Αναβολή δίκης για ασθένεια διαδίκου/μάρτυρα και διακριτική ευχέρεια

Προβληματίζει και έχει σχολιαστεί και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η Κωνσταντίνου ν. Μαυρονικόλα, Πολιτκή Έφεση 509/2012 ημερομηνίας 05.12.2018, όπου το εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας, μετά από απόρριψη αιτήματος του συνηγόρου της για αναβολή της ακρόασης, για λόγους υγείας της ενάγουσας. Ήταν αίτημα για το οποίο δεν υπήρχε ένσταση από τον αντίδικο σε πρώτο βαθμό, ωστόσο η υπόθεση ήταν, όπως φαίνεται, «παλαιά», του 2008 (4 ετών τότε). Με δεδομένο ότι η μοναδική μάρτυρας (ενάγουσα) απουσίαζε και το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής, καλώντας την πλευρά της σε ακρόαση, εξαναγκάστηκε η πλευρά του εναγόμενου να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης, όπως απλά έγινε.

Στην παλαιότερη  Παρίσσης ν. Στυλιανού (2011) 1 ΑΑΔ 1936, διαφορετικής σύνθεσης, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί για την αιτιολόγηση του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης στην Κωνσταντίνου, υπήρξε κατ’ έφεση μια αρκετά πιο ελαστική προσέγγιση όσον αφορά την ύπαρξη λόγων υγείας, η οποία, βέβαια, ούτε εκείνη συνάδει με ό,τι σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προκύπτει από την ευρύτερη αγγλική νομολογία ή και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Αν και ένας εκ των λόγων έφεσης στην Κωνσταντίνου ήταν η παρερμηνεία της Παρίσσης, το εφετείο δεν χρειάστηκε να ασχοληθεί με αυτό τον λόγο έφεσης, άρα και να αποκλίνει ξεκάθαρα από μια τέτοια πιο ελαστική προσέγγιση σε κάποια πιο αυστηρή, μα συγκεκριμένη, σε περιπτώσεις όπου ζητείται αναβολή μιας ακροαματικής διαδικασίας για λόγους υγείας του διαδίκου (ενάγοντος ή εναγόμενου) και μοναδικού μάρτυρα της υπόθεσής του ή και με σχεδόν βέβαιο το αποτέλεσμα τυχόν απόρριψης του αιτήματος αναβολής (απόρριψη υπόθεσης και μη ακρόαση). Όσον αφορά τα γεγονότα της Παρίσσης, το ιστορικό της υπόθεσης ήταν βεβαρημένο και με αναβολές της ακρόασης λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου, καθώς και με προηγούμενα αιτήματα αναβολής πάλι για λόγους υγείας του ενάγοντος· είχε προσκομιστεί επιστολή του θεράποντος ιατρού, που βεβαίωνε την ύπαρξη καρδιολογικού προβλήματος, για το οποίο είχε γίνει χειρουργική επέμβαση προ ενός έτους και για το οποίο είχε διευθετηθεί συνάντηση παρακολούθησης στο εξωτερικό την προηγούμενη, της ακρόασης, ημέρα, και αναφορικά με το οποίο συνέχιζε κάποια θεραπεία· κυρίως, εκεί υπήρχε ένσταση στο αίτημα αναβολής, οπότε το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ακριβώς επί τούτου. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θεώρησε αρκετά όσα λέχθηκαν και προσκομίστηκαν για τη θεμελίωση του αιτήματος αναβολής, μεταξύ άλλων, αναζητώντας (ίσως όχι με τον δέοντα τρόπο αλλά αξιολογώντας τη μαρτυρία του αρχικού αιτήματος) πιο ειδική ή πειστική αναφορά που να υπεισέρχεται στην ικανότητα του μάρτυρα να παρίσταται, ανεξαρτήτως του θέματος υγείας του ή με δεδομένο αυτό. Στην Παρίσσης, η έφεση είχε επιτύχει, με το εφετείο αφενός να υποδεικνύει ότι ήταν κακοί κάποιοι από τους χειρισμούς του πρωτόδικου δικαστηρίου, αφετέρου να κρίνει, ορθά όσον αφορά το σκέλος αυτό, ότι η «παλαιότητα» της υπόθεσης, από μόνη της, δεν επαρκεί για να απορριφθεί ένα αίτημα αναβολής, αλλά ο άξονας θα πρέπει να είναι η γνησιότητα του αιτήματος και η έλλειψη προσπάθειας παρέλκυσης της διαδικασίας, μα και το συνολικά «δίκαιο» της αναβολής, υπό τις περιστάσεις, όπου το ιστορικό της υπόθεσης είναι σαφώς σχετικό.

Λέγεται σχεδόν μηχανικά ότι απόφαση για αναβολή ακρόασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση αμφισβήτησης της κρίσης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Ο τρόπος  άσκησης αυτής της διακριτικής ευχέρειας σε αίτηση αναβολής εξετάστηκε σε αρκετές υποθέσεις, η κάθε μία εκ των οποίων, όμως, είχε τα δικά της περιστατικά.

Η Kier (Cyprus) Ltd v. Trenco Constructions Ltd (1981) 1 C.L.R. 30 δεν είχε να κάνει με θέματα υγείας, αλλά με άλλου είδους λόγο αναβολής. Η εφεσίβλητη εργολαβική εταιρεία δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ανέγερση οικοδομών για την οποία είχε συμβληθεί με την εφεσείουσα στην Κερύνεια, λόγω της Τουρκικής εισβολής, επομένως και τερμάτισε τη συμφωνία, εφόσον δεν μπορούσαν να εισέλθουν στην κατεχόμενη περιοχή για να δουλέψουν στο έργο. Από αυτή τη συμφωνία, ωστόσο, παρέμεινε μια χρηματική απαίτηση, για εργασίες που ήδη εκτελέστηκαν, επομένως προέκυψε σχετική αγωγή. Σε αυτή την αγωγή, ενώ άρχισε κάποια στιγμή η ακροαματική διαδικασία (με ιστορικό αναβολών της εφεσείουσας/εναγόμενης) ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της μαρτυρίας της ενάγουσας, εργολαβικής εταιρείας, και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση όπου τότε η πλευρά της εφεσείουσας θα έπρεπε, εάν επιθυμούσε, να προσκομίσει τη δική της μαρτυρία. Τότε αιτήθηκε αναβολής, προβάλλοντας, ως λόγο αναβολής, το γεγονός ότι τελικά θα προσκομίζονταν μαρτυρία μόνον από τον διευθυντή της εναγόμενης, ο οποίος δεν εντοπίζονταν. Υπήρξε ένσταση στο αίτημα αναβολής από πλευράς ενάγουσας, η οποία είχε προηγουμένως εισηγηθεί να δίνονταν και προτεραιότητα στην εκδίκασή της που δεν είχε δοθεί εν πάση περιπτώσει. Το πρωτόδικο δικαστηρίο, αποφασίζοντας επί τούτου, απέρριψε το αίτημα αναβολής, εφόσον η πλευρά της εναγόμενης είχε επαρκή χρόνο να προετοιμάσει την υπόθεσή της, και βάσει της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Η εναγόμενη εφεσίβαλε παραπονούμενη για κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και για λανθασμένη δικαστική κρίση ως προς την έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας με βάση τη δοθείσα μαρτυρία. Το εφετείο στην Kier παρέπεμψε στις International Bonded Stores Ltd v. Minerva Insurance Co. Ltd (1979) 1 C.L.R. 557, Kranidiotis v. Ship «AMOR» (1980) 1 C.L.R. 297, και Tofas & Another v. Agathangelou (1980) 1 C.L.R. 560.

Στην International Bonded Stores Ltd υποβλήθηκε προφορικό αίτημα κατά την ημέρα της ακρόασης, με λόγο αναβολής ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας θα ήταν απασχολημένος σε ποινική υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου, η αναβολή της οποίας δεν επιτράπηκε και δεν υπήρχε επαρκής χρόνος είτε για να μελετήσει την υπόθεση και να την εκδικάσει άλλος συνήγορος είτε για να υποβληθεί προηγουμένως γραπτή αίτηση αναβολής για να υπάρξει επαναπρογραμματισμός. Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, η ενάγουσα δεν είχε επιδείξει και ενδιαφέρον για να αιτηθεί τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, κάτι που είχε γίνει με ενέργεια του πρωτοκολλητείου. Έπειτα, όταν η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, η πλευρά της ενάγουσας είχε αιτηθεί αναβολής, για λόγους απουσίας του συνηγόρου της στο εξωτερικό κατά τη ημερομηνία της δίκης, αίτημα που είχε τύχει της ένστασης της άλλης πλευράς. Η εναγόμενη, ωστόσο, ενέστη στο νέο προφορικό αίτημα αναβολής, προβάλλοντας το δικαίωμά της για διάγνωση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου και το γεγονός ότι, εάν επιτρέπονταν η αναβολή, θα δημιουργούνταν καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης (με τα τότε δεδομένα «παλαιότητας»). Στην International Bonded Stores Ltd το εφετείο παρέπεμψε στις Αγγλικές αποφάσεις Maxwell v. Keun [1928] 1 K.B. 645 και Walker v. Walker [196711 All ER. .412, όπως και στην Charalambous v. Charalambous and another (1971) 1 C.L.R. 284 που τις υιοθέτησε, καθώς και στις Tsiarta and another v. Ylapana and another, 1962 C.L.R. 198, Nicola v. Christofi and another (1965) 1 C.L.R. 324 , Nicolaou v. Gavriel and another (1965) 1 C.L.R. 421 και Athanassiou v. The AttorneyGeneral of the Republic (1969) 1 C.L.R. 439 που με τη σειρά της βασίστηκε στην Edwards v. Edwards [1968] 1 W.L.R. 149.

