Η γλώσσα των δικαστικών αποφάσεων σε σεξουαλικά αδικήματα και η αυτούσια παράθεση μαρτυρίας ή απρεπούς λόγου

Με αφορμή την XXX v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 177/17 ημερομηνίας 20.12.2018, πέρασαν από το νου διάφορες σκέψεις. Καταρχάς, δεν τυγχάνει σχολιασμού εάν μια απόφαση είναι «λανθασμένη» ή «ορθή» ή εάν το αποτέλεσμά της είναι δίκαιο ή όχι. Δεν είναι εφικτό να γνωρίζει, κανείς, από μια ανάγνωση, πόσω μάλλον καλύτερα από αυτούς που είναι εκεί, τους αφορά ή δικάζουν.

Σχολιάστηκε ήδη κάπου αλλού, καλόπιστα πάντα, η αναγκαιότητα, στο στάδιο της ανάκρισης, η λήψη κατάθεσης από το όποιο ανήλικο φερόμενο ως θύμα να λαμβάνεται από δικανικό ψυχολόγο ή με τη βοήθειά του. Αυτός μπορεί να βοηθήσει να υπάρξει η μέγιστη και ακριβέστερη απόδοση/εξαγωγή πληροφοριών από το παιδί, αλλά και να αξιολογήσει την ποιότητά τους (περιλαμβανομένων των πιθανοτήτων αναλήθειας), σε συνάρτηση και με τυχόν άλλη υφιστάμενη πληροφορία, που μπορεί να συμβάλει αισθητά σε υπεύθυνη ή πιο ασφαλή απόφαση να οδηγηθεί μια τέτοια υπόθεση σε δίκη. Έστω, εάν δεν είναι εφικτή η εύρεση δικανικών ψυχολόγων, μπορούν να χρησιμοποιούνται κλινικοί ψυχολόγοι, όχι με σκοπό τη διάγνωση ή αντιμετώπιση του PTSD ή άλλων προβλημάτων που μπορεί να προκύπτουν ή να προϋπάρχουν, αλλά για τους συγκεκριμένους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας (αυτοί είναι πολύ διαφορετικοί από το συνηθισμένο έργο τους). Τέτοια συνέντευξη, από δικανικό ψυχολόγο ή με τη βοήθειά του, θα πρέπει να γίνεται και στον φερόμενο ως δράστη.

Εκτέθηκε επίσης ο προβληματισμός για την υποβολή ενός τέτοιου ανήλικου φερόμενου ως θύματος σε 10ωρη αντεξέταση σε τρεις δικασίμους (με πόσες επαναλήψεις άραγε;), μη έχοντας (ευτυχώς) περισσότερες πληροφορίες για το πώς ακριβώς έλαβε χώρα η αντεξέταση, εφόσον θα κατέληγε μάλλον, η αναφορά, να είναι ποταμός. Υπήρξε, επίσης, προβληματισμός για τη μαρτυρία/χειρισμό της μαρτυρίας κλινικής ψυχολόγου, προσκομισθείσας μάλιστα από την ίδια την κατηγορούσα αρχή, σε σχέση με την προσωπικότητα ή τον χαρακτήρα του ανήλικου μάρτυρα/φερόμενου ως θύματος. Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, προέκυψε, κατά την ανάγνωση, μεταξύ άλλων, το ερωτηματικό: Ποιος/τι δικάζεται; Θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά και για το ότι πολλές φορές, δια του δικανικού χειρισμού και του τρόπου επικοινωνίας των γεγονότων και του σκεπτικού επί αυτών, ενισχύονται ή ενθαρρύνονται μύθοι, όπως, για παράδειγμα, ότι τα παιδιά χωρισμένων γονέων μπορούν ευκολότερα να προσποιηθούν τέτοιου είδους θυματοποίηση ή ότι (συνηθισμένος μύθος από άλλες περιπτώσεις) οι γυναίκες με πλούσια σεξουαλική ζωή τείνουν να καταγγέλλουν ευκολότερα ψευδή θυματοποίησή τους. Χρόνια ολόκληρα προσπαθούν, στο Αγγλικό δίκαιο, να εισαχθούν περιορισμοί όσον αφορά τη δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας για το σεξουαλικό παρελθόν ή τον χαρακτήρα του θύματος, να συγκεκριμενοποιηθούν στενές εξαιρέσεις, και χρόνια ολόκληρα υπάρχουν οι ίδιες δυσκολίες ή τάσεις.

