ΕΔΔΑ: Η ελευθερία της έκφρασης τύπου Mătăsaru

Στη Mătăsaru v. the Republic of Moldova (αρ.  69714/16 και 71685/16) που εκδόθηκε από το ΕΔΔΑ την 15.01.2019,  βάσει δύο αιτήσεων, όπου διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης), ο προσφεύγων, ο οποίος είχε συμμετοχή σε διάφορες διαμαρτυρίες περί διαφθοράς των αστυνομικών, της εισαγγελίας και των δικαστών, έχοντας υπάρξει στο παρελθόν θύμα αστυνομικής κακομεταχείρισης (Mătăsaru and Saviţchi v. Moldova, αρ.  38281/08) είχε εξελίξει τη δράση του με τον εξής τρόπο: Κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια των διακοπών της εισαγγελίας, έστηνε διαμαρτυρία, στην οποία μπορούσε να συμμετέχει και μόνος του, χρησιμοποιώντας, για τους σκοπούς της, ζωντανά ζώα, τουαλέτες, καρικατούρες, μάσκες και άλλα συναφή αντικείμενα, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κοινωνική αίσθηση, να τύχουν προσοχής. Έτσι, λοιπόν, και στις 29.01.2013, έστησε μια τέτοια διαμαρτυρία έξω από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία ήταν και η απαρχή του επίδικου προβλήματός του.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σκοπός της διαμαρτυρίας του εκείνης ήταν να τραβήξει την προσοχή του κόσμου στο πρόβλημα της διαφθοράς και του πολιτικού ελέγχου που θεωρεί ότι ασκείται στην εισαγγελία. Γι’ αυτό, η διαμαρτυρία του περιλάμβανε δύο μεγάλα ξύλινα γλυπτά, τα οποία τοποθέτησε στις σκάλες, έξω από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Το ένα γλυπτό, δίμετρο, απεικόνιζε ένα πέος, με τη μορφή ενός πολιτικού στο κεφάλι, και με λευκό κολλάρο και γραβάτα, και το άλλο απεικόνιζε ένα μεγάλο αιδοίο με τις εικόνες κάποιων εισαγγελέων στα χείλη. Περαιτέρω, ο προσφεύγων είχε φουσκώσει μπαλόνια στο σχήμα του ανδρικού γεννητικού οργάνου, τα οποία κρέμασε πάνω στα κοντινά δέντρα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της δράσης του, η οποία, αναπόφευκτα, κέντρισε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον αλλά και το ενδιαφέρον της Αστυνομίας, ο προσφεύγων συνελήφθη και κατηγορήθηκε για «χουλιγκανισμό», με βάση συγκεκριμένη ποινική διάταξη του Μολδαβικού ποινικού δικαίου. Η ποινική υπόθεση διερευνήθηκε από τμήμα της εισαγγελίας, ο επικεφαλής του οποίου απεικονίζονταν στο ένα γλυπτό. Αυτό δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Το Επαρχιακό Δικαστήριο της Μολδαβίας που επιλήφθηκε της ποινικής υπόθεσης είχε βρει τον προσφεύγοντα ένοχο και τον καταδίκασε σε 2 χρόνια φυλάκιση, με 3 χρόνια αναστολή, θεωρώντας τον και υπότροπο, εφόσον είχε προηγούμενες καταδίκες για συναφείς πράξεις όπου του επιβλήθηκε πρόστιμο, που όμως δεν τον συνέτισε. Βάσει και της μαρτυρίας, που είχε διαθέσιμη το Δικαστήριο, εστίασε στο γεγονός ότι η διαμαρτυρία του είχε ανήθικο περιεχόμενο και γινόταν δημόσια με τρόπο στον οποίο θα μπορούσε να γίνει ορατή από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένων μικρών παιδιών. Ότι ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να εκφραστεί, ο οποίος δεν είχε και μια συγκεκριμένη πραγματική βάση, υπερέβαινε τα όρια της αποδεκτής κριτικής των δημοσίων προσώπων σε μια δημοκρατική κοινωνία και ότι δεν μπορούσε να υπερτερήσει η προστασία του δικαιώματός του σε ελεύθερη έκφραση, αλλά να υπάρξει παρέμβαση σε αυτό.

