Whistleblowing / Καταύδηση: Ηθικονομικές προεκτάσεις

 

(πλαίσιο: χαλαρές συζητήσεις για θέματα επικαιρότητας με φοιτητές και νέους νομικούς 12.01.2019)

Τι είναι το «whistleblowing»;

Ο αγγλικός όρος “whistleblowing” ή «whistle-blowing» (blow the whistle), αμφίβολης ιστορικής προέλευσης, φαίνεται να αναδείχθηκε περισσότερο από τα ΜΜΕ, από τα οποία ίσως προτιμήθηκε και λόγω της ηχητικής του. Σταδιακά έτυχε αναγνώρισης ώστε να τον βλέπουμε πλέον σε νομοθετικά κείμενα (περίπτωση στην οποία βλέπουμε και τη μεταδοτικότητα του δημοσιογραφικού λόγου στη διαμόρφωση του κοινωνικού και εν τέλει του νομικού λόγου). Ωστόσο, η πρακτική της δημοσιοποίησης επιλήψιμων συμπεριφορών που είναι ευρύτερα βλαπτικές και ενδιαφέρουν τη κοινή γνώμη, έχει μια αρκετά παλαιότερη, του όρου, ιστορία, στην αρχαία Αθήνα, στο Ρωμαϊκό δίκαιο, στο Αγγλικό δίκαιο, κ.λπ. (Rutledge, 2001; Παναγοπούλου-Κουτνατζή, 2016).

Ο όρος “whistleblowing” αποδόθηκε στα Ελληνικά κάπως εξευγενισμένα (όπως ίσως υποδηλώνει η περίφραση) ως «γνωστοποίηση δυσλειτουργιών» ή «καταγγελία δημοσίου συμφέροντος» ή με άλλο συναφή τρόπο, ενδεικτικό της δυσκολίας να βρεθεί κατάλληλος μονολεκτικός όρος με ίδια δυναμική. Τόσο ο αγγλικός όρος όσο και η έννοια και η ελληνική απόδοσή του παρουσίασαν αρκετές διαστάσεις μέχρι σήμερα. Ίσως γιατί ο καθένας εννοιοδοτεί για να εξυπηρετήσει τους ερευνητικούς σκοπούς του (Jubb, 1999; Miceli & Near, 1992; Hooks, Kaplan & Schulze, 1994; Ponemon, 1994; Tucker, 1995) ή εννοιοδοτεί ερχόμενος από διαφορετική κοινωνική κουλτούρα, που επιδρά και στον τρόπο της εννοιολογικής προσέγγισης.

Κυριολεκτικά ο όρος σημαίνει «σφύριγμα» ή το φύσημα στη σφυρίκτρα. Η αναζήτηση κατάλληλου όρου στην Ελληνική γλώσσα θα έπρεπε πάντως να μην δηλώνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποια ανήθικη ή τραυματική πτυχή της κατάδοσης ή των συμπαραδηλώσεων της. Επειδή η Ελληνική γλώσσα είναι πλούσια, προτάθηκε από τον Καθηγητή Δ. Δημητράκο, προ πολλών ετών, χρήσιμα, ο όρος «καταύδηση», με παραπομπή στην Αντιγόνη που προτρέπει την Ισμήνη να φανερώσει παντού, ανοιχτά – όχι να ειδοποιήσει κρυφά τον Κρέοντα- ότι έθαψε τον αδελφό της: [«οἴμοι, καταύδα· πολλὸν ἐχθίων ἔσει σιγῶσ᾽, ἐὰν μὴ πᾶσι κηρύξῃς τάδε». Αντιγόνη 86] και καταλήγοντας ότι η καταύδηση πρέπει να είναι καθήκον μας. Ο όρος αυτός, ως αναδύθηκε, είναι όντως πολύ καλός για να αποδώσει το “whistleblowing” και ηχητικά.