Τέλος πάντων, αυτή η σύντομη παρέμβαση, για την οποία υπήρξε εντονότερος προβληματισμός, έχει να κάνει με τη γλώσσα των δικαστικών αποφάσεων σε τέτοιου είδους υποθέσεις και δη αυτών που δημοσιεύονται και είναι ελεύθερης πρόσβασης. Συναρτάται, προφανώς, και με το θέμα της επεξεργασίας των δικαστικών αποφάσεων που προορίζονται για δημοσίευση στο διαδίκτυο, αλλά δεν αφορά μόνο σε αυτό, εφόσον ο άξονάς του είναι η προστασία του παιδιού ή ευάλωτου μάρτυρα που συμμετέχει στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης.

Δεν υπάρχει, ως γνωστόν, συγκεκριμένος υποχρεωτικός τρόπος σύνταξης μιας δικαστικής απόφασης. Στην Κύπρο, επίσης, φαίνεται ότι δεν έχουν εκδοθεί ή δεν είναι ευρύτερα δημοσιευμένες και γνωστές σε όλους πρακτικές οδηγίες/κατευθυντήριες γραμμές για το πώς θα ήταν καλό να γράφεται μια δικαστική απόφαση. Έχω, όμως, συγκεντρώσει αρκετές τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές που έχουν εκδοθεί σε άλλες χώρες (κοινοδικαίου), κυρίως από τα εκεί ινστιτούτα ή οργανισμούς δικαστικής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, και κάποια στιγμή θα προβώ σε μια σύνοψή τους στα ελληνικά, με φακούς νομικής ψυχολογίας. Ο λόγος που είχα την περιέργεια να το κάνω είναι γιατί έψαχνα να βρω εάν επιβάλλεται από οπουδήποτε, εάν υπάρχει κάποια αρχή, κάποια λογική βάση, να παρατίθενται αυτολεξεί (verbatim) σημεία της μαρτυρίας του θύματος, και δη του ανήλικου, που περιγράφει τη σεξουαλική πράξη την οποία υποτίθεται έχει υποστεί. Εάν υπάρχει, έστω, καθοδήγηση για το εάν θα πρέπει να παρατίθεται ο υβριστικός ή χυδαίος ή απλά τολμηρός ή απρεπής λόγος. Αυτό γιατί, κατά την ανάγνωση της απόφασης, ένιωσα αρνητικά, όχι γιατί δεν είμαι εξοικειωμένη στο άκουσμα ή την ανάγνωση ή τη χρήση των σχετικών όρων (πολύ σκληρότεροι ή χυδαιότεροι δεν ταράζουν, υπάρχει εκπαίδευση), αλλά γιατί διάβαζα αυτούς μέσα σε μια δημοσιευμένη, ελεύθερης – ανά το παγκόσμιο- πρόσβασης, δικαστική απόφαση, και παράλληλα δεν καταλάβαινα γιατί είναι αναγκαίο να τους διαβάζω στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συναφώς, το ζήτημα κατά πόσο μπορεί να παρατίθεται τέτοιος λόγος, για το οποίο, όντως, δεν υπάρχει επαρκής καθοδήγηση γενικά, απαντάται με το πότε είναι αναγκαίο να γίνονται παραθέσεις μαρτυρίας, και έπειτα τέτοιας μαρτυρίας.