Ο προσφεύγων εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση, μεταξύ άλλων, στη βάση της παράβασης του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης, και δη της καλλιτεχνικής έκφρασης, ισχυριζόμενος ότι η διαφθορά για την οποία διαμαρτυρήθηκε ήταν πασίγνωστη, ασχέτως εάν δεν είχε αποδειχθεί νομικά, και κατά την πρωινή ώρα της διαμαρτυρίας του, που επέλεξε, τα παιδιά του κόσμου βρίσκονταν στα σχολεία. Έπειτα, το γεγονός ότι το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας του, της ειρηνικής κατά βάση, εφόσον απλά εξέθετε γλυπτά (γιατί αυτός ο τρόπος θεώρησε ότι θα ακούγονταν στην κοινωνία, άρα θα είχε αποτέλεσμα ως διαμαρτυρία) δεν ήταν αρεστό σε κάποιους, δεν ήταν λόγος επαρκής για να τιμωρηθεί ποινικά. Η δε ποινική τιμωρία του ήταν δυσανάλογη και δημιουργούσε την επίδραση (chilling effect) στο να παύσει να διαμαρτύρεται, δηλαδή να εκφράζεται, επίδραση που ήταν και σκόπιμη, όπως διαφαίνονταν από το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η ίδια η αναστολή είχε την έννοια της μη εμπλοκής του σε διαμαρτυρία για τρία χρόνια, προκειμένου να μην ενεργοποιηθεί η φυλάκιση. Η έφεσή του απορρίφθηκε, θέση που διατηρήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.

Το ΕΔΔΑ, επανέλαβε τις αρχές του ότι η ελευθερία της έκφρασης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 § 1 της ΕΣΔΑ, συνιστά μια από τις ουσιωδέστερες βάσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας και πράγματι μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την εξέλιξή της και για την ικανοποίηση του ατόμου. Τηρουμένης της παραγράφου 2, υπάρχει όχι μόνον για πληροφορίες και ιδέες που μπορούν να εκληφθούν ευνοϊκά ή που θα μπορούσαν να μην ενοχλήσουν, αλλά και για αυτές που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν, να ταράξουν ή να ανησυχήσουν το Κράτος ή μερίδα του πληθυσμού. Αυτές είναι απαιτήσεις του πλουραλισμού, της ανοχής και του ανοιχτού μυαλού, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.

Οι απόψεις μπορούν να εκφράζονται όχι μόνον μέσων των ΜΜΕ ή της καλλιτεχνικής δουλειάς, αλλά και μέσω της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, κρίθηκε ήδη ότι η δημόσια εναπόθεση διαφόρων βρώμικων ρούχων κρεμασμένων πάνω σε ένα σχοινί, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι 13 λεπτά (όσο για να ληφθεί η σκηνή από δημοσιογράφους και να απαντήσουν σχετικές ερωτήσεις) πλάι στη Βουλή, που ήθελε να παραστήσει το «βρώμικο πλυντήριο του Κράτους», συνιστούσε μια μορφή πολιτικής έκφρασης (βλ. Tatár και ber v. Hungary, αρ. 26005/08 και 26160/08). Συναφώς, κρίθηκε και το ότι το χύσιμο μπογιάς σε αγάλματα του Ατατούρκ στην Τουρκία ήταν μια πράξη έκφρασης και διαμαρτυρία για το πολιτικό καθεστώς τη δεδομένη χρονική στιγμή (βλ. Murat Vural v. Turkey, αρ. 9540/07). Ως πολιτική έκφραση θεωρήθηκε και η αποσύνδεση της κορδέλας του Προέδρου της Ουκρανίας από το μνημείο ενός γνωστού Ουκρανού ποιητή την Ημέρα της Ανεξαρτησίας στην Ουκρανία (βλ. Shvydka v. Ukraine, αρ. 17888/12). Στην Maria Alekhina and Others v. Russia (αρ. 38004/12), επίσης, το Δικαστήριο είχε εξετάσει τις πράξεις του συγκροτήματος «Pussy Riot», της Ρωσικής φεμινιστικής πανκ-ροκ μπάντας και ακτιβιστικής ομάδας, όταν επιχείρησαν να εκτελέσουν ένα μουσικό κομμάτι από τον βωμό του καθεδρικού ναού του Χριστού Σωτήρος της Μόσχας εναντίον του Βλαντιμίρ Πούτιν ως απάντηση σε μια συνεχιζόμενη πολιτική διαδικασία· έκρινε ότι οι πράξεις τους, που οι ίδιοι θεωρούσαν εκτέλεση μουσικού έργου, ήταν ένα μείγμα συμπεριφορικής και λεκτικής έκφρασης που συνιστούσε καλλιτεχνική και πολιτική έκφραση και ως τέτοια έχρηζε προστασίας.

