Ελευθερία της έκφρασης και καταφρόνηση του δικαστηρίου

Στη Słomka v. Poland (αίτηση αρ. 68924/12), η οποία εκδόθηκε χθες, το ΕΔΔΑ αποφάσισε για ακόμα μια φορά επί θέματος καταφρόνησης του δικαστηρίου. Κατ’ ακρίβεια, μεταξύ άλλων, επί της δύσκολης ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας έκφρασης αφενός και της ανάγκης «διατήρησης του κύρους και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης» αφετέρου, η οποία προβλέπεται ως δυνατός περιορισμός του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Να λοιπόν μια αφορμή να συζητηθεί ξανά το θέμα αυτό.

Στη Słomka, όταν το Δικαστήριο ετοιμάζονταν να απαγγείλει απόφαση σε δίκη τριών υψηλόβαθμων μελών του Στρατιωτικού Συμβουλίου Εθνικής Σωτηρίας, που είχε επιβάλει πολεμικό νόμο το 1981, ο προσφεύγων, πρώην ακτιβιστής που είχε φυλακιστεί από κουμμουνιστικές δυνάμεις στο παρελθόν, πετάχτηκε πίσω από την έδρα όπου μόλις παρακάθισε η τριμελής σύνθεση του Δικαστηρίου, και φώναξε «αυτό είναι απομίμηση της δικαιοσύνης!». Παρόμοια συνθήματα ξεστόμιζαν κι άλλοι από το παρευρισκόμενο κοινό, προφανώς γιατί ήταν μια δίκη με έντονη πολιτική χροιά. Οι δικαστές αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, να επανέλθει η τάξη, και να συνεχίσουν μετά, σε διπλανή αίθουσα. Ο προσφεύγων, που είχε επίσης απομακρυνθεί, είχε βρει τρόπο να επιστρέψει και να συνεχίσει να φωνάζει. Στον προσφεύγοντα επιβλήθηκε ποινή 14ήμερης φυλάκισης για καταφρόνηση του Δικαστηρίου, σε μια διαδικασία που διεξήχθη αργότερα, ερήμην του. Ο προσφεύγων συνελήφθη κάποιες ημέρες μετά και μεταφέρθηκε για να εκτίσει την ποινή του. Η προσφυγή του ήταν και για παράβαση, πολλαπλώς, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ένεκα και του τρόπου που διεξήχθη η διαδικασία για καταφρόνηση, αλλά και για παράβαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης). Το ΕΔΔΑ κατέληξε σε διαπίστωση παράβασης και του άρθρου 10, ουσιαστικά δια και της διαπίστωσης των προφανών παραβάσεων του άρθρου 6.

Στη ζυγαριά της Słomka κρίθηκε ότι ο σχολιασμός του προσφεύγοντος εντός του Δικαστηρίου, επειδή δεν χρησιμοποιήθηκε προσβλητικός και μειωτικός λόγος από μέρους του, θα μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αυτός εκφράστηκε, να θεωρηθεί πρόκληση και κριτική για διάφορες πτυχές του τρόπου οργάνωσης και διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας, να τύχει άλλου χειρισμού. Ο προσφεύγων δεν είχε, εξάλλου, επιτεθεί προσωπικά στους συγκεκριμένους δικαστές, για κάποιον λόγο, αλλά τη δεδομένη στιγμή είχε μπροστά του φορείς ενός θεσμού οι αποφάσεις του οποίου, κατά την κρίση του προσφεύγοντος, υποβιβάζουν την πραγματική έννοια της δικαιοσύνης.

Το ΕΔΔΑ, διατυπώνοντας ξανά, στη βάση των γνωστών αρχών, ότι τα Δικαστήρια δεν μένουν «απυρόβλητα» στην κριτική, αλλά επιδέχονται ακόμα και σκληρή κριτική, διαχώρισε τις περιπτώσεις όπου ο λόγος είναι προσβλητικός για το Δικαστήριο και τα μέλη του, όπου εκεί όντως χρειάζεται να επιβληθεί ο περιορισμός για τη διατήρηση του κύρους της δικαιοσύνης, και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου είναι ή θα μπορούσε να είναι απλά κριτικός. Παρόλο που η καταδίκη του προσφεύγοντος ήταν νόμιμη και εξυπηρετούσε έναν νόμιμο σκοπό, σκάλωσε στην τρίτη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας· δεν ήταν δηλαδή αναγκαία μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Σε εκείνο το ίδιο σκαλοπάτι μπορούν ευκολότερα να σκοντάφτουν προσπάθειες τιμώρησης αυτού του είδους καταφρόνησης σήμερα, της ενώπιον του Δικαστηρίου διαπραττόμενης, στιγμιαίας συχνότερα, (κριτικής) ασέβειας.

Η Słomka εντάσσεται σε ένα κεφάλαιο της νομολογίας του ΕΔΔΑ, όπου επίσης βρίσκεται και η Kyprianou v. Cyprus (αίτηση αρ. 73797/01). Το ΕΔΔΑ, όμως, δεν αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις «καταφρόνησης» το ίδιο. Ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ, ιστορικά, έχει συγκρατήσει καταδίκες για τέτοια καταφρόνηση του δικαστηρίου, αναγκάζοντας την καταφρόνηση του δικαστηρίου να προσεγγίζεται ως περιορισμός, άρα και περιορισμένα, είναι γεγονός· όμως, όχι μόνο δεν την έχει εξουδετερώσει, μα και η σημερινή έξαρση φαινομένων γενικότερης πρόταξης της ελευθερίας της έκφρασης για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους η ίδια προστατεύεται, όχι μόνον όσον αφορά τη δικαιοσύνη (ρητορική μίσους, πορνογραφία, κ.λπ.), έχει οδηγήσει τον φιλελεύθερο κόσμο να συζητά λίγο καλύτερα και τα όρια.

