Οι δίκες του Μητροπολίτη Πάφου Λεόντιου, 1932, 1938, 1939

 

(εισήγηση στην εικονική δίκη των πρωτοετών φοιτητών νομικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, 11.12.2018)

Με δεδομένη την εισήγηση του καθηγητή δρ. Σταμέλου για αθώωση του Λεόντιου, θα πρέπει, μάλλον, να ενεργήσω καταλήγοντας σε μια αντίθεση εισήγηση, εφόσον εδώ κάνουμε μια δίκη, για να προκαλέσω λίγο και κάποιους άλλους προβληματισμούς, ανεξαρτήτως, βέβαια, από την όποια προσωπική άποψη.

Καταρχάς, όπως λέμε και στα δικαστήρια, ευχαριστούμε τους ευπαίδευτους συνηγόρους για τις επιμελείς αγορεύσεις τους.

Από τη δική μου, δικαστηριακή οπτική, αναζητώ όλα εκείνα τα δικανικά στοιχεία, που είναι απαραίτητα για τη διεξαγωγή κάθε δίκης, για να μπορέσω να αξιολογήσω τη δυνατότητα επαναπροσέγγισής τους. Εδώ, σε αυτή τη δίκη, ενδιαφέρει η συμπεριφορά που οδήγησε τον Λεόντιο ενώπιον των δικαστηρίων, κατά πόσον εκείνη ήταν αδικηματική, με βάση το τότε ισχύον δίκαιο, και ποιος ο περαιτέρω δικανικός χειρισμός, υπό τις περιστάσεις.

Μιλώντας, εντωμεταξύ, για ένα δίκαιο που, για εμάς τους λειτουργούς της δικαιοσύνης του κοινού δικαίου, που χρησιμοποιούμε νομολογιακά προηγούμενα ακόμα κι απ’ την ίδια εκείνη εποχή όπως κι από παλαιότερες εποχές, δεν είναι τόσο απομακρυσμένο, όσο περίεργο κι αν ακούγεται.

Η δίκη του 1932

Εκείνη την ευρύτερα ταραγμένη πολιτικοκοινωνική περίοδο, περίοδο πολλαπλών κρίσεων, μετά τα Οκτωβριανά, όταν ο  Λεόντιος είχε επιστρέψει στην Κύπρο, τον Ιούνιο του 1932, υπήρχε ήδη σε ισχύ τροποποιητικός, του ποινικού κώδικα, νόμος που αντιμετώπιζε αυστηρότερα την οποιαδήποτε αναφορά στο αίτημα της Ένωσης. Ήδη προηγουμένως είχε απαγορευθεί στον Λεόντιο, από τον Κυβερνήτη Ρόναλντ Στορς, η είσοδος στην Κύπρο, για λόγους δημοσίας ασφαλείας, εκτός εάν προηγουμένως δεσμεύονταν ότι δεν θα αναμειγνύονταν στα πολιτικά πράγματα, που ο Λεόντιος, εννοείται, πως είχε αρνηθεί. Η επάνοδός του στην Κύπρο επιτράπηκε την 8η Ιουνίου, αφού ψηφίστηκε εκείνος ο νόμος, που δημοσιεύθηκε δυο μέρες μετά, την 10η Ιουνίου 1932, εφόσον θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ο Λεόντιος, ο όποιος κίνδυνος από τη δράση του, με τον νέο ποινικό νόμο.