Γιατί θα πρέπει να επιτρέπεται να καταγγέλλει κάποιος δημόσια και πώς διασφαλίζεται ότι αυτός που καταγγέλλει σκοπεύει στο δημόσιο συμφέρον και δεν θέλει να βλάψει τον καταγγελλόμενο; Σε κάθε περίπτωση, εάν αυτός που καταγγέλλει είναι ο ίδιος διεφθαρμένος, γιατί θα πρέπει να τυγχάνει προστασίας ως «whistleblower»;

Η αποσύνδεση του κινήτρου της πράξης από την ηθική της ενδεχομένως να δυσκόλεψε ή και να δυσκολεύει ακόμα πολλούς. Καθόλου αδικαιολόγητα. Εξάλλου, ο ίδιος ο Χριστιανισμός δείχνει να θεωρεί τον έλεγχο του κινήτρου ως μέρος του ηθικού συστήματος. Από την άλλη, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι, όντως, πολλές φορές, ξεκινώντας και από «ταπεινά» κίνητρα, η κατάληξη μπορεί να είναι στο κοινωνικά ωφέλιμο. Ο προβληματισμός που εκφράστηκε σε σχέση με την ηθική υπεροχή της κοινωνικής ωφελιμότητας έναντι των κινήτρων της «καταύδησης» σχετίζεται με την αίρεση ή τον όρο η κοινολόγηση της επιλήψιμης πράξης να είναι όντως κοινωνικά ωφέλιμη· αίρεση ή όρος που, εάν δεν πληρωθεί με κάποιον τρόπο, το ηθικό στίγμα (θεωρείται ότι πρέπει να) στρέφεται πίσω στην πράξη του επίδοξου «καταυδητή». Για τη διαχείριση αυτού του προσωρινά μετέωρου και περιπλανώμενου ηθικού στίγματος, ή και για την επιστροφή του στην πράξη του επίδοξου «καταυδητή», απαιτείται, όντως, μια πολύ ώριμη δημοκρατία, ένας εξαίσια ευέλικτος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Υπάρχει;

Τέθηκε, επίσης, ο προβληματισμός, σε σχέση με αυτό το περιπλανώμενο ηθικό στίγμα ή την εκ του αποτελέσματος ηθική αξιολόγηση που μπορεί να καθαγιάσει αναδρομικά και την πράξη που ενθαρρύνεται από ταπεινά κίνητρα, στη βάση της προοπτικής ενθάρρυνσης της διαφθοράς, εξαιτίας της αναγωγής της καταύδησης σε συνήθη – προσδοκώμενα ηθική – δραστηριότητα· επομένως της δημιουργίας ανάγκης, στον καταυδητή, να παράγει την τροφή του, ενθαρρύνοντας ή δημιουργώντας ή τροφοδοτώντας παράλληλα και τη διαφθορά. Από την άλλη, εάν δεχθούμε ότι διαφθορά υπάρχει, όχι ως περιστασιακό κακό, αλλά ως διαχρονικό, και ως ένα βαθμό αναγκαστικό, κοινωνικό φαινόμενο (από πάντα), η καταύδηση δεν αναδεικνύεται για να δημιουργεί μηχανισμό αλληλοτροφοδότησης (διαφθορά/καταύδηση), αλλά μηχανισμό αντίστασης, που, με την ορθή θεώρηση και χρήση του, θα αποφεύγει και την αλληλοτροφοδότηση.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν ένα νόμο που λεγόταν «αντίδοσις» και λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο των Λειτουργιών της Αθηναϊκής πολιτείας, σύμφωνα με τον οποίο, μέσα στη γενικότερη εφαρμογή του, όταν ένα πολίτης ορίζονταν να εκτελέσει μια από τις λειτουργίες, αν έκρινε ότι αυτή ήταν δυσανάλογη με τις οικονομικές του δυνατότητες, μπορούσε να την αρνηθεί, υποδεικνύοντας άλλον, πλουσιότερο συμπολίτη του. Ο δεύτερος όφειλε είτε να δεχθεί τη λειτουργία είτε (εάν π.χ. υποστήριζε ότι δεν είναι πλούσιος) να ανταλλάξει την περιουσία του με τον πρώτο. Η διαδικασία αυτή θεωρούνταν ότι συνιστά μέτρο κυρίως κατά της φοροδιαφυγής των πλουσίων και ενείχε έναν αυτοελεγχόμενο μηχανισμό εξασφάλισης της διαφάνειας, που εναπόκειτο στο κριτήριο του κάθε μεμονωμένου πολίτη, ο ίδιος να αντισταθεί, ο ίδιος να υποδείξει τον πλουσιότερο. Εξυπηρετούσε και μια μορφή κοινωνικής δικαιοσύνης. Για να επιτύχει, όμως, η εφαρμογή της «αντίδοσης», θα έπρεπε η υπόδειξη, από μέρους του αρχικά υπόχρεου πολίτη, να πληροί όντως τις προϋποθέσεις, δηλαδή ο άλλος να είναι πλουσιότερος.