Στην Charalambous, εν μέσω συνεχιζόμενης ακρόασης αγωγής για οδική αμέλεια, στην οποία υπήρχε και τριτοδιάδικος, ζητήθηκε αναβολή από πλευράς συνηγόρου του εναγόμενου, μετά που έκλεισε την υπόθεσή του ο ενάγων και είχε και ο εναγόμενος παρουσιάσει έναν μάρτυρα, γιατί ο επόμενός του μάρτυρας, ο ίδιος ο εναγόμενος, δεν μπορούσε να παρουσιαστεί κατά τη δίκη, γιατί δεν του έδιναν άδεια από το σχολείο όπου εργάζονταν για να πάει στη δίκη, αίτημα που πρωτοδίκως απορρίφθηκε, με το δικαστήριο, ευλόγως, να μην μπορεί να δεχθεί τη στάση οποιουδήποτε σχολείου να επηρεάζει τις δικαστικές διαδικασίες, και ασχέτως εάν δεν υπήρχε ένσταση στο αίτημα. Υπήρχαν προηγούμενα παρεμφερή αιτήματα (π.χ. να οριστεί η υπόθεση σε ημέρα που ήταν κλειστά τα σχολεία, κ.λπ.) και μια μάλλον δυσκολία του εναγόμενου να προτεραιοποιήσει τη δικαστική διαδικασία έναντι της εργασίας του στο σχολείο. Αργότερα, ο συνήγορός του είχε διαπιστώσει ότι ο ίδιος, με επιστολή του, είχε συμβουλεύσει τον εναγόμενο να μην παρουσιαστεί, υπολογίζοντας ότι δεν θα χρειάζονταν για τη συγκεκριμένη δικάσιμο, χωρίς, ωστόσο, παρόλο που ενημέρωσε το δικαστήριο σχετικά, να υποβάλει και νέο αίτημα αναβολής πριν τα μέρη προσφωνήσουν το δικαστήριο (αν και αργά τότε). Εν πάση περιπτώσει, υπό τις περιστάσεις, η πλευρά του εναγόμενου έκλεισε την υπόθεσή της, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον τριτοδιάδικο, διαδικασία που τελικά κατέληξε σε απόφαση εναντίον του εναγόμενου και σε απόρριψη της απαίτησής του εναντίον του τριτοδιαδίκου. Κατ’ έφεση, το παράπονο του εναγόμενου/εφεσείοντος ήταν και σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματός του για αναβολή. Η Charalambous παρέπεμψε στις Walker v. Walker [1967] 1 All E.R. 412, Maxwell v. Keun & Others [1928] 1 K.B. 645, Sackville-West v. Attorney-General [1910] 128 και Rose v. Humbles (Inspector of Taxes) etc. [1970] 2 All E.R. 519, από την Αγγλική νομολογία, και στην Efstathios Kyriacou & Sons Ltd v. Mouzourides [1963] 2 C.L.R. 1 από την Κυπριακή νομολογία.

Στην Efstathios Kyriacou & Sons Ltd, ο λόγος αναβολής του συνηγόρου του εναγόμενου, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του ενάγοντος, ήταν γιατί ο συνήγορος του εναγόμενου ασθενούσε και δεν μπορούσε να συνεχίσει (με τα τότε δεδομένα συνέχισης, π.χ. το απόγευμα ή την επομένη), αλλά και το γεγονός ότι αποφάσισε ότι έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία απλό πλευράς εναγόμενου, βάσει της μαρτυρίας του ενάγοντος, την οποία δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άμεσα. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του και εξέδωσε απόφαση υπέρ του ενάγοντος και κατ’ έφεση το εφετείο χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση, απλά δεν επενέβη στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια.

Η Walker εφάρμοσε την Maxwell, η οποία αναφέρθηκε στη Sackville-West. Οπότε, βλέποντας πρώτα την Sackville-West, το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι ότι αυτή δεν συνιστούσε υπόθεση αναβολής, αλλά εκεί έγινε αναφορά στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όπου εκείνη έπρεπε να ασκηθεί για τους σκοπούς της εκεί ιδιαίτερης διαδικασίας που δημιουργήθηκε, όταν με βάση την Legitimacy Declaration Act 1858, που ακολούθησε την The Matrimonial Causes Act 1857 και την Divorce Acts 1857 και την εν γένει διαδοχή του εκκλησιαστικού δικαστηρίου από το οικογενειακό δικαστήριο, δόθηκε περαιτέρω εξουσία στο οικογενειακό δικαστήριο, να καθορίσει την ενώπιον του διαδικασία, σε δίκες διαζυγίου, εάν το πραγματικό σκέλος θα ακουστεί από τον δικαστή ή από σύνθεση δικαστών ή από ένορκο, όπως ήταν η υπό εξέταση αίτηση (trial by jury). Η διάκριση ήταν ως προς το ότι δεν υπήρχε υποχρέωση του δικαστηρίου να δεχθεί την αίτηση (αντίστοιχη δικαιώματος «as for right»), αλλά διακριτική του ευχέρεια.  Στο πλαίσιο τέτοιας διακριτικής ευχέρειας, η αίτηση απορρίφθηκε, λέγοντας ότι, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρεια, το δικαστήριο φροντίζει γι’ αυτό που λέμε «balance of convenience» ή την εξισορρόπηση των συμφερόντων ή του δικαίου, διαδικασία που εμπερικλείει, όπως και στις περιπτώσεις των απαγορευτικών διαταγμάτων, αρκετές παραμέτρους.

Η Maxwell ήταν υπόθεση όπου έτυχε απόρριψης αίτημα αναβολής του ενάγοντος σε αγωγές για λίβελλο από την εναγόμενη δια δύο βιβλίων της, απαίτηση στην οποία είχε συνενώσει τον εκδότη και τον τυπογράφο. Ο λόγος αναβολής ήταν γιατί ο ενάγων, που υπηρετούσε στο στρατό στην Ινδία, χρειάζονταν αρκετό χρόνο για να μεταβεί πίσω στην Αγγλία, μετά που οι υποθέσεις προωθήθηκαν με αιτήματα των εναγόμενων που γνώριζαν την απουσία του ενάγοντος, ώσπου να μπουν στις λίστες εκδίκασης (εις βάρος άλλων υποθέσεων). Τα μη έγκαιρα αιτήματα του ενάγοντος για αναβολή ή αφαίρεση από τις λίστες εκδίκασης συνάντησαν ενστάσεις των εναγόμενων που καταλόγιζαν στον ενάγοντα καθυστέρηση, και είχαν απορριφθεί. Στη Maxwell λέχθηκε, με αναφορά στη δικονομική διαταγή που αντιστοιχεί στη Δ. 33 των δικών μας Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (τότε ήταν η O.34, την οποία, μάλιστα, το δικαστήριο παρέθεσε σαν να ήταν και εκ του περισσού να υπάρχει «if, indeed, a rule were necessary”), ότι η αναβολή είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του εκδικάζοντος δικαστηρίου, προσθέτοντας ότι, νοουμένου ότι αυτή η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε δικαστικά, δεν υπάρχει περιθώριο παρέμβασης του εφετείου. Η διασύνδεσή της με τη SackvilleWest, μέσα στον λόγο του Lord Hanworth, ήταν ως προς το σκεπτικό ότι και η απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει αίτημα αναβολής είναι απόφαση που λαμβάνεται κατ’ άσκηση διακριτικής ευχέρειας με βάση το «τεστ» του «balance of convenience», κατά συνέπεια, το περιθώριο παρέμβασης του εφετείου είναι περιορισμένο· ωστόσο υφίσταται σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου αυτή η διακριτική ευχέρεια δεν ασκήθηκε με τρόπο «δικαστικό», αναφορά που, επίσης, εμπερικλείει όλη τη συλλογιστική διαδικασία που ακολουθεί το δικαστήριο για να αποφασίσει να μην αναβάλει μια δίκη. Εφαρμόζοντας τις ίδιες αρχές, το εφετείο, στη Maxwell, ακολούθησε την εξής λογική: Εάν προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του ενάγοντος, θα εκδίδονταν απόφαση υπέρ των εναγόμενων και εναντίον του ενάγοντος, η υπόθεση του οποίου θα απορρίπτονταν, ανεξαρτήτως της απόφασης στην οποία θα κατέληγε το δικαστήριο εάν εκδίκαζε την υπόθεση στην παρουσία του ενάγοντος. Αυτή η αποτυχία του ενάγοντος θα ήταν συνέπεια της δικής του απουσίας, και κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υπερβεί αυτή τη δυσκολία. Τότε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Θα μπορούσε να λεχθεί ότι, στην απουσία του ενάγοντος, έχει απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των μερών, ανεξαρτήτως του τι είναι σωστό και λάθος στην υπόθεση; Η μερική ακρόαση μόνον των εναγόμενων είναι επαρκής και η μη ακρόαση του ενάγοντος δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της δίκης με την έννοια του επηρεασμού της δικαιοσύνης; Ο λόγος του Atkin LJ σαφέστερος, μα γενικότερα με προφανή τη δυσκολία, αλλά και λεπτομερή ανάλυση των δεδομένων, το εφετείο παρενέβη σε αυτή τη διακριτική ευχέρεια, παράγοντας την εξαίρεση ότι τέτοια παρέμβαση επιτρέπεται για να αποτραπεί ο κίνδυνος να προκληθεί αδικία, όπως στην προκειμένη περίπτωση στον ενάγοντα. Ό,τι προκύπτει από τη Maxwell, έναν καιρό όπου η γλώσσα δεν ήταν αυτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι πως, στις περιπτώσεις όπου υφίσταται αδυναμία του διαδίκου ή του μάρτυρα σε συγκεκριμένη δικάσιμο, για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται ο ίδιος, όπως είναι και μια ασθένεια που τον εμποδίζει όχι απλά να παρευρίσκεται στο δικαστήριο, αλλά και να χειριστεί την υπόθεση με τον τρόπο που θα το έπραττε εάν ήταν υγιής, δικαιολογείται η αναβολή, εάν παράλληλα η άρνηση της αναβολής θα επηρεάσει τα δικαιώματα της πλευράς του, ενώ δεν θα βλάψει την άλλη πλευρά.