Η δίωξη του Λεόντιου με την επιστροφή του στην Κύπρο, ήταν αυτοσκοπός. Ήδη, απ’ όταν αρνήθηκε ο Λεόντιος να συναντήσει τον προσωρινό Κυβερνήτη Χένικερ Χήτον, με την πρόφαση ότι ασθενούσε, μελετούνταν το ενδεχόμενο να τον διώξουν με την κατηγορία ότι προσέβαλε αντιπρόσωπο του Βρετανού Βασιλιά. Δεν υπήρχε, όμως, ειδικός νόμος, για να μπορέσει να διωχθεί για τέτοια κατηγορία. Τον Ιούλιο 1932, ο διοικητής της Πάφου Ρ. Μπράουν (R. Browne) κάλεσε τον Λεόντιο στο γραφείο του, και του επέστησε την προσοχή στις διατάξεις του νέου νόμου, ότι απαγορευόταν οποιαδήποτε νύξη στο ζήτημα της Ένωσης και ότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα λαμβάνονταν αυστηρά μέτρα εναντίον του. Όταν, στα πλαίσια της ετήσιας περιοδείας του στα χωριά της μητροπολιτικής του περιφέρειας, τον Σεπτέμβριο του 1932, ο Λεόντιος εκφώνησε ομιλίες, αναφέρθηκε στο εθνικό ζήτημα, δίνοντας την πολυπόθητη ευκαιρία στις Αρχές, με βάση τον νέο ποινικό κώδικα, να του προσάψουν, στις 3 Νοεμβρίου 1932, οκτώ κατηγορίες, στηριγμένες και στο «Διάταγμα Αμύνης Κτήσεων τινων» (Defence for certain Possessions Order). Έτσι τον παρέπεμψαν ενώπιον του Δικαστηρίου της Λεμεσού (Κακουργιοδικείο).

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Λεόντιος σε κήρυγμά του, στις 18 Σεπτεμβρίου 1932, στο χωριό Ανώγυρα παρομοίασε όσους έδωσαν καταθέσεις εναντίον εκείνων που συμμετείχαν στα Οκτωβριανά, με τον Ιούδα, ο οποίος πρόδωσε τον Χριστό. Επίσης, στο Πραστιό, την αμέσως επόμενη μέρα, κάλεσε τους πιστούς να μην καταδίδει ο ένας τον άλλο και τους προέτρεψε να διδάσκουν τα παιδιά τους την ιστορία και τα ανδραγαθήματα των προγόνων τους, διότι οι δάσκαλοι αδυνατούσαν να το πράξουν, λόγω των κυβερνητικών απαγορεύσεων. Ακόμη, στο Πισσούρι, στις 20 Σεπτεμβρίου 1932, επέκρινε έντονα όσους είχαν δώσει μαρτυρία κατά συγχωριανών τους για συμμετοχή στην εξέγερση, τονίζοντας ότι είχαν διαπράξει προδοσία, αφού είχαν συμβάλει ώστε να φυλακιστούν άνθρωποι για την πατρίδα. Τέλος, στο πρώτο ετήσιο μνημόσυνο των πεσόντων, που τελέσθηκε στην Πάφο στις 23 Οκτωβρίου 1932, αποκάλεσε τους νεκρούς του κινήματος «άγιους και μάρτυρες του έθνους» και τόνισε ότι ο λαός θα τους θυμόταν πάντοτε για τη θυσία τους. Οι κατηγορίες αυτές στηρίζονταν σε μαρτυρίες αστυνομικών, οι οποίοι παρακολουθούσαν τα κηρύγματά του και σημείωναν όσες φράσεις αναφέρονταν στην Ελλάδα και την Ένωση .

Η δίκη του Λεοντίου διήρκεσε από τις 14 μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1932 και σε αυτήν τον συνόδευσαν μαζικά ο κόσμος και κληρικοί αξιωματούχοι. Την υπεράσπισή του ανέλαβαν έγκριτοι δικηγόροι της εποχής (Αντώνης Τριανταφυλλίδης, Ιωάννης Κληρίδης, Κρίτων Τορναρίτης, κ.λπ.). Ο Λεόντιος ομολόγησε ενοχή, κατόπιν πιέσεων αλλά και παραινέσεων και από τους δικηγόρους του αλλά και από τον Αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ’. Υπήρχε η αντίληψη ότι θα παραχωρούνταν αμνηστία σε όσους συμμετείχαν στα Οκτωβριανά, γεγονός που θα επέτρεπε και την επάνοδο των εξόριστων, οπότε θεωρούσαν ότι η ομολογία ενοχής θα βοηθούσε στην αποφυγή της όξυνσης των σχέσεων με την αποικιοκρατική Κυβέρνηση. Εξάλλου, τέθηκε και το ενδεχόμενο, εάν καταδικάζονταν κατόπιν ακρόασης, να του επιβάλλονταν ακόμα και εξορία, κάτι που ουδείς ήθελε . Έτσι, ο Λεόντιος ομολόγησε ενοχή (κάτι που ενδεχομένως δεν του ήταν και εύκολο και για την οποία μετανόησε, όπως ανέφερε κατά την απολογία στη δίκη του 1939, αναφερόμενος σε διάψευση των προσδοκιών από την αποικιοκρατική Κυβέρνηση), απολογήθηκε , και δεσμεύτηκε με έγγραφη δήλωση, ότι στο μέλλον θα ήταν πολύ πιο προσεκτικός. Διευκρίνισε, ωστόσο, άνευ βλάβης της παραδοχής του, ότι στην ομιλία του στο Πισσούρι είχε επικρίνει μόνον όσους είχαν δώσει ψευδείς καταθέσεις με βάση προσωπικά ελατήρια, και ότι δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει αντικυβερνητικές ενέργειες.

