Η Φαινόμενη Δικαιοσύνη ως μεθοδολογικό εργαλείο και η Δικαιοσύνη ως κοινωνικό φαινόμενο

Μια κουβέντα που ειπώθηκε πολύ πρόσφατα και ήταν πολύ εύστοχη ήταν η απάντηση ενός λογοτέχνη (Α.Ρ.) στην ερώτηση κατά πόσον υπάρχει ελευθερία της έκφρασης σήμερα. «Ελευθερία της έκφρασης υπάρχει», είπε, «απλά δεν υπάρχουν κατάλληλοι άνθρωποι να την εκφράσουν, για να πάει το πράγμα παραπέρα».

Τον τελευταίο καιρό έχει ακουστεί εμφαντικά και κατ’ επανάληψη η καλά γνωστή και παλαιά αφοριστική ρήση «η Δικαιοσύνη δεν θα πρέπει μόνο να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται», ως η ελληνική απόδοση του «Justice must not only be done, but must be seen to be done» που λέχθηκε και στη R v Sussex Justices, ex parte McCarthy, [1924] 1 KB 256, [1923] All ER 233. Άλλοι χρησιμοποιούν την παλαιότερη φράση του Ιούλιου Καίσαρα, όταν εκείνος χώριζε με τη δεύτερη σύζυγό του, Πομπηία Σύλλα, κατόπιν σκευωρίας που ο ίδιος οργάνωσε αποδίδοντάς της, τεχνηέντως, φαινομενική ατιμία (για πολιτικούς λόγους): «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει να φαίνεται τίμια». Η μία φράση φαίνεται να προτιμάται από τους νομικούς και η άλλη από τους πολιτικούς.

Η R v Sussex Justices, ex parte McCarthy, [1924] 1 KB 256, [1923] All ER 233 θεωρείται η καθοδηγητική απόφαση στο Αγγλικό δίκαιο σε σχέση με την αμεροληψία και την εξαίρεση, και έχει δημιουργήσει το προηγούμενο ότι η απλή εμφάνιση πιθανοτήτων προκατάληψης (bias) αρκεί για να ανατρέψει μία δικαστική απόφαση. Ο McCarthy ήταν μοτοσικλετιστής που ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα, το οποίο κατέληξε σε ποινική δίωξη εναντίον του για επικίνδυνη οδήγηση. Εν αγνοία του κατηγορούμενου και του συνηγόρου του, ο βοηθός των Δικαστών (judicial clerk) εργάζονταν στο δικηγορικό γραφείο που είχε αναλάβει την αντίστοιχη αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου, λόγω του ιδίου δυστυχήματος, επομένως, ευνόητα, δημιουργούνταν η υποψία ότι η βοήθεια που θα παρείχε στην έδρα θα βοηθούσε τον σκοπό της αγωγής, ότι θα ήταν η καταδίκη του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είχε, όντως, καταδικαστεί, λαμβάνοντας εκ των υστέρων γνώση της σχέσης του βοηθού με την υπόθεσή του, εφεσίβαλε την καταδίκη του, ζητώντας να ακυρωθεί. Η έφεση ήταν τύπου δικαστικής αναθεώρησης και οδηγήθηκε στο  King’s Bench division για να εξεταστεί από τον Lord Chief Justice Hewart. Παρά το γεγονός ότι οι Δικαστές δήλωσαν ενόρκως ότι είχαν καταλήξει στην καταδικαστική απόφασή τους χωρίς να έχουν προηγουμένως συμβουλευθεί τον βοηθό, ο οποίος δεν επηρέασε τη δικαστική τους κρίση με οποιονδήποτε τρόπο, ο Lorf Hewart προσέγγισε το πρόβλημα, λέγοντας τα εξής (η υπογράμμιση πρόσθετη), για να καταλήξει στην ακύρωση της καταδίκης:

«It is said, and, no doubt, truly, that when that gentleman retired in the usual way with the justices, taking with him the notes of the evidence in case the justices might desire to consult him, the justices came to a conclusion without consulting him, and that he scrupulously abstained from referring to the case in any way. But while that is so, a long line of cases shows that it is not merely of some importance but is of fundamental importance that justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done.

The question therefore is not whether in this case the deputy clerk made any observation or offered any criticism which he might not properly have made or offered; the question is whether he was so related to the case in its civil aspect as to be unfit to act as clerk to the justices in the criminal matter. The answer to that question depends not upon what actually was done but upon what might appear to be done.

Nothing is to be done which creates even a suspicion that there has been an improper interference with the course of justice. Speaking for myself, I accept the statements contained in the justices’ affidavit, but they show very clearly that the deputy clerk was connected with the case in a capacity which made it right that he should scrupulously abstain from referring to the matter in any way, although he retired with the justices; in other words, his one position was such that he could not, if he had been required to do so, discharge the duties which his other position involved. His twofold position was a manifest contradiction.

In those circumstances I am satisfied that this conviction must be quashed, unless it can be shown that the applicant or his solicitor was aware of the point that might be taken, refrained from taking it, and took his chance of an acquittal on the facts, and then, on a conviction being recorded, decided to take the point. On the facts I am satisfied that there has been no waiver of the irregularity, and, that being so, the rule must be made absolute and the conviction quashed.»

Ο λόγος για διαδικαστική προϋπόθεση λήψης γνώσης από την πλευρά του κατηγορούμενου της διασύνδεσης, και της ευκαιρίας να προβάλει εισήγηση βάσει αυτής της γνώσης· για μια κατάσταση που ενεργοποιεί όλους τους εμπλεκόμενους σε μία δίκη, ώστε αυτός που αποποιείται του δικαιώματος να προβάλει λόγο εξαίρεσης, που αποδέχεται τη σύνθεση και προχωρά η δικαστική διαδικασία, που αναλαμβάνει το ρίσκο του αποτελέσματος της δικαστικής απόφασης, δεν δικαιούται, σε περίπτωση που η απόφαση δεν είναι τελικά αυτή που τον ικανοποιεί, να προβάλλει τότε κάποια σύγκρουση συμφερόντων. Δεν συνάδει με τη δικανική ηθική του Lord Hewart, του εμπνευστή της «Φαινόμενης Δικαιοσύνης» η συμπεριφορά ενός διαδίκου που χρησιμοποιεί τη σύγκρουση συμφερόντων ως ένα περαιτέρω λόγο προσβολής της δικαστικής απόφασης, αποσυνδεδεμένο από τη δική του διάδικη συμπεριφορά, προκειμένου να ελέγξει ή να χειριστεί αναλόγως το δικαστικό αποτέλεσμα, ώστε εάν αυτό τον ικανοποιεί να μην πράξει οτιδήποτε, αλλά εάν αυτό δεν τον ικανοποιεί, να βγάλει από τη φαρέτρα του τη σύγκρουση συμφερόντων.

