Ο ρόλος του ποινικού μητρώου στην επιμέτρηση της ποινής

 

(πλαίσιο: χαλαρές συζητήσεις θεμάτων επικαιρότητας με φοιτητές και νέους νομικούς, 15.12.2018)

Μια χρήσιμη δημοσιογραφική παρέμβαση προσφάτως, με αφορμή ποινή που επιβλήθηκε για έγκλημα σεξουαλικής φύσης και θεωρήθηκε από αρκετούς χαμηλή (κανένα σχόλιο επ’ αυτού), αφορούσε τον ρόλο του λευκού ποινικού μητρώου ως μετριαστικού παράγοντα σε περιπτώσεις όπου η υπό κρίση εγκληματική συμπεριφορά είναι σοβαρή και επαναλαμβανόμενη, από αυτές που, δυστυχώς, δεν ανοίγουν εύκολα τα στόματα για να καταγγελθούν στην Αστυνομία ώστε να προκύψουν και προηγούμενες ποινικές καταδίκες. Πρέπει  να υπάρχει, άραγε, κι αν ναι, ποιος (πρέπει να) είναι ο ρόλος του ποινικού μητρώου στη διαδικασία καθορισμού/επιμέτρησης της ποινής γενικά, είτε αυτό είναι βεβαρυμένο είτε αυτό είναι «λευκό»; Εάν η ύπαρξη «λευκού ποινικού μητρώου» τυγχάνει εισήγησης ως ελαφρυντικός παράγοντας από την υπεράσπιση κατά τον μετριασμό της ποινής, και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς αξιολόγησής του, με την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν αγνοεί την εισήγηση εντελώς σαν να μην έγινε, σημαίνει κιόλας ότι έχει κάνει δεκτή κάποια ελαφρυντική επενέργειά του· μπορεί/θα πρέπει μήπως να τυγχάνει διακριτά χειρισμού, αφενός η αποδοχή ή απόρριψη ενός προσφερόμενου παράγοντα ως μετριαστικού, αφετέρου η συμπερίληψή του στο σύνολο, στο σώμα, των παραγόντων που τελικά ζυγίζονται;

Όπως λέει ο Shakespeare, «Μen’s evil manners live in brass: Their virtues we write in water» (Henry VIII, act 4, scene 2, line 45), εκφράζοντας την ανέκαθεν υπαρκτή ανθρώπινη τάση, που ενθάρρυναν κι οι θρησκείες, οι κακές συμπεριφορές των ανθρώπων, οι αμαρτίες τους, να διατηρούνται, να αρχειοθετούνται, να τυγχάνουν υπόμνησης. Για να αντιμετωπίζονται ως σύνολο, όπου προσθέτει πληροφορία για το πρόβλημα, το στοιχείο της υποτροπής (διορθωτική/θεραπευτική θεώρηση). Για να χαρακτηρίζουν ή να στιγματίζουν τελικά και τον άνθρωπο ως φορέα τόσων κακών (τιμωρητική θεώρηση). Για να ενημερώνουν ή να προειδοποιούν άλλους για τον κίνδυνο που απορρέει από το δεδομένο ιστορικό του ατόμου ενόσω αυτό υπάρχει κι ως εκτιμάται επίσης με τις δυναμικές της υποτροπής (κοινωνική θεώρηση). Κάτι τέτοιο συνιστά και το ποινικό μητρώο, το μητρώο στο οποίο καταχωρούνται και αναφέρονται οι καταδίκες από ποινικό δικαστήριο, συχνότερα (πλέον) για τέτοιο χρονικό διάστημα αναλόγως της φύσης του αδικήματος. Κάτι που δεν συμβαίνει με τις αρετές των ανθρώπων, με τα καλά που έχουν καταφέρει· γι’ αυτά, τα οποία θα πρέπει να είναι δεδομένα, αμέτρητα, ανεξάντλητα και συνεχώς ρέοντα, δεν υπάρχει κανένα μητρώο, συχνά και καμία υπόμνηση, ουδέποτε ζητείται να προσκομιστεί τέτοιο… μητρώο (το οποίο υποκαθιστά, σε ορισμένες περιπτώσεις, το βιογραφικό σημείωμα, όταν αυτό μετατρέπεται σε κατεβατό κατορθωμάτων κι αυτοεπαίνων που κυνηγούνται και καταγράφονται, με πάσα λεπτομέρεια).