Η «καταύδηση», όντως, θυμίζει κάτι από την «αντίδοση», ως προς τον αυτόβουλο τρόπο ενεργοποίησης αναλόγως με το πώς συναισθάνεται κάποιος το γενικό καλό, τον σκοπό εξασφάλισης της διαφάνειας, και την εξάρτηση της επιτυχίας από το αποτέλεσμα, αφήνοντας να νοηθεί ότι και η «καταύδηση», με την ορθή ρύθμισή της, ως δικαίωμα, απεκδύεται προσωρινά και το ηθικό βάρος μαζί με τον φόβο των νομικών συνεπειών του ενδεχόμενου αποτυχίας. Μετριάζεται το νομικό ρίσκο αυτού του περιπλανώμενου ηθικού στίγματος. Αυτός ο μετριασμός είναι που αφήνει κενά, ειδικότερα εάν απολήγει και σε προσπάθεια επιβολής αποκλεισμού του ηθικού στίγματος σε κάθε περίπτωση (ενώ αυτό έχει τις δικές του δυναμικές)· εάν επίσης απολήγει στην πλήρη απεξάρτηση από την έκβαση της επιχειρούμενης καταύδησης (εάν εκείνη είναι επιτυχής ή όχι), παράλληλα χωρίς έλεγχο των κινήτρων.

Έχουμε, λοιπόν, τα κίνητρα, που λέμε ότι, σε ένα πρώτο στάδιο, δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου, εάν είναι καλά ή καλά. Έπειτα, έχουμε το αποτέλεσμα, που μας ενδιαφέρει και θέλουμε να είναι κοινωνικά ωφέλιμο. Εάν είναι κοινωνικά ωφέλιμο, εκπληρώνεται ο σκοπός της καταύδησης, χωρίς οποιαδήποτε επιστροφή, οπουδήποτε, εφόσον υπερέχει το κοινωνικό όφελος (η ηθική θεώρηση μεμονωμένα της πράξης της καταύδησης αφήνεται στη δική της τύχη). Εάν δεν είναι κοινωνικά ωφέλιμο, πρέπει να διασφαλίζεται, από το ίδιο το σύστημα, η επιστροφή στη δυνατότητα ελέγχου των κινήτρων της καταύδησης, προκειμένου να εξαρτηθεί από εκείνα η νομική συνέπεια ή και το ηθικό στίγμα. Μέσα από τις συνήθεις αρχές της κατάχρησης, που σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αποκλείονται ή θα μπορούσαν να είναι συχνές (Fong, 1991).

Από όσα έχουν ήδη λεχθεί, στο «whistleblowing», δηλαδή στην καταύδηση, ο καταυδητής δεν είναι κατ’ ανάγκη λιγότερο διεφθαρμένος από το πρόσωπο στο οποίο αφορά επιχειρούμενη καταύδηση. Απλά δεν ενδιαφέρει σε πρώτο στάδιο ή δεν μπορεί να εξετάζεται η δική του διαφθορά μέσα από έναν κοινό μηχανισμό. Έπειτα, μπορεί να είναι διεφθαρμένος αλλά όχι κακόβουλος σε σχέση με τη συγκεκριμένη καταύδηση. Να ένα δύσκολο σημείο. Η ανάδειξη της καταύδησης ως «δικαιώματος» και η προστασία του καταυδητή, στη σύγχρονη εποχή, με το όραμα να σπάσει η συνενοχή της σιωπής που πολλές φορές επικρατεί στη διαφθορά, ήταν και είναι από τα δυσκολότερα εγχειρήματα. Εκεί που υπήρχε ήδη (ΗΠΑ, Αυστραλία, κ.λπ.) και στην Ευρώπη, που έρχεται. Από τη μια υπάρχει η ηθικονομική διάσταση, η ανάγκη προστασίας από την κακόβουλη καταύδηση που κι η ίδια παράλληλα δεν ευδοκιμεί, εκεί να υπάρχει δηλαδή συνέπεια που να λειτουργεί περαιτέρω εξασφαλιστικά, από την άλλη υπάρχουν και οι ανέλεγκτες κοινωνικές-λαϊκές δυναμικές. Σύμφωνα με ευρήματα, ακόμα κι αν η καταύδηση έχει επιτυχή έκβαση και άρα οδηγεί στο κοινωνικά ωφέλιμο, οι καταυδητές δέχονται και τότε θυματοποίηση, παρά απολαμβάνουν κοινωνικά οφέλη (Glazer & Glazer, 1989; Jos, Tompkins & Hays, 1989; De Maria, 1994). Γιατί κάπου ισχύει το ότι το να δώσει, κανείς, ένα δικαίωμα λ.χ. στον ψεύτη, δεν καθιστά τη ψευτιά, ως πράξη, ηθικότερη. Ή και τα κίνητρα, ανεξαρτήτως της έκβασης της καταύδησης, εξακολουθούν να προσδιορίζουν έστω ηθικά την πράξη της καταύδησης, ατομικά και μεμονωμένα θεωρούμενη· δηλαδή δεν αρκεί, στην κοινωνική συνείδηση, η υπεροχή του κοινωνικού οφέλους· υπάρχει μεγαλύτερη ή βαθύτερη ηθική απαίτηση.

