Προσωπικά δεδομένα και δικαιοδοτική λειτουργία των δικαστηρίων: ένας ανοιχτός διάλογος

Ακόμα ένα θέμα σχετικά με την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων) στον χώρο της δικαιοσύνης, σε σχέση με το οποίο οι απόψεις δεν ταυτίζονται απόλυτα, αφορά στο κατά πόσον ο Κανονισμός εφαρμόζεται και όσον αφορά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, κι αν ναι, πρακτικά πώς και σε ποια έκταση.

Όπως επισημάνθηκε εύστοχα, μεταξύ άλλων, και από τον καθηγητή Philippe Jougleux, το άρθρο 2 του Κανονισμού, που καθορίζει το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού δεν εξαιρεί τη δικαιοδοτική λειτουργία των Δικαστηρίων, που σημαίνει ότι, καταρχήν εφαρμόζεται και εκεί, νοουμένου ότι η δικαιοδοτική λειτουργία των Δικαστηρίων δεν εμπίπτει σε κάποια από τις λοιπές περιπτώσεις εξαίρεσης. Από την άλλη, το άρθρο 9 του Κανονισμού, που στην περίπτωση (στ) αναφέρεται στην επεξεργασία που είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα, είναι ένα άρθρο που αφορά σε ειδική κατηγορία δεδομένων (πρώην ευαίσθητα) και όχι γενικά στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Το ότι επιτρέπεται η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών προσωπικών δεδομένων του άρθρου 9 όταν τα δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοτική τους λειτουργία και το ότι δεν έχουν αρμοδιότητα οι εποπτικές αρχές να ελέγχουν πράξεις επεξεργασίας οι οποίες διενεργούνται από δικαστήρια στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας, για σκοπούς διασφάλισης της δικαστικής ανεξαρτησίας (άρθρο 55 § 3 / εισαγωγική σκέψη 20), δεν συνιστούν βάσεις εξαγωγής συμπεράσματος ότι δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός όταν τα δικαστήρια ασκούν δικαιοδοτική λειτουργία, αλλά ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή εφαρμόζεται, εκτός όπου ενεργοποιείται το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2016/680/ΕΕ. Συνεπώς, το να θεωρείται, η δικαιοδοτική λειτουργία των δικαστηρίων, πεδίο μη εφαρμογής του Κανονισμού είναι, κατά τον καθηγητή Jougleux μία λανθασμένη προσέγγιση, θέση την οποία ενστερνίζεται η καθηγήτρια Λίλιαν Μήτρου. Από την άλλη, όπως εξίσου εύστοχα επισημαίνει ο νομικός Βασίλης Σωτηρόπουλος, η εξαίρεση του άρθρου 2 του Κανονισμού που αναφέρεται στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης εμπερικλείει και τη δικαιοδοτική δραστηριότητα των δικαστηρίων, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (εμπίπτει; ).

Αυτό που προκύπτει πάντως από την ενδιαφέρουσα διχογνωμία, είναι πως τελικά δεν είναι μόνο Κυπριακό το «σόφισμα» της αντίληψης ότι κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους τα δικαστήρια μπορούν να πράττουν ό,τι θέλουν χωρίς περιορισμούς σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα. Κάτι που, αν μη τι άλλο, σημαίνει ότι χρειάζεται ακόμα ανάλυση, γιατί δεν είναι τόσο απλό όσο στη θεωρία του. Ο λόγος πια όχι για τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων (εκεί τελειώνει η δικαιοδοσία), αλλά για τη διάρκεια μιας (δημόσιας κι αντιπαραθετικής) δίκης. Το από μέρους μου ερώτημα, όμως, ήταν και είναι, με δεδομένο ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός και κατά τη δικαιοδοτική λειτουργία των δικαστηρίων, πώς, πρακτικά, μπορούν να τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του Κανονισμού, έστω η απλή προσοχή στο «τόσα όσα», έχοντας συνηθίσει τη δίκη να είναι ένα… πιο ελεύθερο κι ανοιχτό πλαίσιο, όπου, μέσα στην όλη προφορικότητά της, όλα λέγονται αφιλτράριστα, κι όλα επιτρέπονται με σκοπό τη διάγνωση (άρα την αποκάλυψη) της αλήθειας. Όπου, πέρα από τους δικονομικούς περιορισμούς και τους δεοντολογικούς κανόνες (που κι αυτοί ίσως θεωρούνται ότι εξυπηρετούν το ίδιο ή το παρεμφερές), περιορισμούς ουσίας ή περιεχομένου, με αναφορά είτε στα προσωπικά δεδομένα είτε και στην προστασία της τιμής του ατόμου (όπου επίσης βλέπουμε «ασυλίες» που σήμερα μπορεί να δημιουργούν συλλογισμούς περί αναγκαιότητας ή αναλογικότητας), στον βαθμό που επιδρούν άμεσα ή έμμεσα στην ανάγκη διαπίστωσης της αλήθειας, δυσκολότερα τυγχάνουν αποδοχής. Και πώς να τοποθετηθεί ένα αψεγάδιαστο φίλτρο στη μέση μιας δικαστικής αίθουσας και να διαχωρίζει τι επιδρά στην αλήθεια τώρα και τι όχι.