Το βεβαρυμένο ποινικό μητρώο ήταν ανέκαθεν παράγοντας που λαμβάνονταν υπόψη, νοείται επιβαρυντικά. Συχνά, κι ο ίδιος ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας τη σημαντικότητα των προηγούμενων καταδικών, επεκτείνει το προβλεπόμενο ποινικό πλαίσιο σε περιπτώσεις υποτροπής, ορίζει δηλαδή ότι, εάν η ποινή για ένα έγκλημα είναι η φυλάκιση μέχρι και 12 μήνες, σε περίπτωση που υπάρχει προηγούμενη καταδίκη για το ίδιο έγκλημα, η ποινή να μπορεί να είναι μέχρι και 24 μήνες. Ακόμα και στην Αρχαία Αθήνα, η καταδίκη για ψευδορκία επέφερε ποινή προστίμου, αλλά η τρίτη καταδίκη για ψευδορκία μπορούσε να επιφέρει και απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων. Η νομοθετική επιβάρυνση είναι μηχανική και πλέον, κατά κάποιους, θα πρέπει να αποφεύγεται, εφόσον από ένα σημείο και μετά μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμβαίνει στο έργο του Δικαστηρίου να εκτιμά το ίδιο τους περιστατικούς και προσωπικούς παράγοντες για σκοπούς επιβολής ποινής. Η διαχρονική κοινή αντίληψη, δικαστική, νομοθετική, κοινωνική ευρύτερα (που ήδη και στα κείμενα του Πλάτωνα μπορεί να εντοπιστεί) είναι ότι η υποτροπή χρήζει πιο αυστηρής ποινικής μεταχείρισης. Γιατί η υποτροπή χρήζει πιο αυστηρής ποινικής μεταχείρισης; Έχουν δοθεί και μπορούν να δοθούν πολλές και διάφορες εξηγήσεις, που έχουν να κάνουν με την ίδια την αντίληψη της έννοιας της υποτροπής και των σκοπών της ποινής μέσα στο όλο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Μάλλον, θα ξεφύγουμε. Ας μείνουμε στο ποινικό μητρώο, προς το παρόν, και θα γίνουν και κάποιες νύξεις στη συνέχεια.

Επιβαρυντικά λειτουργεί το βεβαρυμένο ποινικό μητρώο και σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Εξ ου και συχνά ζητείται ακόμα και σήμερα απόδειξη ότι αυτό δεν υπάρχει, υπό τη μορφή βεβαίωσης ότι αυτό είναι «λευκό», καθαρό, τεκμαίροντας ότι, εάν υπάρχει, μειονεκτεί ο φορέας του έναντι άλλων κοινωνών ή ακόμα είναι ακατάλληλος για το ζητούμενο. Αν και με κάποια άλλη οπτική, πιο σύγχρονη, συναρτώμενη με τη θεραπευτική προσέγγιση του δικαίου σ’ ένα οργανωμένο κράτος, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών σημαίνει και την ήδη υφιστάμενη ένταξη του συγκεκριμένου φορέα σε υπαρκτούς μηχανισμούς συμπεριφορικού ελέγχου, ότι υπέστη σωφρονισμό ή αναμόρφωση, ότι είναι πιο ασφαλής από κάποιον που δεν πέρασε από τις ίδιες ελεγκτικές οδούς και διαδικασίες (οπότε, μεταξύ άλλων, κι η προσοχή στρέφεται στη συνέχεια και ωφελιμότητα των κοινωνικών ελεγκτικών ή αναμορφωτικών μηχανισμών επί του συγκεκριμένου προσώπου).

Κάτι σαν να ήταν, ας πούμε, το ποινικό μητρώο, ο ιατρικός φάκελος ασθενούς. Μπορεί να υπάρχει και να είναι βεβαρυμένος, χωρίς να σημαίνει ότι το πρόσωπο στο οποίο αφορά εξακολουθεί να ασθενεί ή ότι δεν ελέγχει το όποιο πρόβλημά του, έχοντας περάσει από οδούς και διαδικασίες ιατρικού ελέγχου, σε αντίθεση με κάποιον ο οποίος δεν έχει επισκεφθεί οποτεδήποτε κάποιον ιατρό. Ανάλογα, κάποιοι ζητούν βεβαιώσεις ότι ένα πρόσωπο είναι υγιές (π.χ. από τους καθηγητές στον δημόσιο τομέα και πλέον στον ιδιωτικό), να προσκομίσει αποτελέσματα συγκεκριμένων ιατρικών εξετάσεων. Αν και υπάρχουν πολλά επιμέρους θέματα προς συζήτηση και σε αυτή την περίπτωση, μένοντας στη συνάρτηση του ποινικού μητρώου με τον ιατρικό φάκελο, κατ’ επέκταση αυτής, με την ίδια κοινωνική σημασία ιδωμένη μέσα από την αρχή της ισότητας, ο κατέχων τέτοιο βεβαρυμένο μητρώο/φάκελο, δεν μπορεί να αποκλείεται εκ προοιμίου από την κοινωνική ζωή, και δεν πρέπει να στερείται δικαιωμάτων για τον λόγο αυτό. Άρα, γιατί θα πρέπει να επενεργεί κι αυτό το ποινικό μητρώο καθόλου στην επιμέτρηση κάποιας ποινής, σε αυτή την κοινωνική μεταχείριση; Ο συσχετισμός του ποινικού μητρώου με τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς αυτό ακριβώς εξηγεί με έναν πιο παραστατικό τρόπο: ότι ο βεβαρυμένος ποινικός ασθενής συχνά χρειάζεται μια πιο εντατική θεραπεία (κοινωνική παρέμβαση), από ότι ο πιο υγιής, που τέλεσε ένα ποινικό αδίκημα κάποια στιγμή στη ζωή του.