Το άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ προνοεί, σε σχέση με τα όρια, ότι:

«Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»

Το άρθρο 19 § 3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει, ομοίως, ότι:

«Η ενάσκησις των δικαιωμάτων, περί ων η πρώτη και δευτέρα παράγραφος του παρόντος άρθρου, δύναται να υποβληθή εις διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινάς προδιαγεγραμμένους υπό του νόμου και αναγκαίους μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»

Για να μιλήσουμε, όμως, για τα όρια, θα πρέπει να έχουμε και μια κοινή ή έστω παραπλήσια αντίληψη, σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους μπορεί να τυγχάνει προστασίας η ελευθερία της έκφρασης. Γιατί πρέπει να προστατεύεται η ελεύθερη έκφραση, ο ελεύθερος λόγος; Γνωρίζοντας αυτούς τους λόγους, είναι ευκολότερο να γνωρίζουμε και τους αντίστοιχους λόγους για τους οποίους αυτή η ελευθερία μπορεί να περιοριστεί. Μια ομάδα τέτοιων λόγων βασίζεται στην προσέγγιση του John Stuart Mill σε σχέση με την αλήθεια ως θεμελιώδες καλό, η οποία μπορεί να προκύψει μόνον κατόπιν ανοιχτής συζήτησης των γεγονότων και των απόψεων, υποστηρίζοντας ότι η ελεύθερη συζήτηση οδηγεί αναγκαστικά στην εύρεση της αλήθειας, κατά συνέπεια σε καλύτερες ατομικές και κοινωνικές αποφάσεις. Μια άλλη ομάδα λόγων σχετίζεται με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού και της αυτονομίας, έχοντας υπόψη ότι η ελεύθερη έκφραση οδηγεί σε κάποιου είδους αυτοϊκανοποίηση και επίτευξη ατομικής πληρότητας. Μια άλλη ομάδα λόγων, που μπορεί να βρίσκει μεγαλύτερη ανταπόκριση στις δυτικές κοινωνίες, έχει να κάνει με τη διασφάλιση της δημοκρατίας, θεωρεί ότι, επιτρέποντας την ατομική πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο, ιδίως για τα πολιτικά θέματα, κατοχυρώνει τη δημοκρατία. Άλλη θα μπορούσε να σχετιστεί με την προσωπική ελευθερία γενικότερα. Πέραν, όμως, από όλες τις θετικιστικές κατά βάση θεωρίες, σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να τυγχάνει προστασίας η ελευθερία της έκφρασης, μια άλλη ομάδα λόγων, πιο αρνητική, αναφέρεται στην υποψία σε σχέση με την κυβερνητική μηχανή, όπου ο ελεύθερος λόγος, ως ταυτόσημος της έκθεσης στην κριτική, προβάλλεται ως εργαλείο εξαναγκασμού σε διαφάνεια και εξυγίανση.

Σε κάθε περίπτωση, η ελευθερία της έκφρασης δεν συνιστά ένα απόλυτο δικαίωμα. Μπορούν να υπάρχουν διατυπώσεις, όροι, περιορισμοί ή κυρώσεις στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, που όμως θα πρέπει να ικανοποιούν το εξής τρίπτυχο:

(α) Να προβλέπονται από νόμο, και

(β) Να εξυπηρετούν έναν νόμιμο σκοπό:

  • Την εθνική ασφάλεια
  • Την εδαφική ακεραιότητα
  • Τη δημόσια ασφάλεια
  • Την προάσπιση της τάξης
  • Την πρόληψη του εγκλήματος
  • Την προστασία της υγείας
  • Την προστασία της ηθικής
  • Την προστασία της υπόληψης τρίτων
  • Την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων
  • Την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών
  • Τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας

(γ) Να αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπου τέτοια «αναγκαιότητα» ικανοποιείται όταν η επιβολή τους συνιστά επιτακτική κοινωνική ανάγκη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, όταν ο περιορισμός είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό, και όταν οι λόγοι που χρησιμοποιούνται γι’ αυτόν σχετικοί και επαρκείς. Εκεί ήταν που σκάλωσε η Słomka και όχι μόνον.

Η έννοια της «διατήρησης του κύρους και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης», η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει περιορισμό, νοείται ότι δεν ορίζεται ειδικά κάπου στην ΕΣΔΑ και δεν είναι και μία εύκολη έννοια. Περιλαμβάνει και τη δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία, αλλά και τους δικαστές υπό αυτή την ιδιότητά τους. Βρίσκει τις ρίζες της στον θεσμό της καταφρόνησης του δικαστηρίου, αν και το ισχύον δίκαιο της καταφρόνησης δεν συνιστά το επίπεδο για να κριθεί εάν στοιχειοθετείται ή όχι ο περιορισμός. Έχει μια αυτοτελή διάσταση, παρόλο που στα δίκαια όπου υφίσταται και το κεφάλαιο της καταφρόνησης των δικαστηρίων, περνά, η έννοια, μέσα από τα κεφάλαια αυτά, χωρίς να ταυτίζεται με τις δικές τους επιμέρους έννοιες, χρησιμεύοντας, πάντως, ερμηνευτικά ή περιοριστικά. Συναφώς, το άρθρο 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που ρυθμίζει σχετικά με την καταφρόνηση του δικαστηρίου, ισχύει ως τέτοιος νόμος, αλλά μπορεί να προσεγγιστεί και ως νόμος που θέτει περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, εξυπηρετώντας καταρχάς νόμιμους σκοπούς που συνυφαίνονται με το δημόσιο συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης· ως νόμος, έτσι, που σήμερα ερμηνεύεται στενά και εφαρμόζεται με μεγάλη προσοχή, ώστε η εφαρμογή του να περιορίζεται εκεί όπου και στο μέτρο που είναι αναγκαία για τη «διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης». Η ίδια έννοια περιλαμβάνει γενικά τη λειτουργία των δικαστηρίων και τη διαδικασία, τα δικαιώματα των διαδίκων, τους περιορισμούς στην κριτική όσον αφορά τη δικαιοσύνη και ειδικότερα όσον αφορά τους δικαστές.