Εν πάση περιπτώσει, το ζητούμενο δεν είναι η απόδοση κοινωνικών οφελών στον καταυδητή που είχε τα καλά κίνητρα (εφόσον είναι καθήκον του η καταύδηση), αλλά η προστασία του από τη θυματοποίηση, πόσω μάλλον την άδικη θυματοποίηση. Τέτοια ίδια προστασία, όμως, μπορεί να απολαμβάνει και ο έχων τα κακά κίνητρα σε πρώτη φάση, εξαιτίας της επιτυχούς έκβασης, ασχέτως εάν αυτή ταυτίζεται και με την ικανοποίηση των δικών του στόχων. Είναι στην τελευταία περίπτωση, ίσως, που ανεξαρτήτως της έλλειψης νομικής συνέπειας, εξακολουθεί να περιπλανάται το ηθικό στίγμα πάνω από τον κακόβουλο καταυδητή, και πάλι, καθόλου αδικαιολόγητα. Εκεί, επειδή ακριβώς υπάρχει η αίσθηση ότι ο νόμος, η νομική προσέγγιση της καταύδησης, είναι από τις φορές που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη βαθύτερη κοινωνικοηθική απαίτηση (απαίτηση και ο καταυδητής να είναι ηθικός) ή που αποσυνδέεται προσωρινά από την ευρύτερη κοινωνική ανάγκη, για να επιτελέσει μια ειδικότερη, συγκεκριμένη λειτουργία, μπορούν να δημιουργηθούν και εύκολα ηθικονομικές προστριβές.

Στην Αυστραλία, λένε πως ο καταυδητής θα πρέπει να σκεφτεί δύο φορές πριν ενεργοποιήσει αυτό τον μηχανισμό της καταύδησης (Connors, 1996). Πρέπει; Όταν αρχίζει, κανείς, να πολεμά τη διαφθορά, που την βλέπει ως θηρίο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, από κάπου πρέπει να αρχίζει. Και εάν ισχύει το «ο ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον», όπως στην περικοπή της μοιχαλίδας, τότε ο «λίθος» αυτός θα μείνει κάπου κρυμμένος, γιατί ο καθένας, στη δική του αυτοκριτική, μπορεί να βρίσκει μελανά σημεία ή σημεία για τον ίδιο μελανά, που δεν θέλει να εκθέσει ή να διακινδυνεύσει να εκθέσει, προτιμώντας, έτσι, τη σιωπή και την ησυχία του. Φαίνεται να μην είναι εφικτή σήμερα η διόρθωση «με πνεύμα πραότητας» αποβλέποντας στους εαυτούς μας και στη δική μας διεφθαρμένη φύση, είτε είμαστε και εμείς τώρα, είτε υπήρξαμε στο παρελθόν, είτε ενδέχεται να υπάρξουμε στο μέλλον ό,τι είναι αυτός που τώρα κρίνεται από εμάς, κατά την περικοπή. Φαίνεται πως σήμερα είναι ανεκτό αλλά και επιβεβλημένο, με κάποιον τρόπο, να τιμωρηθεί ο αμαρτωλός, ακόμα κι από τους αμαρτωλούς· να τηρηθεί ο νόμος, ακόμα κι από τους παραβάτες του νόμου. Ή είναι προτιμώτερο από το να μην υπάρχει καθόλου τιμωρία και καθόλου νόμος ή εφαρμογή του νόμου.