Το λευκό ποινικό μητρώο, από την άλλη, περισσότερο προέκυψε ως εν δυνάμει ελαφρυντικός παράγοντας εξ αντιδιαστολής· δηλαδή, με την έννοια της μη ύπαρξης του επιβαρυντικού παράγοντα του βεβαρυμένου ποινικού μητρώου, σε μια προσπάθεια υποστήριξης ότι το αδίκημα για το οποίο πρέπει να επιβληθεί η ποινή είναι εκτός χαρακτήρα ή μεμονωμένο περιστατικό που δεν υποδηλώνει έξη ή ότι ο πρότερος βίος είναι «έντιμος», και μέσα απ’ αυτή τη διάσταση και εντός του ίδιου πλαισίου ποινής, ότι γι’ αυτό χρήζει την επιεικέστερη δυνατή ποινική μεταχείριση, δηλαδή να κινηθεί, το Δικαστήριο, στα κατώτερα ποινολογικά στρώματα. Όλα ρευστά, προφανώς. Κάποιος θα μπορούσε να πει, μέσα στην όλη σχετικότητα αυτού του κεφαλαίου των επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων, ότι η χρήση του λευκού ποινικού μητρώου εξ αντιδιαστολής ως ελαφρυντικού παράγοντα συνιστά τελικά και λογικό σφάλμα. Επειδή όλοι, αυτονόητα, θα πρέπει να έχουμε ένα λευκό ποινικό μητρώο, δηλαδή να μην εγκληματούμε, ώστε το κανονικό, το φυσιολογικό, το αναμενόμενο, το απαιτούμενο, να μην πρέπει να έχει και κάποια πρόσθετη ελαφρυντική επίδραση, να μην χρήζει ιδιαίτερης επιβράβευσης. Η άλλως πώς, η απουσία επιβαρυντικού παράγοντα, δεν συνιστά ταυτόχρονα ύπαρξη ελαφρυντικού παράγοντα.

Η «έκπτωση υπέρ του πρωτόπειρου» εγκληματία, την οποία υποδηλώνει, κατά τεκμήριο (όχι πάντα), η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου, που είναι κι ένας από τους συχνότερα χρησιμοποιούμενους μετριαστικούς παράγοντες, δεν αντιστρατεύεται το κανονικό και αυτονόητο (ότι δεν θα πρέπει να εγκληματεί, κανείς)· ποινή θα επιβληθεί ούτως ή άλλως, και επιβάρυνση του ποινικού μητρώου θα υπάρξει, και η «επιβράβευση» δεν είναι με αναφορά τον μέσο κοινωνό, αυτόν που δεν εγκληματεί. Εκφράζει την ανάγκη αυτή η ποινή να είναι πιο επιεικής πάντα μέσα στο ίδιο ποινικό πλαίσιο, απ’ ότι θα μπορούσε να ήταν σε κάθε άλλη περίπτωση όπου συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, που δεν είναι κατ’ ανάγκη μόνον η περίπτωση της ύπαρξης προηγούμενων καταδικών. Κάπου εκεί, στην εύρεση της λογικής του νοήματος επίκλησης του λευκού ποινικού μητρώου για την ανάδειξη γεγονότος ότι μια εγκληματική συμπεριφορά ήταν μεμονωμένη ή εκτός χαρακτήρα κ.λπ., βρίσκει δυσκολία κατανόησης η επίκληση του ίδιου σε περιπτώσεις όπου η επίδικη εγκληματική συμπεριφορά ήταν εξακολουθούμενη ή τέτοια που υποδηλώνει υπόστρωμα έξης, όπως συχνά συμβαίνει στα εγκλήματα σεξουαλικής φύσης. Εκεί, άραγε, εξουδετερώνεται η όποια σχετικότητα του παράγοντα «λευκό ποινικό μητρώο» ως ελαφρυντικού; Κάποιες φορές μπορεί, ναι. Βέβαια, κι εκεί, κάποια επίκληση του «λευκού ποινικού μητρώου», θα μπορούσε να πει, κανείς, είναι προς ανάδειξη έλλειψης εγκληματικής συμπεριφοράς άλλου είδους, ότι κάποιος δεν επιδίδεται ευρύτερα σε κάθε είδους εγκληματική συμπεριφορά, αλλά στη συγκεκριμένη, για τους συγκεκριμένους λόγους, που να εξηγεί, εάν θεωρεί ότι αυτοί ελαφρύνουν την όλη κατάσταση.