Ο συλλογισμός της Maxwell εφαρμόστηκε και στη Walker, όπως και αλλού, μα τόσο η Maxwell όσο και η Walker ανήκαν σε εποχές όπου τα «πινάκια» των δικαστηρίων δεν ήταν φορτωμένα όπως σήμερα και η διαθεσιμότητα του δικαστηρίου δημιουργούσε βεβαιότητα κατ’ επέκταση και πρόσθετη αυστηρότητα στο θέμα του προγραμματισμού· κι ακόμα και υπό εκείνες τις συνθήκες, η ανυπαίτια αδυναμία του διαδίκου ή του μάρτυρα για λόγους υγείας και στη Walker για προγραμματισμένο ταξίδι στην Ινδία όπου έπρεπε να βρίσκεται υποχρεωτικά, αντιμετωπίζονταν με ένα σχετικά ισορροπημένο συλλογισμό, για να απονεμηθεί, σε κάθε περίπτωση, το δίκαιο. Η Walker ήταν υπόθεση όπου η τέως σύζυγος αξίωνε διατροφή και πρόβαλε ένσταση στο αίτημα του εφεσείοντος να αναβληθεί η δικάσιμος, με αποτέλεσμα, πρωτοδίκως, να μην είχε δοθεί η δυνατότητα στον εφεσείοντα να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε κατηγορίες που είχε εκτοξεύσει εναντίον του η εφεσίβλητη στις οποίες ήθελε να απαντήσει και επεδείκνυε σχετική σπουδή. Η ένσταση της εφεσίβλητης εστίαζε στη φύση της υπόθεσης, ότι εάν αναβληθεί η δίκη, με δεδομένο ότι η απουσία του εφεσείοντος θα διαρκούσε για αρκετό καιρό, η ίδια θα έμενε χωρίς τη διατροφή που αξίωνε. Υπήρχε όμως η δυνατότητα να διασφαλιστεί η θέση της εφεσίβλητης με ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα και να επιτραπεί η αναβολή, ώστε ταυτόχρονα να ικανοποιείται και η ανάγκη ακρόασης του εφεσείοντος, γραμμή που είχε ακολουθήσει το εφετείο, στη βάση του συλλογισμού της Maxwell και επεκτείνοντάς τον από την ανυπαίτια αδυναμία που αφορά σε θέμα υγείας και στην ανυπαίτια αδυναμία που αφορά σε άλλους λόγους. Καμία σχέση, όμως, με ό,τι στη Charalambous, αν και παρέπεμψε σε αυτές, όπου εκεί «ενόχλησε» το δικαστήριο, όχι τόσο η συμπεριφορά του εναγόμενου, αλλά η συνθήκη να μην τυγχάνουν σεβασμού τα δικαστήρια από άλλους φορείς, όπως λόγου χάριν, τους διευθυντές των σχολείων, ώστε να προτεραιοποιείται η εμφάνιση ενώπιον του δικαστηρίου έναντι οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης μπορεί να τύχει άλλης ρύθμισης. Μα καμία σχέση ούτε και στην International Bonded Stores Ltd ή σε άλλη Κυπριακή νομολογία, όπου ο συλλογισμός των Maxwell και Walker δεν εντοπίζεται ολοκληρωμένος.Στην αγγλική Rose η αναβολή που ζητήθηκε ήταν επίσης για θέμα υγείας που δεν υπήρχε λόγος να σκαρφιστεί ο μάρτυρας, ένεκα της σημασίας που είχε για τον ίδιο η μαρτυρία του και των συνεπειών του να μην την παρέχει. Εφαρμόστηκε ο συλλογισμός των Maxwell και Walker για να επέμβει το εφετείο στον τρόπο που ασκήθηκε πρωτόδικα η διακριτική ευχέρεια, για το θέμα της αναβολής.

Γενικά, όμως, σε μια πιο σύγχρονη εποχή, στο Αγγλικό δίκαιο, έτυχε παρατήρησης, στη Levy v Ellis-Carr [2012] EWHC 63, μια υπόθεση ιδιαίτερης φύσης, ότι η απόφαση για το εάν θα δοθεί αναβολή ή όχι ανήκει στο δικαστήριο, ως μια απόφαση διαχείρισης της διαδικασίας, που ασκείται με βάση το “overriding objective”, με την έννοια του ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί, το δικαστήριο, να λάβει την απόφαση που επιθυμεί ο εκάστοτε αιτητής, ο οποίος υποβάλλει το αίτημα θεωρώντας δεδομένο ότι θα εγκριθεί, οπότε μπορεί και να μην προσέρχεται τη δίκη. Η Levy, όμως, δεν είχε πει ότι θα πρέπει να αγνοείται το συμφέρον της δικαιοσύνης, όταν αυτό συνηγορεί προς το να δοθεί αναβολή· κάθε άλλο.

«Registrars, Masters and district judges are daily faced with cases coming on for hearing in which one party either writes to the court asking for an adjournment and then (without waiting for a reply) does not attend the hearing, or writes to the court simply to state that they will not be attending. Not infrequently «medical» grounds are advanced, often connected with the stress of litigation. Parties who think that they thereby compel the Court not to proceed with the hearing or that their non-attendance somehow strengthens the application for an adjournment are deeply mistaken. The decision whether or not to adjourn remains one for the judge. The decision must of course be a principled one. The judge will want to have in mind CPR1 and (to the degree appropriate) any relevant judicial guidance (such as that of Coulson J Fitzroy or Neuberger J in Fox v Graham («Times» 3 Aug 2001 and Lexis). But the party who fails to attend either in person or through a representative to assist the judge in making that principled decision cannot complain too loudly if, in the exercise of the discretion, some factor might have been given greater weight. For my own part, bearing in mind the material upon which and the circumstances in which decisions about adjournments fall to be made (and in particular because the decision must be reached quickly lest it occupy the time listed for the hearing of the substantive matter and thereby in practice give a party relief to which he is not justly entitled) I do not think an appeal court should be overcritical of the language in which the decision about an adjournment has been expressed by a conscientious judge. An experienced judge may not always articulate all of the factors which have borne upon the decision. That is not an encouragement to laxity: it is intended as a recognition of the realities of busy lists.»

Στη Levy υπήρχε ένα ιστορικό αναβολών που έδειχνε έλλειψη συνεργασίας για να προγραμματιστεί ορθά και να διεξαχθεί η δίκη, αιτημάτων που υποβάλλονταν την τελευταία στιγμή και ήταν σε συνάρτηση με όλο αυτό το σκηνικό, και τη φύση και την παλαιότητα (για το είδος) της υπόθεσης, που η απουσία ιατρικής μαρτυρίας είχε κάποια σημασία, για να στοιχειοθετήσει περαιτέρω εκεί όπου δημιούργησε ένα άνοιγμα δυσπιστίας η συγκεκριμένη δικονομική συμπεριφορά. Εξ ου και λέχθηκαν τα εξής (από Norris), που ενδεχομένως να ήταν υπερβολικά σε άλλες περιπτώσεις:

«In my judgment it falls far short of the medical evidence required to demonstrate that the party is unable to attend a hearing and participate in the trial. Such evidence should identify the medical attendant and give details of his familiarity with the party’s medical condition (detailing all recent consultations), should identify with particularity what the patient’s medical condition is and the features of that condition which (in the medical attendant’s opinion) prevent participation in the trial process, should provide a reasoned prognosis and should give the court some confidence that what is being expressed is an independent opinion after a proper examination. It is being tendered as expert evidence. The court can then consider what weight to attach to that opinion, and what arrangements might be made (short of an adjournment) to accommodate a party’s difficulties. No judge is bound to accept expert evidence: even a proper medical report falls to be considered simply as part of the material as a whole (including the previous conduct of the case). The letter on which the Appellant relies is wholly inadequate.»

Ο λόγος αυτός, όμως, υιοθετήθηκε και στη Ketley v Brent [2012] EWCA Civ 324 [26], δίκη παρακοής διατάγματος, με βάση το οποίο ο καθ’ ου η αίτηση, και αιτητής της αναβολής, που εμφανίζονταν αυτοπροσώπως, έπρεπε να εκκενώσει και να παραδώσει ακίνητο (επομένως είχε συμφέρον στην αναβολή), όταν δεν υπήρξε συναίνεση σε περαιτέρω αναβολή και διεξήχθη δίκη σχετικά για να αποφασίσει το δικαστήριο. Προσκομίστηκε ιατρική μαρτυρία, η οποία έκανε αναφορά σε δικαστικό άγχος, το οποίο δεν εξομοιώθηκε με σωματικό ή οργανικό πρόβλημα που εμποδίζει αντικειμενικά τον διάδικο ή τον μάρτυρα, εξ ου και λέχθηκαν τα εξής:

«Judges are often faced with late applications for adjournment by litigants in person on medical grounds. An adjournment is not simply there for the asking. While the court must recognise that litigants in person are not as used to the stresses of appearing in court as professional advocates, nevertheless something more than stress occasioned by the litigation will be needed to support an application for an adjournment. In cases where the applicant complains of stress-related illness, an adjournment is unlikely to serve any useful purpose because the stress will simply recur on an adjourned hearing.»

