να μείνει σιωπηλό, κ.λπ.). Παράδειγμα «σύμφυτης εξουσίας» η ίδια η Anton Piller KG v Manufacturing Processes Ltd [1976] Ch 55 (CA), μετά από την οποία τα «Anton Piller injunctions» είχαν τη δική τους νομολογιακή εξέλιξη και περαιτέρω μορφοποίηση. Και όχι μόνον.

Πιο πρόσφατα, στην Al Rawi v The Security Service [2011] UKSC 34, διαφάνηκαν κάπως οι περιορισμοί ή η ανάγκη για περιορισμούς στην ακόμα πιο σύγχρονη εποχή. Στην Al Rawi απασχόλησε η δυνατότητα εφαρμογής της κλειστής διαδικασίας μαρτυρίας στην αστική δίκη. Η κλειστή διαδικασία τυγχάνει εφαρμογής όπου, χάριν δημοσίου συμφέροντος, το Δικαστήριο επιτρέπει σε ένα μέρος να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της διαδικασίας αποκάλυψης, παρέχοντας την πληροφόρηση μόνον στο Δικαστήριο και σε «ειδικούς δικηγόρους» οριζόμενους από την Κυβέρνηση για να εξετάσουν την παρακρατηθείσα μαρτυρία και να εκπροσωπήσουν το συμφέρον του αντίδικου, όχι όμως ευθέως στον αντίδικο. Αυτή η διαδικασία επιτρέπεται από συγκεκριμένους νόμους (π.χ. αντιτρομοκρατικούς) σε κάποιες ποινικές διαδικασίες ώστε να αποτρέπεται η κοινολόγηση ευαίσθητων πληροφοριών που θα μπορούσαν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια. Ωστόσο, δεν προβλέπεται νομοθετικά σε πλαίσιο αστικής δίκης. Στην Al Rawi, όπου οι Ενάγοντες ενήγαγαν την Κυβέρνηση για την κράτηση και απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείρισή τους σε διάφορες περιοχές του Guantanamo Bay, η Κυβέρνηση έπρεπε να βασιστεί στην «σύμφυτη εξουσία» του Δικαστηρίου για να εφαρμοστεί η κλειστή διαδικασία. Παρόλο που το Queen’s Bench δέχθηκε ότι έχει τέτοια «σύμφυτη δικαιοδοσία», ο λόγος του ανατράπηκε τόσο από το Court of Appeal όσο και από το House of Lords. Όπου ο Lord Dyson κατέληξε:

«The basic rule is that (subject to certain established and limited exceptions) the court cannot exercise its power to regulate its own procedures in such a way as will deny parties their fundamental common law right to participate in the proceedings in accordance with the common law principles of natural justice and open justice. … … the right to be confronted by one’s accusers is such a fundamental element of the common law right to a fair trial that the court cannot abrogate it in the exercise of its inherent power. Only Parliament can do that

Ξεκαθαρίζοντας, περαιτέρω, ο Lord Hope, ότι η άφεση στο Κοινοβούλιο να προβλέψει σχετικά το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν σημαίνει παράδοση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» του Δικαστηρίου, αλλά αναγνώριση ότι, αυτό το ζήτημα:

«[…] raises such fundamental issues as to where the balance lies between the principles of open justice and of fairness and the demands of national security that it is best left for determination through the democratic process conducted by Parliament, following a process of consultation and the gathering of evidence.»

Ο Lord Mance, έτεινε προς την ύπαρξη της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» του Δικαστηρίου:

«If the court never has jurisdiction (in the strict sense) to order a closed material procedure, that means that, even where a court concluded that a claimant must be denied access to material and the case must otherwise be struck out as untriable, it would be impossible for the court to order, with the consent of the claimant, a closed material procedure. […] I would be surprised if the court’s inherent jurisdiction (in the strict sense) were inhibited to this extent.»

Στον λόγο, όμως, του Lord Mance, που τελικά τάχθηκε με την πλειοψηφία, κατ’ αποτέλεσμα, ξεπρόβαλε και η διάκριση μεταξύ του να υπάρχει η δικαιοδοσία και του να μπορεί να ασκηθεί. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης ήταν ο λόγος που κατέστησε αναγκαίο να αποφευχθεί η περαιτέρω αδικία με την άσκηση τέτοιας δικαιοδοσίας. Ο επίλογος της Al Rawi ήταν πάντως, σύντομα, στους μήνες που ακολούθησαν, να είχε εκδοθεί το Justice and Security Green Paper, που έθεσε υπό διαβούλευση την εφαρμογή της κλειστής διαδικασίας στις αστικές διαδικασίες, κι έπειτα την Justice and Security Bill 2012 (HL Bill 27), η οποία κάλυψε το κενό που το Supreme Court δεν είχε μπορέσει να γεμίσει ασκώντας «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή «σύμφυτη εξουσία».

Καναδάς

Στον Καναδά από νωρίς το Supreme Court, στην Re Sproule (1886) 12 SCR 140 at 180, όριζε ότι:

«…every superior court […] has incident to its jurisdiction an inherent right to inquire into and judge the regularity or abuse of its process.»

Έκτοτε επικράτησε η προσέγγιση, που βασίζεται στη θεώρηση του Jacob, όπως επαναλήφθηκε και στην R v Charon [2011] 1 SCR 78, [21].

«[t]he inherent jurisdiction of the court may be invoked in an apparently inexhaustible variety of circumstances and may be exercised in different ways.»

Περαιτέρω καθοδήγηση υπήρξε στην Ocean v Economical Mutual Insurance Co (2009) 281 NSR (2d) 201 (NSCA), όπου το ζήτημα ήταν κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ψυχιατρική αξιολόγηση ενός πολίτη, για να διαπιστωθεί κατά πόσον θα μπορούσε να εκπροσωπήσει τον εαυτό του στη δικαστική διαδικασία, αν και η ψυχοπνευματική του κατάσταση δεν ήταν επίδικο θέμα και δεν σχετίζονταν με τα επίδικα θέματα.

Παρατήρησε, το Court of Appeal, που είχε απαντήσει αρνητικά:

«none of the theories put forward to explain the basis for inherent jurisdiction attempt to determine its limits. Indeed, in this jurisdiction the courts have generally addressed what is not a proper exercise of the court’s inherent jurisdiction on a case by case basis»

Και πάλι, διακρίνοντας μεταξύ της ύπαρξης της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» και της δυνατότητας άσκησής της. Υπάρχει μεν η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διατάξει τη ψυχιατρική εκτίμηση ενός προσώπου, αλλά:

«the court’s inherent jurisdiction is an extraordinary power […I and should not be used save in the clearest of cases»,

που δεν ήταν τέτοια η παρούσα.