Μιλώντας για τη γλώσσα, καταρχάς, πρέπει να τυγχάνει και υπόμνησης ότι το ζητούμενο, σε τέτοιου είδους δίκες, είναι το εάν έγιναν οι πράξεις που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, όχι το πώς. Δεν ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίον έγιναν, επομένως η περιγραφή αποκτά δευτερεύοντα ρόλο. Γλώσσα που περιγράφει το πώς αναμένεται να αποφεύγεται και στην ίδια τη διαδικασία στον βαθμό που δεν είναι αναγκαία (να μην χρησιμοποιείται το πώς ως ο μοναδικός τρόπος εξακρίβωσης του εάν ή και εκτεταμένα για διακρίβωση της αξιοπιστίας). Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό ως προς το τι ερωτάται το φερόμενο ως θύμα και σε κάθε περίπτωση ο ανήλικος μάρτυρας, έχοντας και κατά νου αφενός την ανάγκη διασφάλισης της δίκαιης δίκης, αφετέρου την αναγκαιότητα να μην μπει αυτός ο ευάλωτος μάρτυρας στη διαδικασία να περιγράψει (ξανά) και να (ανα)βιώσει τον τρόπο με τον οποίο υποτίθεται κακοποιήθηκε σεξουαλικά, εάν κακοποιήθηκε (πόσω μάλλον το ανήλικο θύμα) ή να αισθανθεί εξευτελισμό ή δυσανάλογη παρέμβαση στην ιδιωτικότητά του (ασχέτως εάν η δίκη γίνεται κεκλεισμένων των θυρών, είναι δίκη ενώπιον μιας ομάδας ανθρώπων).

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ζυγίσματος της αναγκαιότητας, η σκέψη είναι ότι γεγονότα ή πράγματα που μπορούν να λεχθούν ή να εξηγηθούν με παράφραση ή περιφραστικά, δεν είναι ανάγκη να παρατίθενται αυτούσια (to be quoted in verbatim), χάριν ακρίβειας ή διαφάνειας του λόγου ή του σκεπτικού (που δεν είναι εκεί, ακριβώς, το νόημά τους) ή επίδειξης απουσίας ταμπού, ύπαρξης άνεσης, ή και της δυσκολίας της διαδικασίας στην οποία υποβάλλεται το Δικαστήριο. Όσον αφορά την παράθεση αυτούσιου του σεξουαλικού ή παρεμφερούς περιεχομένου λόγου, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προκύπτει στη ζωντανή δίκη, μέσα σε εισαγωγικά, στο κείμενο της απόφασης, πέραν του ότι μπορεί να μην είναι αναγκαία τις περισσότερες φορές, όπου δεν είναι αναγκαία, θα μπορούσε να είναι ενοχλητική. Κοινώς, το να διαβάζει ο κάθε τρίτος (με τις όποιες ενδεχόμενες «ανωμαλίες») ή απροειδοποίητα για το «π*****», την «π*******» και το «κ****». Και χωρίς τη χρήση αστερίσκων ή άλλων συμβόλων (sanitizing/απολύμανση) ή άλλη διαδικασία διαχείρισης του ακατάλληλου περιεχομένου. Ως να πρόκειται για κοινά χρησιμοποιούμενο λεξιλόγιο στο οποίο απλά μπορεί να εκτεθεί. Υπάρχουν, όμως, πιο εύηχες ή προσιτές λέξεις στη νεοελληνική, που μπορούν να αποδώσουν το νόημα της εν λόγω μαρτυρίας, εάν χρειάζεται. Κατά τα λοιπά, η χρήση της Κυπριακής διαλέκτου στις δικαστικές διαδικασίες, στον δικανικό λόγο, την οποία έχει ερευνήσει εξαιρετικά ο δικανικός γλωσσολόγος Γεώργιος Γεωργίου, έχει χρησιμότητα και προσδίδει άλλη αξία. Μα όχι αυτήν, νομίζω.

Υπάρχει, οπωσδήποτε, δυσκολία να επιλεγούν οι κατάλληλες λέξεις που να περιγράφουν, στον αναγκαίο βαθμό, την πράξη, ώστε να εξυπηρετούν την ακρίβεια, που, ασφαλώς, σε μια δικαστική απόφαση είναι καθοριστική (π.χ. ως προς το τι συνιστά βιασμό, σεξουαλική παρενόχληση, σεξουαλική κακοποίηση ή άλλη συμπεριφορά στην πραγματικότητα). Όπως λέει και ο Danet (1980), με άλλη αφορμή, «fit words to deeds creates their meaning». Η γλώσσα στις δικαστικές αποφάσεις για σεξουαλικής φύσης αδικήματα αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας, αλλά και κριτικής, για άλλους λόγους, όπως για τη διακρίβωση ορισμένων τάσεων έμφασης (ενδεικτικά Boyle, 1985; Gunn & Minch, 1988; Coates, Bavelas & Gibson, 1994), κατ’ επέκταση δικανικού χειρισμού.

