Η Δικαιοσύνη στην επικαιρότητα: ένα σύντομο σχόλιο

Ο λαϊκισμός είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο που συζητείται τα τελευταία χρόνια σε συνάρτηση με τη δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου (Arato, 2017; Thiruchelvam, 2018) ή αντίστοιχα με τον δικαστικό λαϊκισμό (βλ. τάσεις ικανοποίησης του κοινού και πρόκλησης αισθήματος κοινής αποδοχής και επευφημίας, συχνά εκφεύγοντας και από το δεδομένο πλαίσιο νομιμότητας, κ.λπ.) ή τη λαϊκίστικη απαίτηση για ποινική τιμωρία (populist punitiveness/penal populism) (Bottoms, 1995; Hutton, 2005) ή τις λοιπές δημοκρατικές παθολογίες.

Έχοντας, όμως, υπόψη αυτή την τάση, αυτό το φαινόμενο, που φαίνεται ότι βιώνουμε και στη μικρή Κύπρο (όπως στο Χονκ Κονγκ, την Ουγγαρία, την Πολωνία, κ.λπ.), σκέφτομαι ότι μπορεί να χρειάζεται λίγη περισσότερη προσοχή από τα ΜΜΕ. Υπό τέτοιες συνθήκες, τα ΜΜΕ, όπως και οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης, έχουν ένα ακόμα πιο σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν, ως γέφυρες επικοινωνίας με τον κόσμο. Να παρέχουν πιο ερευνημένη, συγκρατημένη, ισοζυγισμένη, ισορροπημένη και ορθή πληροφόρηση, ειδικότερα όσον αφορά τις δικαστικές πληροφορίες· αυτές είναι που διαμορφώνουν τη γνώμη, την πεποίθηση, το αίσθημα των πολιτών για τον θεσμό της Δικαιοσύνης, κατ’ επέκταση και την αίσθηση περί της ατομικής και κοινωνικής τους ασφάλεια μέσα στη χώρα τους (Hough, 1996; Indermaur & Hough, 2002; Mirrlees-Black, 2002).

Έχω εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη, ασχέτως εάν αρκετές φορές σχολιάζονται κριτικά διάφορες δικαστικές αποφάσεις, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας προαγωγής του νομικού και ευρύτερα επιστημονικού διαλόγου.

Ερωτήσεις που παρεμβλήθηκαν:

Ποια είναι η αλήθεια σε σχέση με τη θέση ότι τα δικαστήρια εκδίδουν αποφάσεις κατά συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της Τράπεζας Κύπρου;

Η διάχυτη αίσθηση και επαναλαμβανόμενη επιβολή ότι υπάρχει, από τη μια, ο «κατατρεγμένος κόσμος» και από την άλλη η ευνοημένη «ελίτ» είναι μια από τις πολύ χαρακτηριστικές εκφάνσεις του φαινομένου του λαϊκισμού, που προαναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, η άλλη οπτική, εάν ισχύει κάποια στατιστική υπεροχή, είναι η εξής: Ο λόγος που εκδίδονται συχνά αποφάσεις υπέρ των Τραπεζών, όχι μόνον υπέρ συγκεκριμένης Τράπεζας, και εναντίον των δανειοληπτών, παρόλο που δεν εκδικάζονται τόσες πολλές υποθέσεις, είναι, ενδεχομένως, το ότι οι δανειολήπτες (δια των κάπως πιο φιλόδοξων δικηγόρων τους), χωρίς να αμφισβητούν ότι έλαβαν χρήματα από την Τράπεζα και τα χρησιμοποίησαν (πώς θα μπορούσαν άλλωστε), πληρώνοντας και ποσά έναντι στις περισσότερες περιπτώσεις, ενθαρρύνονται να προσπαθούν να βρουν ευφάνταστα επιχειρήματα, που θυμήθηκαν ξαφνικά σε προχωρημένο στάδιο εκτέλεσης των συμφωνιών τους όταν ήδη κλήθηκαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους κι όχι προηγουμένως (π.χ. ότι είναι άκυρη ή ακυρώσιμη η συμφωνία ή μέρος της λόγω καταχρηστικών ρητρών, ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις πριν λ.χ. 9 χρόνια, ή αμέλεια ή δόλος της Τράπεζας, κ.λπ.), προκειμένου να μην πληρώσουν/αποζημιώσουν με οποιονδήποτε τρόπο τον πιστωτή τους· επιχειρώντας, είναι η εντύπωση, να διατηρήσουν το χρηματικό όφελος, ως κάποιος να τους είχε χαρίσει ή όφειλε να τους χαρίσει τα χρήματα.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάποιος που μας χαρίζει χρήματα για να αγοράζουμε σπίτια, αυτοκίνητα, αγαθά. Η οικογένειά μας στις καλύτερες περιπτώσεις. Δεν υπάρχει «δικαίωμα» στο να έχει κάποιος δικό του ακίνητο. Δεν είναι αυτή η έννοια του κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ιδιοκτησία (δεν είναι «δικαίωμα» το να απαιτείς να σου παρέχει ο άλλος περιουσία χωρίς αντάλλαγμα). Και αυτή η αντίληψη δεν έχει και καμία απολύτως σχέση ούτε με το κατοχυρωμένο δικαίωμα στην κατοικία. Την ενδεχόμενη έλλειψη κρατικής στεγαστικής πολιτικής δεν μπορεί να την επιβαρυνθεί ο ιδιώτης ή ο τραπεζικός τομέας. Αυτό ήταν κι ένα θέμα που απασχόλησε, κατά κάποιο παρόμοιο τρόπο, σε μια πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ, στην Casa di Cura Valle Fiorita S.r.l. v. Italy (αρ. αίτησης 67944/13, ημερ. 13.12.2018).