Συζητήθηκαν τρόποι άσκησης, τους οποίους ο καθηγητής Charles[13] ανέλυσε περαιτέρω:

(α) Η σύμφυτη δικαιοδοσία των «superior courts» ασκείται φυσικά σε ζητήματα που ενέχουν καταφρόνηση του δικαστηρίου ή κατάχρηση της διαδικασίας του. Ακόμα και σε αυτό το στενό πλαίσιο, η άσκησή της πρέπει να γίνει με φειδώ·

(β) Ουσιωδώς εκτείνεται για να καλύψει κι άλλα ζητήματα, όπως την ασφάλεια των παιδιών, θεραπείες και καταστάσεις που οι νομοθετικές πρόνοιες δεν προβλέπουν, επίβλεψη, προστασία και βοήθεια των ειδικών δικαστηρίων ή των διαιτητικών δικαστηρίων ή σωμάτων, ή για την κάλυψη των νομοθετικών κενών·

(γ) Είναι πρώτιστα δικονομική έννοια και τα Δικαστήρια δεν μπορούν να την εμπλέκουν για να αλλάζουν το ουσιαστικό δίκαιο·

(δ) Η επίκλησή της προϋποθέτει άσκηση διακριτικής ευχέρειας, η οποία ασκείται πάντα δικαστικά·

(ε)  Ένας Δικαστής δεν έχει κάποιο ελεύθερο δικαίωμα να πράττει οτιδήποτε θεωρεί «δίκαιο» μεταξύ των μερών. Η κατάληξη στη «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή τη «σύμφυτη εξουσία» πρέπει να συμβαίνει δια μέσω ενός πλαισίου αρχών σχετικών με τα επίδικα θέματα.

Οι αρχές της Ocean (ανωτέρω) επαναλήφθηκαν στην Gillespie v Manitoba (Attorney General) (2000) 185 DLR (4th) 214. Εκεί απασχόλησε η δυνατότητα του Δικαστή να διατάξει τον έλεγχο προσώπων που εισέρχονται στο Δικαστήριο, μετά που ένα σχετικό νομοθετικό σχήμα καταργήθηκε έχοντας κηρυχθεί δικαστικά ως παράνομο. Ωραίος εκεί ο λόγος της πλειοψηφίας, ότι:

«[…] the inherent jurisdiction is not a kind of «ubiquitous judicial prerogative.» Indeed, it is not a prerogative at all. The Divine Right of Kings is dead; it has not passed to judges. In a democracy, such as ours, judges have a distinct function which enables them to command others, but the power to do so must be exercised within the Constitution and the law.»

Η πλειοψηφία εκεί είχε αποφασίσει ότι δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο, με χρήση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ή «σύμφυτης εξουσίας» του, να υποκαταστήσει έναν κανόνα ουσιαστικού δικαίου σχετικά με την προστασία από την έρευνα. Συχνά, όμως, σε αυτού του είδους τα ζητήματα, προβάλλει μειοψηφία, όπως και στην Gillespie, κατά τον λόγο της οποίας:

«superior court possesses the inherent jurisdiction to invoke its own «residual source of powers» […] when it is essential to enable it to preserve or maintain the essential role of the court itself as the institution responsible for maintaining the rule of law. […] To suggest in circumstances such as these that the superior court is powerless to act and must wait for another branch of government to do what is essential to ensure safe public access to justice, is to risk a denial of the rule of law itself.»

Ένας συνταξιούχος δικαστής του Supreme Court του Οντάριο, είχε εκφράσει την εξής άποψη[14]:

«Inherent jurisdiction is not palm tree justice. Rather, as an element related to the common law, it should be used sparingly (cautiously, but as often as truly required). […] If Parliament cannot crystal-ball the future, perhaps it would be better to minimize codification and allow an experienced sector of the superior court judiciary to deal with problems using the full panoply of inherent jurisdiction and statutory discretion.»

Ήταν μάλλον με τέτοιο πνεύμα που υπήρξε κάποιου είδους «επέκταση» της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ή «σύμφυτης εξουσίας» στην British Columbia Telephone Co v Shaw Cable Systems (BC) Ltd [1995] SCR 739. Εκεί υπήρχαν δύο αντίθετες δικαστικές αποφάσεις που δημιούργησαν ενός είδους λειτουργική σύγκρουση. Η συμμόρφωση στη μία σήμαινε μη συμμόρφωση στην άλλη. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, σχετικά με τη «σύμφυτη δικαιοδοσία»:

«»Inherent jurisdiction» is not a phrase which would normally be applied to appeals. By definition, appeals do not involve the inherent jurisdiction of the court at all, but rather arise when the legislature has specifically granted jurisdiction to the court to review the decision of [an administrative tribunal]. […] Until now, it would have been unusual to speak of the courts’ «inherent jurisdiction» to do something on an appeal which the legislature has not specifically authorized.»

Στον Καναδά φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις από διαφορετικά δικαστήρια.

Σιγκαπούρη

Στη Σιγκαπούρη, παρόμοια με την Καναδική Ocean, ήταν η UMCI Ltd v Tokio Marine and Fire Insurance Co (Singapore) Pte Ltd and Others [2006] SGHC 142, όπου απασχόλησε η δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάζει πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι να παράσχουν δείγματα γραφής για γραφολογικό έλεγχο. Λέχθηκε:

«[T]he inherent jurisdiction of the High Court to make interlocutory orders for the purpose of promoting a fair and satisfactory trial is available to assist the Plaintiff in a case like this. The Court should not, in my judgment, be thwarted by the inherent laggardliness of the rule-book […] from making use of new methods of adducing evidence for the court if such evidence is otherwise admissible.»

Η κατάληξη ήταν ότι δεν ήταν περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή «σύμφυτη εξουσία» του.

Έπειτα, απασχόλησε η Management Corporation Strata Title Plan No 301 v Lee Tat Development Pte Ltd [2009] SGHC 234 at [9], σε σχέση με τη δυνατότητα επανανοίγματος μιας υπόθεσης και παραμερισμού προηγούμενης απόφασης και επανακρόασης λόγω παράβασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, με επίκληση και της R v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate and Others, Ex parte Pinochet Ugarte (No 2) [2000] 1 AC 119. Απαντώντας αρνητικά, το ανώτατο δικαστήριο της Σιγκαπούρης, είπε:

«»Inherent power» should not be used as though it were the joker in a pack of cards, possessed of no specific designation and used only when one [does] not have the specific card required. The same might be said of «doing justice» because one man’s justice can be another man’s injustice. «Inherent power» does not mean unlimited power, and if a substantive power to reopen a case on [the] merits is to be given, it must come expressly from the legislature.»

Παρόλο που θεωρητικά δεν απαρνήθηκε τη δυνατότητα, το σκεπτικό της κατάληξης ήταν:

«[… ] we see no justification to circumscribe the inherent jurisdiction of this court (which would be the effect if we were to rule that the CA has no inherent jurisdiction to reopen an issue which it decided in breach of natural justice) as that could potentially result in this court turning a blind eye to an injustice caused by its own error in failing to observe the rules of natural justice.»

