Ο νόμιμος/δικαστικός τόκος στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις: η ανάγκη για εννοιολογικούς διαχωρισμούς και πρακτικές διευκολύνσεις

Με διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών που εκδόθηκε την 21.12.2018 και δημοσιεύθηκε χθες, 28.12.2018, δια της Κ.Δ.Π. 375/2018, δυνάμει του άρθρου 33 § 4 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το ύψος του δικαστικού επιτοκίου (κοινώς νόμιμος τόκος που επιδικάζεται από το δικαστήριο σε ορισμένες περιπτώσεις) μειώθηκε στο 2%, από την 01.01.2019. Το δικαστικό επιτόκιο έχει δεχθεί διαδοχικές μειώσεις τα τελευταία χρόνια, κι αυτό προβληματίζει προς διάφορες κατευθύνσεις.

Το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ρυθμίζει τη δυνατότητα επιδίκασης τόκου. Πέρα από τον τόκο που μπορεί και πρέπει να επιδικαστεί από το Δικαστήριο σε διαδικασία για είσπραξη χρέους βάσει συμφωνίας ή άλλου νόμου που προβλέπει τη χρέωσή του και σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτών, σε περίπτωση όπου δεν υπάρχει τέτοια συμβατική ή άλλη νόμιμη πρόνοια για τοκισμό, κάθε δικαστική απόφαση που επιδικάζει χρηματικό ποσό (money judgment), περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων, πρέπει να φέρει υποχρεωτικά νόμιμο τόκο (statutory interest), ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι την αποπληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Το «δικαστικό επιτόκιο» είναι το επιτόκιο με το οποίο υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος ή καλύτερα ο εκ του νόμου απορρέων τόκος (statutory interest) που πρέπει να επιδικάσει το Δικαστήριο.

Όταν συντρέχουν λόγοι, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τον νόμιμο τόκο σε ολόκληρο το επιδικαζόμενο ποσό αλλά μόνο για μέρος της περιόδου από την καταχώριση της αγωγής ως την έκδοση απόφασης (δικαστική περίοδος) ή μόνο σε μέρος του επιδικαζόμενου ποσού για όλη τη δικαστική περίοδο. Πέρα από αυτή τη δυνατότητα περιορισμού του νόμιμου τόκου, δεν μπορεί να μην τον επιδικάσει καθόλου, εφόσον, σε τέτοια περίπτωση, θα έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα αυτό του νόμου που θεσπίζει την υποχρέωση επιδίκασής του. Κάποια λογική θα πρέπει να υπάρχει σε αυτή την υποχρεωτικότητα, που δίνει στο Δικαστήριο μόνο τη δυνατότητα να σταθμίζει τυχόν παράγοντες που τίθενται ενώπιον του (π.χ. οικονομικές δυσκολίες, διάρκεια δικαστικής περιόδου και τρόπος χρήσης της, κ.λπ.), και δεν προκαθορίζονται και για τους οποίους έχει έδαφος να νομολογήσει, αλλά όχι τη δυνατότητα να μην επιδικάσει καθόλου νόμιμο τόκο.

Οι σταθμίσεις που μπορεί να κάνει το Δικαστήριο, μέσα στο δικό του έδαφος, είναι όσον αφορά το ύψος του ποσού που θα τοκιστεί με τον νόμιμο τόκο και τη χρονική διάρκεια της δικαστικής περιόδου, την οποία μπορεί να συντομεύσει, αλλά όχι να επεκτείνει. Η έναρξη υπολογισμού του τόκου σε περιπτώσεις δόλου ή απάτης είναι υποχρεωτικά από την έναρξη του αγώγιμου δικαιώματος. Σε εκείνες τις περιπτώσεις δεν βλάπτεται ίσως η δυνατότητα σύντμησης, ασχέτως της διαφορετικής αφετηρίας, για τους λόγους που μπορεί να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο. Στις σταθμίσεις που μπορεί να κάνει το Δικαστήριο δεν περιλαμβάνεται, πάντως, το ύψος του νόμιμου τόκου.

Όσον αφορά το ύψος του νόμιμου τόκου, ο μηχανισμός της παραγράφου 2 είναι να προβλέπει μεν ένα ποσοστό που το κατοχυρώνει έτσι νομοθετικά ως το ανώτατο ποσοστό (5,5%), και να επιφυλάσσεται υπέρ της παραγράφου 4, η οποία δίνει την εξουσία στον Υπουργό Οικονομικών, κάθε Δεκέμβριο, με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίζει αυτός το δικαστικό επιτόκιο για όλο το επόμενο έτος, λαμβάνοντας υπόψη τον κατά τους τελευταίους 12 μήνες σταθμικό όρο του βασικού επιτοκίου (δηλαδή του επιτοκίου προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης όπως καθορίζεται στις αποφάσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) που ίσχυε στο τέλος κάθε μήνα και προσθέτοντας σε αυτό ποσοστό αναπροσαρμογής (που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 5 εκατοστιαίες μονάδες) ώστε το άθροισμα, με βάση και τις εκάστοτε τρέχουσες οικονομικές και/ή νομισματικές συνθήκες, να είναι εύλογο και δίκαιο να εφαρμόζεται για ολόκληρο το επόμενο έτος (ανάλογα με τη μέθοδο και τα κριτήρια στη βάση των οποίων καθορίζεται και το ύψος του δημόσιου επιτοκίου υπερημερίας).

