Λογιστικές δίκες και δικαστικός χρόνος

Υπάρχει μια χρήσιμη πρόνοια στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, της οποίας, συνήθως, δεν γίνεται χρήση. Το άρθρο 36 του Ν. 14/60, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο «εξουσίαι των δικαστηρίων», και τιτλοφορείται ως «παραπομπή προς εκδίκασιν» δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, εάν το αμφισβητούμενο ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει σε ζητήματα λογαριασμών, σε οποιονδήποτε χρόνο,  να διατάξει όπως η όλη διαφoρά ή θέμα, ή οποιοδήπoτε ζήτημα σχετικό με αυτά ή αμφισβητoύμεvo πραγματικό γεγoνός, δικαστεί ενώπιoν ειδικoύ ή απλoύ διαιτητή που συμφωνούν για τον σκοπό αυτό οι διάδικοι ή, σε περίπτωση ασυμφωνίας αυτών (ως προς τον διαιτητή), σε τέτοιο διαιτητή που ορίζεται από το δικαστήριο ή ενώπιoν επισήμoυ διαιτητή ή υπαλλήλoυ τoυ δικαστηρίoυ. Εάν, κατά τη διαδικασία, συμπεριφoρά ειδικoύ διαιτητή ή διαιτητή δεν είναι η πρέπoυσα ή αυτός κακοδικεί, τo δικαστήριo μπορεί να τον παύσει και περαιτέρω να ακυρώσει τη διαιτητική του απόφαση που προέκυψε απρεπώς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, το άρθρο 36 προβλέπει τη δυνατότητα παραπομπής προς εκδίκαση σε «διαιτητή» διαζευκτικά στις εξής περιπτώσεις:

(α) Εάν όλοι οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι, που δεν διατελούν υπό ανικανότητα, συναινούν, ή

(β) (αδιάφορα από το εάν συναινούν) εάν η διαφoρά ή άλλη διαδικασία απαιτεί μακρά εξέταση εγγράφων ή oιαδήπoτε επιστημoνική ή επιτόπια έρευvα, που δεv δύvαται κατά τη γνώμη τoυ δικαστηρίoυ καταλλήλως vα γίνει εvώπιov τoυ δικαστηρίoυ ή να διενεργηθεί υπ’ αυτoύ, διά των άλλων τακτικών υπαλλήλων, ή

(γ) (αδιάφορα από το εάν συναινούν) εάν τo αμφισβητoύμενo ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει εκ ζητημάτων λoγαριασμών,

και ότι στις περιπτώσεις όπου το αμφισβητούμενο ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει εκ ζητημάτων λογαριασμών ούτε η συναίνεση των μερών προϋποτίθεται για την παραπομπή, ούτε το να μπει στη διαδικασία να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν μπορεί ή δεν μπορεί κατάλληλα να γίνει ενώπιον του η διαδικασία με παρουσίαση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, όπως στην περίπτωση (β). Ο νομοθέτης θεώρησε, μάλλον, τα ζητήματα εκ λογαριασμών πεδίο που ευκολότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ακατάλληλο για δικαστική διαδικασία, αντίστοιχα διευκολύνοντας και τη δυνατότητα παραπομπής προς εκδίκαση σε διαιτητή.

Με τη χρήση τέτοιας δυνατότητας, η οποία στην πράξη θα μπορούσε να αναπτυχθεί περαιτέρω, μπορεί να αποφεύγεται το φαινόμενο της διεξαγωγής «λογιστικών δικών», ενώπιον δικαστηρίων, ιδίως σε υποθέσεις τραπεζικών διαφορών, σημαντικός αριθμός των οποίων υπάρχει ενώπιον των Δικαστηρίων, όπου αμφισβητείται το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων. Είναι ένα φαινόμενο που κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια, όταν οργανώθηκε και συστηματοποιήθηκε και ο τρόπος υπεράσπισης των δανειοληπτών, όχι πάντα με τόσο ορθόδοξα κίνητρα, να διεξάγονται τέτοιες «λογιστικές δίκες».

Ο λόγος για ολόκληρες δικασίμους κατά τις οποίες στέκεται στο εδώλιο και αντεξετάζεται μάρτυρας για μία προς μία τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο όπως αποτυπώνονται σε ογκωδέστατες καταστάσεις λογαριασμών εκατοντάδων σελίδων (ειδικότερα τρεχούμενων λογαριασμών), από την αρχή της λειτουργίας τους (γιατί κάπου υπάρχει ένα ιστορικό μπέρδεμα και με το δόγμα “account stated” που επιδεινώνει την κατάσταση, για το οποίο θα γίνει αναφορά κάποια στιγμή), χρόνια πριν, και μάλιστα το όλο ζήτημα εξαρτάται και από τη μαρτυρία του. Πολύτιμος δικαστικός χρόνος για να γίνει αυτού του είδους η διαδικασία διαπίστωσης της νομιμότητας των καταχωρίσεων σε λογαριασμό που αδιαμφισβήτητα υφίσταται, σε συνάρτηση με τις συμφωνίες, σε δίκη. Πενήντα πέντε λεπτά δίκη, λόγου χάριν, για €0,50, τα οποία θυμήθηκε ξαφνικά ο οφειλέτης να αμφισβητήσει 23 χρόνια μετά τη σχετική καταχώριση των €0,50 στον τραπεζικό λογαριασμό, στη βάση μιας γενικά δικογραφημένης υπεράσπισης υπερχρεώσεων ή παράνομων χρεώσεων, η οποία αφέθηκε να προωθηθεί έτσι και να αρχίσει και ακροαματική διαδικασία έτσι, ουσιαστικά χωρίς συγκεκριμενοποιημένα τα επίδικα θέματα (χρήσιμη και η Δ. 19, κ. 27 μάλλον). Άλλα τόσα λεπτά για τα €2,00 για τα €50,00 και ούτως καθεξής.