Σε κάθε δικαστική απόφαση αναμένεται ότι τα γεγονότα θα εκτίθενται όπως ακριβώς είναι, χωρίς υπέρμετρες συντμήσεις που επιφέρουν παράκαμψη και σημαντικών πληροφοριών ή πρόσθετους χρωματισμούς που διαφοροποιούν την πραγματική εκδοχή. Και δεν είναι καθόλου εύκολη διαδικασία αυτή, εφόσον προϋποθέτει πολλή προσοχή και κατανόηση, άρα και γερή εμπλοκή του διανοητικού στοιχείου. Εκεί όπου υπάρχει αμφισβήτηση στα γεγονότα, αναμένεται αναγκαστικά και κάπως μεγαλύτερη διείσδυση στη λεπτομέρεια, στον αναγκαίο βαθμό, ώστε αφενός να αποτυπωθεί πλήρως η πραγματική διαφορά κι ως έχει, αφετέρου να εκτεθούν όλα και μόνο τα γεγονότα που σχετίζονται με το σκεπτικό (reasoning), που είναι ενδεχομένως και το σημαντικότερο μέρος μιας δικαστικής απόφασης, και έπειτα με την κατάληξη.

Η παράθεση μαρτυρίας χρησιμοποιείται, συνήθως, μόνον όταν και όσο είναι αναγκαία· να, όπως, για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούνται τεχνικοί όροι ή όροι (π.χ. από εμπειρογνώμονες μάρτυρες) που δεν μπορούν να τύχουν παράφρασης και περιγραφής δια του δικανικού λόγου χωρίς να αλλάζει ουσιωδώς το νόημά τους και που θα πρέπει να αναφερθούν για να αποτυπωθεί η πραγματική βάση και το σκεπτικό ή όταν πρόκειται για ένα πολύ ουσιαστικό/το ουσιαστικότερο σημείο της μαρτυρίας και χρήζει τέτοιας έμφασης αφού περιστοιχίζει και το όλο σκεπτικό. Οπότε, εκεί όπου χρειάζεται (περισσότερο) βλέπουμε παράθεση λεκτικής ή ακόμα και οπτικής (πλέον) μαρτυρίας (π.χ. φωτογραφίες – visualization, όπως συζητήθηκε σε άλλη αναφορά). Σε κάθε περίπτωση, η παράθεση υποκαθιστά, ουσιαστικά, και τον δικανικό λόγο, και λέει αυτό που θέλει να πει το Δικαστήριο· γίνεται ο δικανικός λόγος. Οι περιττές ή κακές παραθέσεις, όπως και οι διαλέξεις, οι σαρκασμοί, οι κριτικές, οι παραλληλισμοί, κ.λπ., συχνά μπερδεύουν τον απλό και ξεκάθαρο ρου και τελικά τον επικοινωνιακό σκοπό μιας δικαστικής απόφασης, αλλά και σε περιπτώσεις όπως η υπό αναφορά εκφεύγουν ίσως και από το παράλληλο πλαίσιο της νομικότητας ή δικανικότητας του λόγου, που περιλαμβάνει, πέρα από την ισορροπία κι ένα σωρό άλλα χαρακτηριστικά, τη λεπτότητα και την κοσμιότητα ή απλά την ποιότητα που χρειάζεται για να διατηρηθεί ο σεβασμός.