Η αρχική μορφή του άρθρου 33 § 2, όπως ήταν κατά τη ψήφιση του Νόμου, ήταν ως εξής:

«(2) «Εκάστη άπόφασις. έκτος έάν άλλη πρόβλεψις έγένετο έν τη άποφάσει δυνάμει τού εδαφίου (Ι), θά φέρη τόκον προς τέσσερα επί τοις εκατόν ετησίως άπό τής ημέρας της εκδόσεως τής αποφάσεως μέχρι τελικής αποπληρωμής τού χρέους.»

Με τον τροποποιητικό Ν. 35/83, το 4% είχε γίνει 6% ετησίως. Με τον τροποποιητικό Ν. 83/84 διευκρινίστηκε ότι η αναφορά σε απόφαση περιλαμβάνει και την απόφαση για τα δικηγορικά έξοδα. Με τον τροποποιητικό Ν. 102(Ι)/96 το 6% είχε αυξηθεί στο 8% ετησίως (για τις τότε εκκρεμούσες αγωγές από την έναρξη της τροποποίησης) και προστέθηκαν οι ρυθμίσεις στάθμισής του από το Δικαστήριο, που υπάρχουν και σήμερα. Τα πράγματα άλλαξαν με τον τροποποιητικό Ν. 81(Ι)/2008, ο οποίος όρισε το 5,5% ετησίως υπό την επιφύλαξη του εδαφίου 4, που εισήγαγε τότε, με αυτή τη δυνατότητα του Υπουργού Οικονομικών να παρεμβαίνει και να καθορίζει το δικαστικό επιτόκιο δια υπουργικών διαταγμάτων, αλλά με στενό περιθώριο αναπροσαρμογής στο 1,5%. Επομένως, πρακτικά, δεν είχε γίνει η χρήση της δυνατότητας καθορισμού δια υπουργικού διατάγματος, και είχε μείνει το νομοθετικά τιθέμενο μειωμένο 5,5%. Το περιθώριο αναπροσαρμογής τροποποιήθηκε περαιτέρω με τον τροποποιητικό Ν. 46(Ι)/2014 στο 5,5%.

Συνεπεία αυτής της ρύθμισης, αυτού του μηχανισμού, αυτής της δυνατότητας διασύνδεσης του δικαστικού ή νόμου τόκου με το βασικό επιτόκιο ή οτιδήποτε άλλο, σαν να’ ταν θέμα γενικότερης οικονομίας, είναι που βλέπουμε συνεχείς μειώσεις τα τελευταία χρόνια, που νοείται ότι αυτές είναι και καθολικής ισχύος. Οπότε, έκτοτε, κάθε Δεκέμβρη, αναζητούμε τα υπουργικά διατάγματα για να μάθουμε εάν και τι θα καθοριστεί από τον Υπουργό Οικονομικών, για να ξέρουμε, αντίστοιχα, και τι θα επιδικαστεί, και βλέπουμε αποφάσεις, επί αγωγών που καταχωρίστηκαν λ.χ. το 2008 και θα εκδοθούν εντός των επόμενων ημερών (φανταστική δικαστική περίοδος, απλά για να εκτεθούν όλοι οι αριθμοί), να επιδικάζουν νόμιμο τόκο με την εξής μορφή:

Από την 02.01.2008 (καταχώριση αγωγής) μέχρι την 14.10.2008 προς 8% (νόμος)

Από την 15.10.2008 μέχρι την 31.12.2014 προς 5,5% (νόμος)

Από την 01.01.2015 μέχρι την 31.12.2015 προς 4% ετησίως (Κ.Δ.Π. 585/2014)

Από την 01.01.2016 μέχρι την 31.12.2016 προς 4% ετησίως (Κ.Δ.Π. 464/2015)

Από την 01.01.2017 μέχρι την 31.12.2017 προς 3,5% ετησίως (Κ.Δ.Π. 393/2016)

Από 01.01.2018 μέχρι 31.12.2018 προς 3,5% ετησίως (Κ.Δ.Π. 452/2017)

Από 01.01.2019 μέχρι εξόφλησης προς 2% ετησίως (Κ.Δ.Π. 375/2018)

Αυτή η ίδια δυνητική και πάντα εφαρμοζόμενη διασύνδεση είναι, όμως, που προβληματίζει. Ανατρέχοντας στα επιχειρήματα που είχαν ανταλλαχθεί το 2008, όταν συζητούνταν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο ακόμα η τροποποίηση του εν λόγω νόμου, αρχικά για να αφεθεί ο δικαστικός τόκος να κυμανθεί, σαν να’ ταν το Δικαστήριο κάποια Τράπεζα, όπως και σε αυτά του 2014, για την αύξηση του περιθωρίου αναπροσαρμογής, προκαλούν, τουλάχιστον, έκπληξη.