Κατόπιν της παραδοχής του αυτής, το τριμελές Δικαστήριο, με Βρετανική σύνθεση, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον βρει ένοχο. Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, να τον αθωώσει. Ως ποινή, λοιπόν, με δεδομένη και την έγγραφη δέσμευσή του, τον δέσμευσε απλά με εγγύηση 250 λιρών για περίοδο τριών χρόνων. Και βγήκε στο τέλος ο Γενικός Εισαγγελέας να τονίσει ότι τόσο ο καταδικασθείς, όσο και οι υπόλοιποι Έλληνες κάτοικοι, όφειλαν να αντιληφθούν ότι κάθε ομιλία, που σχετιζόταν με την Ένωση, εθεωρείτο, με βάση την υπάρχουσα νομοθεσία, ως στασιαστική .

Οι μετέπειτα δίκες

Ο Λεόντιος, μετά την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Κύριλλου Γ’, τον Νοέμβριο του 1933, και μετά από διάφορες απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν και στην Εκκλησία, είχε μείνει ουσιαστικά μόνος του στην Κύπρο, ο αξιότερος, ίσως, που θα μπορούσε να τύχει, εκπρόσωπος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας τη δεδομένη χρονική στιγμή, και έκανε τον αγώνα του από τη θέση του τοποτηρητή, με τις προδιαγραφές ενός Εθνάρχη.

Παρεμπιπτόντως, κατά την «Παλμεροκρατία», που εγκαθιδρύθηκε με τη συστηματικότερη σκληρή κυβερνητική πολιτική του νέου Κυβερνήτη Ρίτσμοντ Πάλμερ (Richmond Palmer), τον Δεκέμβριο του 1933, εμφανίστηκαν νόμοι και μέτρα που επέβαλλαν περιορισμούς στην ελευθερία του τύπου, της έκφρασης γενικά, της εκπαίδευσης, σε μια προσπάθεια των Άγγλων κατακτητών να ελέγξουν και τελικά να «αγγλοποιήσουν» τα πάντα, περιλαμβανομένων των συνειδήσεων. Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία ύψωνε ανάστημα κι αντιστέκονταν σε αυτή την προσπάθεια, καθ’ όλη τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας, προσπάθεια που εντάθηκε τότε, για να διατηρήσει και να τονώσει το Έθνος κι ό,τι η έννοιά του εμπερικλείει. Παρά τις διαμαρτυρίες και τα υπομνήματα, η αποικιοκρατική Κυβέρνηση αρνούνταν να συζητήσει οποιοδήποτε τέτοιο θέμα με την Εκκλησία, θεωρώντας την αναρμόδια, και δείχνοντας προφανή ενόχληση από την ανάμειξή της στην πολιτική. Δεν είχε μόνο την Αγγλοκρατία να αντιμετωπίσει ο Λεόντιος, την ανάγκη για αντίσταση στον έντονο εξαγγλισμό και την προάσπιση του Έθνους έναντι στις αποικιοκρατικές απειλές, αλλά και τον διχασμό που είχε ήδη αρχίσει στο εσωτερικό μέτωπο, μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Και αυτοτελώς το ίδιο το Αρχιεπισκοπικό ζήτημα, που επιδεινώθηκε ως το 1937, με την ευθεία και πλέον προκλητική παρέμβαση στου Πάλμερ, με νόμους, στα Εκκλησιαστικά ζητήματα, με προφανή σκοπό να ελέγξει και να υποδουλώσει και την Εκκλησία.