Για τα απλά «profanities» ή «swear words» πολλά μπορούν να λεχθούν και προς υποστήριξη του αντίθετου επιχειρήματος, ότι σε κάποιες περιπτώσεις είναι χρήσιμη η παράθεση για την απόδοση του συναισθήματος του λόγου ή της στιγμής (π.χ. εκεί όπου εκδηλώθηκε θυμός ή ένταση, κ.λπ). Για παράδειγμα: «I am going to f…ing kill you», όπως ήταν το παράδειγμα του Καναδού δικαστή Reginald Harris – BC Provincial Court, ο οποίος, όμως, υποστήριξε την αναγκαιότητα χρήσης αρχικών γραμμάτων μόνον, όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η «απολύμανση» της λέξης. Η «λέξη ‘f’» (που είναι επίσης «sexual profanity»), όπως τείνει να λέγεται εξευγενισμένα, έχει χρησιμοποιηθεί σε χιλιάδες δικαστικές αποφάσεις. Μια έρευνα στο Lexis με χρήση αυτής της λέξης, σε πλήρη μορφή, δίνει χιλιάδες αποτελέσματα. Μάλιστα, έχει υποστηριχθεί, από κάποιους, ότι η χρήση του «απρεπούς λόγου» (η χρήση του οποίου, όμως, είναι κοινωνικά εκτεταμένη ώστε να μην σοκάρει στο άκουσμα), μπορεί κάποτε να ενισχύει και την αξιοπιστία (Rassin & Heijden, 2005), θεωρώντας ότι συνδέεται με την ειλικρίνεια (Feldman, Lian, Kosinski & Stillwell, 2017), αμφισβητούμενα πάντως. Αν μπούμε φυσικά σε μονοπάτια και  ευρήματα ψυχολογίας, θα πρέπει μάλλον να παρατεθούν κι αυτά που συνδέουν τη χρήση «απρεπούς λόγου» με συγκεκριμένα στοιχεία της προσωπικότητας, όχι τόσο θετικά (λ.χ. Mehl, Gosling & Pennebaker, 2006; Holtzman, Vazire & Mehl, 2010).

Όμως, σε κάθε περίπτωση, άλλο τα  «profanities», οι λεκτικές απρέπειες, που κατακλύζουν και την καθομιλουμένη (γιατί δεν βγήκε, ο δικανικός λόγος, από το σεντούκι κάποιας άλλης κοινωνίας, και κάπου η χρήση του απρεπούς λόγου σε ορθά σημεία δεν αποκλείεται να επικοινωνεί ή να γεφυρώνει απόσταση, νοείται με μελετημένη και υπεύθυνη παράθεση και σχετική επεξεργασία), κι άλλο η περιγραφή του τρόπου τέλεσης της πράξης που συνιστά το σεξουαλικό αδίκημα. Αυτή μπορεί να περιέχει αλλά και να μην περιέχει ακατάλληλες λέξεις. Μπορεί να συνιστά σύνθεση λέξεων που οδηγούν σε «απρεπή» εικόνα ή ακατάλληλο νόημα. Συχνότερα, όμως, περιέχει και «ακατάλληλες» λέξεις.

Εκεί, στη verbatim περιγραφή σεξουαλικής πράξης από το θύμα, η εντύπωση είναι πως, αναπόφευκτα, είτε δια της περιγραφής είτε εκ του αποτελέσματος της περιγραφής, διεισδύει η χυδαιότητα, και δη αχρείαστα, ώστε να πρέπει να αποφεύγεται παράθεση αυτούσιας μαρτυρίας του θύματος που περιγράφει τη σεξουαλική πράξη, ως θέμα “policy”· είτε είναι λεκτική είτε όχι (στη μη λεκτική, π.χ. video μάλλον θα γίνεται και πιο προφανής η ανάγκη αποφυγής). Σε τελική ανάλυση, όταν δεν είναι και αναγκαία για την υποστήριξη του σκεπτικού (reasoning), υπερτερεί όλη εκείνη η ασχήμια της αναμετάδοσης ή της παραγωγής σκηνών τέτοιου περιεχομένου. Κι ο Côté (2009) λέει, χαριτωμένα, ότι μόνον οι σύντομες και ωραίες παραθέσεις είναι αποδεκτές, κι ο Berry (2007) ότι οι παραθέσεις είναι σαν τους πίνακες, που πρέπει να έχουν (περιεχόμενο και) κορνίζα.