Καταρχάς, ο ισχύων δικαστικός ή νόμιμος τόκος ενδιαφέρει μέχρι να επιδικαστεί από το Δικαστήριο με την έκδοση της απόφασής του. Μετά την επιδίκασή του, ενώ η βάση (εδάφιο 2 και με δεδομένο το εδάφιο 3) ως είναι διατυπωμένη και συναφώς η πρακτική είναι να μην επιδικάζεται ο τόκος ως συγκεκριμένο ποσό κατόπιν υπολογισμού του  μέχρι την έκδοση της απόφασης (π.χ. μήνες από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης/δικαστική περίοδος x ποσό x επιτόκιο), αλλά τόκος προς συγκεκριμένο επιτόκιο από την ημερομηνία ισχύος του και «μέχρι εξόφλησης/τελικής αποπληρωμής» (άρα ακαθόριστα ως την έκδοση της απόφασης, και με ισχύ και μετά την έκδοση της απόφασης για άγνωστο χρόνο), στο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης μέχρι την εξόφληση σε πραγματικό χρόνο δεν υπολογίζεται, ο νόμιμος τόκος, με βάση τις μετέπειτα διακυμάνσεις, δια υπουργικών διαταγμάτων ή άλλως πώς. Τουλάχιστον δεν προβλέπεται κάπου να γίνεται τέτοιος υπολογισμός και η επιδίκαση μέχρι εξόφλησης σε συγκεκριμένο ποσοστό δεν φέρει επιφύλαξη εφαρμογής τυχόν διακυμάνσεων δια υπουργικών διαταγμάτων. Επομένως, η ίδια η ρύθμιση του εδαφίου 4, ως ρύθμιση, μπορεί και να μην εξυπηρετεί σε κάτι ουσιαστικό, αν είναι να παρεμβαίνει απλά και μόνο σε κάτι που είναι ήδη σε προσοχή Δικαστηρίου που καθορίζει τα δεδομένα συγκεκριμένης διαφοράς, περιλαμβανομένων των οικονομικών δεδομένων των μερών.

Πέραν του ότι όταν επιδικάζεται και ο τόκος χωρίς υπολογισμό του, δια επιδίκασης επιτοκίου, με τέτοιες συνεχείς μεταβολές, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να καθίσταται τραγικά δυσχερής ο υπολογισμός του εξ αποφάσεως χρέους από τα μέρη (άρα να δημιουργείται και ασάφεια και ανασφάλεια δικαίου), κατ’ αποτέλεσμα, το να επιδικάζει, το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, σε ενώπιον του εκκρεμή διαφορά, με βάση τα εκάστοτε υπουργικά διατάγματα, και να εισχωρεί, έτσι, καθολική μείωση ή αύξηση, βασισμένη σε κριτήρια γενικής οικονομίας, μέσα στην εξατομικευμένη περίπτωση, είναι, από μία άποψη, κι ένα είδος πρόσθετης παρέμβασης και της εκτελεστικής εξουσίας (εκτός από την ήδη υφιστάμενη παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας) στο έργο του Δικαστηρίου. Σε συνάρτηση και με την έννοια και σκοπό του δικαστικού επιτοκίου ή νόμιμου τόκου, αυτοτελώς, αλλά και μαζί με την ανάγκη γρήγορης εκδίκασης (εφόσον σε κάθε περίπτωση, από την καταχώριση της αγωγής προσμετρά τόκος) και εν τέλει αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και μετέπειτα και εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης για χρέος. Όπου η αποτελεσματικότητα, ως μέτρο, διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Έπειτα, προβληματίζει το γεγονός ότι ένας ενάγων επιλέγει να προχωρήσει σε λήψη δικαστικών μέτρων το 2012, γνωρίζοντας ότι θα έχει όφελος εκ της διαδικασίας π.χ. 5,5%, και καταλήγει να έχει 2%, το οποίο, εάν γνώριζε εξ αρχής, θα μπορούσε να μην έχει επιλέξει να προσφύγει δικαστικά, να θεωρούσε ότι δεν αξίζει, για 2%, να χάσει τόσα χρόνια, να μπει σε έξοδα, και να μην είναι και σίγουρος για το αποτέλεσμα.

Ο νόμιμος ή ο εκ του νόμου (πηγή) απορρέων τόκος, όπως ο εκ της σύμβασης (πηγή) απορρέων τόκος, είναι προϋπολογισμένο πρόσθετο ποσό που επωφελείται τελικά ο πιστωτής, όταν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να εξοφλήσει το χρέος που προκύπτει. Ο δικαστικός τόκος διασφαλίζει τον πιστωτή αλλά για το μέλλον, σε περίπτωση που ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του, για να καλυφθεί η πρόσθετη ζημιά που υφίσταται ο εξ αποφάσεως πιστωτής από τέτοια καθυστέρηση. Τόσο ο νόμιμος τόκος όσο και ο δικαστικός τόκος αποτελούν ένα είδος αποζημίωσης, ως γενικά ο τόκος που επιδικάζει το Δικαστήριο, που, εάν δεν έχουν συμφωνήσει τα μέρη ή εάν δεν προβλέπεται από άλλον νόμο ειδικά για συγκεκριμένους λόγους, επιδικάζεται δια του νόμιμου/δικαστικού τόκου του άρθρου 33 § 2. Γιατί, λοιπόν, να την καθορίζει, αυτή την αποζημίωση, ο Υπουργός Οικονομικών, με γενικά κριτήρια οικονομίας, και να μην καθορίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο, μέσα σε νομοθετικά δοσμένο πλαίσιο μεν, μα με βάση τα οικονομικά κριτήρια της εκάστοτε υπό κρίση περίπτωσης;