Ενδεχομένως, σημασία να έχει τελικά ο τρόπος κι ο λόγος επίκλησης του «λευκού ποινικού μητρώου», σε κάθε περίπτωση, που θα μπορούσε να μην είναι ακριβώς επίκληση τέτοιου λευκού ποινικού μητρώου (προκλητικά) για να αναδειχθεί τάχα πρότερος (κατά τα λοιπά) «έντιμος» βίος κ.λπ., αλλά απευθείας εστίαση στο σκοπούμενο ν’ αναφερθεί, στην έλλειψη προηγούμενων καταδικών για άλλης φύσης αδικήματα, που υποδηλώνει απλά συγκεκριμένο ρεπερτόριο (μαζί με οτιδήποτε άλλο). Στον βαθμό που αυτό μπορεί να έχει σημασία, γιατί κι η μη ποικιλία ρεπερτορίου δεν αποχαρακτηρίζει τη συμπεριφορά ή τον δράστη, με την έννοια ότι συχνότερα οι δράστες εστιάζουν σε εγκλήματα ίδιας κατηγορίας ή φύσης (π.χ. κλοπή/διαρρήξεις, αδικήματα σχετικά με ουσίες, σεξουαλικής φύσης εγκλήματα, κ.λπ.), ή που το ένα φέρνει το άλλο και υπάρχει τέλος πάντων μια κοινωνιολογική και ψυχολογική διασύνδεση κι αλληλουχία μεταξύ τους. Αντίστοιχα, είναι εφικτή η αναζήτηση επεξήγησης κι από το Δικαστήριο, γιατί η υπεράσπιση εισηγείται συγκεκριμένο ελαφρυντικό, ως τέτοιο. Ίσως κι η από μέρους του Δικαστηρίου διακριτή αξιολόγηση, πρώτα ως προς το κατά πόσον μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας κάτι, υπό τις περιστάσεις, και δεύτερον, τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτό, υπό τις ίδιες περιστάσεις, ακόμα κι αν λαμβάνονταν υπόψη. Μερικοί ελαφρυντικοί παράγοντες μπορούν να τύχουν εισήγησης και να αξιολογηθούν αλλά, όπως λένε και τα Αμερικανικά Δικαστήρια (και σε παρόμοιες περιπτώσεις, σαν αυτήν για την οποία η αφορμή) να είναι «not sufficiently substantial to call for leniency». Μια κρίση, όμως, που θα πρέπει να υπάρξει, ακόμα κι έτσι, ότι το λευκό ποινικό μητρώο δεν είναι ουσιωδώς επαρκές για να λειτουργήσει ελαφρυντικά, υπό τις περιστάσεις.

Δεν είναι απλά τα περισσότερα ζητήματα που θεωρούμε τέτοια, γι’ αυτό δεν θα πρέπει να βιαζόμαστε να κρίνουμε ή και να εκφέρουμε απόψεις. Ενδεικτικό της πολυπλοκότητας των συγκεκριμένων για τα οποία μιλάμε είναι το γεγονός ότι απασχολούν εδώ και δεκαετίες τη σύγχρονη νομική σκέψη, εάν θα πρέπει, πλέον, να σχετίζεται καθόλου το ποινικό μητρώο με τη διαδικασία καθορισμού/επιμέτρησης ποινής. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, με αφορμή αλλά και μετά τη ψήφιση της Criminal Justice Act 1991, υπήρξε ένας έντονος διάλογος, στα νομικά επαγγελματικά και ακαδημαϊκά στρώματα, αλλά και από τα ΜΜΕ, όταν επιχειρήθηκε νομοθετικός περιορισμός της δυνατότητας του δικαστηρίου να χρησιμοποιεί τις προηγούμενες καταδίκες, αντιδράσεις που οδήγησαν σύντομα σε τροποποίηση, με την Criminal Justice Act 1994, εκδοχή που συνενώθηκε με την Sentencing Act, και τελικά με την Criminal Justice Act 2003. Η νομοθετική δυσκολία που παρουσιάστηκε τότε έσπρωξε στο φως διάφορες θεωρίες ή πιθανές προσεγγίσεις, που πρέπει να διαβάσει, κανείς, μα κυρίως το γεγονός ότι υπάρχει διάσταση σε αυτές, που βρίσκει βαθύτερες ρίζες, στην ίδια τη φιλοσοφία του δικαίου, μέσα και από το φρεσκότερο πρίσμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μεταξύ όσων λέχθηκαν τότε (μένοντας στο πιο ξεκάθαρο, στο βεβαρυμένο ποινικό μητρώο), ήταν το εξής, πολύ ενδιαφέρον: η ποινή θα πρέπει να τυγχάνει καθορισμού/επιμέτρησης με βάση το έγκλημα στο οποίο αυτή αφορά, κι όχι με βάση οποιοδήποτε άλλο, για το οποίο μάλιστα επιβλήθηκε ήδη ποινή, γιατί η επιβαρυντική επενέργεια του παλαιού εγκλήματος, δια του νέου εγκλήματος, θα μπορούσε να σημαίνει βασικά και τιμώρηση ξανά για το ίδιο αδίκημα. Έναντι ενός τέτοιου συνειρμού (που δεν αποκλείεται να απασχολήσει ξανά στο μέλλον, γιατί είναι ωραίος, όχι μόνον στην Αγγλία, όπου μπορούμε να έχουμε Sentencing Guidelines που αναθεωρούνται κάθε τόσο, αλλά γενικά), η νομική διάσωση της χρησιμότητα των προηγούμενων καταδικών και σήμερα, ήταν δια της διασύνδεσής τους με την εκτίμηση της σοβαρότητας του υπό κρίση αδικήματος. Δηλαδή μ’ έναν άλλο παράγοντα που άλλοτε χρησιμοποιείται ως αυτοτελώς επιβαρυντικός. Με κάποια λογική ότι αλλιώς εκτιμάται ένα αδίκημα που διαπράττεται για πρώτη φορά από τον κατηγορούμενο κι αλλιώς ένα αδίκημα που διαπράττεται μετά από προηγούμενες καταδίκες του ιδίου (αυτή η διάκριση του πρωτόπειρου και του έμπειρου, που λέγαμε), ώστε ο λόγος να μην είναι ουσιαστικά για επιβαρυντική επενέργεια του παλαιού αδικήματος ή για τιμώρηση χαρακτήρα, αλλά για εκτίμηση της σοβαρότητας του παρόντος αδικήματος (στην οποία επενεργούν προσδιοριστικά τα υπόλοιπα), κι επιβολή ποινής λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη σοβαρότητα.