Τέτοια διαδικασία, λογιστικής δίκης, τέτοιος δικονομικός βασανισμός μα μάλλον και βασανισμός ανθρώπου δια της υποβολής του σε τέτοια διαδικασία απόδειξης, θα μπορούσε (και θαρρώ θα έπρεπε) να αποφεύγεται. Είτε να γίνεται κάπου «αλλού» (διαιτητικά, με την έννοια του άρθρου 36, χωρίς να τρομάζει η διαδικασία, θα’ ναι σαφώς αρκετά καταλληλότερη και κατ’ επέκταση καλύτερη, εφόσον θα γίνεται σε κατάλληλο χώρο και με κατάλληλα μέσα, τεχνολογικά προφανώς), είτε απλά να καθορίζεται εξ αρχής με τέτοιο τρόπο η διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας (δίνει τη δυνατότητα η Δ. 33), ώστε να αποφασίζεται πρώτα από το Δικαστήριο το είδος των εξόδων που δεν τυγχάνουν αποδοχής με βάση τις συμφωνίες, και το επιτόκιο, και ακολούθως να γίνεται η ανάλογη λογιστική αναπροσαρμογή του χρέους, με βάση τα ευρήματα.

Αποφεύγεται, αν μη τι άλλο, και ο εκ των προτέρων εξαναγκασμός του πιστωτή σε «ανακατασκευή» και αφαίρεση όλων των εξόδων, ακόμα κι αυτών για τα οποία έχει δικαίωμα. Αλλά κι ο κίνδυνος, σε περίπτωση που δεν αποδεχθεί το Δικαστήριο, για οποιονδήποτε λόγο, συγκεκριμένη χρέωση (π.χ. €0,50 το 1998), επειδή το Δικαστήριο θεωρεί ότι σπάζει η λογιστική συνέχεια στον λογαριασμό (εφόσον όλες οι επόμενες χρεώσεις έχουν συνυπολογίσει αυτά τα €0,50), να μην επιδικάσει κι οποιοδήποτε ποσό προς όφελος του ενάγοντος πιστωτή· αντιφατικά και προς εύρημά του ή και την παραδοχή ότι υπάρχει ένα χρέος βάσει της συγκεκριμένης σύμβασης· επειδή δεν μπορεί να υπολογίσει με λογιστική ακρίβεια το χρεωστικό υπόλοιπο αφαιρουμένων οποιωνδήποτε χρεώσεων, βασικά ως ζημιά, αλλά ούτε και να επιδικάσει «χονδρικά» ένα ποσό. Πόσο δύσκολο θα’ ναι μετά να εξηγήσει, κανείς, στον μέσο άνθρωπο, πως δικαιοσύνη υπάρχει, αλλά έπρεπε να απορριφθεί μια αγωγή για χρέος που υφίσταται και να μην επιδικαστεί προς όφελός του οποιοδήποτε ποσό.

Οι αδυναμίες των ανοιχτών «λογιστικών δικών», ουσιαστικά λόγω μη χρησιμοποίησης των διαθέσιμων δικονομικών ή διαδικαστικών εργαλείων, και δη έγκαιρα, δεν αποκλείεται να τύχουν εκμετάλλευσης από οφειλέτες οι οποίοι είτε δεν ανήκουν σε κάποια ιδανική κατηγορία έντιμων οφειλετών με οικονομική δυσκολία που θα πρέπει να βοηθηθούν με οποιονδήποτε τρόπο είτε παρασύρονται από τους φιλόδοξους δικηγόρους τους να επιθυμούν να αποφύγουν μια και καλή το χρέος που δημιούργησαν γενικά (θεωρώντας ότι μέσω του δικαστηρίου έχουν την πολύτιμη ευκαιρία να το πράξουν), αφού πρώτα αναλώσουν και μερικά δικαστικά χρόνια και δημιουργήσουν αρκετά δικαστικά έξοδα. Αναπόφευκτα, επιβαρύνοντας και τον δικαστικό χρόνο. Τέτοια φαινόμενα, που αντανακλούν τέτοιες όχι τόσο υγιείς νοοτροπίες ή απλά συνήθειες, θα ήταν καλό, φυσικά, κάποια στιγμή, να μπορούσαν να εκλείψουν. Τόσο απλά. Και πόσο πιο ανάλαφρος θα’ ταν άραγε ο δικαστικός χρόνος, εάν όλοι κάναμε τη δουλειά μας κάπως πιο σωστά…

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.