Όταν προκύπτει πρόβλημα στην αποπληρωμή ενός χρέους, ό,τι ωφελεί είναι, κατά την εκτίμησή μου, η άμεση και ειλικρινής επικοινωνία του οφειλέτη με τον πιστωτή, για να βρεθούν τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος, γιατί πρόκειται για κοινό πρόβλημα· για να προληφθεί η επιδείνωσή του και για τις δύο πλευρές. Για τον οφειλέτη, να μην οδηγηθεί σε μεγαλύτερη οικονομική δυσχέρεια και να βιώνει διαρκώς το άγχος και την ανασφάλεια της υποχρέωσης, να νιώσει σύντομα οικονομικά υγιής, να μπορέσει να προχωρήσει. Για τον πιστωτή, να μην μείνει με τη ζημιά του ή να μην την αφήσει να γιγαντωθεί με τρόπο ώστε να μην αντιμετωπίζεται. Η έγκαιρη διαμεσολάβηση θα μπορούσε να βοηθήσει τα μέγιστα.

Δεν θα έλεγα ότι είτε η νομολογία είτε το «σύστημα» ευνοεί τις Τράπεζες. Αντίθετα, κάποια πράγματα θα έπρεπε να είναι πολύ πιο άμεσα και απλά. Πέρα από την προαναφερόμενη στατιστική υπόθεση, υπάρχουν, όπως γνωρίζω, και περιπτώσεις όπου έχουν «αδικηθεί» Τράπεζες, έχουν απορριφθεί υποθέσεις τους, έχουν «χαριστεί» χρέη, που δεν αμφισβητούνταν ότι υπήρχαν, επειδή δεν μπορούσαν να υπολογιστούν λογιστικά, και με δικαστικούς χειρισμούς που επίσης συζητούνται. Υπάρχει, επίσης, και βαθμός δικαστικού λαϊκισμού σε ορισμένες περιπτώσεις (ο δικαστής που κουνά τα χέρια και κάνει ηθικοκοινωνικό κήρυγμα από την έδρα του στυλ «αααα εσείς οι Τράπεζες» και εκδίδει κάτι αποφάσεις που αναρωτιέται κανείς εάν τις εξέδωσε Δικαστήριο). Ούτε αυτός, ξέρετε, ο δικαστικός λαϊκισμός, συνάδει καθόλου με την έννοια της ανεξαρτησίας ή αυτήν της αμεροληψίας.

Έχω την πεποίθηση ότι δεν συμφέρει να είναι κάποιος πιστωτής στην Κύπρο σήμερα, γενικά, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί για να διεκδικήσει και να λάβει τα χρήματά του μέσω της δικαστικής οδού, εάν ο ίδιος ο οφειλέτης του δεν είναι έντιμος και συνεργάσιμος.

Δεν παραγνωρίζεται ότι κάποιες Τράπεζες μπορεί να χορήγησαν διευκολύνσεις με ευκολία σε κάποιες περιπτώσεις· να ενίσχυσαν ενός είδους καταναλωτική βουλιμία που να επιδείνωσε κάποιες ήδη νοσηρές κοινωνικές τάσεις. Τα δεδομένα πιθανής «συνευθύνης» τους, στον βαθμό που αποδεικνύονται, αξιολογούνται, μάλλον, μαζί με τη λοιπή μαρτυρία, σε κάθε περίπτωση στην οποία αφορούν.

Όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις εναντίον των αξιωματούχων συγκεκριμένης Τράπεζας και γενικά τις υποθέσεις για την κρίση στην οικονομία;

Το ποινικό δίκαιο κινείται στη βάση συγκεκριμένων διατάξεων και αρχών. Υπάρχουν συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις που προβλέπουν συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (αυτό είναι το βάρος απόδειξης της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή της εισαγγελίας, στις ποινικές υποθέσεις). Η επιτυχία μιας υπόθεσης εξαρτάται από αυτή τη διαθέσιμη μαρτυρία. Το δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του και αποφασίζει στη βάση αυτής και των γνωστών νομικών αρχών. Εάν δεν έχει αποδειχθεί οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που εκδικάζονται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη. Όπου δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη, δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή, υπάρχει αθώωση.

Η πολιτική απόφαση για το κούρεμα, το 2013, ήταν μία τραγική παρέμβαση σε ανθρώπινα δικαιώματα. Ένα είδος οικονομικής εισβολής ήταν. Υπάρχει προφανέστατα τεράστιο αίσθημα αδικίας σε μερίδα πληθυσμού. Υπάρχουν άνθρωποι που μέσα σε μία νύχτα έχασαν τους κόπους μιας ζωής. Ο τρόπος με τον οποίο μια παρέμβαση σε ατομικό/περιουσιακό δικαίωμα αξιολογείται εάν συνιστά και παράβασή του είναι πολύ συγκεκριμένος στο δίκαιο και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Πρέπει να ικανοποιείται ένα συγκεκριμένο τρίπτυχο. Δεν γνωρίζω πώς κινήθηκαν οι επηρεαζόμενοι και τι αποφάσεις έχουν εκδοθεί στην κάθε περίπτωση.

Οι δικαστικές αποφάσεις συνήθως δημοσιεύονται· επομένως αυτές κρίνονται εκ του περιεχομένου τους. Κάποιος που ενδιαφέρεται πραγματικά να αξιολογήσει το δικαστικό έργο, θα πρέπει να αναφέρει τι έγινε στις διαδικασίες αυτές και ποιο ήταν το δικαστικό αποτέλεσμα.

Είναι αλήθεια ότι τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία που χειρίζονται υποθέσεις Τραπεζών εργοδοτούν παιδιά δικαστών; Τι έχετε να πείτε για τη σύγκρουση συμφερόντων, ειδικότερα για το θέμα του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου;

Είναι γεγονός ότι πολλοί επαγγελματίες νομικοί, δικαστές ή δικηγόροι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ωθούν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν το ίδιο επάγγελμα, όπως συμβαίνει και σε διάφορα άλλα επαγγέλματα. Αναγκαστικά, αυτοί οι δικηγόροι, «παιδιά δικαστών» (που παρεμπιπτόντως έχουν ονόματα, προσωπικότητες, κ.λπ.), κάπου θα πρέπει να εργάζονται ως δικηγόροι. Δεν υπάρχει κανόνας ότι θα πρέπει να είναι αυτοεργοδοτούμενοι ή να επιχειρούν μόνοι τους επειδή φέρουν κάποια «κατάρα» να είναι «παιδιά δικαστών». Μπορούν να εργοδοτηθούν από δικηγόρο ή δικηγορική εταιρεία ή να συνεταιριστούν με άλλους δικηγόρους. Συνήθως επιλέγουν τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία, που μπορούν να τους εργοδοτήσουν με αξιοπρεπή μισθό, συνηθέστερα της χώρας και της επαρχίας τους, όπως και πολλοί άλλοι δικηγόροι ή δικηγόρους από το έργο των οποίων μπορούν να επωφεληθούν ουσιαστικά, να μάθουν πράγματα. Μπορεί να εργοδοτούνται επίσης στη Νομική Υπηρεσία, όπως και πολλοί άλλοι δικηγόροι, εφόσον εκεί μπορούν να προσφέρονται και περισσότερες δυνατότητες. Μπορούν, επίσης, να ανοίγουν δικά τους γραφεία. Δεν θα τους εξαναγκάσει κάποιος, επειδή είναι «παιδιά δικαστών», να μην εργάζονται ως δικηγόροι ή να εξοριστούν. Ούτε τους δικαστές θα εξαναγκάσει, κανείς, να μην τεκνοποιούν ή να ωθούν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν άλλο επάγγελμα, και μάλιστα τέτοιο που να μην έχει απολύτως καμία επαφή με τη δικαστική εξουσία (υπάρχει;). Εν πάση περιπτώσει, ο καθένας κάνει ό,τι θεωρεί καλύτερο για τον εαυτό του, γενικά, και δεν πέφτει λόγος σε οποιονδήποτε άλλον! Από την άλλη, η εργοδότηση ενός δικηγόρου, «παιδιού δικαστή», σε ένα δικηγορικό γραφείο όπου εργοδοτούνται πολλοί ακόμα δικηγόροι ή στη Νομική Υπηρεσία, δεν είναι εφικτό ή ανάλογο να εξουδετερώνει τη δυνατότητα αυτού του γραφείου ή της Νομικής Υπηρεσίας να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου γενικά· απλά αποφεύγει, ο συγκεκριμένος δικηγόρος, να εμφανίζεται ενώπιον του συγγενή του και κυρίως να χειρίζεται ουσιαστικά την υπόθεση ή να πράττει άλλως πώς με τρόπο που να επηρεάζει τη δικαστική κρίση.