Eν τέλει, πέρα από τις χαμογελαστές αυτές εξηγήσεις και την προσωπική αισθητική του καθενός (που μπορεί να διαφέρει), παρεμβαίνει κι η διάσταση της ηθικής της αναγνωσιμότητας της δικαστικής απόφασης, που περιέχει (αχρείαστα) τέτοια αυτούσια μαρτυρία σεξουαλικού περιεχομένου, από το ευρύτερο κοινό. Το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση σε τέτοιο ανάγνωσμα παράλληλα με το γεγονός ότι η περιγραφή αφορά σε παιδί έστω ανώνυμο. Με τον ίδιο τρόπο που θα προκαλούσε η μετάδοση, από την τηλεόραση, σκηνής βιασμού ανηλίκου με καλυμμένο πρόσωπο, που όμως, η τελευταία, μάλλον, δεν θα επιτρέπονταν. Σε τι διαφέρει η λεπτομερής (τόσο ώστε να χρησιμοποιείται κι αυτούσιος λόγος που να της προσδίδει και πρόσθετη ζωντάνια) περιγραφή της σεξουαλικής πράξης σε δημόσιο κείμενο;

Μια λύση για τις περιπτώσεις όπου είναι αναγκαίο να γίνει πιο λεπτομερής περιγραφή της σεξουαλικής πράξης με παράθεση μαρτυρίας verbatim, για να διαπιστωθεί δικαστικά κάτι, που ασφαλώς δεν αποκλείεται (σε άλλες περιπτώσεις) να προκύπτει τέτοια ανάγκη, είναι αυτή να γίνεται σε ξεχωριστό παράρτημα (appendix) της δικαστικής απόφασης, το οποίο δεν θα τυγχάνει δημοσίευσης στο ευρύ κοινό (ασχέτως της παράλληλης ανωνυμοποίησης), εφόσον δεν εξυπηρετεί και σε οτιδήποτε τους σκοπούς δημοσιοποίησης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά θα εξυπηρετεί μόνον τους σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Σε κάθε περίπτωση, η μέγιστη δυνατή σύντμηση είναι προτιμότερη και ουδόλως σημαίνει ότι επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την ποιότητα της δικαστικής απόφασης. Παραδείγματα/ασκήσεις σύντμησης που χρησιμοποιήθηκαν από την Brophy (2016) για σκοπούς καθοδήγησης των Άγγλων δικαστών:

1

2

3

45

Κάπου εδώ, έχοντας εκθέσει τον προβληματισμό αυτό, με κάθε σεβασμό πάντα, αφήνω ανοικτό το θέμα, αναμένοντας και τυχόν άλλες απόψεις.

 


Berry, Ε. (2007). Writing Reasons: a handbook for judges, 3rd Edition. Ontario: E-M Press.

Boyle, C. (1985). Sexual assault and the feminist judge. Canadian Journal of Women in the Law, 1, 93-107.

Brophy, J. (2016). Anonymisation and Avoidance of Identification of Children & The Treatment of Explicit Descriptions of the Sexual Abuse of Children in Judgments Intended for the Public Arena: Judicial Guidance. Association of Lawyers for Children, Promoting Justice for Children and Young People.

Coates, L., Bavelas, J. B. & Gibson, J. (1994). Analogous language in sexual assault trial judgments. Discourse & Society, 5(2), 189-206.

Côté, J. E. (2009). The Appellate Craft. Ottawa: Canadian Judicial Council.

Danet, B. (1980). “Baby” or “Fetus”?: Language and the construction of reality in a manslaughter trial. Semiotica, 32, 187-219.

Feldman, G., Lian, H., Kosinski, M., & Stillwell, D. (2017). Frankly, We Do Give a Damn. Social Psychological and Personality Science, 1948550616681055.

Gunn, R. & Minch, C. (1988). Sexual assault: the dilemma of disclosure, the question of conviction. Winnipeg: University of Manitoba Press.

Holtzman, N. S., Vazire, S., & Mehl, M. R. (2010). Sounds like a narcissist: Behavioral manifestations of narcissism in everyday life. Journal of Research in Personality, 44(4), 478-484.

Mehl, M. R., Gosling, S. D., & Pennebaker, J. W. (2006). Personality in its natural habitat: Manifestations and implicit folk theories of personality in daily life. Journal of Personality and Social Psychology, 90(5), 862-877.

Rassin, E., & Heijden, S. V. D. (2005). Appearing credible? Swearing helps! Psychology, Crime & Law, 11(2), 177-182.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.