Το πρόβλημα ίσως να μην βρίσκεται στην ηθική μετατόπιση ή διαφορετική «σοφία», αλλά στο ότι, μέσα σε αυτό το κλουβί με τους ξαφνικά πολλούς διεφθαρμένους των σύγχρονων μετα-κομμουνιστικών δημοκρατιών, όπου ο ένας γίνεται καταυδητής ή δικαστής του άλλου, βασικά μέχρι να αυτοεξουδετερωθεί η διαφθορά, μέσα σε όλο τον θόρυβο και τη θεαματική σκόνη, οι πιο ρομαντικοί και ταπεινοί θλίβονται και ανυπομονούν: Άραγε, θα μείνει κανείς στο τέλος με τούτο τον αυτοδύναμο και ως ένα βαθμό αυτοελεγχόμενο μηχανισμό; Εάν η διαφθορά είναι ένα φαινόμενο εγγενές στην ανθρώπινη φύση (Rose-Ackerman, 1999) κατ΄ επέκταση σε κάθε κοινωνία, γιατί δεν υπάρχει ηθικά τέλεια κοινωνία, πού σταματά αυτός ο μηχανισμός; Όταν τα «ποσοστά» κατέβουν; Μπορούμε, αλήθεια, να το γνωρίζουμε; Άραγε, θα μπορέσουμε να φτιάξουμε κάποια στιγμή τα πράγματα από την αρχή; Σε νέες βάσεις; Με υγεία; Άραγε, θα ζούμε ως τότε, ως κάποτε, να μάθουμε;

Εάν υπάρχει το ενδεχόμενο να εκτεθεί ο καταυδητής, ως μη αναμάρτητος, επειδή καταδεικνύει την αμαρτία άλλου, τότε θα ισχύει αυτός ο τρομακτικός νόμος της σιωπής, και οι κοινωνικές δομές (π.χ. οικογένεια, παιδεία, κ.λπ.) φαίνεται ότι δεν διαθέτουν άλλο τρόπο να διαμορφώσουν ή και να εξαναγκάσουν τις προϋποθέσεις ικανοποίησης αυτής της ίδιας βαθύτερης κοινωνικοηθικής απαίτησης· ο νόμος, και πάλι, θα πρέπει απευθείας, πρώτος-πρώτος, να κάνει τη δύσκολη δουλειά. Σε πρώτη φάση, να προστατεύσει τον όποιο καταυδητή, αλλά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εξαιρεί από την προστασία αυτόν που, κάποια στιγμή, αποδεικνύεται κακόβουλος, με την κακοβουλία του να ενδιαφέρει όχι τα ίδια κίνητρα (τι θέλει ή τι επιθυμεί ο ίδιος), αλλά περισσότερο τον σκοπό της παραγωγής ευρύτερου κοινωνικού οφέλους ή το τι θα υπερτερήσει τελικά (το κοινωνικό όφελος ή η δυσφήμιση και ταλαιπωρία του καταγγελλόμενου). Είπαμε για τα κίνητρα, είπαμε για το αποτέλεσμα, να και η συσχέτισή τους.

Τι έχετε να πείτε για την πρόταση ευρωπαϊκής Οδηγίας σχετικά με το «whistleblowing»; Επηρεάζει καθόλου την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων;

Εν συντομία, η πρόταση Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά στην προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης (Whistleblowers’ Protection Directive – “WPD”), η οποία είχε υπερψηφιστεί τον περασμένο Νοέμβριο από την JURI, μετά από πολύμηνες συζητήσεις και διαβουλεύσεις, θα συνιστά ένα σημαντικό βήμα της ενωσιακής νομοθεσίας, για την εμφανώς καλύτερη προστασία των «whistleblowers», για το οποίο θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε με διάφορους τρόπους, ειδικότερα όσοι δεν είχαμε μέχρι στιγμής νομοθεσίες προστασίας. Οι τελευταίες τροπολογίες της WPD, εφόσον υιοθετηθούν, είναι επίσης σημαντικές, αφού, μεταξύ άλλων, βάζουν στο πεδίο εφαρμογής της WPD καλύτερα και τη διερευνητική δημοσιογραφία και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών. Η WPD ενδεχομένως να επιδέχεται και άλλες βελτιώσεις, που συζητούνται.