Και από μόνη την ανάγνωση της απόφασης προέκυπτε, όντως, ο «άψογος» δικαστικός χειρισμός, όπως χαρακτηρίστηκε και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Στη Governor and Company of the Bank of Ireland v Jaffery [2012] EWHC 734 (Ch), όπου ο εναγόμενος είχε εξασφαλίσει και διάταγμα για σύντομη εκδίκαση γιατί τάχα βλάπτονταν η φήμη του, αφού η υπόθεση αφορούσε σε παράβαση εμπιστευτικών καθηκόντων που του καταλόγιζαν οι ενάγοντες, απάτη, δωροδοκία, κ.λπ., μετά κι από προηγούμενη αίτηση για αναβολή, αιτήθηκε εκ νέου αναβολής για ιατρικό λόγο, αίτημα στο οποίο δεν συναινούσαν οι ενάγοντες. Επίσης εμφανίζονταν αυτοπροσώπως, σε μια διαδικασία που οι ενάγοντες, ενδεικτικά, είχαν προβεί σε αποκάλυψη 20.000 εγγράφων. Ενδιάμεσα, το δικαστήριο, που έπρεπε να αποφασίσει επί της συγκεκριμένης διαφοράς, είχε αναφερθεί στην ανάγκη όπως προσκομιστεί πληρέστερη ιατρική μαρτυρία, κι όπως, ενδεχομένως, ο εναγόμενος εξεταστεί από έναν ή δύο ανεξάρτητους ιατρούς που θα επέλεγαν οι ενάγοντες (νοείται χωρίς να διατάσσει σχετικά), δίνοντας χρόνο στις δύο πλευρές να προβούν στα διαβήματά τους, και τότε ενδεχομένως να επιτρέπονταν η αναβολή της δίκης, εάν εξισορροπούνταν και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των διαδίκων. Από την ιατρική μαρτυρία που προσκόμισε ο εναγόμενος, ο οποίος έγγραφε συνεχώς επιστολές σχετικά, δεν έπασχε από συγκεκριμένη νόσο, αλλά παρουσίαζε κάθε τόσο επεισόδια επείγουσας νευρολογικής φύσης σχετιζόμενα με άγχος, ένεκα των οποίων, για έναν περίεργο λόγο, έμεινε κλινήρης σε ιδιωτικό νοσοκομείο για ημέρες ολόκληρες, και θα έμενε επ’ αόριστο εκεί, μέχρι να εξεταστεί από ψυχίατρο, ενώ θα μπορούσε, απλά να εξεταστεί από ψυχίατρο. Κι από μέσα στο ιδιωτικό νοσοκομείο, ο εναγόμενος, αντάλλασε σωρεία επιστολών με άπαντες, με δομημένο λόγο, με ικανότητα να εκφράζεται προς το συμφέρον του και παράλληλα προβάλλοντας διαρκώς το γεγονός ότι χειρίζεται την υπόθεση για τον εαυτό του χωρίς τις υπηρεσίες δικηγόρου ως συνθήκη για την οποία θα έπρεπε να τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης, ως και το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν οικονομική άνεση. Ο εναγόμενος είχε διαφωνήσει στο να υποβληθεί σε εξέταση από ιατρούς άλλους από τους δικούς του και είχε εκφράσει δυσαρέσκεια έναντι στο γεγονός ότι αμφισβητήθηκαν οι δικοί του ιατροί ή και το ότι έπρεπε να κοινολογήσει όλα τα δεδομένα υγείας του για να αναβληθεί μια δικάσιμος. Το δικαστήριο είχε αρχίσει με το εξής σκεπτικό:

«If the defendant is truly unable to attend the trial then in normal circumstances (without deciding the point) one will give careful consideration to an application for an adjournment. If on the other hand the position is that the defendant is simply trying to delay the trial at huge cost and expense then such an application will be viewed with considerable cynicism.»

Τελικά, παίρνοντας την πορεία του κυνισμού. Η Bank of Ireland που φέρεται ως αυθεντία για το τι συνιστά κατάλληλη ιατρική μαρτυρία, δεν λέει, ακριβώς, ότι θα πρέπει να προσκομίζεται και τι μαρτυρία θα πρέπει να προσκομίζεται κάθε φορά που υποβάλλεται αίτημα αναβολής για ιατρικούς λόγους. Στη βάση των δικών της αμφισβητούμενων γεγονότων, και την ανάγκη να διαπιστωθεί εάν ο εναγόμενος λέει την αλήθεια ότι ασθενεί ή ενεργεί χειριστικά, με πιθανότερο το δεύτερο (με βάση όλα τα δεδομένα), σε μια δίκη με μεγάλο κόστος για τους ενάγοντες, παρέπεμψε στη Andreou v The Lord Chancellor’s Department [2002] EWCA Civ 1192, για την τεκμηρίωση της ανάγκης να προσκομίζεται μαρτυρία, στη βάση της οποίας να μπορεί να το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όπως και στη Levy και στη Ketley (με την οποία υπήρχε και το κοινό, ως προς τους ψυχολογικούς λόγους).

«It is therefore my conclusion that there is no medical reason preventing him participating in this trial, apart from stress. That stress, however, like in the case of Brent, is unlikely to abate if the trial were adjourned. I have been provided with no evidence of any kind indicating that Mr Jaffery will be fit to attend at trial and unaffected by stress in the future. It seems to me that if I were to adjourn the trial to next Monday I would be faced with exactly the same problems that I am faced with today and that, if I were to adjourn the trial to next term or even next year, again, Mr Jaffery would suffer the same stress and would in all probability be applying for an adjournment once again.

This is a most unfortunate state of affairs. It means that, whilst I cannot conclude that Mr Jaffery is specifically voluntarily refusing to come to court (he himself says something entirely to the contrary), it seems to me that he has taken steps aimed at providing a medical excuse for his failure to attend court when, in fact, there is no real medical reason why he cannot come.»

Το δικαστήριο για να λάβει την απόφασή του σε σχέση με το αίτημα αναβολής, στην απουσία ιατρικού λόγου, εξέτασε και την εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση του εναγόμενου, ο οποίος είχε μια τέτοια υπεράσπιση. Θεώρησε, επίσης, το αίτημα με βάση το συμφέρον της δικαιοσύνης συνολικά και από τον λόγο της απόφασης, δεν μένει αμφιβολία ότι άσκησε δικαστικά τη διακριτική του ευχέρεια και μάλιστα με τρόπο ωραίο. Στο τέλος, απέρριψε μεν την αίτηση για αναβολή, αλλά με τον εξής εύσχημο τρόπο:

«Having considered all these matters and the overriding objective and costs of these proceedings, it seems to me that the balance lies heavily in favour of refusing the adjournment. I will hear counsel now on what steps can be taken most effectively to give Mr Jaffery the opportunity to come to court at appropriate times during the course of this trial, both to present his case and also to give evidence if he wishes to do so.

For all those reasons, and because I am able to put in place a regime will which will hopefully enable Mr Jaffery to participate in this trial, even bearing in mind his medical problems and the stress caused by the litigation, the application for an adjournment is dismissed.»

Στην Andreou, το εν λόγω πρόσωπο ενήγαγε τους εργοδότες της για ρατσιστική συμπεριφορά και εκφοβισμό, ισχυρισμούς που νοείται ότι οι τελευταίοι αρνούνταν. Όταν η υπόθεση μπήκε στη λίστα ακροάσεων και γι’ αυτό κατέλαβε 10 ημέρες, η Αιτήτρια αιτήθηκε αναβολής γιατί ένιωθε πίεση, έχασε βάρος, έπασχε από αϋπνίες και ημικρανίες, ενώ δεν θα εκπροσωπούνταν πλέον από δικηγόρο. Ό,τι προσκόμισε ήταν μια αναρρωτική άδεια από τον γενικό ιατρό της, λόγω άγχους. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και είπε ότι θα ξαναδεί το θέμα κατά τη δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο, εμφανίστηκε για την Αιτήτρια ένας δικηγόρος (solicitor) και ζήτησε αναβολή, μεταξύ άλλων, γιατί η Αιτήτρια ασθενούσε και δεν μπορούσε να παραστεί στη δίκη, αίτημα που συνάντησε την ένσταση της άλλης πλευράς που πήγε έτοιμη για ακρόαση, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας λόγω μη προώθησης. Όσον αφορά το αίτημα που βασίζονταν στον λόγο υγείας, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το πιστοποιητικό που προσκομίστηκε δεν έκανε αναφορά ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να παρευρεθεί στο δικαστήριο για κάποιον λόγο, αλλά ότι συνιστούσε άδεια από την εργασία, με αναφορά και στο ότι η Αιτήτρια δεν είχε εργαστεί για δύο χρόνια για λόγους υγείας γενικά, ενώ εκδόθηκε από πρόσωπο που δεν είχε και ιατρικά προσόντα (welfare officer). Το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι, εάν αναβάλει την 10ήμερη ακρόαση σε έξι μήνες δεν θα βρεθεί ξανά ενώπιον ίδιου αιτήματος και ίδιας κατάστασης, με ό,τι είχε ενώπιον του, και, συνεκτιμώντας και τους λόγους ένστασης, δεν απέρριψε άμεσα το αίτημα για αναβολή, αλλά όρισε την αίτηση σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία, για να προσκομιστεί κάποια καλύτερη ιατρική μαρτυρία, η οποία να μπορεί να βοηθήσει το δικαστήριο να αποφασίσει δίκαια το αμφισβητούμενο ζήτημα. Προς αυτό, το δικαστήριο έθεσε πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα, για να βοηθηθεί από τον ιατρό στην απόφασή του, σεβόμενο πλήρως την κατ’ ισχυρισμό κατάσταση υγείας της Αιτήτριας, ακόμα κι αν δεν ήταν πειστικό ότι υπήρχε καθόλου. Η Αιτήτρια προσκόμισε ίδιο πιστοποιητικό και δεν απαντούσε στα ερωτήματα, παρά μόνο έκανε αναφορά ότι παραπέμφθηκε σε ψυχίατρο, χωρίς ωστόσο να βοηθά καθόλου το δικαστήριο να πράξει, λόγου χάριν αναφέροντας πότε ορίστηκε το ραντεβού της με τον ψυχίατρο, πότε αναμένονταν να προσκομίσει τη μαρτυρία που ζητήθηκε, κ.λπ. Αργότερα προσκομίστηκε επιστολή από τον ψυχίατρο στον οποίο παραπέμφθηκε η Αιτήτρια, με την οποία αυτός απλά ανέφερε ότι δεν μπορούσε να ετοιμάσει έκθεση εντός των δοθέντων χρονοδιαγραμμάτων. Το δικαστήριο απάντησε στην Αιτήτρια ότι δεν μπορεί να επιτρέψει την αναβολή και ότι την ημέρα της δίκης θα εξετάσει εάν θα απορρίψει την αγωγή ή όχι καλώντας την Αιτήτρια να τοποθετηθεί επί αυτού. Εκείνη την ημέρα εμφανίστηκε ο ίδιος δικηγόρος και απλά ανέφερε ότι δεν είχε οδηγίες να εκπροσωπήσει την Αιτήτρια στην κυρίως υπόθεσή της, αλλά απλά να αιτηθεί την αναβολή. Με δεδομένο ότι η Αιτήτρια δεν είχε συμμορφωθεί με τις οδηγίες του δικαστηρίου σχετικά με το αίτημά της για αναβολή, το δικαστήριο απέρριψε αυτό, αλλά και την υπόθεσή της.