Η αντικανονικότητα (irregularity) που δημιουργείται εκ της ύπαρξης τέτοιας συσχέτισης της έδρας με την υπόθεση, που οδηγεί σε κατάργηση της δίκης και ακύρωση της δικαστικής απόφασης (άρα σε επανάληψη μιας διαδικασίας), αφενός ρυθμίζεται ως οποιαδήποτε άλλη αντικανονικότητα της διαδικασίας που επηρεάζει τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης (που είναι δυνητικά πολλές), αφετέρου δεν ενέχει περισσότερη ηθική σημασία από όση οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική αντικανονικότητα. Περιλαμβανομένης αυτής της αποσιώπησης, από μέρους του δικηγόρου, γνωστής συσχέτισης, που το Δικαστήριο ενδεχομένως να μην έχει σκεφτεί, ή την προσωρινή αποδοχή της, με σκοπό την εκ των υστέρων προβολή της και την κατ’ επιλογή προσπάθεια ανατροπής. Σε κάθε περίπτωση, το δίκαιο της διαδικασίας ό,τι διασφαλίζει είναι η ορθότητα της ουσίας, αλλά και η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, ως σύνολο. Το δίκαιο της διαδικασίας δεν θεωρείται στη βάση μεμονωμένων εκδηλώσεων, αλλά συνολικά.

Στη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία υιοθέτησε και τη φράση ότι «η Δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνον να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται», η Φαινόμενη Δικαιοσύνη απαντά στο αντικειμενικό κριτήριο. Η αμεροληψία (impartiality) σημαίνει την απουσία προκατάληψης ή μεροληψίας και η ύπαρξή της, που μπορεί να ελεγχθεί με διάφορους τρόπους, προσεγγίζεται, για τους σκοπούς του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, είτε με βάση το υποκειμενικό κριτήριο (που εστιάζει στην προσωπική πεποίθηση και συμπεριφορά του συγκεκριμένου Δικαστή, το πώς νιώθει ο Δικαστής) είτε με βάση το αντικειμενικό κριτήριο (που εστιάζει στο κατά πόσο το Δικαστήριο και, μεταξύ άλλων, η σύνθεσή του, προσέφερε επαρκείς εγγυήσεις για να αποκλείσει κάθε νόμιμη αμφιβολία ως προς την αμεροληψία του).

Όσον αφορά το υποκειμενικό κριτήριο, συνδέεται με την επιτακτική ανάγκη όπως κάθε Δικαστήριο τεκμαίρεται αμερόληπτο (δηλαδή ότι κάθε Δικαστής είναι ελεύθερος από οποιαδήποτε προκατάληψη ή μεροληψία) μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο (δια της επίδειξης συμπεριφοράς που να υποδηλώνει το αντίθετο). Τα όριά του δεν είναι ευδιάκριτα από το αντικειμενικό κριτήριο, το κριτήριο του εξωτερικού παρατηρητή, η ματιά του οποίου συχνά υπεισέρχεται και στο υποκειμενικό κριτήριο. Αυτή η πλοκή των δύο μορφών ελέγχου ήταν εμφανής και στη Morice v. France (αρ. 29369/10). Υπάρχουν ευνόητες δυσκολίες ελέγχου με βάση το υποκειμενικό κριτήριο, του πώς αισθάνεται και σκέφτεται ο Δικαστής. Το αντικειμενικό κριτήριο, όμως, δηλαδή η Φαινόμενη Δικαιοσύνη, αυτή που δεν σχετίζεται με τη συμπεριφορά του Δικαστή αλλά βασίζεται σε εξωτερικά δεδομένα, στην οπτική του τρίτου παρατηρητή, υπάρχει ως επιπλέον δικλείδα ασφαλείας σε σχέση με την αμεροληψία[1]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, δεν αρκεί να εγείρονται ανησυχίες ή φόβοι μεροληψίας, αλλά να μπορούν να βασιστούν αντικειμενικά (to be objectively justified[2]). Οι ιεραρχικές ή συγγενικές σχέσεις ή συσχετίσεις των Δικαστών με άλλους παράγοντες της δίκης ή η διπλή ιδιότητα υπό την οποία τυχόν ενεργούν απαντούν στο αντικειμενικό κριτήριο.

Το μεγαλύτερο ίσως μέρος της νομολογίας του ΕΔΔΑ καταπιάνεται με τη διπλή ιδιότητα στον ποινικό τομέα ή πιο οργανωτικές εσωτερικές συσχετίσεις, για παράδειγμα Δικαστής που συμμετέχει στην ποινική διερεύνηση και ύστερα στην εκδίκαση ή Δικαστής που συμμετέχει στην εκδίκαση σε έναν βαθμό δικαιοδοσίας και στη συνέχεια σε άλλη δικαστική σύνθεση ή ακόμα και Δικαστής που συμμετείχε σε απόφαση για προσωπική κράτηση πριν τη δίκη και στη συνέχεια και για την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Πολύ ενδεικτικά, γιατί είναι μεγάλο το εύρος, στη Piersack v. Belgium (αρ. 8672/89) ο Δικαστής εργάζονταν στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα σε τμήμα που είχε την ευθύνη για τη δίωξη του κατηγορούμενου, τον οποίο στη συνέχεια δίκασε. Το ΕΔΔΑ, θεωρώντας πως δημιουργούνταν αντικειμενικός λόγος εξαίρεσης, διέκρινε την περίπτωση προηγούμενης εργασίας Δικαστή σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα που δεν σχετίζονταν με τον κατηγορούμενο, επισημαίνοντας, επίσης, ότι το όλο θέμα δεν μπορεί να προσεγγίζεται χωρίς ευελιξία ή φορμαλιστικά. Και στην Piersack είχε μείνει ανοιχτό πεδίο αμφισβήτησης, μα σε αντίθεση με αυτήν, στη Bulut v. Austria (αρ. 17358/90) αποφασίστηκε ότι η συμμετοχή του Δικαστή στην ποινική διερεύνηση που υπήρχε μεν αλλά ήταν περιορισμένη χρονικά και όσον αφορά τις συνεντεύξεις δύο μαρτύρων, χωρίς συμμετοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στη συνέχεια, δεν ήταν τέτοια που να δίνει βασιμότητα στους φόβους προκατάληψης ή αμεροληψίας του ως Δικαστή (βλ. και Fey v. Austria αρ. 14396/88).