Το «κύρος» της δικαιοσύνης έχει μία αντικειμενική και μία υποκειμενική διάσταση. Η αντικειμενική διάσταση περιλαμβάνει την έννοια ότι τα δικαστήρια είναι το κατάλληλο πεδίο καθορισμού των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που αμφισβητούνται και για την επίλυση των διαφορών. Η υποκειμενική διάσταση περιλαμβάνει την έννοια ότι τα δικαστήρια τυγχάνουν αποδοχής και σεβασμού από το κοινό όσον αφορά την ικανότητά τους να εκπληρώνουν τον σκοπό για τον οποίο υφίστανται. Η «αμεροληψία» αναφέρεται στην έλλειψη προκατάληψης ή επηρεασμού. Η διάκριση μεταξύ του «κύρους» και της «αμεροληψίας» είναι σημαντική. Η παρέμβαση στην αμεροληψία του δικαστηρίου συχνά είναι δυσκολότερο να δικαιολογηθεί, σε σχέση με την παρέμβαση στο κύρος του δικαστηρίου. Η αμεροληψία εξυπηρετεί την προστασία της εμπιστοσύνης την οποία τα δικαστήρια θα πρέπει να εμπνέουν στο κοινό.

Τα ΜΜΕ, που συνιστούν μέσο δημοσιότητας κατ’ επέκταση δημόσιας έκφρασης, αναπόφευκτα απασχολούν συχνά τη ζυγαριά αυτή, ελευθερία της έκφρασης ν. διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης. Όχι με τον ίδιο τρόπο όπως στη Słomka ή στην Kyprianou. Η διαδικασία εντός του δικαστηρίου δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από τις προβολές στα ΜΜΕ και την εκτός δικαστηρίου διακινούμενη πληροφορία. Τα ΜΜΕ έχουν το καθήκον να ενημερώνουν το κοινό και το κοινό έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τέτοια ενημέρωση. Αυτή είναι μόνο μία έκφανση, συναφής με την «αμεροληψία της δικαιοσύνης», που προϋποθέτει εκκρεμή δίκη. Άλλη έκφανση θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτή της Sovtransavto v. Ukraine (48553/99), όπου υπήρξε παρέμβαση του προέδρου της Ουκρανίας στη μεροληψία του Ανωτάτου Διαιτητικού Δικαστηρίου, που επιλαμβάνονταν υπόθεση μεταξύ Ρωσικής εταιρείας και Ουκρανικής εταιρείας, δια επιστολής που απέστειλε στον πρόεδρο παροτρύνοντάς τον να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας, παρέμβαση που, υπό τις περιστάσεις, ήταν αδικαιολόγητη, όχι διάσταση της ελευθερίας της έκφρασης. Μένοντας, όμως, στα ΜΜΕ, κατά τη διάρκεια μιας δίκης, η υποχρέωση των ΜΜΕ (κατ’ επέκταση όσων δημοσιογραφούν) είναι απλά να μεταφέρουν τις εξελίξεις στο κοινό, αλλά όχι να αναπαράγουν τη δίκη. Στη C. Ltd v. United Kingdom (αίτηση αρ. 14132/88), μια τηλεοπτική εταιρεία είχε ως σκοπό να αναπαράγει, για σκοπούς ειδησεογραφίας, μια ποινική δίκη υψηλού προφίλ, βάζοντας ηθοποιούς να παίζουν ρόλους δικαστών, συνηγόρων, μαρτύρων, κ.λπ., κι εκεί το ΕΔΔΑ έκλινε προς τη διατήρηση του περιορισμού. Αν και η εισήγηση ήταν ότι δεν θα μπορούσε να επηρεαστεί η δίκη από μια τέτοια προβολή, η θέση ήταν ότι οι προσφεύγοντες είχαν το δικαίωμα να είναι βέβαιοι ότι το δικαστήριο δεν θα επηρεάζονταν από εξωτερικά στοιχεία, και η συγκεκριμένη προβολή πριν από τη δικαστική απόφαση δικαιολογούσε πάντως τις αμφιβολίες τους. Βέβαια, το γεγονός ότι τα δικαστήρια συνιστούν το κατάλληλο επίπεδο επίλυσης διαφορών, δεν σημαίνει ότι αυτές οι διαφορές δεν προϋπήρξαν και δεν υπάρχουν και σε άλλο επίπεδο, ώστε να συζητιούνται κι αλλού, σε περιοδικά, στον τύπο, στα καφενεία. Δεν σημαίνει, σε κάθε περίπτωση, ότι υπάρχει παρέμβαση στην «αμεροληψία της δικαιοσύνης» ή στο «κύρος της δικαιοσύνης». Τέτοιο δικαίωμα ενημέρωσης, δια των ΜΜΕ, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και να μην μπορεί ασκηθεί κατά τρόπο ή σε έκταση ώστε να μπορεί να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Μέρος της νομολογίας απ’ όπου αντλείται η στάση του ΕΔΔΑ επί του ιδίου θέματος προκύπτει από την εξέταση του άρθρου 6.