Κατ’ έφεση, στην Andreou, δεν άλλαξε η βάση του συλλογισμού ότι, επειδή η μη επίτρεψη της αναβολής μπορεί να έχει σοβαρότατες συνέπειες για τον διάδικο που την αιτείται, θα πρέπει η διακριτική ευχέρεια να ασκείται με προσοχή, ώστε να μην προκαλείται αδικία. Η παραπομπή ήταν στην Teinaz v. London Borough of Wandsworth (unreported) 16th July 2002 para 20, του ιδίου ειδικού δικαστηρίου εργατικών διαφορών, όπου λέχθηκαν και υιοθετήθηκαν περαιτέρω τα εξής (η υπογράμμιση πρόσθετη):

«A litigant whose presence is needed for the fair trial of a case, but who is unable to be present through no fault of his own, will usually have to be granted an adjournment, however inconvenient it may be to the tribunal or court and to the other parties. That litigant’s right to a fair trial under Article 6 of the European Convention on Human Rights demands nothing less. But the tribunal or court is entitled to be satisfied that the inability of the litigant to be present is genuine, and the onus is on the applicant for an adjournment to prove the need for such an adjournment.

If there is some evidence that a litigant is unfit to attend, in particular if there is evidence that on medical grounds the litigant has been advised by a qualified person not to attend, but the tribunal or court has doubts as to whether the evidence is genuine or sufficient, the tribunal or court has a discretion whether or not to give a direction such as would enable the doubts to be resolved. Thus, one possibility is to direct that further evidence be provided promptly. Another is that the party seeking the adjournment should be invited to authorise the legal representatives for the other side to have access to the doctor giving the advice in question. The advocates on both sides can do their part in assisting the tribunal faced with such a problem to achieve a just result. I do not say that a tribunal or court necessarily makes any error of law in not taking such steps. All must depend on the particular circumstances of the case. I make these comments in recognition of the fact that applications for an adjournment on the basis of a medical certificate may present difficult problems requiring practical solutions if justice is to be achieved.»

Στη Fox v Graham Group Ltd, The Times, 3 August 2001, επαναλήφθηκε ότι  ένα πρώτο αίτημα για αναβολή από διάδικο που εμφανίζεται αυτοπροσώπως θα πρέπει να τύχει προσεκτικής αξιολόγησης και άρνησης μόνο σε κατάλληλες περιπτώσεις. Τέτοιες αναβολές κοστίζουν στο δικαστήριο και στο άλλο μέρος αλλά και σε άλλους διαδίκους επί των υποθέσεων των οποίων δεν αναλώνεται χρήσιμα ο δικαστικός χρόνος, για να αναλωθεί αλλού. Το δικαστήριο θα πρέπει, παρόλα αυτά, να προχωρήσει στην απουσία του διαδίκου που εμφανίζεται αυτοπροσώπως εάν ικανοποιηθεί ότι είτε ο διάδικος αυτός δεν θα τύγχανε της θεραπείας που ζητά ή θα ήταν μάταιο να πράξει άλλως πώς. Βέβαια, αυτή η κατακλείδα της Fox, δηλαδή μια υπόθεση να είναι καθαρή και να προκύπτει αβίαστα η ματαιότητα του να επιμένει ο αιτών την αναβολή, ως στοιχείο αξιολόγησης, δεν αναμένεται να προκύπτει, συχνά, όπως συναφώς εξάγεται και από την  Boyd & Hutchinson (A Firm) v. Foenander [2003] EWCA Civ 1516. Όπως υποδεικνύεται περαιτέρω ή σαφέστερα στην Decker v. Hopcraft [2015] EWHC 1170(QB), που λειτούργησε κάπως προς σύνοψη των αρχών όταν ζητείται αναβολή για λόγο υγείας και ειδικότερα όταν ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα χειρίζεται την υπόθεσή του αυτοπροσώπως (όπου είδαμε τη σχετικά συχνή προβολή λόγω που σχετίζονται με τη ψυχοπνευματική υγεία και τη μέχρι στιγμής συνάρτησή τους με τη δυνατότητα μετάβασης στο δικαστήριο και χειρισμού της υπόθεσης), η φύση της υπόθεσης και ο ρόλος που διαδραματίζει ο ασθενής διάδικος ή μάρτυρας δεν είναι άσχετος με την όλη αξιολόγηση. Πιο πρόσφατη είναι και η  Mulalley & Company Ltd v. Regent Building Services Ltd and other [2017] EWHC 2962 (Ch) που δεν διαφοροποιεί τη στάση. Υπήρξαν κι άλλες υποθέσεις που φαίνεται να έχουν παγιώσει τις αρχές που πρέπει να ισχύουν σε περίπτωση αιτήματος αναβολής που βασίζεται σε λόγους υγείας, μα και την αγγλική πρακτική, στο πλαίσιο της διαχείρισης της υπόθεσης με δίκαιο τρόπο.

Η παλαιά Κυπριακή νομολογία, για παράδειγμα η Kranidiotis, όπου έγινε δεκτό το αίτημα αναβολής (και per curiam λέχθηκε ότι είναι ασφαλέστερο για τους συνήγορους να κλητεύουν τους μάρτυρες), δεν λέει κάτι διαφορετικό κατ’ ουσία, αν και από την Κυπριακή νομολογία δεν φαίνεται να διακρίνεται καλά κατηγοριοποίηση με βάση την ανυπαίτια αδυναμία, με εστίαση στο εάν είναι αληθής ή όχι ο λόγος αδυναμίας και εάν το αίτημα προβάλλεται όντως γνήσια ή καταχρηστικά. Ούτε η προσοχή, διακρίνεται, με βάση την οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια, εφόσον τα περισσότερα δικαστήρια, εάν όχι όλα, εστιάζουν στο περιεχόμενο της αρχικής μαρτυρίας, που απλά κρίνουν μη ικανοποιητική με ή και χωρίς συνάρτηση με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες ή σε συνάρτηση με μόνο ορισμένους από αυτούς. Εκεί όπου υπάρχει, πάντως, ανυπαίτια αδυναμία, όπως καταρχάς τεκμαίρεται, κατά κάποιο τρόπο, ότι συνιστά μια ασθένεια (με την έννοια του ότι δεν ξεκινά, ο δικαστικός συλλογισμός, με κακοπιστία), η αφετηρία του συλλογισμού, είδαμε, είναι κάπως διαφορετική, όπως και όλη η εξέλιξή του. Η αμφισβήτηση και η υποψία δεν υπάρχουν σε κάθε περίπτωση, με την έννοια του να πρέπει να μπαίνει, ο ασθενής, σε διαδικασία να αποδεικνύει ότι είναι ασθενής, όταν δεν αμφισβητείται από αλλού ή όταν δεν δικαιολογείται αντικειμενικά τέτοια αμφισβήτηση, για να μπορέσει να επαναπρογραμματιστεί η ακρόαση της υπόθεσής του, όταν σε αυτό συμφωνούν οι αντίδικοι. Έχει, βέβαια, καθήκον έναντι στο δικαστήριο να είναι ειλικρινής και στο πλαίσιο αυτού του καθήκοντος οφείλει να είναι έτοιμος να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, εάν αυτοί τεθούν υπό αμφισβήτηση. Ο κοινός κορμός είναι, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, το δικαστήριο, να μην παράγει άδικο· δεν θα πρέπει να το παράγει με μόνο άξονα το κόστος για το δικαστήριο ή τον φόρτο εργασίας του δικαστηρίου ή τη δική του ανάγκη να δικάσει εντός εύλογου χρόνου για να αποδώσει στατιστικά, αποσυνδεδεμένα από το δικαίωμα του διαδίκου.

Στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and others (1988) 1 C.L.R. 210 αναγκαστικά επισημάνθηκε το παράλληλο δημόσιο καθήκον του δικαστηρίου να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του και να απονέμει το δίκαιο, ανεξαρτήτως εάν καλείται να αποφασίσει μιας ιδιωτικής διαφοράς, με βάση το ότι είχαν ζητηθεί και εγκριθεί αρκετές αδικαιολόγητες αναβολές στη συγκεκριμένη περίπτωση, που οδήγησαν στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας 14 χρόνια μετά από την καταχώρηση της αγωγής. Η Fatsita, ενώ αναφέρθηκε στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που διασφαλίζουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, που συνιστά ατομικό δικαίωμα, που περιλαμβάνει την εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου, εξήγαγε από αυτό το ατομικό δικαίωμα ότι η υποχρέωση για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου υφίσταται αντικειμενικά, ανεξάρτητα από την επίκληση του ατομικού δικαιώματος τη δεδομένη χρονική στιγμή της αξιολόγησης του αιτήματος αναβολής· υφίσταται ως έκφραση του αξιώματος «interest reipublicae ut sit finis litium», δηλαδή ότι συνιστά συμφέρον της κοινωνίας ολόκληρης οι εκκρεμοδικίες να φτάνουν σε ένα τέλος. Παρέπεμψε στη Tsiarta, η οποία, με ένα σχετικά σκληρό λόγο είπε τα εξής:

«A further word to be said with respect to adjournments. They produce justifiable dissatisfaction by litigants and their witnesses, and statistical records of this Court confirm the opinion there are far too many. If an action can proceed the first time it comes on for trial so much the better. When adjournments are necessary there should not be more than nor or two. After that there should be no more adjournments except in unusual circumstances, as to which the Judge has to decide. Having made these comments it must be added these will be very unusual circumstances in which there may be many adjournments but they should be few in number.»