Η δίκη του 1938

Το 1935, ψηφίστηκε ο περί Πρόληψης του Εγκλήματος Νόμος 30/35, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου, μεταξύ άλλων, ο διοικητής μιας επαρχίας, ή ο πρόεδρος του Eπαρχιακού Δικαστηρίου, ύστερα από ένορκη πληροφορία ότι ένα πρόσωπο ήταν πιθανόν να διαταράξει την ειρήνη ή να διασαλεύσει τη δημόσια τάξη, είχε το δικαίωμα να διατάξει να παρουσιασθεί ενώπιόν του.

Ο Λεόντιος συνέχιζε στις λειτουργίες και τα κηρύγματά του να θέτει το εθνικό ζήτημα, παρά τις διάφορες απαγορεύσεις, και το έκανε και ο ίδιος κάπως προκλητικά, ίσως, αναγκάζοντας τον Πάλμερ να τον παρακολουθεί, μέσω της Αστυνομίας. Τον Απρίλη του 1938, ο Πάλμερ έκρινε πως έξι από τους λόγους του κήρυσσαν την επανάσταση, ότι με τις ομιλίες του μπορούσε να προκαλέσει εκδηλώσεις εναντίον της Κυβέρνησης. Με βάση τον Νόμο 30/35, τον παρέπεμψε και πάλι στο Δικαστήριο Λεμεσού. Ο Λεόντιος προσήλθε στο Δικαστήριο, ως συνήθως, συνοδευόμενος από πλήθος συμπαραστατών. Σε αντίθεση με τη δίκη του 1932, ενδεχομένως και θέλοντας να αποφύγει, πάλι, πιέσεις ομολογίας ενοχής για άλλους λόγους, ανέλαβε ο ίδιος να χειριστεί την υπεράσπισή του, δηλώνοντας ότι δεν είχε ανάγκη δικηγόρου. Η άσκηση τέτοιου δικαιώματος τότε, ήταν, ενδεχομένως, ένα λάθος του, υπό τις περιστάσεις.

Το Δικαστήριο ανακοίνωσε τις εναντίον του δεκαεννέα κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν τη διενέργεια ανατρεπτικών πράξεων ή προπαγάνδας, αλλά διαδίδεται ότι δεν του επέτρεψε να απολογηθεί, αρκούμενο σε παραδοχή που είχε κάνει αρχικά, σε σχέση με τα γεγονότα που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο. Είναι ασαφές το σημείο. Χρέη δημόσιου κατήγορου εκτελούσε ο βοηθός αρχηγός Αστυνομίας Τζ. Άσμορ (J. H. Ashmore), ο οποίος αγόρευσε εκθέτοντας τα γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία ο Λεόντιος για δέκα έξι συνολικά μήνες περιφέρονταν στο νησί και υποστήριζε απροκάλυπτα με τις ομιλίες του την αναγκαιότητα αλλαγής του καθεστώτος. Ακόμα και στις προσευχές του, επικαλείτο τη θεία πρόνοια για τον βασιλιά της Ελλάδας, που οι αποικιοκράτες θεωρούσαν «ξένη χώρα», και όχι για αυτόν της Μεγάλης Βρετανίας. Πρόσθετε, επίσης, ότι η στάση του έναντι του καθεστώτος είχε κορυφωθεί ύστερα από την ψήφιση των εκλογικών νόμων του 1937, οπότε επεδίωκε πάση θυσία να εξευτελίζει με τις ομιλίες του την Κυβέρνηση. Ανέφερε ένα μεγάλο αριθμό εκκλησιών, όπου είχε παραστεί ο Λεόντιος, παραθέτοντας λεπτομέρειες των κηρυγμάτων ή αποσπάσματα από προσευχές του.

Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον δημόσιο κατήγορο, επέβαλε στον Λεόντιο την ποινή του εντοπισμού στην πόλη της Πάφου για περίοδο ενός έτους, χωρίς δικαίωμα απομάκρυνσης από τα δημοτικά όρια, εκτός αν του παρεχωρείτο σχετική άδεια από τον αστυνόμο της πόλης και μόνο με αστυνομική επιτήρηση. Στη δε περίπτωση που χρειαζόταν να μετακινηθεί σε άλλη επαρχία, έπρεπε να ζητήσει σχετική άδεια από τον αρχηγό Aστυνομίας. Επίσης, τον δέσμευσε με την υποχρέωση να προσέρχεται, οπότε εκαλείτο, στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Τέλος, τον καλούσε να «διορθώσει τη συμπεριφορά του» και να συμμορφωθεί με τους υφιστάμενους νόμους, αφού ήταν Βρετανός υπήκοος.