Κατά πόσον τέτοια σχέση είναι της φύσης και του είδους που να δείχνει έλλειψη αμεροληψίας, κρίνεται σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, δηλαδή είναι ζήτημα πραγματικό, για την αξιολόγηση του οποίου οι υφιστάμενοι κανονισμοί που ρυθμίζουν το ζήτημα λαμβάνονται υπόψη (και έχουν τη δική τους σημασία), αλλά το αντικείμενο της αξιολόγησης παραμένει η βασιμότητα των φόβων ή ανησυχιών μεροληψίας και προκατάληψης. Η μεγάλη σημασία της Φαινόμενης Δικαιοσύνης,  προκύπτει από τον ρόλο που η ίδια, συνδυαστικά, διαδραματίζει στη διαμόρφωση της εμπιστοσύνης του κοινού έναντι στον θεσμό της Δικαιοσύνης (σε αυτό το σημείο θα επανέλθω). Εξ ου και, όπου τελικά συντρέχει βάσιμα, αντικειμενικά, ο φόβος ή η ανησυχία της μεροληψίας και της προκατάληψης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξαιρείται. Όλη η ουσία, όμως, για να δημιουργείται η συναφής υποχρέωση, εκεί όπου υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης της βασιμότητας (π.χ. το γεγονός ότι ο ίδιος Δικαστής είχε αποφασίσει και το προδικαστικό μέτρο της προσωπικής κράτησης, μπορεί να μην αρκεί από μόνο του, να χρειάζεται κάτι παραπάνω, οπότε εκεί υπάρχει αυτό το περιθώριο), είναι στη θεμελίωση αυτής της βασιμότητας. Όπου δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο αμφισβήτησης της βασιμότητας (π.χ. το ίδιο γεγονός ότι ο ίδιος Δικαστής είχε αποφασίσει και το προδικαστικό μέτρο της προσωπικής κράτησης, μπορεί να αρκεί από μόνο του, εάν το συγκεκριμένο δικαστικό σύστημα προϋποθέτει, για την έκδοση του μέτρου, τον σχηματισμό κρίσης σχετικά με την ενοχή τέτοιου βαθμού βεβαιότητας, που να περιορίζει έως εξουδετερώνει τις πιθανότητες διαφοροποίησής της κατά την εκδίκαση της υπόθεσης), δημιουργείται υποχρέωση και αυτοματισμός. Πέρα από τις εσωτερικές οργανωτικές συσχετίσεις, η σχέση του Δικαστή με οποιονδήποτε διάδικο ή τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί εξετάστηκε επίσης σε αρκετές περιπτώσεις, είτε όσον αφορά Δικαστές είτε όσον αφορά Ενόρκους (εκεί όπου υπάρχουν) και εκεί προτάσσονται και τα δύο κεφάλια, αυτό της ανεξαρτησίας και αυτό της αμεροληψίας.

Στη Nicholas v. Cyprus (αρ. 63246/10), που ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως τις τελευταίες ημέρες, τέθηκε εν αμφιβόλω το αντικειμενικό κριτήριο πάνω σε δύο άξονες. Ο ένας άξονας ήταν η σχέση «συμπέθερου» που υπήρχε ανάμεσα σε ένα εκ των Δικαστών της τριμελούς σύνθεσης και στον Δικηγόρο που εμφανίστηκε στη δίκη. Ο άλλος άξονας ήταν το γεγονός ότι συγγενικό πρόσωπο του Δικαστή εκ της τριμελούς σύνθεσης εργάζονταν στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε το ένα διάδικο μέρος. Ως προς τη σχέση «συμπέθερου», που στο μεταξύ περιλήφθηκε στη Δικαστική Πρακτική, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι συνιστά τέτοιου είδους σχέση (γάμος παιδιών τους), που να δικαιολογεί την υποχρεωτική εξαίρεση (ανεξαρτήτως της προσπάθειας που έγινε να τύχει υποστήριξης το αντίθετο, ότι στη σημερινή κοινωνία και κουλτούρα αυτός ο δεσμός δεν έχει τόση σημασία ή δεν έχει τόση σημασία σε κάθε περίπτωση ώστε να βασίζεται πάντα αντικειμενικά), χωρίς να αφήνεται  αυτό το περιθώριο αμφισβήτησης.

Ως προς αυτό τον πρώτο άξονα, των συγκεκριμένων συγγενικών σχέσεων (στις οποίες περιλήφθηκε και ο «συμπέθερος»), το κλείσιμο του περιθωρίου σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε σημασία η ποιότητα ή εγγύτητα της σχέσης μεταξύ του Δικαστή και του εμφανιζόμενου ενώπιον του συνηγόρου ή διαδίκου (π.χ. εάν γνωρίζονται ως συγγενείς, εάν μιλούν μεταξύ τους καθόλου, κ.λπ.). Ως αντικειμενικός παράγοντας, αρκεί αυτή να υπάρχει, για να δημιουργεί την υποχρέωση εξαίρεσης. Τούτη η γραμμή στη βάση και του ότι ο κύκλος συγκεκριμένων συγγενικών σχέσεων ενός προσώπου, με αναφορά στον ίδιο τον διάδικο ή τον ουσιαστικά εμφανιζόμενο Δικηγόρο, είναι περιορισμένος, άρα το να υπάρχει εξαίρεση όπου υπάρχουν τέτοιες συγγενικές σχέσεις, για να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας, δεν παραλύει το δικαστικό σύστημα (χωρίς να σημαίνει ότι ένας Δικαστής δεν μπορεί, βάσει των ικανοτήτων του, να δικάσει ακόμα και το συγγενικό του πρόσωπο).

Ως προς τον δεύτερο άξονα, της ύπαρξης δεσμών αίματος με εργαζόμενο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί το ένα διάδικο μέρος, όπου εκεί ανοίγει ο κύκλος και πολλαπλασιάζονται τα πρόσωπα και διευρύνεται κατά πολύ το κοινωνικό πεδίο, αυτός, κατά το ΕΔΔΑ, δεν δημιουργεί από μόνος του βάσιμο λόγο φόβου ή ανησυχίας, που να μπορούν να οδηγήσουν σε εξαίρεση του Δικαστή. Δεν δημιουργείται δηλαδή αυτόματη ή υποχρεωτική εξαίρεση εξ αυτού του γεγονότος. Συνιστά, ωστόσο, δεδομένο που μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας.

Συνοψίζοντας, οι συγγενικές σχέσεις μέχρι ενός βαθμού με τον ίδιο τον συνήγορο που εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ή με τον διάδικο δημιουργεί πεδίο ευθείας σύγκρουσης, που δημιουργεί αυτοματισμό και υποχρεωτικότητα στην εξαίρεση δίχως άλλο, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο στις περιπτώσεις όπου η συσχέτιση δεν είναι με τον συνήγορο ή τον διάδικο άμεσα, αλλά με έναν πιο έμμεσο τρόπο, όπου εκεί αίρεται ο αυτοματισμός ή η υποχρεωτικότητα και δημιουργείται δυνητικός λόγος εξαίρεσης, τίθεται περιθώριο αξιολόγησης, που όμως, προϋποθέτει συγκεκριμένα και υποχρεωτικά διαδικαστικά στάδια.