Εκφράζοντας πρόδηλη ανησυχία σε σχέση με την ύπαρξη και το περιεχόμενο και την εφαρμογή του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, στο οποίο, όμως, η συμπεριφορά του διαδίκου, για τον προσδιορισμό του δίκαιου χαρακτήρα μιας δικαστικής διαδικασίας (δηλαδή εάν ο ίδιος αιτείται ή συναινεί σε αναβολές) δεν είναι άσχετη. Από την άλλη, στη Fatsita, οι αιχμές ήταν περισσότερο για τους δικηγόρους, μη πιστεύοντας, το δικαστήριο, ότι οι διάδικοι δεν επιθυμούν να προωθήσουν τη δικαστική διαφορά τους σε χρονικό διάστημα 14 ετών (παρόλο που θα μπορούσε να τεθεί και ευθέως το ζήτημα και να διερευνηθεί, παρά να υποτεθεί)· επομένως, να το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ευλόγως, λέχθηκε ό,τι λέχθηκε, παρά για να δημιουργηθεί κάποια διακριτή αρχή ότι θα πρέπει, στη βάση κάποιας αντικειμενικής υποχρέωσης του δικαστηρίου να εκδικάζει «σύντομα», με βάση τα δικά του κριτήρια, αλλά χωρίς να υπάρχει και προκαθορισμένος περιορισμός μέγιστης διάρκειας δίκης, να μπορούν να απορρίπτονται αιτήματα αναβολής κατά τα λοιπά δικαιολογημένα ή στα οποία συναινούν οι διάδικοι για πολύ συγκεκριμένους λόγους, και χωρίς όλη τη συλλογιστική πορεία που υποδεικνύει η νομολογία του κοινοδικαίου.

Στη Ροζάριο v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 1032), ο λόγος του δικαστή Αρτεμίδη σε σχέση με τη φύση της υπόθεσης, η οποία αφορούσε σε συμφωνία ενοικιαγοράς, με υπερασπίσεις διαζευκτικές και αόριστες, είναι χαρακτηριστικός:

«Η επίδικη διαφορά ήταν απλή. Τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται κατά εκατοντάδες στα δικαστήρια. Ακολουθήθηκε όμως η συνήθης ταλαιπωρία των υποθέσεων σε μια προσπάθεια, ενδεχομένως, να βρεθεί λύση. Διαδικασία στην οποία τα Δικαστήρια συνήθως συναινούν. Συγκεκριμένα, η υπόθεση αναβλήθηκε πάνω από 6 φορές, όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση.»

«Είναι γεγονός πως κατά την ημέρα της ακρόασης το πρωτόδικο Δικαστήριο επέδειξε αποφασιστικότητα να προχωρήσει με την οδήγηση της υπόθεσης στην τελεσιδικία. Κρίνουμε όμως πως ορθά έπραξε ενόψει της πορείας της υπόθεσης που προηγήθηκε. Η αγωγή, όπως είπαμε, καταχωρίστηκε στις 24.3.1999 και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πολλές φορές, έξη εκ των οποίων ήσαν ημερομηνίες για ακρόαση. Η διαδικασία αυτή ήταν αδικαιολόγητη γιατί το επίδικο θέμα, όπως διατυπώθηκε στα δικόγραφα, ήταν απλό. Ότι ακολουθείτο μια παρελκυστική τακτική το είδαμε και εμείς στο Εφετείο. Την ημέρα της ακρόασης της έφεσης ζητήθηκε, και από τους δύο δικηγόρους, αναβολή για να ξαναδούν την υπόθεση που εκκρεμεί στα Δικαστήρια από το 1999. Ορθά λοιπόν χειρίστηκε το θέμα ο πρωτόδικος δικαστής.

Η εφεσείουσα όχι μόνο είχε ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο αλλά η ίδια, και οι εφεσίβλητοι όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, είχαν απεριόριστη και αδικαιολόγητα μακρά διακίνηση της υπόθεσης τους ενώπιον του δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά την ουσία της υπόθεσης το Δικαστήριο είχε ενώπιον του τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων με τους ισχυρισμούς τους, όπως ήδη τους παραθέσαμε, τη μαρτυρία του βασικού μάρτυρα των εφεσιβλήτων, ο οποίος αντεξετάστηκε από το δικηγόρο της εφεσείουσας, και το συμβόλαιο της επίδικης ενοικιαγοράς, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο με την υπογραφή σ’ αυτό της εφεσείουσας. Αυτό ήταν αρκετό αποδεικτικό υλικό για να εκδοθεί απόφαση υπέρ των εφεσιβλήτων.»

Η αναβολή, βέβαια, δεν ζητήθηκε για ανυπαίτια αδυναμία, ούτε γιατί υπήρχε γνήσια και συγκεκριμένη πορεία διευθέτησης σε συγκεκριμένο χρόνο, αλλά γιατί οι συνήγοροι ήθελαν να αντλήσουν κι άλλο χρόνο μέσω του μηχανισμού των αναβολών, χωρίς να έχουν κάτι συγκεκριμένο υπόψη τους (στο οποίο ενδεχομένως να μπορούσε να βοηθήσει και το δικαστήριο), αφήνοντας το δικαστήριο στην αβεβαιότητα, εάν θα πρέπει να αποφασίσει την υπόθεση ή όχι. Η Ροζάριο, προφανώς, δεν συνιστά βάση τεκμηρίωσης σε περιπτώσεις αιτημάτων αναβολής που βασίζονται σε ανυπαίτια αδυναμία.

Έπειτα, το δόγμα της τελεσιδικίας, συνδέεται με το res judicata ή με το estoppel, όχι με το να μην υπάρχει καθόλου δίκη, να τελειώσει πριν αρχίσει, επειδή παρήλθε μια μεγάλη χρονική διάρκεια διαδικασίας που αίρει από μόνη της, αντικειμενικά, την ανάγκη για διάγνωση κάποιων αμφισβητούμενων γεγονότων. Συνακόλουθα, η σκέψη είναι ότι σηκώνει συζήτηση ή και τυχόν διαφορετικές προσεγγίσεις η ανάγκη να γίνεται άσκηση εξισορρόπησης αντικρουόμενων δικαιωμάτων/συμφερόντων στο συγκεκριμένο πεδίο εξέτασης αιτήματος αναβολής, όταν δεν τίθεται ενώπιον του (πρωτόδικου) δικαστηρίου τέτοια «σύγκρουση» τη δεδομένη στιγμή για να την αποφασίσει, στη βάση τέτοιου αντικειμενικού λόγου ότι οι δίκες πρέπει να περατώνονται γρήγορα, γιατί υπάρχει κοινωνικό καθήκον περάτωσής τους γρήγορα, με την έννοια του να μην είναι απασχολημένο το δικαστήριο, που παρέχει κοινωνικές υπηρεσίες, με χρονίζουσες διαφορές, ή να μην χρησιμοποιείται ο θεσμός της δικαιοσύνης καταχρηστικά· δηλαδή όχι για την επίλυση συγκεκριμένων διαφορών, στόχος ως προς τον οποίο πρέπει να βοηθά και να ενθαρρύνει το δικαστήριο, αλλά για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών. Με άλλα λόγια, η αναγωγή της «παλαιότητας» μιας υπόθεσης ως αυτοτελούς λόγου άρνησης χορήγησης αναβολής, υπό περιστάσεις όπου αυτή εξισούται με άρνηση ακρόασης, ακόμα κι αν τέτοια είναι αναγκαίο να διεξαχθεί, με βάση τη δικογραφημένη διαφορά, και δεν υπάρχει δικονομική συμπεριφορά που να υποδηλώνει με πρόδηλο τρόπο παραίτηση ή κατάχρηση. Χωρίς τις προσπάθειες διάσωσης και επίδειξης έγνοιας που όμως είδαμε να ασκείται με πολύ ωραίο τρόπο μέσα από την αγγλική νομολογία, και την παλαιά αλλά και την πιο σύγχρονη.

Δεν διαφεύγει, φυσικά, και της προσοχής πως, ενώ από τη μια βρίσκεται η προαναφερόμενη ανάγκη διασφάλισης της ορθής χρήσης και της αποτελεσματικότητας του θεσμού της δικαιοσύνης έναντι καταχρηστικών ή κακοπροαίρετων συμπεριφορών διαδίκων ή συνηγόρων, από την άλλη είναι γνωστό ότι σε αστική δίκη (την οποία διέπουν και ορισμένες αρχές σε σχέση με τη διάθεση του αντικειμένου της), όταν και οι δύο πλευρές συμφωνούν σε αναβολή συγκεκριμένης δικασίμου για λόγο που έχει να κάνει με την επίλυση της διαφοράς, χωρίς να τίθενται προς αμφισβήτηση τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται το αίτημα ή η ανάγκη, μπορεί οι περιστάσεις να είναι τέτοιες ή να μην είναι σαν τις ακραίες της Fatsita, όπου να μην είναι εύκολο να αρχίσει να αμφισβητεί από μόνο του το δικαστήριο τις προθέσεις είτε των συνηγόρων είτε των μερών, δείχνοντας δυσπιστία ή και έλλειψη εμπιστοσύνης ή και σεβασμού προς τον συνήγορο κι αναζητώντας στοιχεία προς τεκμηρίωση. Ειδικά όταν εμπλέκονται και λόγοι υγείας, που συνιστούν όντως ανυπαίτια αδυναμία, χρειάζεται, μάλλον, ιδιαίτερη προσοχή ο χειρισμός, ώστε να μην γίνεται με τόση ευκολία το βήμα παρακάτω και να θίγεται δυσανάλογα η ιδιωτικότητα και η αξιοπρέπεια του ασθενούς, όταν δεν είναι αναγκαίο, υπό τις περιστάσεις, να προσκομιστεί μαρτυρία που να αφορά σε αχρείαστα ή περιττά δεδομένα υγείας του και να τα κοινολογήσει σε όλους τους παράγοντες της δίκης.