Η δίκη του 1939

Ο Λεόντιος, από την Πάφο, συνέχισε τον αγώνα του, με τον ίδιο τρόπο, καθηλώνοντας τα πλήθη. Άτομα που έρχονταν στις ομιλίες του με φουστανέλες και ελληνικές στρατιωτικές στολές συλλαμβάνονταν. Ενόσω ο Λεόντιος βρισκόταν «εγκλωβισμένος» στην Πάφο, στις 3 Απριλίου 1939, δώδεκα μέλη της αστυνομικής δύναμης, υπό την επίβλεψη του αστυνόμου Λευκωσίας, εισήλθαν στην Αρχιεπισκοπή και ερεύνησαν το κτήριο. Διεξήγαν, επίσης, έρευνα στο ιδιαίτερο δωμάτιο και το γραφείο του Λεοντίου, στη βιβλιοθήκη, στα δωμάτια όσων διέμεναν σε αυτή και στα γραφεία τους, ακόμη και στο σκευοφυλάκιο, ενώ παραβίασαν και το υπνοδωμάτιο του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄, που παρέμενε κλειστό από τον θάνατό του .

Ο Λεόντιος αντέδρασε έντονα στην εξευτελιστική, για την Εκκλησία, κίνηση του Πάλμερ, χωρίς, όμως, να εισακούεται με οποιονδήποτε τρόπο. Όταν έληξε η ποινή του και επέστρεψε πανηγυρικά (με κωδωνοκρουσίες), συνέχισε το έργο του, πάντα υπό τη στενή παρακολούθηση της Αστυνομίας. Με βάση την ίδια νομοθεσία, με την οποία είχε καταδικαστεί ένα χρόνο προηγουμένως, οι λόγοι του θεωρούνταν «στασιαστικοί». Γι’ αυτό και του απαγγέλθηκαν νέες κατηγορίες και κλήθηκε να παρουσιαστεί ξανά στην αίθουσα του Δικαστηρίου Λεμεσού, στις 15 Μαΐου 1939. Οι κατηγορίες, που τον βάραιναν αυτή τη φορά σχετίζονταν πρόσθετα και με τις αναφορές του για την καταπίεση της Kυπριακής Εκκλησίας από το αποικιακό καθεστώς, εκτός από τις έμμεσες νύξεις του στο ζήτημα της Ένωσης. Ως αποδεικτικό υλικό, ας πούμε, παρουσιάζονταν επιστολή (που βρέθηκε κατά την προαναφερόμενη έρευηνα στην Αρχιεπισκοπή) που είχε στείλει στις 22 Μαΐου 1938 στον Αρχιμανδρίτη της Μητρόπολης Κιτίου Μακάριο Μαχαιριώτη, με την οποία τον καλούσε να αποφύγει να τελέσει δοξολογία για τα γενέθλια του βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας, επειδή η καταδιωκόμενη από τους Kυβερνώντες Εκκλησία βρισκόταν σε πένθος.

Σε μια τριήμερη δίκη, από την 15 Μαΐου μέχρι την 18 Μαΐου, ο Λεόντιος δικάστηκε, έχοντας στον πλευρό του και πάλι τους έγκριτους νομικούς της εποχής (Κρίτων Τορναρίτη, Αλέκο Ζήνων, Σωτηράκη Μαρκίδη, Χριστόδουλο Γαλατόπουλο κ.λπ.). Την πρώτη ημέρα στη δίκη ήρθε με συνοδεία περίπου 200 κληρικών, μπορείτε να φανταστείτε την εικόνα, τόσα μαύρα ράσα και καλιμάφια τι αίσθηση δημιουργούσε, επιβλητικότατη. Και πάλι σε χρέη δημόσιου κατήγορου ο βοηθός αρχηγός της Αστυνομίας, Άσμορ, ο οποίος μάλιστα, εκφεύγοντας από το κατηγορητήριο, ανέφερε κι ότι σκοπός του Λεόντιου ήταν να διαταράξει την ησυχία και να διαφθείρει τη νεολαία, προκαλώντας, ως αναμένονταν, την έντονη αντίδραση του Λεόντιου, που τον ανάγκασε να ανακαλέσει.