Ήταν η ίδια κατάληξη με αυτήν της Wee Soon Kim Anthony v Law Society of Singapore [2001] 4 SLR 25 (SGCA), [26], οι αρχές τις οποίες συνοψίστηκαν από τον Pinsler[15]:

(α) Το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή «σύμφυτη εξουσία» του όχι μόνον για να αποφύγει την αδικία, αλλά επίσης για να αποφύγει τη σοβαρή δυσμένεια ή δυσκολία ή κίνδυνο. Για τον καθορισμό του πότε η άσκηση της δικαιοδοσίας ή εξουσίας αυτής είναι πρέπουσα, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ευελιξία και να μην υποβάλλει τον εαυτό του σε αυστηρά κριτήρια ή ελέγχους·

(β) Εάν το Δικαστήριο ενεργεί «δικαστικά» ή κατά «δίκαιο και επιεική» τρόπο, δεν χρειάζεται να περιορίζει τις περιπτώσεις όπου μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία ή εξουσία του·

(γ) Η αναγκαιότητα, που δεν σχετίζεται με το συμφέρον ή την επιθυμία ενός διαδίκου, είναι ουσιώδες κριτήριο για να γίνει χρήση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ή «σύμφυτης εξουσίας». Αξιολογώντας κατά πόσο θα πρέπει να ασκήσει «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή «σύμφυτη εξουσία» το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τις δικές του ανάγκες έναντι στο κατά πόσο θα μπορούσε να ενεργήσει πιο αποτελεσματικά, αλλά δεν θα πρέπει να την ασκεί απλά επειδή το να την ασκήσει δεν προκαλεί αδικία στο άλλο μέρος.

Οπότε, άλλη μια κοινή τάση, η παραδοχή του θεωρητικά απεριόριστου της άμορφης «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ή «σύμφυτης εξουσίας», αλλά η πρακτική ανάγκη περιορισμού της, όταν τίθεται το ζήτημα εάν αυτή θα πρέπει να ασκηθεί σε πραγματικό χρόνο, σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο Pinsler, βέβαια, στο ίδιο φιλελεύθερο πνεύμα (που ακόμα δεν πραγματώθηκε) υποστήριξε ξεκάθαρα τη δυνατότητα ενός Δικαστηρίου όχι μόνον να παρεμβαίνει για να καλύπτει τα δικονομικά κενά, αλλά, σε ακραίες περιπτώσεις, να παρακάμπτει ή να τροποποιεί τους κανόνες, εάν ενεργεί δικαστικά και η περίπτωση το απαιτεί.

Νέα Ζηλανδία

Η Mafart v Television New Zealand Ltd [2006] 3 NZLR 18 (SCNZ) ήταν υπόθεση όπου το Supreme Court της Νέας Ζηλανδίας εξέτασε το δόγμα, λέγοντας:

«Except to the extent modified by statute and rules, the Court continues to have inherent jurisdiction and powers to determine its own procedure. The inherent jurisdiction is not ousted by the adoption of rules, but is regulated by the rules, so far as they extend. To the extent that the rules do not cover a situation, the inherent jurisdiction supplies the deficiency.»

Μια καλή ανάλυση υπήρξε όμως στη Siemer v SolicitorGeneral [2012] 3 NZLR 43 (NZCA); [2013] 3 NZLR 441 (SCNZ), όπου προκύπτει και απόκλιση από τις αγγλικές αυθεντίες. Το High Court είχε προβεί σε έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, σε σχέση με δημοσιεύσεις, πριν από τη δίκη, σε μια «υψηλού προφίλ» υπόθεση. Ο κ. Siemer δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του δύο άρθρα σχετικά με τα απαγορευτικά διατάγματα και με συνδέσμους παρέπεμψε σε αυτά. Ο Γενικός Εισαγγελέας αιτήθηκε όπως ο κ. Siemer δικαστεί για καταφρόνηση του Δικαστηρίου, και όντως, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 6 μήνες φυλάκιση. Κατ’ έφεση ο κ. Siemer είχε τη θέση ότι το High Court δεν είχε καν τη δικαιοδοσία να προβεί στα απαγορευτικά διατάγματα που αποτέλεσαν τη βάση της καταδίκης του. Ο εφεσείων πρόβαλε την απόκλιση από τις αγγλικές αυθεντίες γιατί ενώ στη Νέα Ζηλανδία εφαρμόστηκε η ΑttorneyGeneral v Taylor [1975] 2 NZLR 138 (SC) και έπειτα Taylor v AttorneyGeneral [1975] 2 NZLR 675), στην Αγγλία υπήρξε ανατροπή αυτού του προηγούμενου από την Independent Publishing Co Ltd v Attorney-General of Trinidad and Tobago [2004] UKPC 26, [2005] 1 AC 190, η οποία, επί ίδιου ζητήματος, θεώρησε πως η αρμοδιότητα θέσης τέτοιου περιορισμού, που συνυφαίνεται με την ελευθερία της έκφρασης, ανήκει στον νομοθέτη. Έπειτα, ήταν η θέση του κ. Siemer, ακόμα κι αν η Taylor θεωρούνταν ότι διατηρείται ως καλό δίκαιο ακόμα, οι νομοθετικές μεταβολές κατήργησαν την αναγκαιότητα του λόγους της. Στη Siemer όμως, το Court of Appeal προτίμησε να διατηρήσει τον λόγο της Taylor:

«[…] once the existence of an inherent power in a court to regulate its procedures is accepted, New Zealand courts should be free to settle its boundaries and develop the law according to their perception of domestic conditions and policy considerations.»

«the legislature should not be treated as having interfered with [an] inherent power unless that conclusion was required by the terms or spirit of the enactment.»

«The powers conferred by this section to make [suppression] orders […] are in substitution for any such powers that a court may have had under any inherent jurisdiction or any rule of law; and no court shall have power to make any order of any such kind except in accordance with this section or any other enactment.»

«Parliament could have closed off the inherent jurisdiction or power if it had wished.»

Η προσέγγιση του Court of Appeal τηρήθηκε και από το Supreme Court, όπου κατά πλειοψηφία λέχθηκε:

«[169] Our discussion of the New Zealand cases indicates that, since the 1970s, New Zealand courts have exercised the power to make non-party suppression orders which go beyond anything provided for by statute. We have demonstrated that this power has not been extinguished by either the Criminal Justice Act or by any earlier enactment. Neither s 138 of the Criminal Justice Act nor the provisions in the Criminal Procedure Act purport to provide anything like a code in relation to non-party suppression orders.»

Υπήρχε περαιτέρω η θεώρηση ότι τέτοια διατάγματα ήταν αναγκαία για την προστασία, σε πραγματικό χρόνο, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και της απονομής της δικαιοσύνης. Ως συνήθως, υπήρξε μειοψηφία, ο λόγος της οποίας ήταν ότι:

«[46] It may be that the practice of the courts has not been sufficiently respectful of the provisions of s 138 and its emphasis on open justice. […] As the majority reasons indicate, the approach [the High Court] adopted seems general practice. If so, it does not seem to me to meet the open justice requirements of s 138. More importantly, I am of the view that any inherent power to make the suppression orders made in respect of the judgment of 9 December 2010 was excluded by s 138. I would allow the appeal on this basis.»

Στην Harley v McDonald [1999] 3 NZLR 545 (NZCA), το ζήτημα που απασχόλησε ήταν κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως τα έξοδα πληρωθούν προσωπικά από τον δικηγόρο. Επαναλήφθηκε εκεί ότι:

«[Ilt is both unwise and unnecessary to seek to define the scope of the Court’s inherent jurisdiction. Broad principles governing its exercise is all that is required. The Court may invoke its inherent jurisdiction whenever the justice of the case so demands. It is a power, which may be exercised even in respect of matters, which are regulated by statute or by rules of Court providing, of course, that the exercise of the power does not contravene any statutory provision. The need to do justice is paramount.»

