ΕΔΔΑ: Οι αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις σε συνάρτηση με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης

Στο πλαίσιο της χθεσινής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην Orlen Lietuva Ltd κατά Λιθουανίας (αριθ. 45849/13), μεταξύ άλλων, δόθηκε η ευκαιρία να συνοψιστούν χρήσιμα και οι αρχές που ισχύουν σε σχέση με τις διιστάμενες δικαστικές απόψεις, κατ’ επέκταση αντιφατικές ή διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις, και σε σχέση με το σκεπτικό μιας δικαστικής απόφασης όταν διαφοροποιείται από δικαστικό προηγούμενο, σε συνάρτηση με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης. Επρόκειτο για τις διαφορετικές δικαστικές ερμηνείες σημείου του νόμου για την προστασία του ανταγωνισμού και την προθεσμία επιβολής διοικητικού προστίμου, όπου το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας, δεν υιοθέτησε τις αρχές υπολογισμού του προστίμου που είχαν εφαρμοστεί σε μία άλλη υπόθεση, κι έπειτα, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, ερμήνευσε ότι η νομοθετικά τιθέμενη προθεσμία για την επιβολή διοικητικού προστίμου δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπως της προσφεύγουσας, όπου δεν πρόκειται για νέα διερεύνηση παράβασης, αλλά για υπόθεση που έχει ακουστεί ήδη παλαιότερα και δεν θα ξανακουστεί, ισχύει το res judicata, και ανοίγει εκ νέου για τους σκοπούς του νόμου. Η προσφεύγουσα, ωστόσο, αξίωνε επιβολή του δικαστικού προηγούμενου της άλλης υπόθεσης και στη δική της περίπτωση, με ισχυρισμό ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.

Όπως υποδείχθηκε και στη Lupeni Greek Catholic Parish και Άλλοι κατά Ρουμανίας ([GC], αριθ. 76943/11, η δικαστική αξιολόγηση βασίζεται πάντοτε σε νομικά στέρεες αρχές, κι αυτό συνιστά απόρροια της αρχής της νομιμότητας και του κράτους δικαίου (βλ. και Nejdet Şahin και Perihan Şahin κατά Τουρκίας [GC], αριθ. 13279/05). Η αρχή αυτή εγγυάται τη βεβαιότητα και σταθερότητα των νομικών καταστάσεων και συμβάλλει στην εμπιστοσύνη του κοινού στα δικαστήρια. Η ύπαρξη αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων μπορεί να δημιουργήσει ένα βαθμό νομικής αβεβαιότητας που δυνατό να επηρεάζει αρνητικά την εμπιστοσύνη του κοινού προς το δικαστικό σύστημα, ενώ τέτοια εμπιστοσύνη συνιστά αναμφίβολα ένα από τα βασικά συστατικά ενός Κράτους, που βασίζεται στη νομιμότητα και το κράτος δικαίου (βλ. και Hayati Çelebi και Άλλοι κατά Τουρκίας, αριθ. 582/05 και Ferreira Santos Pardal κατά Πορτογαλίας, αριθ. 30123/10). Ωστόσο, η πιθανότητα να προκύψουν αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις συνιστά και μια εγγενή τάση κάθε δικαστικού συστήματος που απαρτίζεται από πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια που ασκούν δικαιοδοσία σε ένα τόπο, ενώ μπορεί, η ίδια τάση, να παρουσιαστεί ακόμα και μέσα στο ίδιο δικαστήριο. Αυτό, από μόνο του, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετο με την Σύμβασης (βλ. και Sahin, ανωτέρω, και Albu και Άλλοι κατά Ρουμανίας, αριθ. 34796/09 και 63 άλλες).

Η προϋπόθεση της νομικής βεβαιότητας και η προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού δεν δημιουργεί κάποιο δικαίωμα σε ομοιόμορφο νομολογιακό δίκαιο. Η ανάπτυξη του νομολογιακού δικαίου, η ίδια, δεν είναι αντίθετη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ενώ η αποτυχία της διατήρησης μιας δυναμικής και εξελικτικής προσέγγισης από μέρους των Δικαστηρίων θα μπορούσε να θέτει σε διακινδύνευση πιθανόν αναγκαία αναθεώρηση ή βελτίωση του δικαίου. Δεν είναι, κατ’ αρχήν, λειτουργία ενός Δικαστηρίου να συγκρίνει διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις, ακόμα κι αν δόθηκαν σε πολύ όμοιες περιπτώσεις. Θα πρέπει να τυγχάνει σεβασμού η ανεξαρτησία των Δικαστηρίων. Ομοίως, αντιμετωπίζοντας δύο διαφορές με διαφορετικό τρόπο, δεν σημαίνει ενθάρρυνση δημιουργίας αντιφατικής νομολογίας όταν αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται επαρκώς με αναφορά στο πραγματικό υπόβαθρο της κάθε διαφοράς (βλ. και Çelebi, ανωτέρω, και  Pardal, ανωτέρω).