19012019-1

19012019-2

Στις περιπτώσεις έμμεσης σύγκρουσης, το κατά πόσον οι φόβοι και οι ανησυχίες μεροληψίας που μπορούν να δημιουργηθούν εξ αυτής είναι και βάσιμα, εξαρτάται από σωρεία παραγόντων, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Μεταξύ αυτών, εάν ο λόγος γίνεται για συγγένεια με εργοδοτούμενο σε δικηγορικό γραφείο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον το συγγενικό πρόσωπο έλαβε καθόλου μέρος στην υπόθεση, η θέση που κατέχει, το μέγεθος του δικηγορικού γραφείου, η εσωτερική του οργάνωση, η οικονομική σημασία που έχει η υπόθεση για το δικηγορικό γραφείο και η έκταση πιθανού οφέλους στο συγγενικό πρόσωπο. Αυτά δεν τίθενται καθόλου εξαντλητικά. Στην Κύπρο, όπως και σε άλλες μικρές χώρες, όπως αναγνώρισε και το ΕΔΔΑ, το ζήτημα αυτό, της έμμεσης σύγκρουσης, ευλόγως θα απασχολεί συχνά. Τα παράπονα για επηρεασμό του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας εξ αυτών των λόγων δεν θα πρέπει να είναι ικανά να παραλύσουν ένα νομικό σύστημα, ήταν η ξεκάθαρη θέση του ΕΔΔΑ, και η απόλυτη αυστηρότητα στη ρύθμιση αυτού του άξονα θα μπορούσε να δυσχεραίνει την απονομή της Δικαιοσύνης.

Το ζήτημα που απασχολεί, σε νομικό επίπεδο, είναι η διαδικασία με την οποία αξιολογείται αυτός ο δεύτερος άξονας δυνητικής εξαίρεσης. Το ΕΔΔΑ, στη Nicholas, είχε πει μόνον τα εξής (σκέψη αρ. 64):

«Given the importance of appearances, however, when such a situation (which can give rise to a suggestion or appearance of bias) arises, that situation should be disclosed at the outset of the proceedings and an assessment should be made, taking into account the various factors involved in order to determine whether disqualification is actually necessitated in the case. This is an important procedural safeguard which is necessary in order to provide adequate guarantees in respect of both objective and subjective impartiality.»

Στο διαδικαστικό, λοιπόν, σκέλος, υπάρχει η ανακοίνωση στην αρχή της δίκης (disclosure) και η αξιολόγηση (assessment), δηλαδή η λήψη υπόψη των διαφόρων παραγόντων από αυτούς που προαναφέρθηκαν. Αυτή η διαδικασία, κατά το ΕΔΔΑ, είναι αναγκαία, καθότι διασφαλίζει την αμεροληψία, τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά. Στη Nicholas δεν είχε γίνει καθόλου ανακοίνωση (disclosure).

Στη Nicholas δεν αποφασίστηκαν λεπτομερέστερα με ποια περαιτέρω διαδικασία γίνεται η ανακοίνωση (disclosure) και με ποια η αξιολόγηση (assessment). Εάν την ανακοίνωση ενεργοποιήσει ένα διάδικο μέρος και όχι το Δικαστήριο, αλλά ενεργοποιείται, έχει καθόλου σημασία; Γιατί να έχει; Συνιστά άραγε υποχρέωση μόνον του Δικαστηρίου η ανακοίνωση ή όλων των μερών που γνωρίζουν, με δεδομένο ότι ο λόγος είναι για τη Φαινόμενη Δικαιοσύνη, για τα εξωτερικά στοιχεία, τα οποία πολλές φορές είναι καλύτερα ορατά στους άλλους, σε αυτούς που ενδεχομένως ασκούν συναφές δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, παρά στο ίδιο το Δικαστήριο; Τι συμβαίνει όταν γίνεται τέτοια ανακοίνωση (με οποιονδήποτε τρόπο, που θα μπορούσε να είναι κάλλιστα και διαδικασία «originating in an individual application» / «motion for bias» όπως συχνότερα συμβαίνει, και στις περισσότερες υποθέσεις που απασχόλησαν το ΕΔΔΑ) και δεν γίνεται αξιολόγηση, λ.χ. γιατί, μετά την ανακοίνωση, οι παρόντες διάδικοι αποποιούνται οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος, θεωρώντας το θέμα λήξαν ή άλλως πώς αποτρέπουν το Δικαστήριο από το να προχωρήσει σε τέτοια αξιολόγηση; Συνιστά υποχρέωση του Δικαστηρίου να αξιολογεί σε κάθε περίπτωση μετά από τέτοια ανακοίνωση; Όπως προαναφέρθηκε, η Nicholas δεν επίλυσε τέτοια θέματα. Ούτε όμως και ο σκοπός αυτής ή οποιασδήποτε άλλης απόφασης του ΕΔΔΑ ήταν, οποτεδήποτε, να καταλύσει την ουσία του σκοπού ύπαρξης αυτής της διαδικασίας εξέτασης του δυνητικού λόγου εξαίρεσης, της έμμεσης σύγκρουσης, δημιουργώντας επιμέρους ή λεπτά διαδικαστικά θέματα, ως προς το ποιος θα πρέπει να κάνει τι, σε κάτι που απλά αρκεί να γίνεται για να διασφαλίζεται το δίκαιο της διαδικασίας.

Δεν είναι, όμως, και μόνον η Nicholas το όλο νομολογιακό πλαίσιο του ΕΔΔΑ, όπως λέχθηκε. Εκείνη επανέλαβε τις ίδιες αρχές στη βάση των δικών της γεγονότων, χωρίς να καινοτομεί νομολογιακά, ακόμα κι αν προσπάθησε ή εκλήφθηκε ότι προσπάθησε να ανάγει συγκεκριμένη διαδικασία ως εγγύηση για τη διασφάλιση της έλλειψης μεροληψίας, υποκειμενικής ή αντικειμενικής. Στη Nicholas, ο προσφεύγων, και υποτίθεται ο συνήγορός του (ουδέν σχόλιο), δεν είχαν γνώση της συγγενικής σχέσης του συνηγόρου της άλλης πλευράς με έναν εκ των δικαστών της σύνθεσης, το έμαθαν εκ των υστέρων, εφόσον δεν ανακοινώθηκε από οποιονδήποτε άλλο στη δίκη που ήταν θεωρητικά σε καλύτερη θέση να γνωρίζει τους συγκεκριμένους συγγενικούς δεσμούς που τους αφορούσαν, ήτοι από το Δικαστήριο ή τον αντίδικο του προσφεύγοντος. Από την άλλη, η σκέψη είναι πως έλλειψη γνώσης είναι πολύ εύκολο να επικαλεστεί εκ των υστέρων οποιοσδήποτε γνωρίζει και κακόπιστα αποσιωπά (στη Nicholas δεν απασχόλησε το ζήτημα αυτό, που θα ήταν, εξάλλου, πραγματικό, δηλαδή το να διαπιστωθεί η αλήθεια του ισχυρισμού ότι ο συνήγορος του προσφεύγοντος αγνοούσε τη σχέση ή την γνώριζε και την αποσιώπησε επιτρέποντας τη δίκη να εξελιχθεί, για να παραπονεθεί μετά για παράβαση δίκαιης δίκης, αναλόγως του αποτελέσματος). Σε κάθε περίπτωση, εάν δεν ανήκει η υποχρέωση ανακοίνωσης αποκλειστικά στον γνωρίζοντα, ως τέτοια δικονομική υποχρέωση, ανήκει, αδιαμφισβήτητα, το διαδικαστικό ρίσκο της μη ανακοίνωσης. Κυρίως αυτό προέκυπτε μέσα από τη «διαδικασία» της Nicholas, παρά αυτή καθεαυτή η συγκεκριμένη διαδικασία εξαίρεσης σε περιπτώσεις δυνητικού λόγου εξαίρεσης λόγω έμμεσης σύγκρουσης.