Η έννοια του «κύρους της δικαιοσύνης» συνυφαίνεται συχνότερα με την ανάγκη επιμέρους διακρίσεων όσον αφορά τον εκφρασμένο λόγο. Οπωσδήποτε, τα δικαστήρια δεν μένουν «απυρόβλητα» στη δημόσια κριτική, και δη την έντονη, πόσω μάλλον ως ανεξάρτητα και ανέλεγκτα από οποιονδήποτε άλλον. Απεναντίας, η κριτική είναι ωφέλιμη και απαραίτητη, ειδικά όσον αφορά τη δικαιοσύνη. Όταν «το κύρος της δικαιοσύνης» προβάλλει ως λόγος περιορισμού του δικαιώματος στην έκφραση, τα δικαστήρια εξισορροπούν το δημόσιο συμφέρον που συνυφαίνεται με τη συγκεκριμένη έκφραση (που όταν διακινείται στη δημοσιότητα, αναζητεί δημόσιο ενδιαφέρον, όπως η ενημέρωση) και το δημόσιο συμφέρον που συνυφαίνεται με τη διατήρηση του κύρους της δικαιοσύνης. Σημασία έχει, σαφώς, και ο τρόπος ενημέρωσης, εάν αυτή είναι πλήρης, ισορροπημένη, μερική, με ύφος μετριασμένο ή έντονο κ.λπ. Όπως αναφέρθηκε στη July and SARL Liberation v. France (αίτηση αρ. 20893/03), ειδικότερα για τις ποινικές δίκες, θα πρέπει να υπάρχει η ελευθερία των ΜΜΕ (κατ’ επέκταση όσων δημοσιογραφούν) να αναφέρουν και να σχολιάζουν, επιτρέποντας στο κοινό τον έλεγχο του τρόπου λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης, καθήκον και αντίστοιχο δικαίωμα τέτοιας σημασίας ώστε ο περιορισμός για την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων ή για τη «διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης» να μην είναι απλά δύσκολος, αλλά να μην δικαιολογούν και ολοκληρωτικό αποκλεισμό του δικαιώματος αναφοράς. Στη Du Roy and Malaurie v. France (αίτηση αρ. 34000/96), πάντως, ο διαχωρισμός μεταξύ της ποινικής διαδικασίας κατόπιν ιδιωτικής αίτησης και ποινικής διαδικασίας κατόπιν αίτησης των εισαγγελικών αρχών δεν φάνηκε να δικαιολογείται σε αντικειμενικό έδαφος.

Στη Barfod v. Denmark (αίτηση αρ. 11508/85) το ΕΔΔΑ δεν «διέσωσε» τον προσφεύγοντα, ο οποίος είχε συγγράψει άρθρο με τίτλο “Grønland Dansk” δια του οποίου υποστήριζε ότι οι δύο τουλάχιστον από τους λαϊκούς δικαστές που αποφάσισαν συγκεκριμένη υπόθεση, που σχετίζονταν με φορολογικά θέματα, ήταν ανίκανοι να λάβουν δίκαιες και ορθές αποφάσεις και μεροληπτούσαν. Είχε γράψει, ειδικότερα, το εξής:

«Most of the Local Government’s members could … afford the time to watch that the two Greenland lay judges – who are by the way both employed directly by the Local Government, as director of a museum and as consultant in urban housing affairs – did their duty, and this they did. The vote was two to one in favor of the Local Government and with such a bench of judges it does not require much imagination to guess who voted how.»

Η καταδίκη του προσφεύγοντος ήταν στη βάση της βλάβης της υπόληψης τρίτων (δυσφήμιση), ήτοι των δύο αυτών δικαστών, συνεπώς δικαιολογούνταν με βάση τη σχετική εξαίρεση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και καμία παραβίασή του υπήρξε. Η κριτική που είχε ασκήσει ο προσφεύγων δεν ήταν στη βάση του σκεπτικού της δικαστικής απόφασης και με αναφορά σε εκείνο, αλλά συνιστούσε μια δυσφημιστική επίθεση του προσωπικά εναντίον των δύο δικαστών, η οποία στόχευε να μειώσει τη δημόσια υπόληψη στο πρόσωπό τους και χωρίς οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία. Το πολιτικό παρασκήνιο υπό το οποίο εκδόθηκε η δικαστική απόφαση δεν συνιστούσε τέτοια συναφή υποστηρικτική μαρτυρία, που θα μπορούσε να σταθεί στον έλεγχο της αναλογικότητας. Με δεδομένο ότι ο προσφεύγων είχε επιτεθεί προσωπικά στους δύο δικαστές με στόχο και προοπτική να καταστρέψει τη δημόσια εικόνα τους θέτοντας σε αμφιβολία την αξιοπιστία τους, είχε διαπράξει το αδίκημα της δυσφήμισης σύμφωνα με το εγχώριο δίκαιο και ουδείς παραβίασε κάποιο δικαίωμά του σε ελεύθερη έκφραση.