Εξετάζοντας και την πράξη του προσφεύγοντος, του οποίου η ποινική καταδίκη συνυφαίνονταν με το δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση που κατοχυρώνει το άρθρο 10, στη βάση του τρίπτυχου του να είναι νόμιμος ο περιορισμός της, να εξυπηρετεί έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς και να είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εκπλήρωση αυτών των σκοπών, το σκάλωμα ήταν, ως συνήθως, στην τρίτη προϋπόθεση. Βέβαια, το ΕΔΔΑ, με τον συνήθη έντεχνο τρόπο, απέφυγε να αποφασίσει κατά πόσον η πράξη του προσφεύγοντος συνιστούσε όντως χουλιγκανισμό με βάση την εγχώρια ποινική διάταξη, μη ενεργώντας ελεγκτικά προς το εγχώριο δικαστήριο, και στη βάση του ότι ο περιορισμός εξυπηρετούσε πάντως τον νόμιμο σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων, ειδικότερα την αξιοπρέπειά τους, προχώρησε στην τρίτη προϋπόθεση· εκεί κρίνοντας ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ήταν δυσανάλογη για να επιτευχθεί ως επιδιωκόμενος σκοπός και όντως παρήγαγε το “chilling effect” της αποτροπής παρόμοιου είδους διαμαρτυριών. Επειδή τα Μολδαβικά δικαστήρια απέτυχαν να τηρήσουν τη δέουσα ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων, προκειμένου να επαναφέρουν την ομαλότητα και την ειρηνική τους συνύπαρξη, επιβάλλοντας στον προσφεύγοντα βαριά ποινή, ανεξαρτήτως της αναστολής της (που δεν την αποχαρακτηρίζει) (βλ. και Cumpǎnǎ και Mazǎre v. Romania [GC], αρ. 33348/96), σήμαινε ότι προχώρησαν πέραν αυτού που θα θεωρείτο αναγκαίος περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης του προσφεύγοντος για να επιτύχουν παράλληλα την προστασία της αξιοπρέπειας των προσβεβλημένων ατόμων, συνεπώς το Μολδαβικό κράτος παραβίασε το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε ελεύθερη έκφραση.

Επειδή ο τρόπος που λειτουργεί το ΕΔΔΑ όπως και η λογική και η γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικά μπορεί πολλές φορές να επιτρέπει τη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων, μια τάση να εκλαμβάνονται τα δικαιώματα πιο διευρυμένα από ό,τι όντως είναι, το εν λόγω παράδειγμα δίνει την χρήσιμη αφορμή να λεχθούν τα εξής:

(1)Το αποτέλεσμα, η διαπίστωση της παράβασης του άρθρου 10, δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί ή δικαιούται να πράττει όπως ακριβώς ο προσφεύγων, επειδή δικαιούται σε ελεύθερη έκφραση, και ότι οποιοσδήποτε τον ενοχλήσει, θα παραβιάσει το δικαίωμά του σε ελεύθερη έκφραση.