Κατά τα λοιπά, στη Ramljak v. Croatia (αρ. 5856/13), όπου απασχόλησε η σχέση του Δικαστή τριμελούς Εφετειακής σύνθεσης, με άτομο που εργοδοτούνταν, κάποια δεδομένη στιγμή, ως ασκούμενος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τη μία πλευρά, η δυνατότητα της προσφεύγουσας να εγείρει το ζήτημα (που η ίδια το ήγειρε) δεν ήταν απαρατήρητη (σκέψη 33), όπως ούτε και η μη έλλειψη γνώσης του Δικαστή για τον σύνδεσμο που δημιουργούσε έμμεση σύγκρουση (σκέψη 34) και η δυνατότητά του να το θέσει στον πρόεδρο της σύνθεσης για να αποφασιστεί. Και στη Ramljak εξετάστηκαν οι επιμέρους παράγοντες (π.χ. η εγγύτητα του δεσμού, το μέγεθος και τρόπος λειτουργίας συγκεκριμένου γραφείου, πιθανότητες ενασχόλησης του ασκούμενου με την υπόθεση, ακόμα και την ευκολία υποκατάστασης του συγκεκριμένου Δικαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, κ.λπ.). Δεν τάχθηκε, όμως, κάποια διαδικασία ανακοίνωσης και αξιολόγησης με τον τρόπο που έγινε στη Nicholas. Στη Biagioli v. San Marino (αρ. 8162/13) όπου είχαν αιτιολογημένα απορριφθεί κατ’ επανάληψη αιτήματα για εξαίρεση, και υπήρχε επιμονή από πλευράς προσφεύγοντος να θεωρεί υποχρέωση των Δικαστηρίων να ελέγχουν την αμεροληψία τους και να εξαιρούνται, το ΕΔΔΑ διατύπωσε τη σκέψη του (σκέψη 85) αφήνοντας να νοηθεί ότι τέτοια υποχρέωση υφίσταται από τη στιγμή που τυγχάνει αμφισβήτησης η αμεροληψία, άρα εκφράζονται και υπάρχουν οι φόβοι προκατάληψης ή μεροληψίας· τότε ενεργοποιείται το «test» του αντικειμενικού παρατηρητή (objective observer), για να εξεταστεί η βασιμότητα τέτοιων φόβων. Στην A.K. v. Liechtenstein αρ. 38191/12), που επίσης ήταν υπόθεση εξέτασης αιτημάτων εξαίρεσης του προσφεύγοντος σε πολλαπλές βάσεις, η πρόθεση ή τα κίνητρα του προσφεύγοντος (π.χ. εάν ήταν καταχρηστικό το διάβημά του, που αφορούσε 5 μέλη του Δικαστηρίου, προκειμένου να αδρανοποιήσει το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης) δεν ήταν αδιάφορα, και συνεξετάζονταν με τη δυνατότητα υποκατάστασης των συγκεκριμένων Δικαστών με άλλους.

Επιστρέφοντας στο διαδικαστικό κομμάτι της ανακοίνωσης και αξιολόγησης δυνητικού λόγου εξαίρεσης (που τέτοιο συνιστά η εργοδότηση συγγενή σε δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί το ένα μέρος), εάν όλη η ουσία της σχετικής νομολογίας απαντά στο δίκαιο της διαδικασίας, του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, τότε η θεώρηση της διαδικαστικής προσέγγισης θα πρέπει να βγει από το κλειστό κουτί της και να εναρμονιστεί, ακριβώς, με το ευρύτερο πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Με τούτο τον τρόπο σκέψης, αν και το ζητούμενο είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του Δικαστηρίου, συνιστά υποχρέωση οποιουδήποτε γνωρίζει τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου εξαίρεσης, κι αδιαμφισβήτητα οι παράγοντες της δίκης που έχουν το βάρος αυτών των σχέσεων, να τον ανακοινώνει∙ η δε διασφάλιση της κανονικότητας της διαδικασίας, περιλαμβανομένης αυτής που σχετίζεται με τη Φαινόμενη Δικαιοσύνη, συνιστά υποχρέωση όλων των συμμετεχόντων σε μια δίκη. Κι ακριβώς επειδή συνιστά υποχρέωση όλων, το στάδιο της ανακοίνωσης φαίνεται να περιλαμβάνει μια μορφή υποχρεωτικού ελέγχου, στο μέτρο του εφικτού. Ελέγχου για σκοπούς ανακοίνωσης. Διαδικαστικά, προς διευκόλυνση αυτού του ελέγχου, θα μπορούσε να κατατίθεται, πριν την έναρξη οποιασδήποτε δίκης, έντυπο, όπου τόσο το Δικαστήριο, που τελικά εκδικάζει την υπόθεση, όσο και τα μέρη να δηλώσουν κατά πόσον υφίστανται ή όχι δεδομένα για τέτοια ανακοίνωση. Εάν υφίστανται, να αφιερώνεται μία δικάσιμος για να γίνεται η ανακοίνωση και η αξιολόγηση.