Αν, και πάλι, η αντίφαση είναι ότι για τον έμπειρο εγκληματία, ένα αδίκημα δεν είναι (δεν εκλαμβάνεται αναγκαστικά) το ίδιο σοβαρό, όσο για τον πρωτόπειρο, άρα πώς η σοβαρότητα χρησιμοποιείται στη φάση και για τον σκοπό της εξατομίκευσης. Εν πάση περιπτώσει, η σοβαρότητα προσεγγίζεται περισσότερο αντικειμενικά, λ.χ. εκ του νομοθετικού πλαισίου (γι’ αυτό συχνά ακούμε «έχω/έχουμε λάβει υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή αντανακλάται από το ύψος της προβλεπόμενης στον νόμο ποινής»…), όχι όπως αυτή εκλαμβάνεται από τον δράστη, οπότε μια επαναλαμβανόμενα σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά απαντά διαφορετικά στον κοινωνικό κίνδυνο, ώστε να δικαιολογεί, κατ’ αυτή την αντίληψη, σοβαρότερη ποινική μεταχείριση. Η συνάρτηση του βεβαρυμένου ποινικού μητρώου με τη σοβαρότητα του αδικήματος, όμως, παρόλο που αντανακλά και υποκειμενικά, δίνει βάση στο ότι η επαναλαμβανόμενη εγκληματική δράση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον σκοπό της ύπαρξης του ποινικού νόμου, με τη νομιμότητα, σε ένα σοβαρότερο βαθμό και επίπεδο. Άλλες φορές ακούμε να αναφέρεται  ή λέμε και πως μια εγκληματική συμπεριφορά «έχει καταντήσει μάστιγα στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια» κι εκείνος ο υπο-παράγοντας σοβαρότητας προσμετρά με παρόμοιο τρόπο.

Επιστρέφοντας, όμως, έτσι, στην αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο, εάν το ζητούμενο είναι η εκτίμηση της σοβαρότητας του υπό κρίση αδικήματος, η ίδια η αναφορά ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενων καταδικών για ίδιας ή άλλης φύσης αδικήματα ή θετικά διατυπωμένο ότι υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο, όταν είναι να επιβληθεί ποινή για συγκεκριμένο πολύ σοβαρό αδίκημα, αρχίζει να προβληματίζει και πάλι. Τι επίδραση να μπορεί να έχει στην εκτίμηση της σοβαρότητας του υπό κρίση αδικήματος και κατ’ επέκταση στον καθορισμό/επιμέτρηση της ποινής γι’ αυτό, λόγου χάριν για βιασμό σε διάφορες χρονικές στιγμές , το γεγονός ότι ο δράστης δεν διέπραξε ποτέ στο παρελθόν διάρρηξη ή το ότι δεν άναψε τσιγάρο σε κλειστό χώρο ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να συνιστά ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά; Διέπραξε βιασμό μία, δύο, τρείς φορές, όπως ας πούμε αποδεικνύεται και επί αυτής της συμπεριφοράς καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, κι η σοβαρότητα αυτής θέτει εκτός πεδίου τη δυνατότητα έκπτωσης ή μετριασμού ή ελάφρυνσης λόγω απουσίας προηγούμενων καταδικών. Αυτή ήταν η βάση και του δημόσιου προβληματισμού και στην προαναφερόμενη περίπτωση, για την ποινή που θεωρήθηκε χαμηλή, όπου και κάποιος από τους δημόσιους σχολιαστές είπε, μάλιστα, ότι σε τέτοια αδικήματα δεν θα πρέπει να υπάρχουν γενικά ελαφρυντικοί παράγοντες (κανένα ελαφρυντικό!). Ας μείνουμε όμως στην εκδοχή της εξουδετέρωσης του συγκεκριμένου παράγοντα ως ελαφρυντικού.