Επικρίνοντας τις νομολογιακές προσεγγίσεις των δικαστηρίων στη Νέα Ζηλανδία, η Joseph[16], είπε:

«it is unsatisfactory that our superior appellate courts must usurp jurisdiction to correct injustices. Any lacuna in the jurisdiction of either court ought to be squarely confronted.»

Ένας χρήσιμος κοινός κορμός αρχών από τον Ferrere

Σε όλα τα προαναφερόμενα συστήματα, παρόλη την προαναφερόμενη σύγχυση μεταξύ των εννοιών «σύμφυτη δικαιοδοσία» και «σύμφυτη εξουσία», με βάση την προσέγγιση του Jacob, και παρόλες τις επιμέρους αποκλίσεις, υπάρχει, όπως παρατηρεί ο Ferrere[17], μια κοινή ραχοκοκαλιά, από την οποία μπορούν να προκύψουν συνοπτικά οι εξής αρχές:

(α) Η άσκηση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ή «σύμφυτης εξουσίας» θα προκύψει όπου και όταν είναι αναγκαίο να συμβεί·

(β) Ο απώτερος σκοπός της είναι η διασφάλιση ότι θα απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και άλλων επηρεαζόμενων προσώπων, κι αυτός εμπερικλείει μια διαδικασία εξισορρόπησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όλων όσων εμπλέκονται·

(γ) Η άσκηση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ή «σύμφυτης εξουσίας» δεν μπορεί να αντιβαίνει τη βούληση του νομοθέτη, αλλά μόνο να εκθέτει τον σκοπό του νομοθέτη και ότι αυτός θα ικανοποιηθεί με την ενάσκηση αυτής της δικαιοδοσίας ή εξουσίας.

O Ferrere βασίζεται κυρίως στον λόγο της αγγλικής Al Rawi ότι η «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή «σύμφυτη εξουσία» δεν είναι απεριόριστη, ακόμα κι εκεί όπου δεν υπάρχει νομοθετική κάλυψη, και προσπαθεί να δει τα όρια, υπό το πρίσμα της αρχής της διάκρισης των εξουσιών αλλά και της αρχής της νομιμότητας, υπό τη θεωρητική προσέγγιση και του Dicey[18], η οποία δεν είναι άνευ κριτικής[19], και βέβαια με την αντίληψη που  Dicey διατηρεί σε σχέση με τις δύο συνταγματικές αρχές, αλλά και εν γνώσει της μη αναγκαστικά κοινής αποδοχής της.

Κύπρος

Στην Κυπριακή νομολογία, η σύγχυση μεταξύ των εννοιών «σύμφυτη εξουσία» και «σύμφυτη δικαιοδοσία» δεν υπήρχε με τον ίδιο τρόπο από πάντα ή σε όλες τις περιπτώσεις. Ανατρέχοντας σε υποθέσεις πριν από το 1960, στη Theodorou v. Gavrielides  (V12) 1 CLR 84 έγινε αναφορά στον λόγο της Skoufarides v. District Education Committee of Nicosia C.L.R., Vol. IX. p. 15 σε σχέση με τη «σύμφυτη δικαιοδοσία» των δικαστηρίων να ελέγχουν ότι οι αρχές που ασκούν οιονεί δικαστική εξουσία, ως προς τον τρόπο που ασκούν την κρίση τους:

«We find, following the reasoning in the judgment in Skoufarides v. District Education Committee of Nicosia, C.L.R., Vol. IX. p. 15 and on general principles that there is an inherent jurisdiction in the Courts to see that statutory authorities exercising quasi-judicial discretion exercise such discretion in a judicial manner, and that, inasmuch as the particular officer of the Land Registry Office, who dealt with the matter, declined to stay the proceedings, instituted before him, by the defendant, to sell the property of plaintiff, she had no alternative but to move the Court to order those proceedings to be stayed.»

Στη Sherief of Limassol v. Theodoros (V12) 1 CLR 67, αποφασίστηκε επίσης ζήτημα στη βάση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας»:

«The procedure is wrong; contempt is a criminal matter (Christodoulides v. Christodoulides). Civil Courts have no jurisdiction to commit for contempt except under Art. 212 of the Order in Council. Appellant an Ottoman subject (now British). By Art. 23 of the Order in Council, Courts must apply Ottoman Law as amended by Cyprus Statute Law. Inherent jurisdiction does not arise as facts disclosed seem to show that, if appellant has broken the law, it amounts to a breach of Art.112 or 123 of the Ottoman Penal Code. Appellant should been prosecuted before a Magistrate and committed for trial and tried on information before the Criminal District Court.»

Όπως και στη Mavrovouniotis v. Nicolaidou (V14) 1 CLR 272:

«The Law presumes that any person who is of age is capable of and competent to enter into contractual relations unless it is proved that his mind is so deranged by age or disease as not to be able to understand the nature and the consequence of the transaction; the onus of proof being upon the person who alleges the existence of such a condition. There is also an inherent jurisdiction in the Court to come to the relief of any person who has been tricked or misled to enter into contracts either by fraud, misrepresentation or mistake or in cases where advantage has been taken of the weakness of the mind or body of the person concerned. It is quite clear that the Courts in exercising this jurisdiction require clear evidence in order to give the relief asked for. The Courts will not come to the assistance of a person who on account of carelessness, recklessness or lack of foresight enters into a contract which might prove disastrous later. It is only the people who are the victims of unlawful acts on the part of others who will be relieved.»

Στην Esmerian v. The Ottoman Bank, 13 C.L.R., 93, όπου λέχθηκε πως:

«There is in England a particular right under the Supreme Court rules to ask for the dismissal or stay of an action on the grounds that it is frivolous and vexatious and an abuse of the process of the Court. No doubt that right can be exercised in Cyprus under the Cyprus Courts of Justice Order, 1927, Rules of Court. But there is also an inherent jurisdiction in the English Courts to see that no abuse is made of their processes, and we hold the same inherent jurisdiction exists in the Courts of Cyprus, and, therefore, there is no necessity to base our right to entertain such an application on the Cyprus Rules of Court. We think that the Court below could have had recourse to that inherent jurisdiction and have stayed or dismissed this action. The main thing for us now to consider is whether the Court had material on which they could rightly stay or dismiss it.»

Η Esmerian έτυχε επίκλησης στην Trad v. Ottoman Bank (V15) 1 CLR 14. Τέσσερα χρόνια μετά, στην Kyriakides v. Palmer (V16) 1 CLR 15, χρησιμοποιήθηκαν και οι δύο όροι, ως ταυτόσημοι, την ίδια χρονιά (1939) και στην Xeni v. Police (V16) 1 CLR 62 (από την ίδια σύνθεση).

Χρόνια μετά, στη Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583, ήδη φαίνεται να είχε επικρατήσει η σύγχυση:

«The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court. The inherent jurisdiction of the Court to remedy errors in the process is not absolute but, as judicially acknowledged, confined to “…. matters necessary to maintain its character as a court of justice”. The Court has no authority to upset the terms of a compromise between the parties; on the contrary it will, in good conscience, extend its powers to implement their agreement. On the other hand, there is no authority under the slip rule to vary the terms of a compromise. As the case of R. v. Cripps illustrates, the power can only be invoked where the slip is evident; in fact the power to correct errors under the slip rule belongs to the Court and may in an appropriate case be exercised by a member of the Court other than the one who made the order fraught with the error. In de Lasala v. de Lasala it was pointed out that a consent order can only be varied on appeal or by a fresh action. The Court has no power to vary the terms of the agreement of the parties as distinct from making orders in aid of its enforcement.»