Η υποχρεωτικότητα της ανακοίνωσης ως διαδικασία στο πλαίσιο μιας δίκης δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά σημαίνει ουσιαστικά βεβαίωση της καταλληλότητας του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως τέτοιο και να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, όταν αυτή τυγχάνει αμφισβήτησης αντικειμενικά λόγω της έμμεσης σύγκρουσης. Υποχρέωση, όμως, που υπάρχει εφόσον, όταν και ενόσω αντιστοιχεί με το δικαίωμα που έχει ο κάθε διάδικος να εκδικαστεί από κατάλληλο δικαστήριο, που αυτό διασφαλίζει το άρθρο 6 § 1. Εάν συνειδητά ο διάδικος δεν ασκήσει τέτοιο δικαίωμα, εάν το αποποιείται, εάν θέλει και σκοπεύει να υποστεί σε δίκη από το συγκεκριμένο Δικαστήριο, θεωρώντας το κατάλληλο, δεν μπορεί να επικαλεστεί παράβασή του άρθρου 6 § 1 μετά, ανεβάζοντας τη σημαία της φαινόμενης δικαιοσύνης. Διαφορετική είναι η Φαινόμενη Δικαιοσύνη ως το «test» του αντικειμενικού παρατηρητή (objective observer) που συνιστά μεθοδολογικό εργαλείο διαπίστωσης της βασιμότητας των εκφρασμένων ή δυνάμενων να εκφραστούν φόβων και ανησυχιών προκατάληψης, λόγω έμμεσης σύγκρουσης, κατ’ επέκταση διασφάλισης της καταλληλότητάς του που είτε αμφισβητείται (στον βαθμό που αμφισβητείται) είτε μπορεί να αμφισβητηθεί (δυνατότητα που εξαρτάται από τη γνώση των δεδομένων), και διαφορετική η Δικαιοσύνη ως φαινόμενο, ορατό έξωθεν, δια των δημοσιευμένων δικαστικών πληροφοριών, υποκείμενο σε δημόσιο έλεγχο και κριτική.

Η αξιολόγηση συνιστά διαδικαστικό στάδιο προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα υφιστάμενων φόβων ή ανησυχιών προκατάληψης, για να καταλήξει, το Δικαστήριο, σε κρίση αναφορικά με την καταλληλότητά του. Είναι η ίδια αξιολόγηση που κάνει το ίδιο το ΕΔΔΑ για να κρίνει εάν υπήρξε παράβαση ή όχι του άρθρου 6 § 1, την οποία ζητά και από τα Δικαστήρια των κρατών μελών να κάνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς διασφάλιση της μη παράβασης του άρθρου 6 § 1. Εάν, με δεδομένη την ανακοίνωση, που παρέχει την πλήρη γνώση των δεδομένων, τα μέρη δηλώνουν ότι δεν υφίστανται φόβοι ή ανησυχίες προκατάληψης ή μεροληψίας εκ της ύπαρξης της συγκεκριμένης έμμεσης σύγκρουσης, που καθίσταται γνωστή, τότε δεν χρειάζεται, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το Δικαστήριο, να μπει σε διαδικασία αξιολόγησης· αυτή τίθεται, βασικά, άνευ αντικειμένου. Εξάλλου, είναι και ένα ουσιώδες πρακτικό ερώτημα, πώς το Δικαστήριο θα αξιολογήσει από μόνο του πραγματικά δεδομένα που μπορεί να μην γνωρίζει (π.χ. μέγεθος δικηγορικού γραφείου, ρόλος συγγενή, εάν είχε ανάμειξη στην υπόθεση ή όχι, οργάνωση δικηγορικού γραφείου, κ.λπ.), εάν τα ίδια τα μέρη δεν λάβουν τον λόγο, ασκώντας δικαίωμα, για να δώσουν τις αναγκαίες πληροφορίες, εάν δεν ακουστούν επί αυτών; Θα μπει, στο Δικαστήριο, στον ρόλο του ερευνητή, θα κατέβει από την έδρα να πάει να μιλήσει με τον συγγενή του, τον εργοδότη του συγγενή του, άλλο κόσμο, για να αντλήσει τις πληροφορίες, στη βάση των οποίων να μπορεί να αξιολογήσει την καταλληλότητά του (ενώ τεκμαίρεται κατάλληλο); Εάν οι ενώπιον του διάδικοι το δέχονται ως κατάλληλο Δικαστήριο, θα συνεχίσει το ίδιο να αμφισβητεί εαυτόν, χάριν κάποιας πιο διευρυμένης έννοιας φαινόμενης (προς κάθε επιμέρους τρίτο) δικαιοσύνης ή κοινωνικής θεώρησης της Δικαιοσύνης ως εξωτερικευμένο/εξωτερικό φαινόμενο;

Το ΕΔΔΑ, στη νομολογία του, λέει το εξής, σε σχέση με τη Φαινόμενη Δικαιοσύνη (η έμφαση πρόσθετη):

«…even appearances may be of a certain importance or, in other words, “justice must not only be done, it must also be seen to be done”. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public. Thus, any judge in respect of whom there is a legitimate reason to fear a lack of impartiality must withdraw».

Είναι ακριβώς αυτή η ρήση που παρερμηνεύεται, ενδεχομένως με αυτή την αποσπασματική ή επιφανειακή ανάγνωσή της, προκειμένου να αποδοθεί στην έννοια της «Φαινόμενης Δικαιοσύνης» διάσταση ευρύτερα κοινωνική ή λαϊκή ή η οποία συγχαίεται με τη θεώρηση της Δικαιοσύνης ως εξωτερικό/δημόσιο φαινόμενο. Η προϋπόθεση έμπνευσης εμπιστοσύνης προς το κοινό συνιστά τον άξονα γύρω από τον οποίο περιφέρεται, μεθοδολογικά, το «test» του αντικειμενικού παρατηρητή. Αξιολογώντας τους εκφρασμένους φόβους ή ανησυχίες προκατάληψης, το Δικαστήριο θα πρέπει να μπει στα παπούτσια του μέσου πολίτη που στέκεται εκεί έξω και παρακολουθεί τι συμβαίνει. Τούτο, επαναλαμβάνεται, για να διαπιστώσει τη βασιμότητα των φόβων ή ανησυχιών προκατάληψης των διαδίκων του. Δεν δημιουργεί συνθήκη που  δίνει δικαίωμα στον κάθε επιμέρους τρίτο, που δεν συμμετέχει στη δίκη, να αμφισβητήσει το «δίκαιο» της διαδικασίας μεταξύ των συγκεκριμένων μερών. Δεν έχει δικαίωμα, οποιοσδήποτε τρίτος, να επικαλείται παράβαση του άρθρου 6 § 1 σε συγκεκριμένη διαδικασία όπου τα μέρη δέχθηκαν μη παράβαση για τον συγκεκριμένο λόγο και προχώρησε και εξελίχθηκε αναλόγως η δίκη. Η διάκριση της Φαινόμενης Δικαιοσύνης, ως μεθοδολογικό εργαλείο, από τη Δικαιοσύνη ως εξωτερικό/δημόσιο φαινόμενο, μπορεί να είναι δυσκολότερη στις ποινικές δίκες ή στις διοικητικές δίκες, οι οποίες περιέχουν σαφέστερα κοινωνική απαίτηση, από όσο τις αστικές δίκες. Εκείνη η κοινωνική απαίτηση, όμως, σε αυτές τις δίκες δημοσίου δικαίου, εκπροσωπείται από την ίδια την κατηγορούσα αρχή ή τους Δικηγόρους της Δημοκρατίας, ανάλογα, οι πράξεις και χειρισμοί των οποίων εκφράζουν και δεσμεύουν και την κοινωνική απαίτηση έναντι στο Δικαστήριο.