Και πάλι, κάτι τρέχει στην τροχιά του λογικού σφάλματος. Γιατί, ακόμα κι αν συνδέεται, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, με την εκτίμηση της (δεδομένης) σοβαρότητας για το υπό κρίση αδίκημα, δεν συνδέεται όμοια με την ίδια η απουσία προηγούμενων καταδικών (το λευκό ποινικό μητρώο), για να αποχαρακτηρίσει ένα αδίκημα από σοβαρό σε κάτι άλλο. Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι ένα πράγμα, δεδομένο, που λαμβάνεται υπόψη σε αυτή την περίπτωση και διαμορφώνεται η κρίση σχετικά με αυτήν (αναλόγως και εάν υπάρχουν ή όχι προηγούμενες καταδίκες, όπου εάν υπάρχουν προσθέτουν και εάν δεν υπάρχουν δεν προσθέτουν, χωρίς να αφαιρούν). Το ότι χρησιμοποιείται το ποινικό μητρώο μια φορά ως δεδομένο για τη διαμόρφωση μιας τέτοιας κρίσης, περί της σοβαρότητας του αδικήματος ως αυτό τελέστηκε από τον συγκεκριμένο δράση, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και συνδεόμενο με οτιδήποτε άλλο πλην της σοβαρότητας του αδικήματος. Διατηρώντας και κατά νου ότι ο λόγος γίνεται πάντοτε για παράγοντες που συμβάλλουν στον καθορισμό/επιμέτρηση της ποινής κι όχι σε οτιδήποτε άλλο επιστρέφει γενικευμένα στη θεώρηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Για να τηρηθούν πάντως κι οι αρχές της προβλεψιμότητας/νομιμότητας, της αναλογικότητας και της ισότητας, που έχει υπόψη του το Δικαστήριο καθορίζοντας και τελικά επιβάλλοντας ποινή. Εκ των πραγμάτων, οι ελαφρυντικοί παράγοντες σε ένα σοβαρό έγκλημα, περιορίζονται στο (έστω μικρότερο) περιθώριο που μένει, για να μην λεχθεί κιόλας ότι η αντικειμενικά θεωρούμενη τεράστια σοβαρότητα ενός αδικήματος επισκιάζει τα πάντα ώστε να μην αφήνει καθόλου οποιοδήποτε περιθώριο εξατομίκευσης της ποινής. Γι’ αυτό το περιθώριο εξατομίκευσης ουσιαστικά μιλάμε, που πάντα υπάρχει, όσο σοβαρό κι αν είναι ένα αδίκημα, αντικειμενικά ή υποκειμενικά.

Κι αυτό, όμως, δεν παύει να είναι και το ίδιο εξίσου ρευστό ζήτημα. Είπαμε, όλα ρευστά. Γιατί υπάρχει κι η άποψη ότι, δεν θα πρέπει να υπάρχει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο με σκοπό την εξατομίκευση, αλλά να είναι, όσο το δυνατόν, πιο προβλέψιμη νομοθετικά τιθέμενη και σταθερή η ποινή για τον καθένα, γιατί αυτό, ας πούμε, μπορεί, για κάποιους, να θεωρείται πως εκπληρώνει καλύτερα τον σκοπό ύπαρξης ποινικών νόμων και ποινών σε μια κοινωνία. Με την έννοια και ότι όλοι οι δράστες εγκλημάτων έχουν διαθέσιμους τέτοιους παράγοντες εξατομίκευσης που εξηγούν το γιατί εγκλημάτησαν, μα κι ο ποινικός νόμος υπάρχει έχοντας ήδη λάβει υπόψη του την εγκληματολογική θεώρηση του κάθε εγκλήματος. Και πάλι, το θέμα επιστρέφει, στις βάσεις του ποινικού δικαίου και της εγκληματολογίας, όπως κι αυτές διαμορφώνονται ανά τις εποχές, με δυσκολία. Με τέτοια δυσκολία που είναι εμφανής από το γεγονός ότι δεν χώνεψε ακόμα η κοινωνία, ειδικότερα η Κυπριακή κοινωνία, τον αναμορφωτικό ή θεραπευτικό ρόλο του δικαίου και της δικαιοσύνης, που κι αυτός δεν είναι χωρίς ψυχοκοινωνιολογικές προϋποθέσεις, που ίσως δεν υπάρχουν. Υπάρχουν απαντήσεις και εισηγήσεις που διαιωνίζουν τον διάλογο. Ορισμένοι εγκληματίες, λένε, δεν σωφρονίζονται, δεν αναμορφώνονται, υπάρχουν και εμπειρικά ευρήματα. Άρα;