Μάλιστα, η άποψη της μόλις μονομελούς μειοψηφίας, που είχε εισηγηθεί για τέτοια παραβίαση, εστίαζε στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση, ώστε να έχει συμφέρον ή ενδιαφέρον προσωπικής επίθεσης στου δύο δικαστές, μα αμφισβήτησε τη μεροληψία τους στη βάση των δεδομένων ότι, σύμφωνα με το γνωστό ιστορικό τους, εργοδοτούνταν από την Κυβέρνηση, εναντίον της οποίας δεν θα μπορούσαν, ευλόγως, στα μάτια του προσφεύγοντος ως τρίτου, να αποφασίσουν. Είχε στραφεί κατά της αμεροληψία τους όχι με αναφορά σε συγκεκριμένη συμπεριφορά τους στη δίκη, επομένως όχι προσωπικά, μα αναφερόμενος στο γεγονός του ορισμού τους στη δικαστική σύνθεση ενός δικαστηρίου που θα έπρεπε να είναι αμερόληπτο και ανεξάρτητο. Ακόμα κι αν οι δύο δικαστές δεν ήταν πολιτικοί (όπου εκεί είναι που αναμένεται η μεγαλύτερη αντοχή στον σκληρό λόγο), υπήρχαν, στη δίκη, πολιτικοί τόνοι, που εξανάγκασαν την κριτική του προσφεύγοντος προς τη σύνθεση ενός τέτοιου δικαστικού σώματος που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες της δημόσιας εμπιστοσύνης.

Η Barfod δεν είχε μείνει και η ίδια χωρίς κριτική, ιδίως από τα ΜΜΕ της εποχής, γιατί είχε δείξει μια ίσως ακατανόητη τότε ανάγκη ποιοτικής διάκρισης της προστασίας των δικαστών έναντι στην προστασία των πολιτικών ή άλλων δημόσιων προσώπων από τον ελεύθερο λόγο του καθενός, τοποθετώντας, στην περίπτωση των δικαστών, το όριο της παραβίασης, κάπου εγγύτερα. Ή γενικότερα ότι το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ προστατεύει περισσότερο τον πολιτικό λόγο, παρά τις λοιπές μορφές έκφρασης, παρόλο που, στο κείμενο ή στη θεωρία του, ουδόλως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να γίνει παραδεκτό. Γιατί υπήρξαν, εξίσου παλαιά, και οι Handyside v United Kingdom (αίτηση αρ. 5493/72) και Müller v. Switzerland (αίτηση αρ. 10737/84) σε σχέση με τον άσεμνο λόγο και μέχρι και σήμερα, πολύ προσφάτως, η E.S. v. Austria (αίτηση αρ. 38450/12) σε σχέση με το δικαίωμα στην ανεξιθρησκεία και τη συνακόλουθη θρησκευτική ηθική που εμπερικλείει και δημιουργεί δημόσια (όπου σ’ ένα συνέδριο έτυχε χαρακτηρισμού ο προφήτης Μωάμεθ ως «παιδόφιλος», αδιαφορώντας εάν υφίστανται υποστηρικτές του προφήτη Μωάμεθ που θα μπορούσαν να θιχτούν, γιατί υπάρχει ελευθερία της έκφρασης και μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε, όπου και όπως θέλουμε). Η E.S. δεν ήταν άμοιρη οξείας κριτικής από τα ΜΜΕ, μέχρι που λέχθηκε ότι εισχώρησαν και Μωαμεθανικά ή και ισλαμικά στοιχεία στο ΕΔΔΑ και κατακρεουργούν επιλεκτικά και εσκεμμένα την ελευθερία της έκφρασης. Αυτή την πολύ παρεξηγημένη πια ελευθερία της έκφρασης.

Όπως ρητά το άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ αναφέρει, και συνήθως παρακάμπτεται από τις αναφορές, εκτός από τους περιορισμούς και του περιορισμούς των περιορισμών, η άσκηση τούτης της ελευθερίας συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες. Τι σημαίνει αυτό; Αυτός που επιλέγει να ασκήσει αυτή την ελευθερία του, να εκφραστεί ελεύθερα, ο ίδιος, ως φορέας άσκησης τέτοιου σημαντικού δικαιώματος, αναλαμβάνει καθήκοντα και ευθύνες. Θα πρέπει, ας πούμε, να ξέρει τι ακριβώς λέει, πού και πώς το λέει, πέραν από το ίδιο το περιεχόμενο του λόγου του, που μπορεί να επιδεχθεί τους προβλεπόμενους, εξαιρετικούς, περιορισμούς. Για τη δημοσιογραφική ελευθερία, αυτή υπόκειται σε αντίστοιχες υποχρεώσεις να παρέχει αξιόπιστες πληροφορίες, να ενεργεί με καλή πίστη και σύμφωνα με τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Μάλιστα, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών μελών που αφήνει το άρθρο 10 είναι αρκετά ευρύτερο από αυτό του άρθρου 8 (βλ. παραδείγματος χάριν στην Dudgeon v the United Kingdom, αίρηση αρ. 7525/76, σε σχέση με την επιλογή της Βόρειας Ιρλανδίας να απαγορεύσει τις ιδιωτικές ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές συνευρέσεις μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης για τη διασφάλιση της δημόσιας ηθικής και ασφάλειας, όπου δεν υπήρχε «απόδειξη» ότι η ανυπαρξία του νόμου προκαλούσε χαλάρωση των δημόσιων ηθών και ότι καθίστατο επιβεβλημένη η ύπαρξη του νόμου και κάποια αναγκαία επιβολή, «απόδειξη» που δεν έτυχε ίδιας αναζήτησης στις Handyside και Müller).