Έπειτα, είναι κι οι δίκες όπου εισβάλλει περισσότερο πάθος κι η αντιπαράθεση είναι στα «κόκκινα», όπου εκεί μπορεί να ξεχνιούνται κι οι στοιχειώδεις κανόνες ευγένειας, μπροστά στην ανάγκη λ.χ. να πληγεί η αξιοπιστία του μάρτυρα, να αναγκαστεί να πει την «αλήθεια», κ.λπ.. Εύκολα διερωτάται, κανείς: ποια προσωπικά δεδομένα; Φανταστείτε, ας πούμε, μια δίκη… οικογενειακού δικαίου (ό,τι να’ναι, γονική μέριμνα, διατροφή, περιουσιακές διαφορές, διαζύγιο, κ.λπ.), και να πρέπει να χωρέσει μέσα σε αυτήν προστασία προσωπικών δεδομένων. Φανταστείτε μια δίκη η οποία να καταπιάνεται ακριβώς με προσωπικά δεδομένα, που είναι όλη της προσωπικά δεδομένα. Αυτή η «δίκη», η ζωντανή (όπου ακόμα εμφανίζονται δικηγόροι που μένουν αξύριστοι, φωνάζουν αγριεμένοι και θεατρινίζουν), έχει βαθιές ρίζες, ώστε να μην μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, να θεωρηθεί ως μια περισσότερο τυποποιημένη διαδικασία επίλυσης διαφορών, με έλεγχο των πληροφοριών που διακινούνται σ’ αυτήν, και τέτοια… λεπτότητα, κάτι που μπορεί να φαντάζει πιο κατορθωτό σε δικαστικές διαδικασίες που κυρίως διεξάγονται γραπτώς ή σε συγκεκριμένων ειδών δίκες, πιο «άψυχες». Η δυσκολία, επομένως, είναι εκεί όπου δικάζεται ευθέως η ανθρώπινη συμπεριφορά και ίσως δεν διαχωρίζεται ακόμα (ως πρέπει) αυτό το αντικείμενο της δίκης από τον ίδιο τον άνθρωπο που υπόκειται ή εμπλέκεται στη δίκη. Κάπως έτσι, εξίσου δύσκολη είναι ίσως κι η αντίληψη του, κατά τα λοιπά απλοϊκού, ότι άλλο είναι να υποβάλει ο δικηγόρος στον μάρτυρα ότι λέει ψέματα κι άλλο να του υποβάλει ότι είναι ψεύτης, ώστε ακόμα να βλέπουμε το δεύτερο.

Οι συνειρμοί είναι ακόμα περισσότεροι, όχι τόσο με σημείο αναφοράς τα προσωπικά δεδομένα σκέτα, αλλά (με αφορμή τα προσωπικά δεδομένα) το πώς διαμορφώνεται πλέον ή τείνει να διαμορφωθεί η δίκη ως χώρος ενεργειών που έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο, ώστε παράλληλος άξονας να είναι κι η προστασία του όποιου ατόμου συμμετέχει εμμέσως ή αμέσως σε δίκη (τιμή/φήμη, ιδιωτικότητα, κ.λπ.), αλλά χωρίς βλάβη της δυνατότητας διάγνωσης της αλήθειας και της απονομής της δικαιοσύνης. Η συνύπαρξη και συσχέτιση και επικοινωνία αυτών των δύο πόλων δεν είναι απλή, ειδικότερα μέσα στο αντιπαραθετικό σύστημα. Υπάρχουν σημεία τριβής που δεν έχουμε δει ακόμα ή που δεν έχουν μελετηθεί ειδικότερα (αν και πιθανότατα δεν εκφράζουν άγνωστο δίκαιο), τι υποχωρεί, τι μένει, πόσο, πώς. Η ίδια κάπως πιο σύγχρονη έννοια των δικονομικών δικαιωμάτων, που ίσως να περιέχει ή να μπορεί να περιλάβει ό,τι λέμε, χρειάζεται ακόμα λάξευμα και εξέλιξη. Κάπου μέσα σ’ αυτή ίσως να χωρούν και να νοηματοδοτούνται όλα τα επιμέρους δικαιώματα/ατομικά δικαιώματα, όταν αυτά εκφράζονται ή ασκούνται σε δικαιοδοτικό πλαίσιο. Ίσως να λέμε κάποτε για τα «δικονομικά δικαιώματα», διαχωρίζοντας σε διαδικαστικά και σε ουσιαστικά δικονομικά δικαιώματα, και να’ ναι τόσο παγιωμένα τα πράγματα (μεταξύ αυτών και τα προσωπικά δεδομένα), ώστε να απορούμε αύριο για το σημερινό ανέφικτο.