Η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα δεν βλάπτει, αλλά ενισχύει την προστασία των καταγγελλόντων και των «whistleblowing data», η επεξεργασία των οποίων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον GDPR, την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 και τον Κανονισμός (ΕΚ) 45/2001. Η συμβατότητα του συστήματος καταύδησης που διαθέτει μια υπηρεσία με την υφιστάμενη νομοθεσία και ο έλεγχός της είναι ένα θέμα. Άλλο θέμα είναι ο διοικητικός έλεγχος σε υπηρεσία που κατέχει «whistleblowing data» κατόπιν καταγγελίας της σε σχέση με την επεξεργασία στην οποία προέβη σε σχέση με αυτά. Και άλλο, επίσης, θέμα η πρόσβαση, από την εποπτική αρχή, σε προσωπικά δεδομένα εκτός του πλαισίου εποπτικού ή διοικητικού ελέγχου. Το καθήκον εμπιστευτικότητας, με βάση την WPD, κατά κανόνα, δεν θα αίρεται. Νοείται ότι θα πρέπει να αίρεται, σύμφωνα με όσα (θα) διαλαμβάνει κι η WPD, μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα του καταγγέλλοντος αποτελεί αναγκαία και αναλογική υποχρέωση (να λοιπόν, και πάλι, οι μαγικές αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας που φαίνεται ότι πάντα δυσκολεύουν στην πράξη), η οποία επιβάλλεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, στο πλαίσιο ερευνών ή επακόλουθων δικαστικών διαδικασιών ή με στόχο να προστατευθούν οι ελευθερίες τρίτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υπεράσπισης του καταγγελλομένου, και, σε κάθε περίπτωση, με την επιφύλαξη των κατάλληλων εγγυήσεων που προβλέπουν οι συγκεκριμένες νομοθεσίες. Εάν δεν συντρέχει και δεν στοιχειοθετείται τέτοιος εξαιρετικός λόγος, τέτοια αποκάλυψη συνιστά παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας, που η WPD θα αντιμετωπίζει εξίσου αυστηρά, και που, μέχρι να ρυθμίσει, δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται.

Στη σκοπούμενη Οδηγία, γίνεται προσπάθεια να τοποθετηθούν και οι δύο πυλώνες: αυτή η προστασία των καταυδητών από τη μια και η δικλείδα ασφαλείας έναντι των κακόβουλων ή καταχρηστικών καταγγελιών από την άλλη. Με την ανησυχία να εστιάζει στην ισορροπημένη και αρμονική συσχέτηση των δύο πυλώνων, ώστε η ύπαρξη και λειτουργία του ενός να μην αποθαρρύνει τη λειτουργία του άλλου. Δεν θα γίνει ανάλυση της Οδηγίας, προς το παρόν, αλλά εκτιμάται ότι η προσπάθεια που καταβάλλεται θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός συστήματος καταύδησης τουλάχιστον καλύτερου από αυτά που υπάρχουν σε άλλες περιοχές του κόσμου, το οποίο θα τύχει παρουσίασης και ανάλυσης όταν εγκριθούν και οι τελευταίες τροποποιήσεις.

Εξάλλου, η Ευρώπη έχει πλέον τα δείγματα και τις εμπειρίες των άλλων ηπείρων αλλά και κάποιων επιμέρους κρατών-μελών της που ήδη εφάρμοσαν νόμους προστασίας των καταυδητών και αντιμετώπισης των κακόβουλων καταυδητών, δηλαδή δεν καινοτομεί, οπότε, στο ήδη αργοπορημένο διάβημά της, δεν έχει λόγο να μην επιχειρήσει κάτι καλύτερο.

Τι έχετε να πείτε για την πρόσφατη θεσμική σύγκρουση μεταξύ του Γενικού Ελεγκτή και της Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σε σχέση με το θέμα του “whistleblowing”;

Η πρόσφατη θεσμική «κόντρα» ανέδειξε διάφορους από τους προβληματισμούς που απασχόλησαν, εκεί όπου υπάρχουν συστήματα καταύδησης, εδώ και δεκαετίες. Δεν παρακολούθησα από την αρχή και όλο τον διάλογο μεταξύ των θεσμών, δεν γνωρίζω τη διαφορά τους, αλλά έχω ακούσει τυχαία μία τοποθέτηση του Γενικού Ελεγκτή που με βρίσκει σύμφωνη, ως προς το ποιος θα σταθμίσει εάν μια καταύδηση είναι κακόβουλη, που αυτός είναι πάντοτε ο φορέας που χειρίζεται τον ενεργοποιημένο μηχανισμό καταύδησης. Ίσως δεν ήταν αναγκαία η θεσμική σύγκρουση, στην προκειμένη περίπτωση.