Η δίκη εκείνη, του 1939, ήταν ενδεικτική της προσπάθειας αφελληνισμού που γίνονταν, ειδικά στη δημόσια υπηρεσία. Μάρτυρες που στην ερώτηση εάν είναι Έλληνες, απαντούσαν ότι είναι ελληνόφωνες Κύπριοι. Ενδεχομένως και του ήδη ανεπανόρθωτα εγκαθιδρυμένα εσωτερικού διχασμού, που μέρος του οποίου στηρίχθηκε στη δημιουργία αυτής της νέας ταυτότητας, της «Κυπριακής». Η δίκη εκείνη δεν ήταν μόνον για τον Λεόντιο. Όπως αντέταξε κάποια στιγμή και ο κ. Γαλατόπουλος στον έντιμο δικαστή Wilkinson, όταν ο τελευταίος έθεσε το ερώτημα της σχετικότητας των ερωτήσεων της υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας (στην πλειοψηφία τους, πάλι, αστυνομικοί που τριγυρνούσαν παρακολουθώντας), στο εδώλιο δεν ήταν απλά ένας άνθρωπος, ο Λεόντιος, ήταν το σύμβολο ενός «εθνάρχη» (κουβέντα που ξεστόμισε εν γνώσει των απαγορεύσεων που ίσχυαν τότε και των παρεμβάσεων του Κράτους στα Εκκλησιαστικά πράγματα), και η δίκη αφορούσε και την ίδια την αυτονομία της Εκκλησίας κι ό,τι αυτή υπάρχει για να προασπίζεται: Θρησκεία, Πατρίδα, Παιδεία, τη σχέση του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας με τους Πολιτειακούς Νόμους, στην οποία, παρεμπιπτόντως, ο Λεόντιος είχε εντρυφήσει, κάνοντας τη διατριβή του, με αναφορά όμως στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (οπότε ήταν θέμα που και το κατείχε και τον άγγιζε ιδιαίτερα). Ήταν μια δίκη διεκδίκησης Εκκλησιαστικών προνομίων. Μια… ιστορική (πολιτική κατά βάση) δίκη. Ο Λεόντιος, ο οποίος επενέβη πολλές φορές κατά τη δίκη του, απολογήθηκε την τελευταία ημέρα της δίκης, καταλήγοντας, με έναν τρόπο που καθήλωσε και την έδρα, ότι θα εξακολουθούσε να αγωνίζεται για την Εκκλησία, την Παιδεία και τα εθνικά ιδεώδη, όπως όριζε το αρχιερατικό του καθήκον.

Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, πριν να ανακοινώσει την απόφασή του, προέβη σε ειδική δήλωση για την εξαιρετική εντύπωση, που του προξένησε η ρητορική δεινότητα του Λεοντίου, την οποία θεώρησε ως βασικό παράγοντα επηρεασμού των λαϊκών μαζών. Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, σε συνάρτηση με το πολιτικό περιεχόμενο των ομιλιών του και το γεγονός ότι είχε αγνοήσει σχετικές υποδείξεις, που του έγιναν στο παρελθόν, θα εξέδιδε καταδικαστική απόφαση σε βάρος του. Aνακοίνωσε δε, ότι του επέβαλλε την ίδια ποινή, όπως και ένα χρόνο προηγουμένως, δηλαδή αυτή του εντοπισμού στην πόλη της Πάφου για περίοδο ενός έτους, κατά την οποία θα τελούσε υπό αστυνομική επιτήρηση.