(2)Ο καθένα έχει το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα. Αυτή είναι η αφετηρία. Ακόμα και με τρόπο που μπορεί να μην είναι αρεστός στους άλλους ή να μπορεί να ενοχλήσει. Αυτό είναι το δυνητικό εύρος, το ξεχείλωμα του δικαιώματος, που λέει ότι, για να εκφραστεί, κανείς, ελεύθερα, θα πρέπει να μην λειτουργούν εκ προοιμίου περιοριστικά οι σκέψεις του ότι μπορεί να ενοχληθεί οποιοσδήποτε άλλος από τον λόγο του. Απολαμβάνει ελευθερία. Ειδικά όταν εκφράζεται για δημόσια πρόσωπα, για πολιτικά πρόσωπα, αναμένεται κι ένας βαθμός μεγαλύτερης ανοχής από μέρους των, που διαμορφώνει ανάλογα το εύρος του δικαιώματος έκφρασης, τοποθετώντας λίγο μακρύτερα τα όριά του, τα οποία, όμως, υπάρχουν.

(3)Δεν υφίσταται, ωστόσο, αυτοτελές δικαίωμα προσβλητικής, για τους άλλους, έκφρασης, γενικά. Από τη στιγμή που η άσκηση του δικαιώματος σε ελευθερία έκφρασης συνυφαίνεται με το δικαίωμα άλλου, όπως για παράδειγμα την προστασία της προσωπικότητας ή της αξιοπρέπειάς ή άλλο δικαίωμα, που ο εκφραζόμενος υποχρεούται να σέβεται, εκεί, στο πλαίσιο που δημιουργείται με τα αντικρουόμενα δικαιώματα, όλη η ουσία βρίσκεται στην άσκηση εξισορρόπησης τους. Και ο προσφεύγων μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα αλλά και οι άλλοι πρέπει να προστατεύονται από τη δική του ελευθερία, εφόσον κι αυτοί έχουν δικαιώματα.

(4)Πρέπει να υπάρχει παρέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης που καθίσταται προσβλητική, για να προστατευθεί το δικαίωμα του άλλου, του προσβαλλόμενου. Δηλαδή εάν εσύ επιχειρήσεις να πράξεις ό,τι και ο προσφεύγων, μπορεί, δικαιούται κάποιος να σε σταματήσει ή να παρέμβει και να εξαναγκάσει διαμόρφωση του τρόπου διαμαρτυρίας σου ή να σου επιβάλει άλλες απαγορεύσεις, προκειμένου να προστατεύσει το δικαίωμα των προσβεβλημένων. Κι εσύ να εκφράσεις αυτό που θες και ο άλλος να μην βλαφθεί. Είναι σημαντικό να υπάρχει κατά νου ότι η πράξη του προσφεύγοντος ήταν προσβλητική και δικαιολογούσε παρέμβαση στο δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης.

(5)Το είδος της παρέμβασης στο δικαίωμα έκφρασης μπορεί, όμως, να οδηγήσει σε παράβασή του, εάν είναι τέτοια που το εξουδετερώνει αχρείαστα, εάν το προσβαλλόμενο δικαίωμα του άλλου μπορεί να προστατευθεί και με άλλο τρόπο, ηπιότερο. Κανένας δεν μπορεί να σε δείρει άσχημα, για παράδειγμα, επειδή, διαμαρτυρόμενος με τέτοιο τρόπο, προσβλητικό, προσέβαλες το δικαίωμα άλλου. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης με αναστολή, ενώ θα μπορούσε να τύχει άλλης μεταχείρισης για να προστατευθεί και το προσβεβλημένο δικαίωμα των άλλων, αλλά και να επιτραπεί στον προσφεύγοντα να συνεχίσει να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Εάν τύγχανε άλλης μεταχείρισης, ενδεχομένως να μην τύγχανε της προστασίας του ΕΔΔΑ, δηλαδή να μην διαπιστώνονταν παράβαση κάποιου δικαιώματός του.