Μέσα από τις εγχώριες ρυθμίσεις και πρακτικές, δεν μπορεί να λεχθεί ότι μπορεί να αντιλαμβάνεται με βεβαιότητα, ο εξ αποφάσεως χρεώστης, τι ακριβώς οφείλει και ποιες θα είναι οι συνέπειες, ακριβώς, εάν δεν αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του όσον αφορά το ύψος του χρέους του. Αλλά και ο εξ αποφάσεως πιστωτής, που μπορεί να μην είναι ένας τραπεζίτης με υπολογιστική μηχανή και σύστημα αυτόματου υπολογισμού, τι έχει να λαμβάνει. Για να αποφεύγονται, αν μη τι άλλο, οι διαφορές των μερών σε σχέση με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους. Ποιο είναι το ύψος του τόκου/χρέος που καθορίζει το Δικαστήριο ότι οφείλεται να πληρωθεί (pre-judgment interest) ως η αποζημίωση. Ποιο αυτό η δημιουργία του οποίου οφείλεται σε μετέπειτα αδράνεια/καθυστέρηση αποπληρωμής (post-judgment interest που σημαίνει δικαστικός τόκος υπερημερίας) και καθορίζει, ουσιαστικά, σε κάποιο βαθμό, η συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι στο εξ αποφάσεως χρέος. Ποια μέσα διαθέτει ή θα μπορούσε να διαθέτει, είτε ο εξ αποφάσεως πιστωτής είτε ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, σε σχέση με το “post-judgment interest” (την «αυτόματη αποζημίωση» για το μέλλον), σε περίπτωση που προκύψει λόγος, μη γνωστός στο Δικαστήριο κατά την επιδίκαση του, ο οποίος διαφοροποιεί τα δεδομένα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κ.λπ.

Ερωτήματα που κινούνται, προφανώς, προς την αναγκαιότητα διαχωρισμού της σύλληψης και έπειτα εννοιολογικής απόδοσης του τόκου που είναι πληρωτέος πριν από την έκδοση της απόφασης (και ως την έκδοση της απόφασης) και αυτού που είναι πληρωτέος μετά από αυτήν (και ως την εξόφληση). Ο νόμιμος τόκος (pre-judgment) δίνει απλά βάση στο Δικαστήριο, όταν δεν του παρέχεται από αλλού (σύμβαση ή άλλος ειδικός νόμος), να επιδικάσει τόκο. Θα μπορούσε να είναι, η επιδίκαση νόμιμου τόκου, δυνητική. Δηλαδή, να μην είναι υποχρεωμένο, το Δικαστήριο, εάν τα μέρη σε μια σύμβαση δεν πρόβλεψαν σχετικά και ειδικός νόμος δεν ορίζει για συγκεκριμένες σχέσεις ή αποφάσεις άλλως πώς (και εάν δεν το επιθυμούν αν μη τι άλλο), να επιδικάζει πάντα οπωσδήποτε νόμιμο τόκο με την περιορισμένη εμβέλεια σταθμίσεων που έχει. Να μπορεί να πράττει ό,τι θέλει, γενικά, ως Δικαστήριο που επιλύει μια διαφορά με τον τρόπο που το ίδιο κρίνει δίκαιο. Ο δικαστικός τόκος υπερημερίας (post-judgment) συνιστά προϋπολογισμό ύψους ζημιάς του εξ αποφάσεως σε περίπτωση μη αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους από την ημερομηνία που αυτό είναι πληρωτέο, που αυξάνει αυτομάτως το εξ αποφάσεως χρέος, και ενέχει, ενδεχομένως, και το στοιχείο της παρότρυνσης του εξ αποφάσεως χρεώστη να προβεί στην αποπληρωμή του χρέους που επιδικάστηκε, το συντομότερο δυνατόν, να μην υποπέσει σε δικαστική υπερημερία, η οποία του κοστίζει πρόσθετα. Άλλοι μπορεί να ερμηνεύουν το στοιχείο αυτό, αντί ως παρότρυνση, ως τιμωρία, πόσω μάλλον εάν δεν υπολογίζεται δυνητικά και εξατομικευμένα.

