ΕΔΔΑ: Ο εξαναγκασμός σε υποβολή εξέτασης DNA για τη διαπίστωση της αμφισβητούμενης πατρότητας

Ήταν ανεπιτυχής η προσπάθεια αρχικά του προσφεύγοντος και στη συνέχεια της χήρας του που προώθησε την προσφυγή μετά τον θάνατο του προσφεύγοντος, στη Mifsud κατά Μάλτας (αριθ. 62257/15), να παραπονεθεί σε σχέση με την υποχρεωτική, χωρίς τη θέλησή του, υποβολή του σε εξέταση DNA για να διαπιστωθεί η αμφισβητούμενη πατρότητα, ότι αυτή παραβιάζει το δικαίωμά του που απολαμβάνει με βάση το άρθρο 8 της Σύμβασης, για σεβασμό στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, καθότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), χθες, έκρινε ότι δεν υπάρχει τέτοια παράβαση.

Τη δικαστική διαδικασία είχε αρχίσει γυναίκα, που αξίωνε την αναγνώριση του προσφεύγοντος ως τον βιολογικό της πατέρας και συνακόλουθα την καταχώριση του ονόματός του στο πιστοποιητικό γέννησής της. Ο προσφεύγων, στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, είχε αρνηθεί ότι ήταν αυτός ο βιολογικός πατέρας της αιτήτριας, επομένως το Δικαστήριο διέταξε τον προσφεύγοντα να υποβληθεί σε εξέταση DNA, όπως προβλέπει και το δίκαιο της Μάλτας, κοινά με τα δίκαια αρκετών κρατών μελών. Ο προσφεύγων αρνήθηκε να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση και ισχυρίζονταν ότι ο εξαναγκασμός του να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση, χωρίς τη θέλησή του, παραβιάζει το άρθρο 8 της Σύμβασης. Τα εγχώρια Δικαστήρια απέρριψαν τη θέση του, με αναφορά στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος της αιτήτριας να γνωρίζει τον βιολογικό της πατέρα, καθώς και στο γεγονός ότι ο προσφεύγων, με τη λήψη σάλιου μόνον, δεν θα υπόκειτο σε κάποια δύσκολη ή εξευτελιστική διαδικασία. Η εξέταση που τελικά είχε γίνει, είχε δείξει ότι ο προσφεύγων ήταν, όντως, ο βιολογικός πατέρας της αιτήτριας, επομένως άλλαξε ανάλογα και το πιστοποιητικό γέννησής της με την καταχώριση, σε αυτό, του ονόματος του πατρός της.

Το ΕΔΔΑ εστίασε στο κατά πόσο τα εγχώρια Δικαστήρια είχαν επιτύχει την απαιτούμενη εξισορρόπηση μεταξύ της επιθυμίας του προσφεύγοντος να μην δώσει το δείγμα DNA του, διαδικασία που συνυφαίνεται με το άρθρο 8 της Σύμβασης, και της επιθυμίας της αιτήτριας να ανακαλύψει την αλήθεια για ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά στην ταυτότητά της. Επισημάνθηκε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, εξετάζονται οι επιδράσεις της εγχώριας νομοθεσίας στον προσφεύγοντα, παρά το δίκαιο ως τέτοιο αφηρημένα.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο προσφεύγων είχε ισχυριστεί και ότι η εγχώρια νομοθεσία είχε αποτύχει να διασφαλίσει την ισότητα των όπλων που έπρεπε, κατά τον χρόνο που διατάχθηκε η εξέταση, στην αρχή της υπόθεσης, πριν κάθε πλευρά παρουσιάσει την υπόθεσή της υπέρ ή κατά της ανάγκης διενέργειας τέτοιας εξέτασης, καθότι η εξέταση θα καθόριζε οριστικά το επίδικο ζήτημα κατά τρόπο που θα επηρέαζε τη δυνατότητα τουλάχιστον του ενός μέρους να προωθήσει την υπόθεσή του. Το ΕΔΔΑ διαφώνησε με αυτή τη θέση, παρατηρώντας ότι τόσο η αιτήτρια όσο και ο προσφεύγων είχαν υποβάλει θέσεις στο Δικαστήριο, η προώθηση των οποίων καθυστερούσε έκτοτε ως και η έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης λόγω της επίμονης άρνησης του προσφεύγοντος να υποβληθεί σε εξέταση DNA που θεωρήθηκε σε δύο επίπεδα δικαιοδοσίας. Ακόμα κι όταν τελικά διατάχθηκε η εξέταση DNA, είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το αποτέλεσμά της.

Το ΕΔΔΑ δεν αποδέχθηκε τις θέσεις του προσφεύγοντος σε σχέση με την αυτοενοχοποίηση, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η εξέταση επιλύνει οριστικά το ζήτημα της αμφισβητούμενης πατρότητας. Το σημαντικό ήταν ότι είχε τη δυνατότητα συμμετοχής στις διαδικασίας, παρουσίασης των θέσεων του και εξέτασης μαρτύρων. Τέτοιες εξετάσεις δεν είναι αντίθετες με την αρχή της νομιμότητας ή την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, ειδικά με δεδομένο τον νόμιμο σκοπό, της ικανοποίησης, από μέρους του Κράτους, του χρέους του έναντι στην αιτήτρια, επίσης υπό το άρθρο 8.

Με μερική αποδοχή της θέσης ότι η εξέταση ήταν θεωρητικά υποχρεωτική και έθετε ζήτημα υπό το άρθρο 8, στην πράξη θα υπήρχε ζήτημα εάν, για παράδειγμα, δεν υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση από την πλευρά της αιτήτριας, που δεν ήταν αυτή η περίπτωση (π.χ. όπου μία γυναίκα διαλέγει έναν τυχαίο άνδρα από το σύνολο του πληθυσμού για να τον υποβάλει σε τέτοια εξέταση στη βάση μιας μετέωρης πεποίθησης, που δεν στηρίζεται σε άλλα δεδομένα, ότι εκείνος είναι ο πατέρας της). Έπειτα, στην περίπτωση του προσφεύγοντος, το ζήτημα εξετάστηκε ενδελεχώς από τα εγχώρια Δικαστήρια και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε σημάδια αδικίας, μα στο σύνολο, είχαν επιτύχει την εξισορρόπηση μεταξύ των δικαιωμάτων της αιτήτριας και του προσφεύγοντος, οπότε και δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 8 όσον αφορά τον προσφεύγοντα.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.