Επιστρέφοντας στην πιο πάνω παρατιθέμενη νομολογία, στην Tatár και Fáber η ολιγόλεπτη συνάντηση των προσφευγόντων για να αναπαραστήσουν το «βρώμικο πλυντήριο» δημόσια, διώχθηκε από τις αρχές της Ουγγαρίας ως παράνομη συνάθροιση τύπου «assembly», κι επειδή, κατηγοριοποιώντας την ως τέτοια, δεν είχαν ειδοποιήσει τις Αρχές τρείς ημέρες προηγουμένως, τους επέβαλαν €250 πρόστιμο στον καθένα. Οι προσφεύγοντες διαφώνησαν επί της ουσίας, καθότι, σύμφωνα με τη δική τους θέση, η πράξη τους δεν συνιστούσε μια οργανωμένη εκδήλωση στην οποία κάλεσαν κι άλλους (ασχέτως εάν ανακοίνωσαν στο ίντερνετ την πρόθεσή τους να διαμαρτυρηθούν με τον συγκεκριμένο τρόπο). Το ΕΔΔΑ συμφώνησε με τη θεώρηση ότι μια κοινή πράξη έκφρασης δύο ατόμων δημόσια για 13 λεπτά δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί συνάθροιση που να δικαιολογεί την παρουσία αστυνομίας, για να τηρήσει τη δημόσια τάξη, λέγοντας ότι και οι Guidelines on Freedom of Peaceful Assembly που υιοθετήθηκαν από τη Venice Commission και προβλέπουν τον ελάχιστο αριθμό ατόμων, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει συνάθροιση και σύμφωνα με τις εκδοθείσες Επεξηγήσεις, η συνάντηση δύο ατόμων δεν συνιστά κατ’ ανάγκη συνάθροιση, πόσω μάλλον χωρίς να υπάρχει σκοπός να μαζευτούν περισσότερα άτομα, όπως στην εν λόγω περίπτωση. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ, και πάλι, απέφυγε να σταθεί στις δύο πρώτες πτυχές του τρίπτυχου (που και οι προσφεύγοντες δεν επέμειναν σε κάτι τέτοιο), και, δεχόμενο ότι υπήρχε κάποια νομική βάση (έστω λανθασμένη) και ότι η παρέμβαση στο δικαίωμα έκφρασης των προσφευγόντων εξυπηρετούσε ένα νόμιμο σκοπό, την προστασία των δικαιωμάτων άλλων, συγκέντρωσε τους σχετικούς προβληματισμούς του όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της συνάντησης των προσφευγόντων δημόσια ως συνάθροιση στην τρίτη, ευρύτερη πτυχή, και εντόπισε το πρόβλημα ξανά στη πτυχή της αναγκαιότητας. Δεν ήταν αναγκαία, υπό τις περιστάσεις, η συγκεκριμένη παρέμβαση, ώστε με αυτό τον τρόπο προκλήθηκε παράβαση του δικαιώματός τους σε ελευθερία της έκφρασης. Χωρίς να σημαίνει, και πάλι, ότι δικαιούται να πράξει οποιοσδήποτε το ίδιο, όπως οι προσφεύγοντες, και κάποια άλλη ενδεχομένη παρέμβαση (π.χ. αγωγή για συκοφαντία από προσβεβλημένο άτομο) να κριθεί το ίδιο μη αναγκαία ή δυσανάλογη.