Στην Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι:

«[…] σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου.  Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς».

Η προσέγγιση δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την έννοια της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» ως υπολειπόμενη δικαιοδοσία, ιστορικά υφιστάμενη, μη κωδικοποιηθείσα από τον νόμο και τους θεσμούς, αλλά αποδίδει περισσότερο το νόημα της «σύμφυτης εξουσίας».

Στην Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 724, η δίκη, η οποία βρισκόταν σε σχετικά προχωρημένο στάδιο, διακόπηκε με τον διορισμό του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη θέση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με την αίτησή του ο ενάγων ζήτησε σειρά θεραπειών που είχαν ως άξονα τη διάσωση της διαδικασίας και τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου επανεκδίκασης της υπόθεσης. Προς αυτό υπέβαλε στο Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση με βάση την Δ. 48 και επίκληση των «εγγενών εξουσιών» του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Λέχθηκε:

Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους.  Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του – Δικαστήριο της δικαιοσύνης – χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών.

Παρόλο που εκεί, η έννοια της «σύμφυτης εξουσίας» που δόθηκε ήταν η ορθή, το αίτημα του ενάγοντος ήταν βασικά κατ’ επίκληση κάποιου είδους «σύμφυτης δικαιοδοσίας» του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αναγνώρισε, ουσιαστικά αναγνωρίζοντας, εμμέσως, ότι η δικαιοδοσία του είναι αυτή που κωδικοποιείται δια του Συντάγματος και του νόμου και δεν επεκτείνεται ή και όχι άλλη.

Στην Kορέλλης ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (1998) 1 ΑΑΔ 1718, παρόλο που επιχειρήθηκε και ορισμός της «δικαιοδοσίας», η «σύμφυτη δικαιοδοσία» ορίστηκε επίσης με τον τρόπο που αρμόζει στη «σύμφυτη εξουσία», επαναλαμβάνοντας ότι:

«Eίναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου.»

Στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά. (2000) 3 Α.Α.Δ. 151, η εφεσείουσα μετά την απόσυρση και απόρριψη της έφεσης της, καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε επαναφορά της έφεσης. Στη νομική βάση της αίτησης ήταν και η «σύμφυτη εξουσία» του Δικαστηρίου. Η Ολομέλεια αποφάσισε, αναφερόμενη σε «σύμφυτη δικαιοδοσία» ότι:

«Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι’ αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings (1997) 113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει, στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα:

“These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.”

Έχοντας υπόψη ότι η δικονομική εξουσία επαναφοράς έχει αυστηρά θεσμοθετηθεί από τους διαδικαστικούς κανόνες και τη νομολογία που τους έχει ερμηνεύσει έχουμε τη γνώμη ότι το εγειρόμενο δεν είναι από τα θέματα που μπορεί να καλύψει η σύμφυτη εξουσία. Τέτοια βάση για την έκδοση διατάγματος της μορφής που επιδιώκεται με την αίτηση δεν προσφέρεται.»

Απαντώντας επί της «σύμφυτης εξουσίας», ορθά η αναγνώριση ήταν ότι εκεί όπου υπήρξε ρύθμιση από τους διαδικαστικούς κανονισμούς του ζητήματος, όπως στην εν λόγω περίπτωση αυτό της επαναφοράς, δεν υπάρχει περιθώριο για σύμφυτη εξουσία, παρά απλά για εφαρμογή της διαδικαστικής ρύθμισης. Έθεσε, όμως και δικαιοδοτικά το ζήτημα, λέγοντας ότι:

«Η Ολομέλεια όταν ασκεί τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία της στα πλαίσια των διατάξεων του Άρθρου 11(3) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου αρ. 33/64 (όπως τροποποιήθηκε), δεν έχει εξουσία αναθεώρησης οποιασδήποτε απόφασης, περιλαμβανόμενης απόφασης για την απόρριψη έφεσης. Ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με άσκηση τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας που, όπως έχει λεχθεί στην Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (Αρ. 2) (1999) 1 Α.Α.Δ. 1772, αποτελεί «βαθμίδα δικαιοδοσίας άγνωστη στο Σύνταγμα και το νόμο».»

Θα μπορούσε να συνάγει, κανείς, ότι. ενώ δεν υπάρχει αναγνώριση της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» (της άντλησης δικαιοδοσίας πέρα από αυτήν που κωδικοποιεί το Σύνταγμα και ο νόμος που ιδρύουν τα δικαστήρια) λόγω κάποιας ιστορικής κατάστασης, υπάρχει αναγνώριση της «σύμφυτης εξουσίας» που ασκείται μέσα στο πλαίσιο της δεδομένης δικαιοδοσίας, και εκεί όπου δεν υφίσταται ήδη δικονομική ρύθμιση (πέραν των λοιπών προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέχουν). Εξάλλου, στις Αγαθοκλέους ν. ΕΔΑΞΥΛ Λτδ κ.ά. (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 302, και Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδης (1968) 1 Α.Α.Δ. 295 (όπου επίσης η αναφορά ήταν σε «inherent jurisdiction») αποφασίστηκε επίσης ότι το Εφετείο δεν έχει «σύμφυτη εξουσία» να παραμερίζει εκδοθείσα απόφασή του, με σκοπό την επανασυζήτησή της (γιατί βασικά αυτό επενεργεί δικαιοδοτικά, κατά τρόπο που συγκρούεται με τις πρόνοιες που ρυθμίζουν τη δικαιοδοσία, και ενώ δεν υπάρχει περιθώριο «σύμφυτης δικαιοδοσίας»).

Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή (2001) 3 Α.Α.Δ. 1060 η αναφορά ήταν επίσης σε «σύμφυτη δικαιοδοσία» ενώ εννοούνταν «σύμφυτη εξουσία»:

«Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου.»

Τέτοια σύγχυση εννοιών και χρήση τους ως ταυτόσημες υπήρξε και στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522, στην οποία απασχόλησε εάν η παράλληλη χρησιμοποίηση ιδιωτικής ποινικής διαδικασίας και αστικής διαδικασίας για επιταγή που είχε εκδοθεί χωρίς αντίκρισμα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας τέτοια που να δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο της ποινικής δικαιοδοσίας να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει την υπόθεση θεωρώντας ότι η ιδιωτική ποινική δίκη χρησιμοποιούνταν ως μοχλός πίεσης από τον κατήγορο για την ικανοποίηση αστικών δικαιωμάτων, ήτοι δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί για χρέος και δεν μπορούσε να εκτελεστεί. Η πλειοψηφία είχε αποφασίσει ότι  δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας η παράλληλη καταχώριση ιδιωτικής ποινικής δίωξης και η έγερση πολιτικής αγωγής για είσπραξη του ποσού επιταγής και ότι η προσέγγιση στις υποθέσεις Βασιλείου ν. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133 και M. & M. Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd (2000) 2 A.A.Δ. 717, υπήρξε λανθασμένη. Στην απόφαση της πλειοψηφίας, που δόθηκε από τον έντιμο δικαστή Νικήτα, επιχειρήθηκε ανάλυση με βάση την προσέγγιση του Jacob, με περαιτέρω παραπομπές στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210 (220), την Hunter  ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727 (η οποία υιοθετήθηκε στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S (1996) 1(B) A.A.Δ. 1037.), τη R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54, τη Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385 και άλλες. Έγινε, επίσης, αναφορά στην Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, και στον λόγο του έντιμου Δικαστή Πική ότι:

«Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του.  Γι’ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»

(εννοώντας πάλι τη σύμφυτη εξουσία).