Υφίστανται, εν πάση περιπτώσει, κανονισμοί που περιλήφθηκαν στη Δικαστική Πρακτική (λόγοι εξαίρεσης), που διέπουν το όλο ζήτημα του ελέγχου της αναγκαιότητας εξαίρεσης και εφαρμόζονται. Έγιναν βελτιώσεις μετά την Nicholas v. Cyprus (αίτηση αρ. 63246/10). Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό εναρμόνιση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ωστόσο ενδεχομένως να χρήζουν περαιτέρω βελτιώσεων, όπως έχει σχολιαστεί, κι από μέρους μου, παλαιότερα. Η εξαίρεση ενός δικαστή γενικά δεν είναι κάτι εύκολο ή απλό, που μπορεί να γίνει με το παραμικρό, με την πρώτη ευκαιρία. Εμπεριέχει ένα είδος άρνησης εκδίκασης στη βάση της αναγνώρισης ότι αυτός δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος στη συγκεκριμένη περίπτωση γιατί υπερτερεί κάποια άλλη ιδιότητα ή σχέση· ενώ αυτό είναι κατά βάση και το καθήκον του, να μπορεί να δικάσει. Από την άλλη, όντως, θα πρέπει να μην αφήσει περιθώριο αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του. Ως διαδικασία, η δικαστική εξαίρεση ή «judicial recusal» ή «judicial disqualification», χρήζει βελτίωσης, όχι μόνον στην Κύπρο, μα γενικά. Ένα πρόχειρο παράδειγμα, το σημαντικότερο, το ζήτημα της εξαίρεσης θα μπορούσε να εκδικάζεται από άλλον δικαστή (αντί από αυτόν στον οποίον αφορά) σε ορισμένες περιπτώσεις, ανεξαρτήτως και της δυνατότητας του δικαστή να εξαιρείται suo moto, όπως συζητείται σήμερα και αλλού  (π.χ. ΗΠΑ), ως πιθανός τρόπος βελτίωσης.

Με βάση τη Δικαστική Πρακτική, υπάρχουν λόγοι υποχρεωτικής εξαίρεσης και λόγοι δυνητικής εξαίρεσης. Εάν στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεστε συνέτρεξε λόγος υποχρεωτικής εξαίρεσης, δηλαδή συγγένεια από τις προβλεπόμενες όσον αφορά τον δικηγόρο που εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για μη τυπική εμφάνιση, θα έπρεπε να υπάρξει εξαίρεση. Εάν συνέτρεξε λόγος δυνητικής εξαίρεσης, θα μπορούσε, με την ακολούθηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, να συνεχιστεί η εκδίκαση από τον δικαστή αναφορικά με τον οποίο τέθηκε το ζήτημα δυνητικής εξαίρεσης, χωρίς να προκαλείται ελάττωμα στη διαδικασία.