Ομοίως, το αποτέλεσμα στη Murat Vural δεν έχει την έννοια του ότι οποιοσδήποτε μπορεί να τριγυρνά στην πόλη και να ρίχνει μπογιά σε αγάλματα ή μνημεία χωρίς οποιεσδήποτε συνέπειες, επειδή δικαιούται να εκφράζεται ελεύθερα. Ο προσφεύγων, που πήρε στο κατόπιν τα αγάλματα του Ατατούρκ και τα περιέλουζε με μπογιά, ήταν αδιόριστος και άνεργος εκπαιδευτικός που ήθελε να διαμαρτυρηθεί για το σύστημα της παιδείας, σύμφωνα με την ιδεολογία του Κεμάλ. Ωστόσο, διώχθηκε ποινικά όχι για τίποτε άλλο, μα για έλλειψη προσήλωσης στον Ατατούρκ, με βάση τέτοιο νόμο που υπήρχε στην Τουρκία, όπου θεωρούν αναγκαίο να λατρεύουν και κατ’ επέκταση να προστατεύουν τη μνήμη του Ατατούρκ. Κατά την Κυβέρνηση, που προσπάθησε εκ των υστέρων να διαφοροποιήσει τα πράγματα ενώπιον του ΕΔΔΑ, η πράξη του δεν ήταν απλή κριτική προς τον Ατατούρκ, ώστε να είναι ανεχτή, αλλά ήταν μια εντόνως βίαιη εκδήλωση που εξέφραζε δημόσια μίσος και συνιστούσε βανδαλισμό. Εν πάση περιπτώσει, ως προς την ποινική μεταχείριση του προσφεύγοντος, από το ελάχιστο όριο ποινής στον εν λόγω νόμο, που ήταν ο 1 χρόνος φυλάκιση, καταδικάστηκε σε 3 χρόνια φυλάκισης, λειτούργησε δε επιβαρυντικά το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε δημοσίως που διπλασίασε την ποινή, και επειδή διαπράχθηκε 5 φορές το αδίκημα, επιβλήθηκαν μη συντρέχουσες ποινές, με αποτέλεσμα η καταδίκη του προσφεύγοντος να είναι αρχικά για συνολικά 22 χρόνια και 6 μήνες! Κατόπιν επανεκδίκασης, σε ποινή φυλάκισης 13 χρόνων, 1 μηνός και 15 ημερών, όταν θεωρήθηκε η πράξη του ως ένα αδίκημα, αλλά με τους λοιπούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Του αποστέρησαν, επίσης, πολιτικά δικαιώματα. Δεν θεώρησαν, τη μορφή έκφρασης του προσφεύγοντος, ως έκφραση που πρέπει να προστατεύει με βάση το άρθρο 10.