Τέτοια πιο πολιτική χροιά είχε ενδεχομένως η Ezelin v. France (αίτηση αρ. 11800/85) όπου ο προσφεύγων, δικηγόρος, είχε καταδικαστεί από τις Γαλλικές αρχές για τη συμμετοχή του σε διαδήλωση εναντίον δικαστικής απόφασης και τη συνακόλουθη άρνησή του να δώσει μαρτυρία για τη διερεύνηση αδικημάτων κατά τη διαδήλωση. Στην Ezelin, η ελευθερία του συνέρχεσθαι, του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, θεωρήθηκε και ως μορφή της ελευθερίας της πολιτικής έκφρασης, δια του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, εξασθενώντας τον περιορισμό του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ σε σχέση με τη «διατήρηση του κύρους και της υπόληψης της δικαιοσύνης» ή άλλο περιορισμό. Ο προσφεύγων κρατούσε απλά ένα πανό, και η αντιμετώπισή της συμπεριφοράς του, από τις Γαλλικές αρχές, ως αποτυχίας διαχωρισμού του εαυτού του από ευθεία επίθεση εναντίον της δικαιοσύνης, δεν δικαιολογούνταν υπό τις περιστάσεις, γιατί το δικαίωμα στην ειρηνική διαδήλωση συνδέεται με την ελευθερία έκφρασης του πολιτικού λόγου, και δεν συνιστούσε προσωπική συμπεριφορά επίθεσης εναντίον του κύρους και της υπόληψης της δικαιοσύνης. Αντιμετώπιση που δεν ομοίαζε με αυτή στην Vogt v. Germany (αίτηση αρ. 17851/91), οδηγώντας και στη σκέψη ότι ήταν η διαφορά στη δύναμη υπεράσπισης της υπόθεσης της Κυβέρνησης της Γαλλίας στην Ezelin που άφησε το περιθώριο στο δικαστήριο να υπερθεματίσει υπέρ του δικαιώματος του άρθρου 11 υποχωρώντας έναντι στους περιορισμούς του άρθρου 10. Όχι πως, κατά τα λοιπά, υπάρχει κάποιο ισχυρό βαρόμετρο, όσον αφορά τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ιδίως με άξονα την προστασία της δικαιοσύνης.

Υπάρχει, όμως, μεγαλύτερο κοινό έδαφος στα κράτη μέλη σε σχέση με το τι μπορεί να νοείται «κύρος και υπόληψη της δικαιοσύνης», μα και περισσότερο στέρεο έδαφος, πιο αντικειμενική κατάσταση. Αυτή η συνθήκη λειτουργεί κάπως ανάστροφα σε σχέση με το περιθώριο εκτίμησης των κρατών μελών. Αυτό στενεύει. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στα «δημόσια ήθη», που αλλάζουν από τόπο σε τόπο και από χρόνο σε χρόνο, επομένως, εκεί είναι ευρύτερο το περιθώριο εκτίμησης. Συναφώς, στην πλέον γνωστή The Sunday Times v. The United Kingdom (αίτηση αρ. 6438/74) που είδαμε για πρώτη φορά το δίκαιο της καταφρόνησης του δικαστηρίου, που έχει αναπτυχθεί στα κοινοδικαιϊκά συστήματα, να δοκιμάζεται υπό το άρθρο 10, είδαμε και μετέπειτα υποχωρήσεις και αναγκαστικές τροποποιήσεις στο αγγλικό δίκαιο της καταφρόνησης. Η εφημερίδα είχε δημοσιεύσει επιστολές που έδειχναν τις διαπραγματεύσεις, με σκοπό τη διευθέτηση, που γίνονταν για τη γνωστή δικαστική υπόθεση των «παιδιών της θαλιδομίδης» (η θαλιδομίδη ήταν ουσία που υπήρχε σε σκεύασμα που συνταγογραφούνταν ως καταπραϋντικό και λαμβάνονταν από γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης, που όμως κατέληγαν σε τοκετό παιδιών με σοβαρά προβλήματα), κατακρίνοντας τέτοιες προσπάθειες διευθέτησης. Επομένως, είχαν εκδοθεί προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα εναντίον της εφημερίδας, για τον νόμιμο σκοπό της διαφύλαξης της αμεροληψίας της δικαιοσύνης, που, όμως, το ΕΔΔΑ, έκρινε μη αναγκαίους σε μια δημοκρατική κοινωνία (δηλαδή σκόνταψε, η υπόθεση, στο τρίτο σκαλοπάτι, του ελέγχου της αναγκαιότητας). Προσμέτρησε, βέβαια, και το γεγονός ότι η υπόθεση των «παιδιών της θαλιδομίδης», ήταν, όντως, μια υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος, για την οποία υπήρχε δικαίωμα αλλά και καθήκον πληροφόρησης του κοινού, που εμπερικλείονται στην ελευθερία έκφρασης (συναρτώμενη με το σχετικό καθήκον) της συγκεκριμένης εφημερίδας. Ως και το γεγονός ότι το άρθρο ήταν καλά ισοζυγισμένο σε σχέση με τον τρόπο εκφοράς του (ελεύθερου) λόγου του, ελαχιστοποιώντας, έτσι, και τον κίνδυνο υπόσκαψης του κύρους της δικαιοσύνης, ώστε να μην ήταν, όντως, αναγκαίος ο περιορισμός, σε μια δημοκρατική κοινωνία. Έτσι, στη The Sunday Times, προδιαγράφηκε η απαίτηση της απόλυτης βεβαιότητας σε σχέση με τον κίνδυνο που διατρέχει η δικαιοσύνη προτού επιχειρηθεί η παρέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης.