Υπάρχει, όμως, μια άλλη κάπως συγκεχυμένη πτυχή, που αφορά στην κατανόηση κι έπειτα συσχέτιση του «συμβατικού τόκου» με τον νόμιμο τόκο. Παρατηρούμε ότι, στην πράξη, επειδή και η διατύπωση του νόμου είναι τέτοια, ο «συμβατικός τόκος» ή τόκος στο ύψος του συμβατικού επιτοκίου, που σε ορισμένες συμβάσεις μπορεί να μην συνιστά συμβατικά προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας, αλλά ανταποδοτικό της παροχής ή αντάλλαγμα της σύμβασης που η ίδια έχει ως αντικείμενό της χρήματα (σου δίνω Χ ποσό χρημάτων με αντάλλαγμα να μου επιστρέψεις σε 2 χρόνια Χ+2 ποσό χρημάτων), επιδικάζεται αυτός μέχρι εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους (όχι μέχρι τη λήξη της σύμβασης ή μέχρι τον τερματισμό της, εάν αυτή τερματίστηκε ή έστω για τη δικαστική περίοδο, δηλαδη μέχρι την έκδοση της απόφασης). Άρα και με δυναμικές δικαστικής υπερημερίας. Για παράδειγμα, σε μια τραπεζική σύμβαση π.χ. δανείου, το συμβατικό επιτόκιο (που προβλέπεται διακριτά από το επιτόκιο υπερημερίας, και αφορά στο εμπορικό κέρδος του πιστωτή, ως εμπορικού πιστωτή, για την παραχώρηση της πίστωσης, το αντάλλαγμά του) είναι 8%. Βλέπουμε να εκδίδεται δικαστική απόφαση για το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον 8% μέχρι εξόφλησης (εάν δεν προστίθεται σε αυτό και το συμβατικά προβλεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας). Θα έπρεπε, από μια άλλη οπτική, να εκδίδεται δικαστική απόφαση για ένα συγκεκριμένο ποσό, στο οποίο να περιλαμβάνεται το χρεωστικό υπόλοιπο, ο συμβατικός ή ο όποιος άλλος τόκος που συνιστά, ως σύνολο, την αποζημίωση που επιδικάζει το δικαστήριο λόγω παράβασης της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης, και να επιδικάζεται επί του όλου χρέους/αποζημίωσης, που κλειδώνει με την έκδοση της απόφασης για το μέχρι τότε χρονικό διάστημα, είτε τυχόν συμφωνημένος (εν ισχύ συμφωνία) για την περίπτωση μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης τόκος υπερημερίας είτε ο δικαστικός τόκος. Ίσως, όμως, προβάλλεται ο αντίλογος ότι κατακρατείται και η χρηματική παροχή ή άλλος αντίλογος, όπως για παράδειγμα ότι αυτό είναι το νόημα και η έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 33, ανεξαρτήτως εάν, στην αναφορά των δυνατών σταθμίσεων στο εδάφιο 2, γίνεται αναφορά σε (όλη ή μερική) δικαστική περίοδο (σε κάθε περίπτωση) μέχρι την έκδοση της απόφασης.

Αισίως, το ζήτημα του νόμιμου τόκου άρχισε να συζητείται σε κάποιο βαθμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2017, όπου άρχισαν, τουλάχιστον, οι βολιδοσκοπήσεις για το τι ισχύει σε κάθε κράτος-μέλος σε σχέση με τον νόμιμο τόκο (statutory interest) ή κατ’ άλλους δικαστικό τόκο (judicial interest). Το ζήτημα, βέβαια, μένει, προς το παρόν, στην εκτίμηση κάθε κράτους μέλους και σε επίπεδο βολιδοσκόπησης, που μπορεί και να μην ενθαρρύνει αισθητά εναρμονιστική ρύθμιση ακόμα, αλλά ενισχύει τις βάσεις προβληματισμού. Οι πληροφορίες που παρείχαν στο σύστημα του European Judicial Network τα διάφορα κράτη μέλη δεν σημαίνει ότι είναι και δεν φαίνονται να είναι απόλυτα ακριβείς ή αναλυτικές σε βαθμό που να επιτρέπει τη διεξαγωγή ενδελεχούς έρευνας, ενώ για κάποια κράτη μέλη δεν έχουν δοθεί. Ένα από τα χαρακτηριστικά είναι πως κάπου, σε ορισμέμα συστήματα, υπάρχει ταύτιση του νόμιμου τόκου/δικαστικού τόκου με την έννοια της «υπερημερίας», όχι της δικαστικής υπερημερίας αλλά της συμβατικής, και κάπου αλλού ο νόμιμος τόκος συνιστά απλά τη βάση απόδοσης τόκου σε μια συναλλαγή ή χρέος όταν τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει τέτοιο τόκο (υποκατάσταση ή συμπλήρωση σύμβασης δια του νόμου) σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης και δημιουργίας χρέους εκ της σύμβασης. Όπου συνδέεται καθαρότερα με την έννοια της «υπερημερίας», μπορεί, όντως, να συνδέεται με άλλες βάσεις υπολογισμού· αλλού όχι, ώστε η ρύθμιση να είναι σαφέστερη.