Οι δικαστές, κάθε βαθμίδας, είναι μέλη αυτής της ίδιας κοινωνίας. Άρα, ζώντας σε αυτή την κοινωνία, συμβάλλονται με διάφορα πρόσωπα. Αναπτύσσουν κοινωνικές σχέσεις, αναγκαστικά. Κάποιες τυπικές, άλλες λιγότερο τυπικές, άλλες στενές. Ζώντας μέσα σε αυτό το δεδομένο κοινωνικό σύνολο και ο δικαστής μπορεί να «αδικηθεί», να δημιουργηθούν διαφορές. Από τη μια είναι οι κανόνες εξαίρεσης, που απλά εφαρμόζονται, εκεί όπου τίθενται θέματα εξαίρεσης. Από την άλλη, πέρα από αυτούς, τι είναι προτιμώτερο, αυτές οι διαφορές να επιλύνονται άμεσα ή να εξακολουθούν να υπάρχουν και να διαιωνίζονται; Ποιος απαιτεί ο τρόπος συμβιβασμού μιας ιδιωτικής διαφοράς στη μία περίπτωση να είναι ίδιος με κάθε άλλη; Εν πάση περιπτώσει, το ότι διευθετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση διαφορά και όχι σε άλλες, μπορεί να σημαίνει απλά και ότι υπήρξε μεγαλύτερη διαλλακτικότητα ή υποχωρήσεις εκατέρωθεν στη συγκεκριμένη περίπτωση για λόγους κοινωνικά υγιείς, είτε για να αποφευχθεί διαχρονική σύγκρουση συμφέροντος είτε για άλλους λόγους, ή ακόμα και το ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενδεχομένως, δικηγόροι που στόχευσαν στις φιλοδοξίες τους, αντί στην επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Μιλάτε, όμως, για διαφορές που επιλύθηκαν (γιατί έπρεπε να επιλυθούν, αυτός ήταν ο στόχος) και παρακάμπτετε το πιο απλό και συνηθισμένο. Υπάρχουν δικαστές που δεν έχουν λογαριασμό σε τράπεζα (έστω ομαλό); Υπάρχουν δικαστές που δεν είναι μέρος του Κράτους τους, τις διαφορές με το οποίο καλούνται να εκδικάσουν; Σημαίνει ότι, επιλαμβανόμενοι αυτών των διαφορών, αναγκαστικά, δεν είναι ανεξάρτητοι ή αμερόληπτοι, ως οφείλουν; Ποιος επιθυμείτε να δικάζει τις διαφορές μεταξύ ιδιωτών ή μεταξύ ιδιωτών και του Κράτους; Ποιος θέλετε να απονέμει δίκαιο στη σύγχρονη κοινωνία/δημοκρατία; Η «λαϊκή βούληση»; Αυτό, ακριβώς, είναι ο λαϊκισμός στον οποίο αναφέρομαι. Κι αν διαπιστώνετε ότι παρασύρεστε από αυτόν,  ότι αισθάνεστε θετικά μέσα σε ένα ρεύμα λαϊκισμού, μπορεί να συμβεί στον καθένα, εύκολα, αλλά πραγματικά διαβάστε, ενημερωθείτε, τι συνιστά αυτό το σύμπτωμα.

Η μη αμερόληπτη κρίση, ξέρετε, δεν σημαίνει εξαναγκασμό σε μεροληψία υπέρ του μέρους με το οποίο υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες κοινωνικής συσχέτισης ή υπέρ του «αδύναμου» μέρους. Δηλαδή, η σκέψη ή η ανησυχία, αν θέλετε, στην προσπάθεια αυτή που γίνεται «από πολλούς» τελευταία να πληγεί το κύρος της Δικαιοσύνης, στην προκειμένη περίπτωση σε συνάρτηση με συγκεκριμένη Τράπεζα, θα μπορούσε να είναι ότι αυτή συνιστά προσπάθεια επηρεασμού της δικαστικής κρίσης εις βάρος της συγκεκριμένης Τράπεζας, δηλαδή μια επιεικώς αήθη ώθηση σε «δικαστικό λαϊκισμό» εναντίον της.

Θα επανέλθω όμως κάποια στιγμή (λόγω και του περασμένου της ώρας) στο θέμα του λαϊκισμού, για να σας δείξω κάπως πιο παραστατικά την παθολογική του διάσταση και τους τρόπους αντίστασης.


Arato, A. (2017, April 25). Populism and the Courts. Verfassungsblog on Matters Constitutional.

Bottoms, A. E. (1995). The philosophy and politics of punishment and sentencing. Στο: Chris C. & Morgan, R. (Εκδ.) The politics of sentencing reform, σελ. 15–49. Oxford: Clarendon.

Indermaur, D. & Hough, M. (2002). Strategies for changing public attitudes to punishment. Στο: J. Roberts and M. Hough (Εκδ.) Changing attitudes to punishment: Public opinion, crime and justice, σελ. 198–214. Cullompton: Willan Publishing.

Hough, M. (1996) People talking about punishment. Howard Journal of Criminal Justice, 35(3), 191–214.

Hutton, N. (2005). Beyond populist punitiveness? Punishment & Society, 7(3), 243-258.

Mirrlees-Black, C. (2002). Improving public knowledge about crime and punishment. Στο: J. Roberts & M. Hough (Εκδ.) Changing attitudes to punishment: Public opinion, crime and justice, σελ. 184–97. Cullompton: Willan Publishing.

Thiruchelvam, S. (2018). Protecting the rule of law from populist threats. Risk Management/Legal Innovation 2018.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.