Εισήγηση

Μένοντας στο κομμάτι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μια εποχή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα τολμούσε, κανείς, να πει ότι οι νόμοι της δικτατορικής περιόδου, παρενέβαιναν δυσανάλογα, στο δικαίωμα που ο καθένας έχει για ελευθερία στην έκφραση, όπως σήμερα κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και βέβαια το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνουν, υπέρ του οποίου και η νομολογία του ΕΔΔΑ φαίνεται να κλίνει, ειδικά όσον αφορά τον πολιτικό λόγο. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι παραβιάζουν κι άλλα ακόμα ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί σταδιακά εντάθηκαν οι απαγορεύσεις, απαγορεύθηκαν και τα κόμματα, η ελεύθερη συνάθροιση που θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικό κίνδυνο, απαγορεύθηκε η ανύψωση της Ελληνικής σημαίας, η κυκλοφορία χαρτών της Ελλάδας που περιείχαν και την Κύπρο ως Ελληνική επικράτεια, οι μαθητές διδάσκονταν υποχρεωτικά αγγλικά και έψελναν μόνον τον αγγλικό εθνικό ύμνο, κ.λπ.. Δεν ήταν ο κόσμος ανέκαθεν σοφός, όσον αφορά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», αυτά τα αυτονόητα «ανθρώπινα δικαιώματα». Όχι μόνον στη μικρή μας Κύπρο. Παντού. Χρειάστηκε κι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που δεν άργησε να ακολουθήσει τις εγχώριες δίκες του Λεόντιου. Κι ακόμα αναζητούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, μέσα σε σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες.

Το έργο του Δικαστηρίου και εν γένει της ανεξάρτητης δικαιοσύνης, σε κάθε περίοδο τέτοιων ή παρόμοιων πολιτικοκοινωνικών ταραχών ή κρίσεων, είναι δύσκολο. Πολλές φορές, τα Δικαστήρια καλούνται να διατηρήσουν τις θεσμικές και άλλες ισορροπίες ή κάνουν τον δικό τους ιδιαίτερο αγώνα, μέσα από την εφαρμογή του ισχύοντος θετού δικαίου, μέσα από τις σύμφυτες εξουσίες τους, μέσα από τον ρόλο τους, για να φροντίσουν τον άνθρωπο και την κοινωνική ειρήνη, αυτά τα οποία διαχρονικά θα πρέπει να υπηρετεί το δίκαιο. Οι νόμοι, εργαλεία που θα πρέπει να υφίστανται για τον ίδιο σκοπό, κάποιες φορές είναι κακοί κι άλλες καλοί. Σε δύσκολες περιόδους, υπάρχουν πολλοί κακοί νόμοι.

Δεν κρίνω τις δίκες του Λεόντιου ως «άδικες δίκες», με εξαίρεση κάποια στοιχεία (π.χ. την διαδεδομένη έστω, «μη επίτρεψη απολογίας του» στη δίκη του 1938, στη μόνη δίκη που επέλεξε να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς τη χρήση δικηγορικών υπηρεσιών). Αρχίζοντας από τη δίκη του 1932, ενώ ο τροποποιητικός νόμος του Στορς, του 1932, πρόβλεπε αυστηρές ποινές σε όσους ενεργούσαν στασιαστικές πράξεις (ήταν νόμος στον οποίο επαναπαύθηκε η αποικιοκρατική Κυβέρνηση για να επιτρέψει την επάνοδο του «επικίνδυνου» Λεόντιου στην Κύπρο), η «ποινή» που τελικά επιβλήθηκε στον Λεόντιο, δικαστικά, το 1932, ήταν η υπογραφή εγγύησης για την τήρηση της τάξης. Ήταν ποινή που χρησιμοποιείται και σήμερα ευρέως στη δικαστική πρακτική ως «εναλλακτική ποινή», σε περιπτώσεις διάπραξης μειωμένης σοβαρότητας αδικημάτων. Αυτή η ποινική μεταχείριση, υπό τις τότε περιστάσεις, από ένα Κακουργιοδικείο εκείνης της εποχής, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως πολύ επιεικής, λέγοντας πράγματα και για τον ρόλο των Δικαστηρίων και της Δικαιοσύνης, σε εκείνη τη δύσκολη περίοδο.