Κάτι που δεν αναφέρεται στο Δίκτυο στις πληροφορίες της Ιρλανδίας, είναι πως και στην Ιρλανδία, προσφάτως, υπήρξε μια κάπως σπασμωδική κίνηση μείωσης του δικαστικού τόκου, που επιδικάζεται με βάση την Courts Act 1981 (Interest on Judgment Debts) Order 2016, από το 8% στο 2%, κι εκεί με χρήση πρόνοιας που δίνει τη δυνατότητα παρέμβασης στον εκεί Υπουργό Δικαιοσύνης δια δευτερογενούς νομοθεσίας. Εκεί το χαστούκι ήταν κάπως μεγαλύτερο, γιατί το 8% υπήρχε από το 1989. Ενδεχομένως, σε μια προσπάθεια βοήθειας εξόφλησης συγκεκριμένου είδους χρεών. Το συμβάν δεν έλαβε καν τη δέουσα προσοχή από τα ΜΜΕ. Σχολιασμοί που υπήρξαν ήταν, μεταξύ άλλων, ότι και η Ιρλανδία, πλέον, θα πρέπει να καταταγεί, μάλλον, στις χώρες που είναι άφιλες για τους πιστωτές, οι οποίοι πιθανόν να σκεφτούν πολλαπλά εάν θα πρέπει να εγείρουν αγωγές για την είσπραξη των χρεών τους, θέτοντας και τη διάσταση αυτή, των κινήτρων προσφυγής στη δικαιοσύνης. Τούτο γιατί το διάβημα έγινε σχεδόν παράλληλα με την τροποποίηση του εκεί περί παραγραφής νόμου, που μείωσε, αντίστοιχα, το χρονικό περιθώριο για έγερση αγωγής σε σχέση με σύμβαση, από τα 6 χρόνια στα 2 χρόνια. Με το προοίμιο να εστιάζει σε συμβατικές διαφορές στις οποίες εμπλέκονται Τράπεζες. Παράλληλα, η περίοδος εκτελεστότητας μιας δικαστικής απόφασης μειώθηκε από τα 12 χρόνια στα 2 χρόνια. Επομένως, όλη η πίεση από τη σώρευση των αστικών χρεών, φαίνεται να δημιουργεί τέτοιου είδους αλλαγές, που όμως έχουν κατά νου πάντα συγκεκριμένου τύπου αστικές διαφορές, μεταξύ Τραπεζών και καταναλωτών, που οι τελευταίοι βασανίζονται για χρόνια ολόκληρα, δέσμιοι από τέτοια χρέη, στα οποία δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν.

Μιας και έγινε, όμως, προηγουμένως αναφορά για έλλειψη προσοχής, για τις εμπορικές (μη αστικές) συναλλαγές υπάρχει ο περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος του 123(I)/2012, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 2011/7/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές («η Οδηγία»), η οποία είχε αντικαταστήσει την προϋφιστάμενή της Οδηγία 2000/35/ΕΕ. Αντιστοίχως, ο Νόμος αυτός είχε καταργήσει τον προϋφιστάμενό του περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμο 73(I)/2003, ο οποίος είχε συναφείς ρυθμίσεις. Όταν ο λόγος γίνεται για εμπορική συναλλαγή, γίνεται, κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου, για κάθε συναλλαγή που διενεργείται μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής. «Επιχείρηση» σημαίνει οιαδήποτε οργάνωση εκτός των δημοσίων αρχών, που ενεργεί στα πλαίσια της ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και εάν αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. Στις εμπορικές συναλλαγές, η νοοτροπία χρέωσης τόκου υπερημερίας είναι εντελώς αντίθετη.

Η Οδηγία στοχεύει στην προστασία των επιχειρήσεων, ειδικά των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), από τις καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, διασφαλίζοντας ότι τα τιμολόγια εξοφλούνται στην ώρα τους. Ορίζει χρονοδιαγράμματα εντός των οποίων πρέπει να διευθετούνται οι οφειλές και προβλέπει οικονομικές ποινές εάν τα εν λόγω χρονοδιαγράμματα δεν τηρηθούν. Οι επιχειρήσεις πρέπει να εξοφλούν τα τιμολόγια εντός 60 ημερών κατά το μέγιστο, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική ρητή πρόβλεψη στη σύμβαση και εφόσον ότι οι όροι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστικοί σε βάρος του πιστωτή. Οι δημόσιες αρχές πρέπει να πληρώνουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες που αγοράζουν εντός 30 ημερών. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η προθεσμία μπορεί να επεκταθεί στις 60 ημέρες, για παράδειγμα στον κλάδο της υγειονομικής περίθαλψης ή για συγκεκριμένες βιομηχανικές ή εμπορικές δραστηριότητες. Οι πιστωτές που έχουν ολοκληρώσει τις νομικές και συμβατικές τους υποχρεώσεις και που δεν έχουν πληρωθεί εντός των οριζόμενων χρονικών ορίων δικαιούνται τόκο υπερημερίας και αποζημίωση για καθυστέρηση πληρωμής. Ο προς καταβολή τόκος υπερημερίας θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 8 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το επιτόκιο αναφοράς που ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει στο διαδίκτυο τα ισχύοντα επιτόκια. Στην πράξη ανέρχονται στο 8-10 % στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Οι πιστωτές δικαιούνται ένα ελάχιστο κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 40 ευρώ από τους οφειλέτες. Επιπλέον, δικαιούνται αποζημίωση για όποια εύλογα έξοδα πραγματοποιήθηκαν για την είσπραξη του χρέους, όπως δαπάνες που οφείλονται στη χρήση δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών. Οι πιστωτές δικαιούνται τόκο υπερημερίας από την ημέρα που ακολουθεί την καταληκτική ημερομηνία της πληρωμής. Εφόσον η ημερομηνία πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας 30 ημέρες μετά από τη λήψη του τιμολογίου ή, εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν είναι βέβαιη, το ίδιο χρονικό διάστημα μετά από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. Οι εθνικές αρχές θα πρέπει να λάβουν μέτρα προκειμένου να αποκτήσει το κοινό αυξημένη επίγνωση των υφιστάμενων τρόπων επανόρθωσης για τις καθυστερήσεις πληρωμών.