Αν και η προσέγγιση δεν ήταν ακριβώς αυτή της στάθμισης αντικρουόμενων συμφερόντων ή δικαιωμάτων, αυτό του ενδιαφέροντος σε ενημέρωση και της προστασίας της δικαιοσύνης, που επίσης συνιστά δημόσιο συμφέρον, ανατρέχοντας στη Worm v. Austria (83/1996/702/894), όπου ο προσφεύγων είχε αρθρογραφήσει επί εκκρεμούς υπόθεσης φοροδιαφυγής που αφορούσε σε τέως υπουργό κατά τη διάρκεια της θητείας του, κι όπου η καταδίκη του προσφεύγοντος από Αυστριακά δικαστήρια για προσπάθεια επηρεασμού της δικαιοσύνης κατέληξε σε διαπίστωση ότι δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 10, αλλά σε διαπίστωση σαφούς εφαρμογής περιορισμού, βρίσκουμε έναν καλύτερο συσχετισμό ή «τεστ» εξισορρόπησης, αν και η μεθοδολογία του ΕΔΔΑ, τόσο στην The Sunday Times όσο και στη Worm (οι διαφορετικές καταλήξεις στις οποίες δικαιολογούνται με διάφορους τρόπους), δεν μπορεί γενικότερα να θεωρηθεί απόλυτα ασφαλής για την εξαγωγή στέρεων συμπερασμάτων, σε σχέση με τον τρόπο θεώρησης του περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης που αφορά στο «κύρος και την υπόληψη της δικαιοσύνης», σε συνάρτηση με το δημόσιο ενδιαφέρον στην ενημέρωση, ως δικαιολογητικό του ελεύθερου λόγου.

Όταν ένα διάδικος δεν ικανοποιείται από το δικαστικό αποτέλεσμα στην υπόθεσή του και βγαίνει δημόσια στα ΜΜΕ και δι’ αυτών (αυτά παρέχοντάς του τέτοιο βήμα για τέτοιο σκοπό) επιτίθεται προσωπικά στον δικαστή που εξέδωσε την απόφαση, θίγοντας την ικανότητα του ιδίου αλλά και του όλου συστήματος δικαιοσύνης να απονέμει δικαιοσύνη, με γενική και αόριστη αναφορά στη δική του υπόθεση, η οποία δεν παρουσιάζει και κάποιο δημόσιο ενδιαφέρον, εκ τούτης της θέσης του διαδίκου ή του άλλως πώς άμεσα εμπλεκόμενου, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε ελευθερία έκφρασης ασκεί, υπεύθυνα ή καθηκόντως, ούτε μπορεί τέτοια ενέργειά του να καλυφθεί με κάποιο μανδύα ελευθερίας έκφρασης ή άλλο δικαίωμα, στον βαθμό που σκοπεύει ακριβώς σε αυτό, στο να προκαλέσει δημόσια βλάβη στο πρόσωπο του συγκεκριμένου δικαστή και στη δικαιοσύνη, με τρόπο που πιο εγγύτερα επιτάσσει την ανάγκη διατήρησης του κύρους της δικαιοσύνης.

Από τις περιπτώσεις της άσκησης του καθήκοντος των ΜΜΕ να ενημερώνουν διακρίνεται, στη νομολογία του ΕΔΔΑ, σχεδόν ως ξεχωριστό κεφάλαιο, και το δικαίωμα των δικηγόρων στην ελευθερία της έκφρασης, είτε σε σχέση με εκκρεμείς υποθέσεις είτε σε σχέση με την απονομή της δικαιοσύνης. Στη Schöpfer v. Switzerland (56/1997/840/1046) ο προσφεύγων, δικηγόρος, σε διάσκεψη τύπου που συγκάλεσε στο γραφείο του, είχε αναφέρει ότι οι αρχές παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα εδώ και χρόνια, καθότι και με αφορμή το γεγονός ότι ο πελάτης του συνελήφθη χωρίς ένταλμα, δηλώσεις που αναπαρήγαγαν τα ΜΜΕ, τα οποία ο προσφεύγων είχε αποκαλέσει και έσχατό του καταφύγιο (τάχα δεν υπάρχει δικαιοσύνη). Κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του και καταδικάστηκε σε επιβολή προστίμου, καθότι αν και τα παράπονά του ήταν σοβαρά, παρέλειψε να αποταθεί στα αρμόδια σώματα. Απέτυχε, έτσι, να διατηρήσει την κρίση που ο δικηγόρος απαιτείται να κατέχει και να δείχνει δημόσια, σε σχέση με εκκρεμείς διαδικασίες· εκτέθηκε δημόσια με έναν φθηνό επιδεικτικό τρόπο, που απόληγε στο να δυσφημεί τη δικαιοσύνη. Μετά που εξάντλησε τα εγχώρια μέσα και κατέληξε στο ΕΔΔΑ, ο προσφεύγων, παραπονούμενος για παραβίαση του άρθρου 10, το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση. Δόθηκε, μάλιστα, η ευκαιρία να δοθεί έμφαση στο ειδικό καθεστώς των δικηγόρων, ως λειτουργών της δικαιοσύνης, με κεντρικό ρόλο στην απονομή της και ως τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ του κοινού και των δικαστηρίων, που δικαιολογεί και τους περιορισμούς που θέτει η δεοντολογία. Έχοντας ένα τέτοιο ρόλο, οι δικηγόροι, η προσδοκία από αυτούς είναι να συμβάλλουν στην απονομή της δικαιοσύνης και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τη δικαιοσύνη. Νοείται ότι και οι δικηγόροι απολαμβάνουν την ελευθερία έκφρασης και μπορούν να ασκούν κριτική για την απονομή της δικαιοσύνης δημόσια, ωστόσο η δική τους κριτική δεν θα πρέπει να υπερβαίνει σαφή όρια. Σε αυτή τη διάσταση είναι αναγκαία η εξισορρόπηση μεταξύ διαφόρων συγκρουόμενων συμφερόντων, μεταξύ των οποίων το συμφέρον του κοινού να λαμβάνει πληροφόρηση για ζητήματα που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις, οι απαιτήσεις για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και η αξιοπρέπεια του δικηγορικού επαγγέλματος. Στη Schöpfer ο προσφεύγων σχολίασε δημόσια επί θέματος που αφορούσε εκκρεμή ποινική διαδικασία. Αν και ο τόνος του ήταν σοβαρός, πρώτα αποτάθηκε στα ΜΜΕ και μετά στο Εφετείο, όπου μάλιστα η έφεσή του ήταν και μερικώς επιτυχημένη. Δεν είχε αποταθεί, επίσης, στον Γενικό Εισαγγελέα, του οποίου είχε υπονοήσει, δια των σχολίων του, την αναποτελεσματικότητα. Λαμβάνοντας υπόψη και το χαμηλό ύψος του προστίμου που συνιστούσε την πειθαρχική ποινή, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο χειρισμός ήταν εντός του περιθωρίου εκτίμησης που διέθετε το κράτος για την τιμωρία του προσφεύγοντος, συνεπώς ότι ουδεμία παραβίαση δικαιώματός του υπήρξε.