Όπως διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να υπάρχει και στη βαρύτητα της έλλειψης ένστασης ως «ουδέτερου παράγοντα» μα ταυτόχρονα δικονομικής συμπεριφοράς που δεν είναι καθόλου αδιάφορη για τη διάγνωση του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης γενικά. Κοντολογίς, η εντύπωση είναι ότι τείνει να χρησιμοποιείται, από το δικαστήριο, ένας προβλεπόμενος περιορισμός (δικαιώματα άλλων – δικαίωμα σε δίκαιη δίκη με τη πτυχή της διάγνωσης εντός εύλογου χρόνου), για να επιβληθεί, όμως, ένας άλλος, που λέγεται «αντικειμενικά εύλογη διάρκεια δίκης» (αποσυνδεδεμένη από το δικαίωμα του άλλου διαδίκου), που σχετίζεται, ίσως, με το αντικειμενικό πρόβλημα της μεγάλης διάρκειας των δικών, της δικαστικής απόδοσης, του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων ή ερείδεται από αλλού, και ο οποίος – αυτό είναι το κρίσιμο – δεν φέρει, τουλάχιστον ακόμα, τις απαραίτητες εγγυήσεις ενός θεμιτού περιορισμού (π.χ. προβλεπόμενη δια νόμου μέγιστη χρονική διάρκεια μιας δίκης, κ.λπ.) και δεν περνά από το «τεστ» των «περιορισμών των περιορισμών». Ούτε ο λόγος του δικαστή Νικήτα στη Θεοδώρου ν. Θεοδώρου (1996) 1 Α.Α.Δ. 66, που επαναλήφθηκε και στη Fregata Holdings Limited v Petrolina (Holdings) Public Ltd (2012) 1 AAΔ 579 ενθαρρύνει μια τέτοια πρακτική, ο οποίος απλά επισήμανε την ανάγκη συνεργασίας των επιμέρους στοιχείων του άρθρου 30 του Συντάγματος που συναπαρτίζουν τη «δίκαιη δίκη» και βρίσκονται ανάμεσα στους δύο πόλους, της παροχής των εχεγγύων που διασφαλίζουν το δικαίωμα ακρόασης και (αφού παραχθούν) την απονομή της δικαιοσύνης εντός εύλογου χρόνου. Άλλως θεωρούμενος ο λόγος αυτός, ως και το ίδιο το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, δεν σημαίνει απλά ότι παρέχεται το ένδικο μέσο, αλλά ότι ακούγεται και ο διάδικος ουσιαστικά, από κατάλληλο δικαστήριο, κ.λπ. και μεταξύ άλλων εντός εύλογου χρόνου. Όπου, όμως, το ένα στοιχείο του άρθρου 30 δεν μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά, ως προς στη λειτουργία του άλλου, δηλαδή, λόγω υπέρβασης του εύλογου χρόνου να μην διεξαχθεί καθόλου ακρόαση. Άλλο θέμα είναι η δυνατότητα του δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ενώπιον του μαρτυρίας (όπως τέτοια εκδήλωση συνιστούσε η απόρριψη του αιτήματος αναβολής στη Fregata για να καταθέσει και δεύτερος εμπειρογνώμονας ακινήτων) που το ίδιο χρειάζεται για να αποφασίσει τα επίδικα θέματα και να μην επιτρέπει την κατάχρηση του χρόνου του, που συνιστά αναγκαιότητα που πηγάζει από τις δικές του εξουσίες, να προστατεύει τον εαυτό του, και δεν συνιστά, ακριβώς, εκτέλεση κάποιας υποχρέωσής του να δικάζει την υπόθεση εντός εύλογου χρόνου, αντίστοιχη του σχετικού δικαιώματος, ως προς το οποίο δεν κάνει τη διαφορά η μία ή δύο ημέρες και δεν πρόκειται για δικαίωμα όπου το «εύλογο» κρίνεται σε τέτοια χρονική εμβέλεια.

Τόσο στην Κωνσταντίνου όσο και στην Χριστοφίδη ν. Λουκά (1998) 1 ΑΑΔ 389, που αφορούσαν απουσία διαδίκου ή μάρτυρα στο εξωτερικό για λόγους υγείας, δεν δόθηκε η ευκαιρία να προσκομιστούν περαιτέρω στοιχεία, για να μπορέσει να αποφασίσει το δικαστήριο «δίκαια», αλλά απλά απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ή αιτήματα για αναβολή, με τις δυσμενείς επιπτώσεις (μη ακρόαση) για τη μία πλευρά, στη μία απλά επειδή δεν στοιχειοθετήθηκαν (ασχέτως εάν δεν αμφισβητούνταν ότι ίσχυαν) οι λόγοι υγείας και η επίδρασή τους στην ικανότητα του διαδίκου ή μάρτυρα σε σχέση με τις δικαστικές του υποχρεώσεις, στην άλλη επειδή θεωρήθηκε επιφανειακά ότι τούτο συνιστά πρόβλημα που δεν μπορεί να ισχύει επ άπειρο. Και στις δύο περιπτώσεις, υπήρχαν συνήγοροι που υπέβαλαν τα αιτήματα, χωρίς να σημαίνει ότι τούτη είναι μια καλή ειδοποιός διαφορά για να διαφοροποιηθεί η υποβαθμιστεί η προσοχή με την οποία πρέπει να ασκείτα η διακριτική ευχέρεια. Στην Κωνσταντίνου η απουσία διαδίκου για λόγους υγείας κρίθηκε σχεδόν ίδια ως η απουσία συνηγόρου λόγω κακού προγραμματισμού στη Σάσκαρος ν. Μιχαηλίδη, Πολ. Έφεση 182/2014, ημερομηνίας 18.7.2017. Αυτό, ως αποτέλεσμα, που δεν προκύπτει από δικαστικό χειρισμό όμοιο με τη σύγχρονη αγγλική πρακτική, μπορεί, εξωτερικά, να μην φαίνεται να παράγει «δίκαιο» αποτέλεσμα, κατάλληλο να ικανοποιήσει τον αναγνώστη των δικαστικών αποφάσεων ότι έτσι έπρεπε να γίνει και αυτό ήταν «δίκαιο», ουσιαστικά, όχι διαδικαστικά ή δικονομικά. Και η Χριστοφίδη, αν και λακωνική, το επισήμανε στο δικό της πραγματικό πεδίο, ουδετεροποιώντας, όχι την ύπαρξη ένστασης, αλλά την παλαιότητα της υπόθεσης και θίγοντας τη χρήση εξωγενών παραγόντων χωρίς κατάλληλη τεκμηρίωση:

«Η αξίωση όμως για δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο δεν εξετάζεται κάτω από απόλυτους χρονολογικούς όρους. Συνεκτιμούνται οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης αλλά και πάλιν η κατάληξη τροχιοδρομείται ενόψει και του παράλληλου συνταγματικού δικαιώματος των διαδίκων για ακρόαση. (Βλ. συναφώς Γρηγορίου v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1222, Δημήτρη Κρέντου v. General Constructions Company Ltd και άλλος(1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1270). Εν προκειμένω ήταν ουδέτερο το γεγονός ότι η αγωγή εκκρεμούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα και αναβλήθηκε επανειλημμένα. Όπως σημειώνεται, οι πιο πολλές από τις αναβολές ωφείλονταν σε έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου και, όποτε οι διάδικοι, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, ζήτησαν αναβολή, αυτή εγκρίθηκε ως δικαιολογημένη. Υποβλήθηκε νέο αίτημα για συγκεκριμένο λόγο και κρίνουμε λανθασμένη την απόρριψή του, στην έκταση που αυτή αιτιολογήθηκε ανεξάρτητα από το βάσιμο ή το αβάσιμό του. Όσα συνθέτουν το ιστορικό μπορεί να είναι, και συνήθως είναι, σχετικά.  Όχι όμως ως αυτοτελείς παράγοντες αλλά στο βαθμό που βοηθούν στην αντιμετώπιση του αιτήματος που εξετάζεται στη σωστή του διάσταση.

Εδώ, όπως πράγματι φαίνεται να δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο, ο εφεσείων απουσίαζε για λόγους υγείας και δεν βλέπουμε το συσχετισμό που έγινε με αναφορά στο προηγηθέντα. Ούτε και νομίζουμε πως είχε τη θέση του ο προβληματισμός ως προς «επ’ άπειρον» αναβολές.  Και πρέπει να σημειώσουμε πως η προσθήκη στη συνέχεια του φόβου μήπως ένας διάδικος «θα μπορούσε να επιτυγχάνει τη συνεχή αναβολή της υπόθεσης απουσιάζοντας συνεχώς στο εξωτερικό», αντιμάχεται την αποδοχή πως ο εφεσείων απουσίαζε για λόγους υγείας. Στοιχείο καίριας σημασίας το οποίο, όμως, παραγνωρίστηκε κατ’ επηρεασμό από παράγοντες που απολήγουν εξωγενείς. Με αποτέλεσμα τη σφράγιση της τύχης της αγωγής χωρίς να ακουστεί ο εφεσείων.»