Στο προοίμιό της, η Οδηγία, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι πολλές πληρωμές στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των οικονομικών φορέων ή μεταξύ των οικονομικών φορέων και των δημόσιων αρχών γίνονται αργότερα από την ημερομηνία που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση ή που καθορίζεται στους γενικούς εμπορικούς όρους. Παρά το γεγονός ότι τα αγαθά έχουν παραδοθεί ή οι υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί, πολλά από τα αντίστοιχα τιμολόγια πληρώνονται πολύ αργότερα από την προθεσμία τους. Αυτού του είδους οι καθυστερήσεις πληρωμών επηρεάζουν αρνητικά τη ρευστότητα και περιπλέκουν τη χρηματοοικονομική διαχείριση των επιχειρήσεων. Επηρεάζουν, επίσης, την ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητά τους, όταν ο πιστωτής υποχρεώνεται να ζητήσει εξωτερική χρηματοδότηση λόγω των καθυστερήσεων πληρωμών. Ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων αυξάνεται κατά πολύ σε περιόδους οικονομικής κάμψης, όταν η πρόσβαση σε χρηματοδότηση είναι δυσκολότερη. Η Οδηγία δεν διέπει τις συναλλαγές με τους καταναλωτές, τους τόκους που καταβάλλονται σε σχέση με άλλες πληρωμές, π.χ. πληρωμές δυνάμει της νομοθεσίας για τις επιταγές και τις συναλλαγματικές ή τις πληρωμές στο πλαίσιο αποζημίωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Επίσης, υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης οφειλών που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους. Η καθυστέρηση πληρωμής, όπως αναφέρει το προοίμιο, αποτελεί παράβαση συμβατικής υποχρέωσης η οποία έχει γίνει οικονομικά ελκυστική για τους οφειλέτες στα περισσότερα κράτη μέλη λόγω των χαμηλών ή των ανύπαρκτων τόκων υπερημερίας που επιβάλλονται στις καθυστερήσεις πληρωμών και/ή της βραδύτητας των διαδικασιών είσπραξης. Για να αναστραφεί η τάση αυτή και για να αποθαρρύνονται οι καθυστερήσεις, απαιτείται αποφασιστική μεταστροφή προς την υιοθέτηση νοοτροπίας έγκαιρης πραγματοποίησης των πληρωμών, τέτοια που, μεταξύ άλλων, να θεωρείται πάντα ο αποκλεισμός του δικαιώματος χρέωσης τόκου κατάφωρα καταχρηστική συμβατική ρήτρα ή πρακτική. Η μεταστροφή αυτή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον καθορισμό ειδικών ρυθμίσεων σχετικά με τις προθεσμίες πληρωμής και την αποζημίωση των πιστωτών για τις δαπάνες που υφίστανται, επίσης δε θα πρέπει στο πλαίσιο αυτό ο αποκλεισμός του δικαιώματος αποζημίωσης για τα έξοδα είσπραξης να θεωρείται καταφανώς καταχρηστικός. Αναφέρονται, σαφώς, και άλλα, απόλυτα χρήσιμα.

Ο εγχώριος Νόμος 123(Ι)/2012, για τις εμπορικές συναλλαγές, ορίζει «νόμιμο τόκο υπερημερίας» που σημαίνει τον απλό τόκο για την καθυστερημένη πληρωμή σε επιτόκιο το οποίο είναι ίσο προς το σύνολο του επιτοκίου αναφοράς συν 8%, και ο οποίος δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Ο εγχώριος Νόμος εφαρμόζεται σ’ όλες τις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών, εκτός από τις οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης, η οποία έχει κινηθεί κατά του οφειλέτη δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του περί Εταιρειών Νόμου, αντίστοιχα, κι εκτός από τις συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν τον εν λόγω νόμο. Ό,τι έχει σημασία, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης αναφοράς, είναι η νοοτροπία της αντιμετώπισης της υπερημερίας στις εμπορικές συναλλαγές (για να το διευρύνω, εκεί όπου υπάρχει εμπορικότητα στη συναλλαγή), όπως πιστότερα δίνεται μέσα από τις εισαγωγικές σκέψεις της Οδηγίας. Νοείται ότι, όπου εφαρμόζεται ο Ν.123(Ι)/2012 (και θα πρέπει να απαιτηθεί η εφαρμογή του, ενόψει της μη υποχρέωσης του πιστωτή να απαιτήσει τέτοιο τόκο) εξοβελίζει την εφαρμογή του άρθρου 32 § 2 του Ν. 14/60 όσον αφορά τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (στον βαθμό που επιφυλάσσεται), αλλά όχι και όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα (βλ. και υπόθεση C-235/03) ή τη δικαστική υπερημερία. Εξ ου και ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο είναι αναγκαίος ο προαναφερόμενος εννοιολογικός διαχωρισμός. Επειδή υπάρχει και μια τάση ο καθένας να επικαλείται ή να μπαίνει εύκολα σε ρόλο «καταναλωτή», ακόμα κι αν συνιστά εμπορική επιχείρηση που συμβλήθηκε για εμπορικό σκοπό, και να καταχράται καταστάσεις γενικά, αυτός είναι ένας νόμος του οποίου θα πρέπει/είναι σημαντικό να γίνεται επίκληση και εφαρμογή, όπου υπάρχει έδαφος.