Απαντώντας σε αυτές τις σκέψεις, ο καθηγητής Jougleux, επεσήμανε τα εξής (στα αγγλικά):

«Please excuse me, I will use English to answer because it’s faster for me. So, I agree it’s complicated. Very complicate even. However, I would disagree with a simplistic approach who would just say “it’s too complicate, let’s reject the application of the GDPR in its totality” because it would be, simply put, a contra legem interpretation of the law. If we focus on Cypriot law, some information can be gained from 2 sources: Article 4 (3) and (4) of Cap.148 about the judge’s liability and the Article 20 (e) of Cap.148 about defamation that states that freedom of expression in court prevails on defamation rules. We also know from GDPR itself that articles related to the supervision of the independent authority can’t apply (separation of powers), that GDPR does not apply to criminal procedures, and that the prohibition of sensitive data processing on article 9 does not apply to judicial activities… 


What to conclude? I would personally distinguish the oral debates from the written process, and the written process from the publication of the decision later. For me, the oral debates do not form a processing activity in the sense of the GDPR and therefore are out of the discussion. This way, freedom of expression is protected. However, the use of the oral debates in the decision would be accordingly subject to a “filter” by the judge, according to the principle of minimization. For instance, in a labour law case related to sexual harassment, the judge – in his/her decision, does not need to make reference to all the sexually connoted description of the plaintiff by the defendant (personal data) but could keep a summarized version which could be enough to justify his/her decision.»

Η προφορική διαδικασία, επομένως, κατά τον καθηγητή, δεν συνιστά πράξη επεξεργασίας, με βάση τον Κανονισμό, οπότε εκεί υπερτερεί η ελευθερία της έκφρασης ως και στα άρθρα 4 §§ 3, 4 και 20(ε) του Κεφ. 148, επομένως θα μπορούσε να διαχωριστεί από τη γραπτή διαδικασία, όπου εκεί θα πρέπει να μπαίνει το φίλτρο από τον Δικαστή και να εφαρμόζεται η αρχή της ελαχιστοποίησης. Ειδικότερα τα άρθρα αυτά του Κεφ. 148 προνοούν ότι:

«(3) Καμιά αγωγή δεv εγείρεται εvαvτίov Δικαστή τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ της Δημoκρατίας, oύτε εvαvτίov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ vόμιμα εκτέλει τα καθήκovτα Δικαστή τέτoιoυ Δικαστηρίoυ, σε σχέση με αστικό αδίκημα πoυ διαπράχτηκε από αυτό υπό τη δικαστική τoυ ιδιότητα.

(4) Καμιά αγωγή δεv εγείρεται εvαvτίov Δικαστή oπoιoυδήπoτε Δικαστηρίoυ στη Δημoκρατία, άλλoυ από τo Αvώτατo Δικαστήριo, oύτε εvαvτίov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ vόμιμα εκτελεί τα καθήκovτα Δικαστή τέτoιoυ Δικαστηρίoυ, oύτε εvαvτίov επίσημoυ παραλήπτη, oύτε εvαvτίov μέλoυς στρατoδικείoυ, oύτε εvαvτίov διαιτητή, oύτε εvαvτίov άλλoυ δικαστικoύ λειτoυργoύ, σε σχέση με αστικό αδίκημα πoυ διαπράχτηκε από αυτόv υπό τη δικαστική τoυ ιδιότητα, αv η πράξη πoυ πρoκάλεσε τo αστικό αδίκημα τελέστηκε εvτός της δικαιoδoσίας τoυ.»