Όλα ρευστά, λοιπόν. Αντίστοιχη έλλειψη σύνδεσης υπάρχει και στην περίπτωση της άμεσης παραδοχής. Το ότι λαμβάνεται υπόψη η άμεση παραδοχή μετριαστικά δεν σημαίνει ότι η μη ύπαρξη άμεσης παραδοχής ή η ακρόαση της υπόθεσης συνιστά εξ αντιδιαστολής επιβαρυντικό παράγοντα. Συνιστά άσκηση δικαιώματος, που δεν μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά, άμεσα ή έμμεσα. Αν, και πάλι, ακόμα κι αν μιλάμε για κάτι μάλλον αυτονόητο, θα μπορούσαν να υπάρξουν κι εκεί ερωτήσεις παρόμοιες: Γιατί η άμεση παραδοχή να πρέπει να λειτουργεί ελαφρυντικά; Γιατί κάποιος που παραδέχεται άμεσα ότι είναι ένοχος για ένα αδίκημα, επειδή παραδέχεται άμεσα, να λαμβάνει όφελος που δεν λαμβάνει κάποιος που άσκησε νόμιμο δικαίωμα; Γιατί η άσκηση νόμιμου δικαιώματος, ακρόασης, να συνιστά λόγο διαφοροποίησης σε σχέση με την ποινική μεταχείριση; Η διαφορετική δικονομική συμπεριφορά γιατί επιδρά στην εκτίμηση της ίδιας εγκληματικής συμπεριφοράς; Ερωτήματα θα υπάρχουν πάντα, και πρέπει να υπάρχουν, ειδικότερα όσον αφορά τους ελαφρυντικούς παράγοντες. Σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να συμβεί στους επιβαρυντικούς παράγοντες που εκφράζουν την κοινωνική ροπή προς την τιμωρητικότητα. Δύσκολα εκφράζεται, και δυσκολότερα εκφράζεται καλά, η θεραπευτική φύση του δικαίου, μέσα από ελαφρύνσεις ή εκπτώσεις. Συχνότερα επισκιάζεται από την ανάγκη τιμωρίας και αποτροπής. Ανάγκη που φαντάζει πιο έντονη σε ορισμένες περιόδους, κοινωνικά πιο ταραγμένες. Η ίδια ανάγκη οδηγεί στη δυνητική ερμηνεία των προσφερόμενων ως ελαφρυντικών παραγόντων ταυτόχρονα και ως επιβαρυντικών. Δημιουργεί δηλαδή πολύ έντονη σχετικότητα.

Αμφίβολο κι αν βλάπτει ή ωφελεί η συζήτηση της σημασίας κάθε παράγοντα ξεχωριστά, ως ελαφρυντικού ή επιβαρυντικού, όταν όλο το νόημα είναι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην επιλογή και επιβολή της ποινής, μέσα στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με έναν τρόπο ισορροπημένο, αιτιολογημένο και πειστικό, που να εκφράζει την κοινωνική απάντηση το μέγιστο δυνατό. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας (που διακατέχει το όλο «sentencing») που περνούν όλα τα δεδομένα που προσφέρονται ή υφίστανται για να ληφθούν υπόψη, και μεταλλάσσονται, κάποτε σε ελαφρυντικά κι άλλοτε σε επιβαρυντικά, μέχρι να εξαντληθεί το περιθώριο τριβής τους, και να διαμορφωθεί και να διατυπωθεί ορθά η κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κι ενώ αυτή η φάση, του καθορισμού/επιμέτρησης της ποινής, είναι διακριτή δικονομικά και πολύ σημαντική, ο τρόπος με τον οποίο πολλές φορές είτε ασκείται είτε επικοινωνεί με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, αυτή είναι που μπορεί εύκολα να δημιουργεί περιττή ή και λανθασμένη δημιουργία εδάφους για να καθίσταται θεσμικά η δικαιοσύνη… πεδίο βολής.