Πιστεύετε ότι η καθιέρωση συστήματος «whistleblowing» στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα θα είναι ένα δραστικό εργαλείο κατά της διαφθοράς;

Μιλάμε για το «whistleblowing» ή την «καταύδηση». Είναι πολύ εύκολο, το ευκολότερο πράγμα, να ανοίγει, κανείς, το στόμα του και να λέει ό,τι θέλει, για να δημιουργήσει θόρυβο· το βλέπουμε κι εδώ, σχεδόν καθημερινά. Φαινόμενο που συμπορεύεται με τη ρητορική μίσους, την οχλαγωγία, την έλλειψη σεβασμού προς τους θεσμούς. Είναι, επίσης, πολύ εύκολο να μιλά, κανείς, για «διαφθορά», ενδεχομένως θεωρώντας ότι το να το πράττει, να φέρεται δηλαδή ως πολέμιος της διαφθοράς, συστρατεύεται με κάποιο ηθικότερο κοινωνικό σώμα ή οτιδήποτε συναφές. Η υποκρισία ήταν και θα είναι πάντα ένα κοινωνικό κακό για τους πιο αδύναμους ανθρώπους μέσα στο κοινωνικό σύνολο, και στην Κυπριακή κοινωνία, δυστυχώς, υπάρχει πολλή αδυναμία. Ξέρετε, εάν θεωρήσουμε ότι η διαφθορά συνιστά περίπου την παράνομη ανταλλαγή πόρων, που εμπλέκουν τη χρήση ή κατάχρηση του δημόσιου ή συλλογικού καθήκοντος για εξυπηρέτηση προσωπικών σκοπών (Luo, 2005) ή η χρήση εμπιστευμένης εξουσίας ή δημόσιας θέσης για εξυπηρέτηση ιδίου οφέλους (International Transparency; World Bank, 1997), η κακή καταύδηση, η κακόβουλη καταύδηση, στο τέλος της ημέρας, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν αποκλείεται να εννοιοδοτείται, η ίδια, ως πράξη διαφθοράς, χειρότερη από αυτήν που υποτίθεται κινεί για να καταπολεμήσει.

Η δημιουργία κουλτούρας «καταύδησης» ενθαρρύνει και εγγυάται τη διαδικαστική ευκολία και προστασία, αλλά απαιτεί βασιμότητα και σοβαρότητα στο περιεχόμενο, στην πληροφορία. Σαφώς, χρειάζεται προσοχή και περίσκεψη στο να μπει, κανείς, σε διαύλο καταύδησης, όχι για να μην εκτεθεί ο ίδιος ή να μην βλαφθεί η δική του αξιοπρέπεια, αλλά πρώτιστα για να μην εκθέσει άδικα άλλους. Αυτός που έχει κάτι να πει και πιστεύει ότι ωφελεί το σύνολο να το πει, θα πρέπει και μπορεί να το πει και θα είναι απόλυτα ασφαλής. Αυτός που δεν έχει κάτι να πει, αλλά θέλει να μπει στον ρόλο και τη θέση «καταυδητή» και να επωφεληθεί των διαδικαστικών ευκολιών και ασφαλειών του για να επιτύχει να πλήξει την προσωπικότητα ή άλλα αγαθά άλλου ατόμου, να πετύχει δικούς του προσωπικούς στόχους, αυτός, ο κακόβουλος καταυδητής, στο τέλος της ημέρας, θα στρέψει πάνω του τη νομική και ηθική προσοχή. Η καλλιέργεια της κουλτούρας «καταύδησης» σκοπεί, εκτός από το να ενθαρρύνει την υγιή καταύδηση και να αποθαρρύνει την κακή ή κακόβουλη καταύδηση, να αφαιρέσει και το ηθικό στίγμα από αυτή την πράξη της καταύδησης (τη ρετσινιά της «ρουφιανιάς»), αναδεικνύοντας, εκ νέου, ό,τι ίσχυε από πάντα για εμάς τους Έλληνες, ήτοι την καταύδηση ως δημόσιο καθήκον. Ένα δημόσιο καθήκον, όμως, που ως τέτοιο πρέπει να ασκείται, για να διατηρεί την υψηλή ηθικονομική του υπόσταση.

Ο σκοπός ενός συστήματος καταύδησης είναι η βελτίωση της καλής λειτουργίας των οργανισμών ή υπηρεσιών ή επιχειρήσεων που θα εφαρμόσουν ορθά τέτοιο σύστημα. Εάν και εφόσον εφαρμόσουν ορθά ένα καλό σύστημα καταύδησης, το προσδοκόμενο, είναι να βελτιωθεί η καλή λειτουργία τους. Το εάν θα μειωθεί και η διαφθορά είναι ένα διαφορετικό θέμα, καθώς αυτός που είναι βαθιά διεφθαρμένος, δεν αποκλείεται να βρει τον τρόπο να επιβάλει τη δική του κουλτούρα και σε ένα τέτοιο σύστημα καταύδησης. Κάποια ευρήματα, σε διαφορετικό χωρόχρονο, είναι ίσως ενθαρρυντικά (Alt & Lassen, 2008; Priks, 2011; Goel & Nelson, 2013). Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα επιπλέον πολύ χρήσιμο εργαλείο (Schultz & Harutyunyan, 2015), το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κατά της διαφθοράς, όχι μόνο του, μαζί με άλλα, και αναλόγως του εφαρμοστή ή του χειριστή του, να επιφέρει, ίσως, κάποια θετικά αποτελέσματα. Τέτοια αποτελέσματα ενδεχομένως να είναι καλύτερα, εάν καλλιεργηθεί παράλληλα και η συναφής κουλτούρα μέσα από τις λοιπές κοινωνικές δομές.