Η Φαινόμενη Δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν συνιστά έννοια που ταυτίζεται με την εικόνα της Δικαιοσύνης, του φαινομένου της Δικαιοσύνης, όπως την θέλει ο καθένας, από τη δική του ξεχωριστή οπτική, αλλά πολύ συγκεκριμένη έννοια, συναρτώμενη με την καταλληλότητα του Δικαστηρίου και κατ’ επέκταση τον δίκαιο χαρακτήρα της συγκεκριμένης δίκης. Η ταύτισή της, όμως, με άλλες έννοιες ή η χρησιμοποίησή της ως όχημα για την έκφραση γενικότερων ή ειδικότερων παραπόνων έναντι στον θεσμό της Δικαιοσύνης ή σε όργανά της, λειτουργεί καταστροφικά προς τον ίδιο τον θεσμό της Δικαιοσύνης. Αυτή την καταστροφή δεν έχει κανένας δικαίωμα να την επιχειρεί ή να την πράττει. Ακόμα πιο επικίνδυνη είναι η διασύνδεση της έννοιας της Φαινόμενης Δικαιοσύνης με έννοιες όπως η «διαφθορά» ή η «διαπλοκή» ή ακόμα και η ανηθικότητα, ενώ συνιστά, ψυχρά να λεχθεί, συγκεκριμένη διαδικαστική προϋπόθεση, που εάν δεν τηρηθεί, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης, όπως επίσης πολύ συχνά συμβαίνει. Δεν μπορεί να οδηγήσει ούτε σε διάπραξη ποινικού αδικήματος μα ούτε και σε δεοντολογικό ολίσθημα για το οποίο να πρέπει να παραιτηθεί ο Δικαστής. Εάν ο κάθε Δικαστής παραιτείτο επειδή συνέβη κάποια αντικανονικότητα στο Δικαστήριο του, δεν θα υπήρχε σήμερα δικαστικό σώμα.

Η εξέταση της σύγκρουσης συμφερόντων ή η βεβαίωση της καταλληλότητας, ιδωμένη ως υποχρέωση, δεοντολογική ή νομική, συναρτώμενη με τη φύση του Δικαστηρίου και κατ’ επέκταση την «υποχρέωσή» του να είναι δίκαιο, ως συζητείται σε φιλοσοφικό επίπεδο, εκφεύγει από το πλαίσιο που θέτει το άρθρο 6 § 1 και η Φαινόμενη Δικαιοσύνη του άρθρου 6 § 1 για να διασφαλίσει τη δίκαιη διαδικασία, με σκοπό και την ορθή διάγνωση της ουσίας, δηλαδή την απονομή του δικαίου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σαφώς κάθε Δικαστήριο, γενικά, θα πρέπει να είναι «δίκαιο» και να πράττει τα πάντα για να «φαίνεται» προς τα έξω δίκαιο. Δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν είναι, εάν δεν εξαιρεθεί σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση έμμεσης σύγκρουσης, επειδή αυτό προκύπτει μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία εξέτασης του δυνητικού λόγου εξαίρεσης. Με άλλα λόγια, το να εξεταστεί, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ένας δυνητικός λόγος εξαίρεσης, και να αποφασίσει το Δικαστήριο, ότι δεν πρέπει να εξαιρεθεί, δεν σημαίνει ότι κλονίζεται το δίκαιο της διαδικασίας, στη συγκεκριμένη νομική του διάσταση. Κλονίζεται;

Ο διαχωρισμός που η νομολογία του ΕΔΔΑ δημιούργησε, η ίδια διακρίνοντας μεταξύ αυτόματων/υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών/υπό προϋποθέσεις λόγων εξαίρεσης, σε περίπτωση σύγκρουσης εκ της ύπαρξης συγγενικών σχέσεων, οδηγεί σε μία κατάσταση όπου αφήνεται να ανθήσει, εκτός από σύγχυση, και κάποια σύγκρουση μεταξύ της Φαινόμενης Δικαιοσύνης ως μεθοδολογικό εργαλείο και της Δικαιοσύνης ως εξωτερικό/δημόσιο φαινόμενο· εκεί ακριβώς είναι όλη η προβληματική. Εάν θεωρήσει, κανείς, τη Δικαιοσύνη ως εξωτερικό/δημόσιο φαινόμενο, άρα σε γενικευμένη κοινωνική (μη νομική/διαδικαστική) διάσταση, θα μπορούσε να πει ότι και το ΕΔΔΑ σφάλλει. Γιατί η Δικαιοσύνη ως φαινόμενο κλονίζεται σε κάθε περίπτωση εάν ένας Δικαστής που έχει οποιαδήποτε σχέση με το ένα μέρος, είτε άμεση είτε έμμεση, δικάζει την υπόθεση. Επομένως, στη θεωρία των πραγμάτων, αδιάφορα από την όποια διάδικη συμπεριφορά ή διαδικασία, εκλαμβάνεται ότι θα πρέπει να υπάρχει υποχρεωτική εξαίρεση. Ότι η νομικίστικη προϋπόθεση απόδειξης της «βασιμότητας» των φόβων και ανησυχιών στη συγκεκριμένη περίπτωση, σημαίνει έκπτωση στον θεσμό της Δικαιοσύνης, που βασίζεται στην εικόνα του τέλειου ηθικά Δικαστή.