Και στην Κουλέρμος ν. Κουμπαρίδου (2000) 1 ΑΑΔ 493, η αναφορά σε «σύμφυτη δικαιοδοσία» και «σύμφυτη εξουσία» ήταν ως να πρόκειται για έννοια ταυτόσημες, εννοώντας και πάλι απλά τη «σύμφυτη εξουσία».  Στη Ρόπας (2009) 2 Α.Α.Δ. 235 λέχθηκε, και πάλι με αναφορά ως σε ταυτόσημες έννοιες, ότι:

«Το δε κατάλοιπο εξουσίας, το οποίο επικαλέστηκε ο συνήγορος, δεν διασώζει την κατάσταση, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει εκ του μηδενός νέες ατραπούς στο δίκαιο και μάλιστα τόσο θεμελιακές. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 339 και Σε ό,τι Αφορά Αίτημα (Petition) του εφεσείοντα Αχιλλέα Κορέλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1122).»

Το αυτό επαναλήφθηκε στη Ρόπας ν Κυπριακή Δημοκρατία (2010) 2 Α.Α.Δ. 226, όπου τέθηκε το ζήτημα κατά πόσο υπάρχει σύμφυτη και/ή εγγενής εξουσία η οποία να παρέχει το δικαίωμα στο Ανώτατο Δικαστήριο να επανανοίξει μια αποπερατωθείσα μετά από πλήρη ακρόαση έγκυρη έφεση και να διατάξει νέα δίκη από το Εφετείο, και όπου επαναλήφθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση της δίκης και την έκδοση απόφασης, επανάνοιγμα της υπόθεσης είναι δυνατό μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που για κάποιο λόγο, όπως για παράδειγμα τη μη ειδοποίηση διαδίκου περί της διαδικασίας, η διεξαχθείσα δίκη είναι άκυρη, και ότι:

«[…] δεν υπάρχει σύμφυτη και/ή εγγενής εξουσία η οποία να παρέχει το δικαίωμα στο Ανώτατο Δικαστήριο να επανανοίξει μια αποπερατωθείσα μετά από πλήρη ακρόαση έγκυρη έφεση και να διατάξει νέα δίκη από το Εφετείο αφού μια τέτοια περίπτωση θα ισοδυναμούσε με άσκηση τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας, εξουσία που σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν υπάρχει. Η εξουσία αυτή, εκεί όπου ασκήθηκε, περιορίστηκε στην περίπτωση όπου η προηγούμενη δίκη ήταν άκυρη, που δεν είναι η περίπτωση μας. Η ουσία των ισχυρισμών του αιτητή στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η προηγούμενη δίκη ήταν άδικη και/ή επισφαλής, και όχι άκυρη.»

Στην Κρασοπούλης και άλλη (Αρ. 2), (2012) 1 Α.Α.Δ. 2266, το Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία), είχε επιληφθεί αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari για ακύρωση απόφασης του Μονίμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας η οποία ελήφθη με διμελή σύνθεση και με την οποία διατάχθηκε η παραμονή των υπόδικων σε κράτηση μέχρι την επομένη ημέρα της δίκης τους. Η Δημοκρατία, επιχειρώντας να υπερασπιστεί την απόφαση αυτή, ισχυρίστηκε ότι το απρόβλεπτο γεγονός που αντιμετώπισε το Κακουργιοδικείο λόγω της έκτακτης απουσίας ενός εκ των μελών του, μπορούσε να καλυφθεί διά της «σύμφυτης δικαιοδοσίας» του, η οποία έρχεται αρωγός προς διατήρηση της ισχύουσας τάξης πραγμάτων, και προς αντιμετώπιση εκτάκτων και αναπάντεχων προβλημάτων, με αναφορά στην Κορέλλης και την Αντωνίου. Ο έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ, επιτρέποντας την αίτηση, ανέφερε το εξής:

«Η σύμφυτη λοιπόν εξουσία, όπως αναγνωρίζεται και στο πιο πάνω απόσπασμα, όχι μόνο είναι κατάλοιπο και συνεπώς σπανίως και με ιδιαίτερη φειδώ καταφεύγει κάποιος σ’ αυτή, αλλά χρησιμοποιείται και “.. εντός των υφιστάμενων και γνωστών δικαιϊκών αρχών ..”. Όπως εξηγήθηκε στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας – πιο πάνω – με ανασφορά στην Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) (1997) 1 Α.Α.Δ. 724, η σύμφυτη εξουσία δεν διευρύνει ή επεκτείνει την εξουσία ή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά είναι εκείνη που εξυπακούεται από τη φύση της λειτουργίας ενός Δικαστηρίου δικαιοσύνης.

Δεν υπάρχει αρχή στην υπό κρίση περίπτωση που θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ώστε να διασώσει την κατάσταση στη διαπίστωση νομοθετικού κενού. Άλλως, άσκηση εξουσίας από ένα Δικαστή, ακόμη και στην απουσία δύο Δικαστών από το τριμελές Κακουργιοδικείο, θα εντασσόταν στη σύμφυτη εξουσία, αναιρώντας έτσι την ίδια την επιτακτική νομοθετική ανάγκη για τριμελή σύνθεση, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω. Οποιαδήποτε ρωγμή στη νομοθετική ρύθμιση που επιβάλλει τριμελή σύνθεση, ανοίγει νέες, απροσδιόριστες και ασαφείς ατραπούς, με τη χρήση διαφόρων παραμέτρων κατά το δοκούν.»

Εκεί, ακριβώς, και απαραίτητα, προκρίνοντας την αρχή της νομιμότητας ή ότι θα μπορούσε να λεχθεί, στην Αγγλία, “the rule of law”, που προβλέπει τα της σύνθεσης του Δικαστηρίου και ορίζει την τριμελή σύνθεση.

Κάνοντας αυτή τη βόλτα σε κάποια νομολογία (έχοντας παρακάμψει σωρεία άλλων αποφάσεων), καταλήγοντας στην πρόσφατη Μιχαηλίδη ν. Μαυρονικόλα, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2016, ημερομηνίας 07.07.2017:

«Αντίθετα, το άρθρο 52(1) του δικού μας Νόμου καθορίζει ρητά τους λόγους παύσης διαχειριστή.  Η παράγραφος (α) αναφέρεται σε εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα και η παράγραφος (β) σε θάνατο ή ανικανότητα του διαχειριστή. Η νομολογία, όμως, έχει αναγνωρίσει ότι το γεγονός της νομοθετικής ρύθμισης ενός ζητήματος δεν εμποδίζει, per se, την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου.  Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας έχει σχετικά πρόσφατα υιοθετήσει τα λεχθέντα υπό του Sir Jack Jacob (βλ. The Inherent Jurisdiction of the Court [1970] Current Legal Problems (CLP) 23):

the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or by rule of court, so long as it can do so without contravening any statutory provision.”