Εδώ, όμως, ανοίγεται ένα άλλο κεφάλαιο, που δεν σχετίζεται ακριβώς με τον ρόλο που ποινικού μητρώου στη διαδικασία επιμέτρησης της ποινής, ο οποίος σήμερα είναι περισσότερο αμφισβητούμενος, θέλω να καταλήξω. Πολλές φορές, μπορεί να δίνεται η εντύπωση πως γίνεται επανάληψη φράσεων στερεοτυπικά ή επιφανειακά, με ισχυρές δόσεις μιμητισμού, χωρίς κατανόηση, χωρίς προηγούμενη βουτιά στην ουσία. Όπως, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι κι αυτή η φράση: «έχω/έχουμε λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου», κ.λπ. από ένα Δικαστήριο (ακόμα κι αν η βάση ήταν απλά και μόνον η αναφορά από την κατηγορούσα αρχή ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες ή ακόμα και όταν μπορεί όντως να μην χρήζει να ληφθεί υπόψη τέτοιος παράγοντας μετριαστικά). Ή ακόμα στον τρόπο επιδίωξης του μετριασμού από συνήγορο, όταν εκφράζει μεταμέλεια (remorse) (π.χ. «ο κατηγορούμενος απολογείται και εκφράζει, μέσω μου, τη μεταμέλειά του», κ.λπ.), όταν η διαπίστωση των γεγονότων και της ποινικής ευθύνης είναι κατόπιν μη παραδοχής κι ακρόασης, κι ενώ σκοπεύει να εφεσιβάλει και εφεσιβάλλει την καταδίκη· ζήτημα που απασχόλησε πρόσφατα και το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου κι εκείνο θεώρησε, εύστοχα, ότι η μεταμέλεια ενέχει (προϋποθέτοντας) παραδοχή, που εμποδίζει την έφεση εναντίον και της καταδίκης. Ο μιμητισμός είναι αναγκαστική απόρροια έλλειψης πρωτογενούς γνώσης μέσα από τη διδασκαλία, περνώντας από τα βασικά. Δεν εξηγεί κανείς τα πιο πρακτικά ζητήματα όταν, ακόμα κι ο πιο καταρτισμένος θεωρητικά, δικαστής, δικηγόρος, ποινικός ανακριτής, οποιοσδήποτε άλλος αρχίζει να ασκεί ένα έργο για το οποίο δεν υπάρχουν και πηγές πρακτικής γνώσης διαθέσιμες· όσο κι αν δουλεύει το μυαλό του, μπορεί να μην κατανοεί με την πρώτη κάποια πράγματα, εάν δεν τα περιεργαστεί με τον χρόνο, εάν δεν τα ψάξει εις βάθος, συχνότερα από μόνος του, νοουμένου ότι διαθέτει την ανάλογη περιέργεια και ενδιαφέρον. Όπως όταν, για παράδειγμα, λέει ο δικηγόρος σε έναν «πρωτόπειρο» ασκούμενο δικηγόρο, χωρίς να του αφιερώνει χρόνο τη δεδομένη στιγμή (έχει τύχει) «πήγαινε βάλε πάνω την υπόθεση» κι ο τελευταίος, επειδή δεν καταλαβαίνει και δεν ρωτά μέχρι να καταλάβει, πάει και τοποθετεί πάνω στη δικαστική έδρα (έχοντας δει ένα περίπου τι κάνουν οι άλλοι στην ίδια αίθουσα) τον δικό του δικογραφικό φάκελο. Και μακάρι ο μιμητισμός, ειδικότερα όσον αφορά τη συμπεριφορά, να επικεντρώνονταν στα ορθά και υγιή στοιχεία και πρότυπα, γιατί, κατά τα λοιπά, κι ο ίδιος, συνιστά τρόπο εκμάθησης, χρήσιμο, ακόμα κι αν γίνονται λάθη, κι αυτά είναι πηγή γνώσης.

Θα πρέπει, επίσης, να επιμένουμε και να ρωτάμε όλοι ό,τι δεν καταλαβαίνουμε και δεν μας εξηγούν, να είμαστε σίγουροι για το τι λέμε και κάνουμε. Στον δικό μας χώρο, μερικές φορές οι λέξεις κι ο τρόπος εκφοράς τους έχουν… βαρύτητα. Η βεβαιότητά μας θα μεγεθύνεται με τον χρόνο, θα αντλείται από τον ίδιο μας τον εαυτό. Θα πρέπει, επίσης, να ερευνούμε σε βάθος τα πράγματα, ακόμα κι αυτά που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε. Είναι καλό κάθε τόσο να τα διαγράφουμε από το νου, αυτές τις μικρές, ισχυρές, επίμονες μας πεποιθήσεις. Να τα πιάνουμε απ’ την αρχή, σαν να μην τα μάθαμε ποτέ. Να είμαστε διαχρονικά tabula rasa. Γιατί αλλιώς τα μάθαμε και τα καταλάβαμε στα 18 μας, αλλιώς στα 30 κι αλλιώς στα 60. Αλλιώς, αναλόγως και της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, του τι έχουμε βιώσει ή βιώνουμε. Αυτή, εξάλλου, συνιστά και μέρος της μαγεία της εφαρμογής του δικαίου, μα και της νομικής, ως επιστήμης. Έχοντας να κάνει με την ουσία, ωριμάζει, η αντίληψή του, παράλληλα με τον ίδιο τον εφαρμοστή.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.