Η καταδίκη του και ο εκτοπισμός του στην ωραία Πάφο, που του επιβλήθηκε το 1938 και 1939 αντίστοιχα, δεν υποδηλώνει τόσο αυστηρή ποινική μεταχείρισή του από τα Δικαστήρια της εποχής. Παρά το ότι θα μπορούσε να εκληφθεί ότι γίνονταν και προσπάθεια παρέμβασης και στα της δικαιοσύνης, με τη θέσπιση συνεχώς αυστηρών νόμων και διαταγμάτων, φωτογραφικών νόμων, ή απλά με την πολυνομοθεσία της εποχής. Η δικαστική αντιμετώπιση του Λεόντιου, προφανώς, δεν είχε ως σκοπό την εξόντωση του έργου του, όσο κι αν επρόκειτο για καταδίκες και ποινές κατ’ εφαρμογή νόμων που σήμερα ευλόγως δεν θα μπορούσαν να ισχύουν. Απεναντίας, δείχνουν ότι και η ίδια η Δικαιοσύνη της εποχής, εκτιμούσε ή σέβονταν τη δράση του Λεόντιου, έστω υπό τέτοιες συνθήκες, της άφησε περιθώρια και τούτο παρά την επίμονα «στασιαστική» συμπεριφορά του Λεόντιου. Και ο Λεόντιος, ακόμα κι αν προσεγγίσουμε το περιεχόμενο των λόγων του με γνώμονα την ελευθερία της έκφρασης και μέσα στο δικό της φίλτρο, δεν αποκλείεται, σε ορισμένα σημεία, να είχε υπερβεί το όριο, γιατί δεν ασκούσε δικαίωμα, μα έκανε αγώνα, αντιαποικιοκρατικό αγώνα.

Eίναι αξιοσημείωτο ότι την ίδια περίοδο της δίκης του Λεόντιου το 1939 διώχθηκαν και οι Αρχιμανδρίτης Μακάριος Μαχαιριώτης και Έξαρχος Ιερώνυμος, οι οποίοι είχαν οργανώσει την υποδοχή του του Λεόντιου, και οι νεωκόροι των ναών τους, με βάση κατηγορίες που στηρίζονταν σε νόμο που απαγόρευε την κωδωνοκρουσία εκτός από τις περιπτώσεις που ήταν συνδεδεμένη με την τέλεση θείας λειτουργίας, επειδή οι μεν έδωσαν οδηγίες για να κτυπήσουν οι καμπάνες κατά την προσέλευση του Λεοντίου και οι δε τις εκτέλεσαν. Τους εν λόγω ιερωμένους το Δικαστήριο τους είχε καταδικάσει σε χρηματικό πρόστιμο και τους υπόλοιπους σε παρόμοια ποινή ή σε χρηματική εγγύηση, σε μια περίοδο και οικονομικής κρίσης. Τον ίδιο τον Λεόντιο, απλά τον περιόρισε 1 χρόνο ακόμα στην Πάφο, από όπου θα μπορούσε να συνεχίσει το έργο του, όπως άλλωστε ο ίδιος είχε δηλώσει. Άλλοι κατηγορούμενοι της ίδιας εποχής θα μπορούσαν να είχαν φυλακιστεί κατ’ εφαρμογή τέτοιων νόμων.

Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει να επανεκδικαστεί ο Λεόντιος κι όχι όλοι οι κατηγορούμενοι της ίδιας εκείνης εποχής ή όποιας άλλης είχε νόμους που σήμερα μπορούν να μας φαίνονται άδικοι ή κακοί νόμοι; Εάν οι δίκες του Λεόντιου δεν ήταν, εκ του αποτελέσματος, άδικες δίκες, με βάση τα τότε δεδομένα, προς τι η επανεκδίκασή του;

Ο Λεόντιος δεν άξιζε άλλης δικαστικής αντιμετώπισης, αλλά… άλλης εποχής. Η μήπως, και πάλι, όχι. Γιατί σε τέτοια εποχή, αναδείχθηκε και κατάφερε να συμβάλει κι αυτός στο να είμαστε εμείς σήμερα εδώ, να μιλάμε ελεύθερα και Ελληνικά. Θα μπορούσε, άραγε, η δική μας εποχή να αναδείξει τον Λεόντιο ή δεν υπάρχουν πλέον φυσιογνωμίες τέτοιες όπως ο Λεόντιος; Σήμερα που έχουμε, ίσως, ίδια ή παρόμοια ζητήματα, με άλλες μορφές.

Εδώ, όμως, σήμερα, βρισκόμαστε για να δικάσουμε εμείς τον Μητροπολίτη Πάφου Λεόντιο. Για ποιο πράγμα; Με ποιο δίκαιο;

Με το τότε δίκαιο, αναπόδραστα ένοχος, μα με την επιεικέστερη δυνατή μεταχείριση (όπως και τότε).

Με το σημερινό δίκαιο, κατά πάσα πιθανότητα, αθώος, όπως όμως και πολλοί άλλοι κατάδικοι της ίδιας δικτατορικής περιόδου.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.