(Bλ. Al Rawi and Others v. Security Service [2011] UKSC 34, In re Corey [2013] UKSC 76).

Τέτοια είναι εν προκειμένω η περίπτωση.»

Που όμως η Al Rawi συζητήθηκε πιο πάνω. Βλέπουμε, επομένως, ακόμα να ανακυκλώνεται η ίδια προσέγγιση, χωρίς περαιτέρω εμβάθυνση, αφενός στον διαχωρισμό των εννοιών, αφετέρου στη διασαφήνιση των όρων και των περιορισμών. Χωρίς παράλληλη θεωρία, ίσως. Η τριβή της «σύμφυτης εξουσίας» (πιο δόκιμη σήμερα η έννοια) με την αρχή της νομιμότητας και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι το σημερινό πρίσμα θεώρησης. Και είναι συνεχής.

Γιατί όχι…;

Τα απαγορευτικά διατάγματα (injunctions) είναι χώρος όπου τίθεται το ζήτημα της άσκησης σύμφυτης εξουσίας. Ο λόγος, στις περιπτώσεις των διαταγμάτων, για την ανάγκη απόδοσης θεραπειών εντός της δεδομένης πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Με βάση τα όλα τα πιο πάνω, στο ερώτημα, εάν ένας Εναγόμενος ο οποίος δεν έχει ανταπαίτηση, μπορεί να αξιώσει προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα κι αυτό να δοθεί, και η απάντηση θα εξακολουθούσε να είναι «γιατί όχι;».

Νιγηρία

Για να πάμε και σε κάποιες άλλες δικαιοδοσίες κοινού δικαίου όπου απαντήθηκε ευθέως το συγκεκριμένο ζήτημα, έτσι τιθέμενο, ως θέμα άσκησης σύμφυτης εξουσίας, να δούμε τη Νιγηρία, όπου στην Praying Band C & S V Udokwu (1991) 3 NWLR (PT. 182) 719 σελ. 720, λέχθηκε ότι:-

«it is a settled law that a defendant may apply for an injunction before judgment if the application as in this case, is connected with the purpose of the plaintiff’s action or if the relief seeks arises out of the relief sought by the plaintiff… it is only when the relief sought is unconnected with the plaintiff’s case that the defendant is required to file or give notice of his counter-claim first before making his application…»

Σε αυτή την υπόθεση, το Νιγηριανό Εφετείο αποφάσισε ότι ένας Εναγόμενος μπορεί, ακόμα κι αν δεν έχει ανταπαίτηση, να ζητά προσωρινό διάταγμα πριν από την έκδοση απόφασης, εάν η αίτησή του για έκδοση τέτοιου διατάγματος συνδέεται με τον σκοπό της αγωγής του Ενάγοντος ή τη θεραπεία που ζητά ο Ενάγων (άρα ανταπαίτηση χρειάζεται να έχει μόνον όταν η αίτησή του δεν συνδέεται με την απαίτηση του Ενάγοντος), στην προκειμένη περίπτωση με το επίδικο ακίνητο. Στην ίδια υπόθεση, λέχθηκε περαιτέρω ότι:

«Courts in this country have over the years granted interlocutory injunction to the defendants in appropriate cases as outline above. What of the countless of land or property suits where defendants are in occupation? Should a defendant just fold his arms and allow a plaintiff to trespass, disturb, ruin or destroy the place merely because he has no counter-claim before the Court? My answer is never! There is generally no compulsion on the defendant to counter-claim where there is none. The burden is on the plaintiff to prove his claims before the court»

Παρόμοια απόφαση υπήρξε στην Wilfred Prepepimode v. Meikorom (1992) 2 NWLR. Μένοντας στη Νιγηριανή νομολογία, είναι εφικτή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος υπέρ εναγόμενου και στο πλαίσιο του δικαίου της απόδειξης, όταν ο Ενάγων επιχειρεί να προσκομίσει ή να χρησιμοποιήσει μαρτυρία που καλύπτεται από προνόμιο, όπου, εκτός από ένσταση, μπορεί να επιδιωχθεί και απαγορευτικό διάταγμα ανεξαρτήτως ύπαρξης ή όχι ανταπαίτησης από τον Εναγόμενο[20]. Είναι εφικτή και η έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εκκρεμούσης έφεσης[21], μα και η απόρριψη αίτησης του Ενάγοντος για προσωρινό διάταγμα και η αποδοχή της θέσης του Εναγόμενου ότι τέτοιο διάταγμα θα ήταν πιο βλαπτικό για τον Εναγόμενο και της συναφούς αξίωσής του για απόρριψη της αίτησης θεωρείται κι αυτή έκδοση διατάγματος προς όφελος του Εναγόμενου που δεν χρειάζεται να ανταπαιτεί[22], όπως και η αίτηση του Εναγόμενου να ακυρωθεί προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται προς όφελος Ενάγοντος. Σε μια πιο πρόσφατη Νιγηριανή απόφαση, έγινε διαχωρισμός ότι, αυτό που δεν μπορεί να αξιώσει ο Εναγόμενος που δεν έχει ανταπαίτηση είναι δια μονομερούς αίτησής του προσωρινό διάταγμα (interim injunction), αλλά μπορεί να διεκδικήσει απαγορευτικό διάταγμα τύπου “interlocutory injunction”, οπότε και εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του Ενάγοντος, κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου, ώστε να παρεμποδίσει τον Ενάγοντα να συνεχίσει να αναπτύσσει το επίδικο ακίνητο. Εκεί, όμως, κάπου αρχίζει ο γνωστός πόλεμος των εννοιών.

Ινδία

Κάπως διαφορετικά από ότι στη Νιγηριανή προσέγγιση, στην Ινδική Harishchandra Narayan Maurya vs Rajendraprasad Dargahi Varma 1997 (1) BOM CR 28, ερμηνεύοντας το άρθρο 39 του Ινδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (που δεν έχει σχέση με το Κυπριακό άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή με οποιοδήποτε άρθρο του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, είναι αρκετά πιο λεπτομερές το Ινδικό) θεώρησε ότι, εκεί όπου ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά στον Ενάγοντα, κι από τη στιγμή που η συγκεκριμένη πρόνοια δεν περιορίζει τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου (που σύμφωνα και με την προσέγγιση του Supreme Court στην Manohar Lal Chopra v. Rai Bahadur Rao Raja Seth Hiralal 1962 SCR Supl. (1) 450 και στη Padam Sen v. State of Uttar Pradesh  1961 SCR (1) 884 δεν θα ήταν εφικτό ένας νόμος, αυτός ο νόμος, να εξαντλεί την περιπτωσιολογία και να περιορίζει τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου εκεί όπου αυτός δεν προβλέπει, και όπου χρειάζεται να ασκηθούν για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και η άσκησή τους δεν επιφέρει σύγκρουση με τον νόμο ή κατάργηση της βούλησης του νομοθέτη), εννοείται οποιοδήποτε διάδικο μέρος· και ο Εναγόμενος, ο οποίος μπορεί να επιδιώξει όπως απαγορευτεί στον Ενάγοντα από το να πράττει με τρόπο που να αποκλείει στον Εναγόμενο να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την υπόθεσή του. Όπως προστίθεται στην Maurya (ανωτέρω):

«Of course, such power is sparingly used and cannot be claimed as a matter of right but in deserving cases and where it is imminently required, the Court is not powerless and may pass appropriate order of temporary injunction at the instance of defendant in the interest of justice. The Court cannot be mute and silent spectator to the illegal act and exercise of force by the plaintiff in dispossessing the defendant, in the garb of Court’s order of ad-interim injunction and once the Court finds that the plaintiff has taken the law in his own hand and by abusing the process of Court has sought to dispossess the defendant, the Court may not only pass an appropriate order for restoration but also it becomes bounden duty of the Court to ensure that the defendant who has been dispossessed by force is restored back his possession. Such order by the Court may be an exercise of its inherent powers under section 151 of the Code of Civil Procedure or under section 94 of C.P.C. and need not be covered under Clause (b) and (c) of Rule 1, Order 39, of the Code of Civil Procedure. In this background and legal position, the order of the trial Court in my view is expedient and meets the ends of justice. The impugned order is also imminently just and proper warranting no interference by this Court.»