Όπως κατέδειξε, βέβαια, η αναφορά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2016, μεταξύ άλλων, περίπου το ήμισυ όλων των πιστωτών δεν ασκούν τα δικαιώματά τους για απαίτηση τόκων υπερημερίας, αποζημίωση και έξοδα είσπραξης, όπως προβλέπεται από την Οδηγία, από φόβο ότι έτσι θα ζημιωθούν οι εμπορικές τους σχέσεις. Από την εξωτερική αξιολόγηση προέκυψε επίσης ότι, για τον ίδιο λόγο, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να δέχονται μεγάλες προθεσμίες πληρωμής που επιβάλλονται από μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Το στοιχείο αυτό είναι εγγενές στην επιχειρηματική κουλτούρα και δημιουργήθηκε λόγω της διαφορετικής θέσης των επιχειρήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού, του μεγέθους τους και του επιπέδου της μεταξύ τους εξάρτησης, καθώς και άλλων παραγόντων, όπως οι ιδιαιτερότητες του τομέα της αγοράς. Στη σχετική μελέτη που προηγήθηκε, η Κύπρος είχε καταταγεί ανάμεσα στις χώρες που δεν είναι καθόλου προσφιλείς και βοηθητικές για τους πιστωτές, όπως και η Ελλάδα, και η Πορτογαλία και η Ισπανία. Οι συστάσεις που απηύθυνε η ΕΕ προς τα κράτη μέλη ήταν, βάσει της εν λόγω αναφοράς, ήταν, μεταξύ άλλων, η διατήρηση του ζητήματος των καθυστερήσεων πληρωμών στις προτεραιότητες της πολιτικής ατζέντας μέσω της συνεχιζόμενης ευαισθητοποίησης ως προς το θέμα αυτό σε εθνικό επίπεδο, και η ενθάρρυνση της ανάπτυξης και της υλοποίησης υποστηρικτικών πρωτοβουλιών, όπως οι κώδικες έγκαιρης πληρωμής, η διαμεσολάβηση, η παροχή κινήτρων για την έγκαιρη πληρωμή (θετική ή αρνητική κατονομασία) κ.λπ.

Σημειωτέον ότι το άρθρο 10 της Οδηγίας προνοεί ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εκτελεστός τίτλος (π.χ. δικαστική απόφαση) μπορεί να εκδίδεται, μεταξύ άλλων με ταχεία διαδικασία και ασχέτως του ύψους της οφειλής, κανονικά εντός 90 ημερολογιακών ημερών από την κατάθεση της αγωγής ή αίτησης του δανειστή στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της οφειλής ή πτυχών της. Τα κράτη μέλη ανταποκρίνονται στην υποχρέωση αυτή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις τους. Δεν υπήρξε, όμως, αντίστοιχη τροποποίηση στο εγχώριο δίκαιο ή διαδικαστικούς κανονισμούς, που να ορίζει σχετικά, αν και στην πράξη, πιθανότατα, εάν δεν υπάρξει αμφισβήτηση, θα εκδοθεί δικαστική απόφαση για το εμπορικό χρέος βάσει μονομερούς αίτησης για απόφαση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από την έγερση της αγωγής. Γενικά, όμως, η σχετική νομοθεσία ελάχιστα τυγχάνει επίκλησης και εφαρμογής και από τα Δικαστήρια.

Η νέα μείωση του νόμιμου τόκου έδωσε έναυσμα έτσι για πολλές σκέψεις, που εκτέθηκαν όλες μαζί. Τα επίπεδα της διάστασης στο ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο ως προς την έννοια του νόμιμου τόκου, αλλά και ως προς το ύψος του, δεν αποκλείεται να απασχολήσουν εντονότερα στο μέλλον, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Με την προσπάθεια να στρέφεται προς την καλύτερη διαμόρφωση και διαχωρισμό της νοοτροπίας, σε σχέση με την υπερημερία, στα αστικά χρέη από αυτήν στα εμπορικά χρέη, και στην καλύτερη προστασία των χρεωστών στη μία περίπτωση και των πιστωτών στην άλλη. Υπάρχουν βέβαια αρκετά γκρίζα σημεία.

Με μια ματιά στην Αμερική, η παρατήρηση είναι ότι εκεί ο διαχωρισμός είναι σαφέστερος ανάμεσα στον εκ του νόμου οριζόμενο τόκο και στον δικαστικό τόκο, αλλά και σε αρκετές πολιτείες υπάρχουν καλές ρυθμίσεις όπως και online φόρμουλες υπολογισμού του εξ αποφάσεως χρέους. Και στην Αυστραλία, υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε pre-judgment (σήμερα 5,5%) και post-judgment τόκο (σήμερα 7,50%), παρόλο που κι εκεί υπάρχουν πτωτικές τάσεις και στα δύο τα τελευταία χρόνια. Στον Καναδά, επίσης, υπάρχει ο διαχωρισμός (pre-judgment 1,45%, post-judgment 3,45%). Τόσο στην Αυστραλία όσο και στην Καναδά, στις ιστοσελίδες των δικαστηρίων υπάρχουν λίστες με τα ισχύοντα επιτόκια, σε κάθε χρονική στιγμή. Αν μη τι άλλο, θα ήταν η ελάχιστη δυνατή διευκόλυνση.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.