και

«Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι απόλυτα πρovoμιoύχα στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή:

(ε) αv τo δημoσίευμα δημoσιεύεται σε κάπoια δικαστική διαδικασία από τo πρόσωπo πoυ μετέχει της διαδικασίας αυτής ως δικαστής, δικηγόρoς, μάρτυρας ή διάδικoς͘»

Είναι επομένως η πρόνοια για τη δικαστική ασυλία όσον φορά τα αστικά αδικήματα και η θέση προνομίου σε σχέση με δυσφημιστικό δημοσίευμα στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας.

Απαντώντας σε αυτό τον προτεινόμενο επίλογο, επισημάνθηκαν, από μέρους μου,  απαντητικά, τα εξής (στα αγγλικά):

«It seems that you are trying (through your useful conclusion) to build a bridge between the different perspectives or standing of views. I am not sure at all that we could justify such dissociation between the oral judicial process and written judicial process, even though we agree that in written judicial process theoretically is easier to talk about personal data and that issuing texts is a kind of processing activity in the meaning of GDPR, but not the oral debate. They are all judicial process anyway, and the one is not more privileged than the other, at least as concerns the defamation rules/freedom of expression. Hence, the oral judicial process is always transformed to a written process by keeping the minutes of the trial, so we have processing activity in terms of GDPR. The subjective question is, independently from the dissociation between oral and written process, why we cannot accept the same privilege in relation to GDPR as in defamation rules for (oral/written) the pending judicial proceedings and until the issuance of the judgment? By not accepting the same for GDPR, does it mean that we tend to change our standing of view also as concerns defamation rules/freedom of expression there? Does it mean that we are entering a judicial era where the person who participates in the justice system, directly or indirectly, is more “respected”, or such “respect” remains a paradox for the purposes of a trial and the justice generally? Indeed, this is not simplistic

Θέτοντας το ερώτημα, βασικά, πώς δικαιολογείται ο διαχωρισμός μιας δικαστικής διαδικασίας σε προφορική και γραπτή, ενώ πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για δικαστική διαδικασία κι ενώ και η προφορική διαδικασία μετατρέπεται σε γραπτή με τη στενογράφηση ή στενοτύπηση του προφορικού λόγου και την παραγωγή πρακτικών της δίκης. Δεν θα καταχωρεί η στενογράφος ή στενοτυπίστρια δεδομένα που κατά τη δική της κρίση συνιστούν προσωπικά δεδομένα ή το δικαστήριο θα της δίνει από την έδρα οδηγίες σχετικά με το τι να καταχωρεί στα πρακτικά από τη ζωντανή δίκη; Το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ίδια «ασυλία» ή «προνόμια» όσον αφορά τον Κανονισμό, την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά τη δίκη, όπως αυτά που υφίστανται στις νομοθετικές πρόνοιες του Κεφ. 148, ασχέτως εάν πρόκειται για προφορική ή γραπτή δίκη. Δεχόμενοι ότι, στην περίπτωση των προσωπικών δεδομένων, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τη δυσφήμιση, δεν υπάρχουν προνόμια κατά τη δίκη, αλλά και ο δικαστή μπορεί να έχει ασυλία από αστικά αδικήματα αλλά όχι ως προς την επεξεργασία που διενεργεί, σημαίνει ότι εισερχόμαστε σε μια δικαστική εποχή όπου μεταβάλλουμε τελικά και την όλη θεώρησή μας σε σχέση με τον σεβασμό στον άνθρωπο που συμμετέχει (αμέσως ή εμμέσως) στη δίκη, ή τέτοιος «σεβασμός» παραμένει ένα παράδοξο για την επίτευξη των σκοπών μιας δίκης και για την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα. Και, όντως, καθόλου απλοϊκή είναι η προσέγγιση.

Πρακτικά, όντως, πώς είναι δυνατόν να μην μπορεί να διαπραχθεί δυσφήμιση κατά τη δίκη, επειδή ό,τι λέγεται είναι σε πλαίσιο δίκης, αλλά να μπορεί, στο ίδιο αυτό πλαίσιο, να διαπραχθεί παράβαση των αρχών που διέπουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η ιδιωτικότητα του ατόμου ταξινομείται με κάποιο τρόπο ως υπέρτερο αγαθό της τιμής/φήμης του, κι ενώ μπορεί να υποχωρεί η προστασία της δεύτερης, χάριν δίκης, δεν μπορεί η πρώτη; Μα ο ίδιος φορέας και το ίδιο σημείο αφοράς δεν είναι, σε κάθε περίπτωση;

Ας μείνει αυτός ο διάλογος ανοιχτός.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.