Άλλες, διαφορετικού είδους, υποθέσεις που εμπλέκουν δικηγόρους ήταν η Nikula ν. Finland (αίτηση αρ. 31611/96) και η Steur ν. Netherlands (αίτηση αρ. 39657/98), όπου σε αυτές διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Στη Nikula, επίσης, η κριτική δεν ήταν ευρέως δημόσια, αλλά ήταν εντός του πλαισίου του δικαστηρίου, όπου η προσφεύγουσα, συνήγορος υπεράσπισης, είχε καταχωρίσει παραστάσεις στο Δικαστήριο εκθέτοντας χειρισμούς του δημόσιου κατήγορου, της άλλης πλευράς δηλαδή, ότι συνιστούσαν μεθοδευμένη και παράνομη χρήση μαρτυρίας, με αποτέλεσμα να μηνυθεί για δυσφήμιση. Παρόμοια με τη Steur, όπου, σε πολιτική δίκη, ο δικηγόρος ισχυρίστηκε ότι ο ερευνών λειτουργός που διερευνούσε την υπόθεση εναντίον του πελάτη του, κατά τη λήψη κατάθεσης από τον πελάτη του, είχε ασκήσει απαράδεκτη πίεση στον πελάτη του, με αποτέλεσμα ο δικηγόρος να καταγγελθεί στο πειθαρχικό. Και στις δύο υποθέσεις, το λεγόμενο «chilling effect», η έμμεση επίδραση στην αποτελεσματικότητα του έργου του δικηγόρου έπαιξε ρόλο, αλλά όχι μόνον, εφόσον μια σειρά από παράγοντες που συνέβαλαν στη στάση του ΕΔΔΑ εκεί να κλίνει προς την ελευθερία της έκφρασης, θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν:

-Κατά πόσον η κριτική στρέφεται κατά του κατήγορου ή του αντίδικου ή κατά του δικαστή ή του δικαστηρίου (Nikula §50).

-Η σοβαρότητα και η γενικότητα των ισχυρισμών και ο τόνος τους Schöpfer, (§32). Στη Nikula (§50), το Δικαστήριο επέτρεψε μεγαλύτερο περιθώριο κριτικής προς τον κατήγορο, που ήταν περιορισμένη στην απόδοση του κατήγορου στη συγκεκριμένη υπόθεση, και που δεν αναφέρονταν στα γενικότερα επαγγελματικά προσόντα και άλλα χαρακτηριστικά του. Διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση στη Mahler v. Germany (αίτηση αρ. 29045/95), όπου ο συνήγορος ισχυρίστηκε πως όταν ο κατήγορος συνέταξε το κατηγορητήριο θα πρέπει να ήταν εντελώς «φτιαγμένος».

-Ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει και το κατά πόσον οι εγχώριες αρχές προσπάθησαν να εξακριβώσουν την αλήθεια των ισχυρισμών (Steur).

-Η σοβαρότητα της ποινής που επιβλήθηκε λαμβάνεται υπόψη επίσης (Schöpfer, §34; Nikula, §54).

-Το πεδίο κριτικής παίζει, επίσης, ρόλο. Για παράδειγμα, στη Schöpfer (§31), ο δικηγόρος είχε πρώτα επιλέξει τη συνέντευξη τύπου, πριν ασκήσει το ένδικο διάβημα. Στη Nikula (§52) ήταν μέσα στη δικαστική αίθουσα, ανεξαρτήτως εάν αφορούσε σε κατήγορο, που ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά, να έκλινε προς την επιλογή Schöpfer εάν αφορούσε μεν σε κατήγορο, αλλά γίνονταν με τον ίδιο τρόπο, δημόσια.

Ασφαλώς, το όλο θέμα δεν καλύπτεται με όσα αναφέρονται εδώ, αλλά ό,τι επιχειρεί αυτή η αναφορά είναι να καταλήξει στο ότι, όταν θεωρούμε, όποιοι κι αν είμαστε, ότι το δικαίωμά μας στην ελευθερία της έκφρασης μας επιτρέπει να είμαστε προσβλητικοί γενικά, επειδή υπάρχει ελευθερία της έκφρασης, ίσως κάπου να κάνουμε λάθος, εν τέλει, παρασύροντας και άλλους σε μια ισοπεδωτική αντιμετώπιση του συγκεκριμένου δικαιώματος που και όρια έχει και αυτά, η τήρηση αυτών, είναι ο τρόπος επιβεβαίωσης και προστασίας του ίδιου του δικαιώματος.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.