Θα πρέπει, φυσικά, να σημειωθεί ξανά, για την απαραίτητη έμφαση, ότι η καταύδηση δεν είναι εργαλείο μόνον κατά της διαφθοράς, η οποία πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη ή δυσνόητη, αλλά και κατά άλλων εγκληματικών πράξεων. Είναι ένα εργαλείο ή μια μέθοδος αντι-εγκληματικής πολιτικής, πρόληψης αλλά και καταστολής του εγκλήματος και με τέτοια ευρύτητα, εάν θεωρείται, ίσως θα μπορούσε να καταστεί αποδοτικότερο.

——————-

Alt, J. E. & Lassen, D. D. (2008). Political and judicial checks on corruption: Evidence from American State Governments. Economics & Politics, 20, 33–61.

Connors, T. (1996). Blow the Whistle and risk the future. The Canberra Times, 11 September.

De Maria, W. (1994). Unshielding the Shadow Culture. Department of Social Work and Social Policy, University of Queensland.

Fong, B. D. (1991). U.S. Law, whistleblower protection and the Office of the Special Counsel. Στο Vinten, G. (εκδ.): 1994, Whistleblowing: Subversion or Corporate Citizenship? London: Paul Chapman Publishing.

Glazer, M. P. & Glazer, P. M. (1989). The Whistleblowers: Exposing Corruption in Government and Industry. New York: Basic Books.

Goel, R. K. & Nelson, M. A. (2013). The Effectiveness of Whistleblower Laws in Combating Corruption. BOFIT Discussion Papers Editor-in-Chief Laura Solanko.

Hooks, K. L., Kaplan, S. E. & Schulze, J. J. Jnr. (1994). Enhancing communication to assist in fraud prevention and detection. Auditing: A Journal of Theory and Practice 13, 86–117.

Jos, P. H., Tompkins, M. E. & Hays, S. W. (1989). In praise of difficult people: A portrait of the committed whistleblower. Public Administration Review, November/December, 552–561.

Jubb, P. B. (1999). Whistleblowing: A Restrictive Definition and Interpretation. Journal of Business Ethics, 21, 77–94.

Luo, Y. (2005). An organizational perspective on corruption. Management and Organization Review, 1(1), 119-124.

Miceli, M. P. & Near, J. P (1992). Blowing the Whistle. New York: Lexington Books.

Ponemon, L. A. (1994). Whistleblowing as an internal control mechanism: Individual and organizational considerations. Auditing: A Journal of Theory and Practice, 13, 118–130.

Priks, M. (2011). Judiciaries in corrupt societies. Economics of Governance, 12, 75–88.

Rose-Ackerman, S. (1999). Corruption and Government: Causes, Consequences, and Reform. New York: Cambridge University Press.

Rutledge, S. (2001). Imperial Inquisitions. Prosecutors and informants from Tiberius to Domitian.

Schultz, D. & Harutyunyan, K. (2015). Combating corruption: The development of whistleblowing laws in the United States, Europe, and Armenia. International Comparative Jurisprudence, 1(2), 87-97.

Transparency International (χωρίς ημερομηνία). What is corruption? Διαθέσιμο στο: https://www.transparency.org/what-is-corruption

Tucker, D. (1995). Whistleblowing without tears: The Exposure of Brisbane’s King George Square Car Park Fraud. Australian Journal of Public Administration, 54, 475–482.

World Bank (1997). Helping Countries Combat Corruption: The Role of the World Bank. Διαθέσιμο στο: http://www1.worldbank.org/publicsector/anticorrupt/corruptn/cor02.htm

Παναγοπούλου-Κουτζαντζή, Φ. (2016). Ο θεσμός του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος (whilstleblowing): Μια ηθικοσυνταγματική θεώρηση.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.