Αυτή η τάση ηθικονομικής σκέψης δεν έχει τελειωμό. Ακόμα κι αν ο τρόπος μη εξαίρεσης είναι απόλυτα επεξηγημένος και σαφής, ώστε και ο ίδιος να παράγει και να εξωτερικεύει το «δίκαιο» της μη εξαίρεσης, μόνο και μόνο η μεσολάβηση της όλης αμφισβήτησης και της ίδιας της διαδικασίας εξέτασης του δυνητικού λόγου εξαίρεσης, θα μπορούσε, στην ίδια κοινωνική θεώρηση της Δικαιοσύνης ως φαινομένου, να καθιστά το συγκεκριμένο Δικαστήριο λιγότερο «κατάλληλο» από οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα συνέτρεξε καθόλου ο συγκεκριμένος λόγος εξαίρεσης. Μήπως τελικά, το όλο σχήμα του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τη δυνατότητα ή η μη υποχρέωση εξαίρεσης σε ορισμένες περιπτώσεις έμμεσης σύγκρουσης, η δυνατότητα κάμψης της Φαινόμενης Δικαιοσύνης και εκδίκασης της υπόθεσης λόγω μη βασιμότητας των εκφρασμένων ή άλλως πώς υφιστάμενων φόβων προκατάληψης ή μεροληψίας, οδηγεί σε ένα λογικό και κατ’ επέκταση ιδεολογικό αδιέξοδο; Μήπως δεν επαρκεί η νομολογία του ΕΔΔΑ για να κατανοήσει, κανείς, μη νομικός, γιατί στη μία περίπτωση όπου εργοδοτείται «παιδί Δικαστή» στο Χ δικηγορικό γραφείο να πρέπει αυτός να εξαιρεθεί κατόπιν αξιολόγησης της βασιμότητας των φόβων και ανησυχιών προκατάληψης και στην άλλη περίπτωση όπου εργοδοτείται «παιδί Δικαστή» στο Ψ δικηγορικό γραφείο αυτός να μην χρειάζεται να εξαιρεθεί, κατόπιν ίδιας εξέτασης, ενώ και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει η ίδια έμμεση σύγκρουση, εκ της συσχέτισης, αντικειμενικά; Μήπως η ίδια η αντικειμενικότητα του λόγου εξαίρεσης, όπου ο αντικειμενικός χαρακτήρας είναι που απαντά στην έννοια της Δικαιοσύνης ως φαινομένου, είτε περιορισμένου στη δικαστική αίθουσα είτε εξωτερικευμένου/δημόσιου, δεν συνάδει με την οποιαδήποτε δυνατότητα μη εξαίρεσης;

Όπως λέχθηκε, στη νομολογία του ΕΔΔΑ, η «Φαινόμενη Δικαιοσύνη» δεν είναι έννοια κοινωνική ή κοινής χρήσης ή τέτοια που αφορά στη Δικαιοσύνη ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά διαδικαστική προϋπόθεση που διασφαλίζει την εφαρμογή του άρθρου 6 § 1 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι νομική έννοια. Νομική έννοια με συγκεκριμένο περιεχόμενο και συγκεκριμένο σκοπό. Τα Δικαστήρια υφίστανται για να επιλύνουν συγκεκριμένες διαφορές ή ζητήματα, για να εφαρμόζουν και να απονέμουν το δίκαιο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Τα δεδομένα που έχουν ενώπιον τους σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ίδια με αυτά που έχουν σε οποιαδήποτε άλλη. Κι αυτά, τις περισσότερες φορές, δεν τα γνωρίζει ο καθένας από αυτούς που προτάσσονται να σχολιάσουν ή να κρίνουν ένα συγκεκριμένο δικαστικό έργο, τη Δικαιοσύνη ως φαινόμενο. Οφείλουν, τα Δικαστήρια, να μην λειτουργούν δογματικά, χωρίς ελιγμούς. Εξ ου και το ίδιο το ΕΔΔΑ αναγνώρισε πως, στο θέμα της εξαίρεσης ενός Δικαστή από το έργο του, δεν είναι εφικτή η αυστηρή ή η άκρως λεπτομερής και απόλυτη εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τέτοια θα μπορούσε να παραλύσει το δικαστικό έργο. Το δίκαιο της κάθε συγκεκριμένης διαδικασίας είναι μια ζωντανή κατάσταση, πολύ ιδιαίτερη, πρώτιστα για αυτούς στους οποίους αφορά η διαφορά ή το επίδικο ζήτημα και μέσω αυτών· μέσω της απονομής του δικαίου στη δική τους συγκεκριμένη περίπτωση και σε κάθε άλλη και συνολικά είναι που προκύπτει και ενδιαφέρει η επάρκεια και η ποιότητα της απονομής του δικαίου, ως κοινωνική συνθήκη, πιο διευρυμένα.

Ο διάδικος ή ο συνήγορος που αισθάνεται ότι «αδικείται» από τη δικαστική απόφαση στην οποία εμπλέκεται αισθάνεται κάτι πολύ φυσιολογικό (το οποίο μπορεί να μετριαστεί με συγκεκριμένους δικανικούς χειρισμούς και δική του προσπάθεια), αλλά δεν δικαιούται εκ του δικού του αισθήματος ή εντύπωσης αδικίας να δημοσιοποιεί και να διαδίδει ή να αφήνει να νοηθεί ότι δεν υφίσταται Δικαιοσύνη σε κάθε περίπτωση. Τις τελευταίες ημέρες συμβαίνει να χρησιμοποιείται το μεθοδολογικό εργαλείο της Φαινόμενης Δικαιοσύνης και η νομολογία γύρω από αυτό, και δη λανθασμένα ή μεθοδευμένα, για να βλαφθεί η Δικαιοσύνη ως κοινωνικό φαινόμενο ή για να παραχθούν εντυπώσεις σε σχέση με αυτήν. Λένε ότι δεν υπάρχει Δικαιοσύνη γενικά, ο καθένας με αυτή την ευκαιρία, για τους δικούς του μικρούς ή μεγάλους λόγους. Οι κοινωνικές ανάγκες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες για να τις χρησιμοποιεί οποιοσδήποτε με αυτό τον τρόπο, ειδικά σε περιόδους κρίσης, όπου ο κόσμος έχει υποφέρει από αδικίες διαφόρων ειδών.

Έπειτα, επειδή η πολιτικοποίηση του διαλόγου για τον θεσμό της Δικαιοσύνης οδήγησε στο να ακουστούν πολλές ανακρίβειες ή λάθη, ακόμα και από Δικηγόρους (αυτό είναι το πιο θλιβερό), θα πρέπει να επισημανθεί ότι ένας Δικαστής δεν πρέπει να έχει ευθιξία. Δεν είναι πολιτικός· η έννοια της ευθιξίας δεν συνάδει με τον δικό του ρόλο. Ένας Δικαστής, κατ’ επέκταση ο ίδιος ο θεσμός της Δικαιοσύνης, είναι και οφείλει να είναι εκεί, δυνατός και σταθερός, να αντέχει και να αντιμετωπίζει τέτοιες και πολλές άλλες επιθέσεις, και μέσα σε αυτές τις πολύ αντίξοες συνθήκες, να απονέμει το «δίκαιο» με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην κάθε (ενώπιον του) συγκεκριμένη περίπτωση.

…«Ελευθερία της έκφρασης υπάρχειαπλά δεν υπάρχουν κατάλληλοι άνθρωποι να την εκφράσουν, για να πάει το πράγμα παραπέρα».

———————

[1] Βλ. και Kyprianou v. Cyprus [GC], Micallef v. Malta [GC], Pullar v. the United Kingdom, Castillo Algar v. Spain, Mitrov v. the former Yugoslav Republic of Macedonia, και άλλες.

[2] Βλ. Micallef v. Malta, Wettstein v. Switzerland, Ferrantelli and Santangelo v. Italy, και άλλες.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.