Παρόμοιο θέμα εγέρθηκε στην Ινδική Re Smt.Shakunthalamma w/o Chinnappa v. Smt.Kahthamma, w/o late Bhemanna AIR 2015 Karnataka 13, όπου υπήρχε ίδια προσέγγιση παραπέμποντας σε περαιτέρω νομολογία.

Και η διαφορετική οπτική

Ο λόγος πλέον, όμως, καθαρότερα, όσον αφορά τη δυνατότητα αυτή, όχι μόνον για τις σύμφυτες εξουσίες του δικαστηρίου, αλλά γι’ αυτές σε συνάρτηση και με το δικαίωμα του Εναγόμενου να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, εκ του οποίου προκύπτει ότι δεν μπορεί ο Ενάγων, επειδή είναι Ενάγων, να πράττει οτιδήποτε, εκκρεμούσης της αγωγής, προς βλάβη της υπεράσπισης του Εναγόμενου και των δικαιωμάτων που συνυφαίνονται με την υπεράσπισή του, και ο Εναγόμενος να μην μπορεί να αντιδράσει αξιώνοντας ενδιάμεση προστασία, απλά επειδή δεν έχει αξίωση εναντίον του Ενάγοντος ή και αγώγιμο δικαίωμα (που θα έχει προφανώς μετά από τέτοια βλάβη που δεν αποτρέπεται, διαιωνίζοντας τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων και τότε δημιουργώντας πολλαπλότητα διαδικασιών) και επειδή οι υφιστάμενες δικονομικές διατάξεις δεν προβλέπουν ρητά (χωρίς όμως και να απαγορεύουν) τη δυνατότητά του να αξιώνει τέτοιο διάταγμα.

Ποια η εξέλιξη;

Το ζήτημα των «σύμφυτων εξουσιών» φαίνεται να είναι ανεξάντλητο. Η ανάγκη για συζήτηση, ανάλυση του και για συγκριτική επισκόπηση είναι κάπως διαχρονική, ειδικότερα σε κοινοδικαιικά συστήματα που έχουν εμφανίσει κάπως μεγαλύτερες αποκλίσεις.  Αυτή η αναφορά σαφώς δεν καλύπτει όλο το εύρος.

Πώς διαμορφώνεται, λοιπόν, στη σύγχρονη εποχή η «σύμφυτη δικαιοδοσία» ή «σύμφυτη εξουσία» ως έννοιες ή έννοια; Πώς εκδηλώνεται η «σύμφυτη εξουσία» στις επιμέρους δικαιοδοσίες και ποια είναι τα όριά της; Είναι εφικτό, μέσα από τα όριά της, να εξαχθούν προκλήσεις και ευκαιρίες σε σχέση με αυτήν;  Ποια η εξέλιξη;

————–

[1] Taylor v Attorney General [1975] 2 NZLR 675, 680 (NZCA), Siemer v Solicitor-General [2010] 3 NZLR 767 σελ. [29] (SCNZ), R v Caron [2011] 1 SCR 78 σελ. [24] (SCC), Grobbelaar v News Group Newspapers Ltd [2002] 1 WLR 3024 σελ. 3037 από Lord Bingham of Cornhill, κ.α.

[2] Jacob, I. H. (1970). The Court’s Inherent Jurisdiction. Current Legal Problems, 23, 23-52.

[3] βλ. Και Connelly v DPP [1964] AC 1254, [1964] 2 All ER 401, HL, Bremer Vulkan Schiffbau und Maschinenfabrik v South India Shipping Corpn [1981] AC 909 at 977, [1981] 1 All ER 289 at 295.

[4] Βλ. και Batistatos v Roads and Traffic Authority (NSW)(2006) 26 CLR 256, 263.

[5] Lacey, W. (2003). Inherent Jurisdiction, judicial power and implied guarantees under Chapter III of the Constitution. Federal Law Review, 31, 57-86.

[6] Lamer, F. (2012). The Rule of Law and the Perils of Judicial Discretion. SCLR, 56,  135.

[7] Βλ. και Kourris v. The Supreme Council of Judicature (1972) 3 Α.Α.Δ. 390.

[8] Βλ. και Section 40(1), Constitutional Reform Act 2005 (UK) ή στη Νέα Ζηλανδία πάλι στην Saxmere Company Ltd v Wool Board Disestablishment Company Ltd [2010 1 NZLR 35, [1] (NZSC) και στον Καναδά στην Addy v Canada (1985) 22 DLR (4th) 52 σελ. [25] (FC (Trial Div)), με παραπομπή στο 3 Blackstone’s Commentaries (1768), vol 3, 43-46.

[9] Charles, W. H. (2010). Inherent jurisdiction and its Application by Nova Scotia Courts: Metaphysical, Historical or Pragmatic? Dalhousie Q, 33, 63.

[10] Yihan, G. (2011). The Inherent Jurisdiction and Inherent Powers of the Singapore Courts, Singapore Journal of Legal Studies, 178, 188.

[11] Βλ. και R v Norwich Crown Court [1992] 1 WLR 54 (QB).

[12] Dockray, M. S. (1997). The inherent jurisdiction to regulate civil proceedings. Law Quarterly Review, 113, 120.

[13] Charles, W. H. (2010) (ανωτέρω).

[14] Farley, J. (2007). Minimize codification by expanding use of inherent jurisdiction. Lawyers Weekly, 27, 13.

[15] Pinsler, J. (2002). Inherent Jurisdiction Re-Visited: An Expanding Doctrine. Singapore Academy of Law Journal, 14, 1-17.

[16] Joseph, R. (2005). Inherent Jurisdiction and Inherent Powers in New Zealand. Canterbury Law Review, 11, 220.

[17] Ferrere, M. R. (2013). The inherent jurisdiction and its limits. Otago Law Review, 13, 107-144.

[18] Dicey, A. V. (1959). Introduction to the Study of the Law of the Constitution. London: Macmillan.

[19] Allison, J. (2007). The English Historical Constitution. Cambridge: Cambridge University Press.

[20] Moronu v. Ben (1996) NWLR.

[21] Halilu Akilu v. Fawehemini (1996) 5NWLR (PT 258) 276.

[22] Savage v. Akinrinade (1964)LLR 238.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.