Το ΕΔΔΑ, επί αυτού διαφώνησε, δεχόμενο ότι στο άρθρο 10 περιέχονται όλες οι μορφές έκφρασης. Το να φέρει ή να εκθέτει κανείς σύμβολα, επίσης. Έτσι και στην Vajnai v. Hungary (αρ. 33629/06) το ότι φορούσε, ο προσφεύγων, κόκκινο αστέρι δημόσια, ως σύμβολο διεθνούς κίνησης εργαζομένων ήταν μορφή έκφρασης  (βλ. και Fratanoló v. Hungary, αρ. 29459/10) όπως και το να περιφέρει σημαίνει κατά την ber v. Hungary (αρ. 40721/08). Διάφορες ευφάνταστες συμπεριφορές ή συμπεριφορικές παραστάσεις, επίσης, μπορούν να συνιστούν μορφή έκφρασης όπως στην Steel and Others v. the United Kingdom ή στην Hashman and Harrup v. the United Kingdom ([GC], αρ. 25594/94) ή στην Lucas v. the United Kingdom (dec) (αρ. 39013/02) και σε άλλες. Το εύρος της έκφρασης ελέγχεται, επίσης, όπως στην Christian Democratic People’s Party v. Moldova (no. 2) (αρ. 25196/04) όπου απαγορεύθηκε σε έναν πολιτικώς διαμαρτυρόμενο να μοιράζει φυλλάδια δημόσια με διάφορα συνθήματα π.χ. «Κάτω η κατοχή του Πούτιν» γιατί θεωρήθηκε ότι σκόπευε να εξεγείρει πλήθη σε κατάσταση εθνικού μίσους και δημόσιας βίας, αφού ήδη σε προηγούμενη διαμαρτυρία του για την παρουσία Ρωσικών στρατευμάτων στην Transdniestria, οι συνδιαμαρτυρόμενοί του έκαψαν φωτογραφία του Πούτιν και τη Ρωσική σημαία. Το ΕΔΔΑ κι εκεί έκρινε ότι τα σλόγκαν του προσφεύγοντος, ακόμα και συνδυασμένα με το κάψιμο εικόνων και σημαίας, ήταν καταρχάς μια μορφή έκφρασης για ένα θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, ήτοι την παρουσία Ρωσικών στρατευμάτων στην περιοχή της Μολδαβίας. Επανέλαβε ότι το περιθώριο απαγορεύσεων του άρθρου 10 όσον αφορά τον πολιτικό λόγο σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος είναι περιορισμένο. Η απόφαση ως προς το κατά πόσο μια συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 10, προϋποθέτει μια αξιολόγηση ως προς τη φύση της από αντικειμενική σκοπιά, όπως και για τον σκοπό του ατόμου το οποίο προβαίνει στην πράξη ή συμπεριφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων, που πάντως δεν τιμωρήθηκε για βανδαλισμό, θεωρούσε ότι το να περιχύσει με μπογιά τα αγάλματα του Ατατούρκ ήταν πράξη έκφρασης και τέτοια μπορεί να θεωρηθεί και από αντικειμενικής άποψης. Ο ίδιος, επίσης, είχε εξηγήσει ιδεολογικά την πράξη του, που έδειχνε τον σκοπό του. Η πράξη του συνιστούσε μορφή έκφρασης, υπό το άρθρο 10, επομένως εξετάστηκε υπό τις ίδιες αρχές, κατά πόσον οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στο δικαίωμα έκφρασής του ικανοποιούσαν το ίδιο τρίπτυχο. Δείχνοντας κατανόηση στους λόγους για τους οποίους μπορεί να υπάρχει η συγκεκριμένη νομική βάση και τους σκοπούς που θέλει να προστατεύσει, το σκάλωμα ήταν επίσης στην τρίτη προϋπόθεση, όπου η υπερβολική έκταση της ποινής δεν άφηνε αμφιβολία ότι ήταν δυσανάλογη της πράξης του προσφεύγοντος, ασχέτως εάν αυτή συνιστούσε καταστροφή περιουσίας με πρόσθετο πολιτικοκοινωνικό νόημα. Η ίδια δεν άφησε περιθώριο εξέτασης οποιουδήποτε άλλου θέματος σχετικά, χωρίς να σημαίνει ότι κάποια άλλη μεταχείριση του προσφεύγοντος (π.χ. ανάλογη ποινή όντως για βανδαλισμό) θα ήταν επίσης δυνασανάλογη.

Στην πρόσφατη Maria Alekhina με την μπάντα, την ώρα που οι προσφεύγουσες μπήκαν στον ναό για να εκτελέσουν το έργο, ντυμένες περίεργα, ως συνήθως, δεν υπήρχε λειτουργία, αν και υπήρχε κόσμος μέσα στον ναό. Κάλεσαν τα ΜΜΕ να αποθανατίσουν την εκτέλεση. Δεν πρόλαβαν, όμως, γιατί έσπευσαν οι φύλακες του ναού και τις διέκοψαν στο ένα λεπτό. Κατηγορήθηκαν και, μετά από αρκετές περιπέτειες, καταδικάστηκαν για χουλιγκανισμό, όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κάθε μία, ενώ η διεύθυνση του ναού ήγειρε παρόμοια παράπονα, κάνοντας λόγο για μια αρρωστημένη και εξτρεμιστική προσπάθεια πρόκλησης των θρησκευτικών συναισθημάτων των παρευρισκομένων. Επικαλέστηκαν παραβιάσεις κι άλλων δικαιωμάτων τους, η απόφαση είναι εκτενής, ήταν μια υπόθεση που συζητήθηκε πολύ, ενώ υπήρχαν και παρεμβάσεις από τρίτους στη διαδικασία. Όσον αφορά το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το ΕΔΔΑ, αφού επανέλαβε τις ίδιες αρχές και πάλι συγκέντρωσε τους προβληματισμούς του στην τρίτη πτυχή, της αναγκαιότητας. Οι προσφεύγουσες ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή των παρευρισκομένων σε σχέση με ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος.

Όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος αυτού μέσα στον συγκεκριμένο χώρο, το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι παρόλη την προστασία που επιδέχεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, ειδικά όσον αφορά τον πολιτικό λόγο, δεν σημαίνει ότι παρέχει αυτομάτως δικαίωμα εισόδου σε ιδιωτικές περιουσίες ή στους χώρους που θεωρούνται δημόσιοι όπως τα κυβερνητικά γραφεία ή τα υπουργεία Appleby and Others v. the United Kingdom, αρ. 44306/98). Η άσκηση του δικαιώματος έκφρασης πολιτικού λόγου ή καλλιτεχνικού έργου σε περιουσία που το κοινό απολαμβάνει ελεύθερα και δωρεάν εξαρτάται από τη φύση και τις λειτουργίες του χώρου και την ανάγκη σεβασμού συγκεκριμένων κανόνων συμπεριφοράς μέσα σε αυτόν. Στην εν λόγω περίπτωση ασκήθηκε μέσα σε ένα ναό με κανόνες λειτουργίας, επομένως η επιβολή περιορισμών ήταν δικαιολογημένη, ωστόσο η συγκεκριμένη ποινική μεταχείριση των προσφευγόντων, υπό τις περιστάσεις, ήταν δυσανάλογη και κατ’ επέκταση μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Σημειωτέον ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει το περιεχόμενο των στίχων της μπάντας. Βασίστηκαν στην εμφάνισή τους, που χτυπιόντουσαν προκλητικά και στην ακαταλληλότητα των λέξεων για να κρίνουν την έκφρασή τους, θεωρώντας ότι εκείνη ενείχε μίσος ή ήταν προσβλητική κ.λπ. Το ΕΔΔΑ παρέθεσε τη σχετική νομολογία σε σχέση με το περιεχόμενο της έκφρασης και τον τρόπο αξιολόγησής της, και δεν θεώρησε ότι συνιστούσε, η συγκεκριμένη, τέτοια περίπτωση που υποκινούσε μίσος, ρατσισμό, βία, κ.λπ., κάτι που πάντως δεν θα μπορούσε να κριθεί μόνο από την εμφάνιση. Κατά κανόνα, οι ειρηνικές μη βίαιες εκδηλώσεις έκφρασης δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ποινών περιοριστικών της ελευθερίας, καθότι αυτό θα δημιουργούσε την αρνητική επίδραση (chilling effect) στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης υπό τον φόβο της φυλάκισης.

Και στην πρόσφατη υπόθεση που απασχόλησε την Κύπρο, για την καταδίκη γυναίκας για «ρατσιστικά» σχόλια στο διαδίκτυο, εάν δεν υφίστατο παραδοχή της, θα δημιουργούνταν αρκετά ερωτηματικά εάν θα έχρηζε η ποινική της αντιμετώπιση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, σε συνάρτηση και με την επίδραση που μπορεί να έχει μια τέτοια καταδίκη για την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο γενικά. Και πάλι, χωρίς να σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, προσβάλλοντας δικαιώματα άλλων, χωρίς οποιεσδήποτε θεμιτές και ανάλογες παρεμβάσεις.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.