Τα κριτήρια που καθοδηγούν το Δικαστήριο στην εκτίμηση των περιστάσεων υπό τις οποίες οι αντιφατικές αποφάσεις διαφορετικών εθνικών δικαστηρίων που εκδικάζονται σε τελευταίο βαθμό συνεπάγονται παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, συνίστανται στον καθορισμό, πρώτα, κατά πόσον υπάρχουν «βαθιές και μακροχρόνιες διαφορές» στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, δεύτερον, αν ο εσωτερικός νόμος προβλέπει έναν μηχανισμό για την υπέρβαση αυτών των ασυνεπειών, και, τρίτον, αν ο μηχανισμός αυτός εφαρμόστηκε και, ενδεχομένως, με ποιο αποτέλεσμα (βλ. και Sahin, ανωτέρω, και Çelebi, ανωτέρω, και Pardal, ανωτέρω). Επιπλέον, το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι για τη διαδικασία ενοποίησης και διασφάλισης της συνεκτικότητας της νομολογίας μπορεί να απαιτείται ορισμένο χρονικό διάστημα (βλ. Albu, ανωτέρω) και επαναλαμβάνει, επίσης, ότι πρέπει να υπάρχει κάποια στιγμή όπου ένας δεδομένος νομικός κανόνας εφαρμόζεται για πρώτη φορά (βλ. mutatis mutandis, Kudrevičius και Άλλοι κατά Λιθουανίας [GC], αριθ. 37553/05).

Σε σχέση με την αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων, το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, που αντικατοπτρίζει μια αρχή που συνδέεται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, οι αποφάσεις των δικαστηρίων πρέπει να αιτιολογούνται επαρκώς. Ο βαθμός στον οποίο εφαρμόζεται αυτή η υποχρέωση αιτιολόγησης μπορεί να ποικίλλει, ανάλογα με τη φύση της απόφασης, και πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Χωρίς να απαιτείται λεπτομερής απάντηση σε κάθε επιχειρηματολογία που προβάλλει ο καταγγέλλων, η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει ότι οι διάδικοι μπορούν να αναμένουν να λάβουν συγκεκριμένη και ρητή απάντηση στα επιχειρήματά τους που είναι καθοριστικά για την έκβαση της διαδικασίας (βλ. Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας αριθ. 2) [GC], αριθ. 19867/12 και τις περιπτώσεις που αναφέρονται εκεί). Έτσι, με την απόρριψη μιας έφεσης, ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο να μπορεί απλώς να επικυρώσει τους λόγους της απόφασης του κάτωθι δικαστηρίου (βλ. García Ruiz κατά Ισπανίας [GC], αριθ. 30544/96). Επιπλέον, είναι αποδεκτό σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης για τα ανώτερα εθνικά δικαστήρια να απορρίψουν μια καταγγελία με απλή αναφορά στις σχετικές νομικές διατάξεις που διέπουν τέτοιες καταγγελίες, αν το ζήτημα δεν εγείρει ουσιαστικά σημαντικό νομικό ζήτημα (βλ. Baydar κατά Ολλανδίας, 55385/14).

Το ΕΔΔΑ δεν παρεμβαίνει, κατ’ αρχήν, εφόσον η δίκη στο σύνολό της είναι δίκαιη, όπως απαιτείται από το άρθρο 6 § 1 (βλ. Tibet Menteş κ.λπ. κατά Τουρκίας, αριθ. 57818/10 και 4 άλλες), εκτός εάν οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων φαίνονται αυθαίρετες ή προδήλως παράλογες. Από αυτό συνάγεται ότι μια εσωτερική δικαστική απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυθαίρετη ως προς το να υπονομεύσει το δίκαιο της διαδικασίας, εκτός αν δεν υπάρχει σχετική αιτιολογία, ή οι προβαλλόμενοι λόγοι στηρίζονται σε πρόδηλο πραγματικό ή νομικό σφάλμα που διαπράχθηκε από το εθνικό δικαστήριο, με αποτέλεσμα την «άρνηση της δικαιοσύνης» (Ferreira (αριθ. 2), ανωτέρω, και Menteş, ανωτέρω).

Με την εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας, δεν παραβίασε το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, υπό τις περιστάσεις, παρά τον φειδωλό τρόπο με τον οποίο αιτιολόγησε την κατάληξή του, σε συνάρτηση με το δικαστικό προηγούμενο της άλλης υπόθεσης:

«The Court does not underestimate the importance of the doctrine of a court precedent and accepts that dynamic interpretation is a tool that provides the courts with the necessary degree of flexibility to ensure the realisation of rights guaranteed by the Convention and its Protocols. The Court also notes that Lithuania accentuates the doctrine of court precedent rather than that of consistent jurisprudence. The case-law of the Constitutional Court confirms that while courts are not formally bound to follow any of their previous decisions, it is in the interests of legal certainty, foreseeability and equality before the law that they should not depart, without good reason, and proper argumentation, from precedents laid down in previous cases (see paragraphs 33-35 above)In the present case, the Supreme Administrative Court provided reasons for its final ruling and while the Court agrees that the reasoning was succinct, it does not mean that there was no reasoning at all.»

Στο σύνολό της η αιτιολογία, που πάντως υπήρχε παρά εξέλιπε, ήταν επαρκής για τους σκοπούς του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.