Στη Σάσκαρος η αίτηση για αναβολή έτυχε ένστασης της άλλης πλευράς κα απορρίφθηκε, όπως στη συνέχεια και η αγωγή και η έφεση ήταν επί απόρριψης και αιτήματος για επαναφορά της αγωγής. Η απόρριψη της αίτησης για επαναφορά ήταν επειδή δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι αδικαιολόγητα απορρίφθηκε η αγωγή, και εκείνη έλαβε χώρα ασχέτως της απουσίας ένστασης της άλλης πλευράς (που όμως είχε ενστεί στη αίτηση για αναβολή, που οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής). Προσβλήθηκε η απόρριψη της αίτησης για επαναφορά και όχι η απόρριψη της αγωγής και της αίτησης για αναβολή, με την πλευρά του εφεσίβλητου να μετανιώνει που ζήτησε αναβολή, παρόλο που υποσχέθηκε το αντίθετο, και να δηλώνει ότι δέχεται τον παραμερισμό, για να εκδικαστεί η αγωγή. Ήταν σε αυτή τη βάση που το εφετείο ανέφερε ότι δεν έχει να κάνει με τη δικονομική συμπεριφορά του εφεσίβλητου η απόφαση για αναβολή ή για επαναφορά, αντίστοιχα, με την έννοια ότι εάν δεν προβάλλεται βάσιμος λόγος αναβολής, η αναβολή δεν μπορεί να συνιστά απλά το αναίτιο συμφωνημένο αποτέλεσμα, απλά για την παρέλκυση της διαδικασίας, εφόσον μια τέτοια συγκυρία δεν θα αντανακλούσε την αξιοπιστία του δικαστικού έργου. Χωρίς τα νομολογιακά λεγόμενα να σημαίνουν ότι η ύπαρξη ή η έλλειψη ένστασης είναι αδιάφορη ή «ουδέτερη» και άρα ότι δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όταν προβάλλεται και βάσιμος λόγος αναβολής, και ότι το δικαστήριο, από μόνο του, χωρίς να διασφαλίζει κάτι που δεν διασφαλίζεται ήδη (όπως προφανώς δεν διασφαλίζονταν με τα 14 χρόνια της Fatsita), μπορεί να αντιδικεί με άπαντες.

Η Μουγής ν. Σπανούδη (1996) 1 ΑΑΔ 997, με άλλο αντικείμενο, αναφερόμενη ακρόαση σε εύλογο χρόνο, ως σύγχρονο (του ατομικού δικαιώματος) εχέγγυο διασφάλισης της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας, δεν έδωσε διαστάσεις αυτοτελούς περιορισμού του άρθρου 30, τον εύλογο χρόνο ή άλλως πώς στην παλαιότητα μιας υπόθεσης. Η δίκαιη δίκη, στο σύνολό της, είναι που διασφαλίζει τη λειτουργικότητα της δικαστικής εξουσίας. Και η Μουγής δεν λέει κάτι διαφορετικό, μα ούτε και οι Stogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40 και H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58 (1989), στις οποίες εντοπίζονται παραπομπές από την Κυπριακή νομολογία, αναφερόμενες σε αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία εννοούν τη δημιουργία περιορισμού του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, εκ του ίδιου του περιεχομένου του, όταν δεν αναφέρεται στο δικαίωμα του άλλου διαδίκου που απορρέει από το ίδιο άρθρο. Απεναντίας, στη νομολογία του ΕΔΔΑ, υπό το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, η δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων, περιλαμβανομένων των αιτημάτων αναβολής, θεωρούνται αντικειμενικοί λόγοι που δεν χρησιμοποιούνται για να θεωρηθεί τυχόν κρατική ευθύνη αντίστοιχη του δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου. Το δικαστήριο, βέβαια, δεν μένει θεατής σε αδικαιολόγητα αιτήματα αναβολής λόγω της principe du dispositif στις αστικές υποθέσεις (κι εκεί όπου καλύτερα ισχύει), αλλά εξαντλεί τον ρόλο του με το να αντιδρά και να παρεμβαίνει, εκεί όπου χρειάζεται, εφαρμόζοντας τους κανόνες του ή και τη σύμφυτή του εξουσία. Χρειάζεται, για παράδειγμα, να παρεμβαίνει επί των αδικαιολόγητων αιτημάτων αναβολής, που ουσιαστικά αυτά συνιστούν κατάχρηση του θεσμού της δικαιοσύνης. Δεν ασκεί τέτοιο ρόλο όταν απορρίπτει δικαιολογημένα ή και δυνάμενα να δικαιολογηθούν, σε συνάρτηση με το δίκαιο, αιτήματα αναβολής, χωρίς να είναι προφανής η έγνοια του για το δίκαιο μέσα από την προσεκτική άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, μα με μόνο όχημα αυτές τις δικαστικές εξουσίες (ότι μπορεί να απορρίπτει τέτοιο αίτημα ανεξαρτήτως των θέσεων των μερών και του πραγματικού λόγου ή της χρησιμότητας της αναβολής, επειδή το θέμα είναι διακριτικό, αρκεί να αιτιολογείται δικαστικά, ασχέτως εάν ασκείται, η διακριτική ευχέρεια, δικαστικά) (ενδεικτικά Guincho v. Portugal, 10 Ιουλίου 1984, §32; Buchholz v. the Federal Republic of Germany, 6 Μαΐου 1981, §50; Capuano v. Italy, 25 Ιουνίου 1987, §§24-25; Baraona v. Portugal, 8 Ιουλίου 1987, §48; Martins Moreira v. Portugal, 26 Οκτωβρίου 1988, §46; Neves e Silva v. Portugal, 27 Απριλίου 1989, §43; Unión Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, 7 Ιουλίου 1989, §§34-35; Vernillo v. France, 20 Φεβρουαρίου 1991, §30; Scopelliti v. Italy, 23 Νοεμβρίου 1993, §25; Ciricosta and Viola v. Italy, 4 Δεκεμβρίου 1995, §30). Υπάρχει, επομένως, μια λεπτή διαφορά, από το να λειτουργεί, η λειτουργία του δικαστηρίου, ως εχέγγυο στην εφαρμογή του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ από το να την υποκαθιστά, και αυτή η διαφορά είναι που ενδεχομένως επιδρά στο να κρίνεται, κάθε φορά, εάν θίγεται ή εάν προστατεύεται το δικαίωμα του διαδίκου.

Η νομολογία του ΕΔΔΑ, εν πάση περιπτώσει, δεν εξαντλείται εδώ, όσον αφορά τη συσχέτιση της εύλογης διάρκειας της δίκης με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, δεν προκύπτει, όμως, και ασάφεια ως προς το ότι η χρονική διάρκεια της δίκης δεν συνιστά παράγοντα που μπορεί να θεωρηθηθεί μεμονωμένα και χωρίς συνάρτηση με το σύνολο των παραγόντων που μπαίνουν μέσα στο καλάθι της αξιολόγησης (βλ. και ενδεικτικά Darnell v. the United Kingdom, 20 Οκτωβρίου 1993, §20). Δεν υπάρχει, επίσης, λόγος αμφισβήτησης ως προς το ότι κρατική υποχρέωση συνιστά η θεσμοθέτηση μέσου (υπάρχει ελευθερία επιλογής του) για να μπορεί να προβληθεί, να εκδικαστεί και να θεραπευτεί παράπονο ενός διαδίκου για υπερβολική διάρκεια της δίκης του, που τέτοια υποχρέωση αντλείται από το ενεργοποιημένο άρθρο 6 § 1 σε ανάγνωση μαζί με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Η έννοια της ισότητας των όπλων, όταν απορρίπτεται αίτημα αναβολής ασθενούς διαδίκου και προχωρά η εκδίκαση της υπόθεσης με τη συμμετοχή μόνο του άλλου μέρους δεν είναι άσχετη (Vardanyan and Nanushyan v. Armenia, 26 Οκτωβρίου 2016).

Η δίκη είναι δίκαιη όταν διεξάγεται σε εύλογο χρόνο, αλλά δεν είναι καν δίκη όταν δεν διεξάγεται καθόλου και δεν διεξάγεται όχι για να προστατεύσει δικαίωμα που προβάλλει άλλος διάδικος για εκδίκαση σε εύλογο χρόνο (που όπως λέχθηκε δεν κρίνεται σε χρονική εμβέλεια ημερών, ενώ έχουν περάσει ήδη χρόνια), αλλά μάλλον ανάγοντας την παλαιότητα σε αυτοτελή περιορισμό, που δεν προβλέπεται με έναν εκ των προτέρων γνωστό τρόπο, αλλά κινείται αφηρημένα ως κρατική υποχρέωση ή ως ένας ξεχωριστός μηχανισμός προστασίας του δικαστηρίου από καταχρηστικές ή παρελκυστικές συμπεριφορές. Στο τέλος της ημέρας, πάντως, το αποτέλεσμα και η γενικότερη εικόνα δεν θα πρέπει να είναι ότι οι συγκεκριμένοι διάδικοι βγήκαν από το σύστημα δικαιοσύνης, στο οποίο εισήλθαν για να λύσουν μια διαφορά τους, μετά από τόσα χρόνια, με περισσότερα προβλήματα, συνθήκη που σαφώς ούτε την αξιοπιστία ούτε την αποτελεσματικότητα ούτε τη λειτουργικότητα δείχνει ή εξυπηρετεί. Αυτό συνιστά και τη βασική προϋπόθεση του «δίκαιου» αποτελέσματος, αυτού που πρέπει να προκύπτει αβίαστα από την ανάγνωση της απόφασης, όπως εξάλλου στην προαναφερόμενη αγγλική νομολογία.

Από τη σκοπιά του δικηγόρου, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά τοποθετημένα, ειδικότερα στην Κύπρο, όπου δεν προγραμματίζεται μια ακρόαση σε περίοδο 10 ημερών και είναι γνωστό με βεβαιότητα ότι τότε αρχίζει και τελειώνει, αλλά ορίζεται σε μία ημερομηνία μαζί με αρκετές άλλες υποθέσεις άλλων προσώπων ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου και με τρόπο που δεν είναι βέβαιο είτε για το δικαστήριο είτε για τους διαδίκους ή τους συνηγόρους τους εάν εκείνη την ημέρα θα ακουστεί η υπόθεσή τους ή εάν θα αναβληθεί λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου. Συχνότερα, η προετοιμασία, από πλευράς των συνηγόρων, για ακρόαση, γίνεται δεκάδες φορές, σε διάρκεια αρκετών ετών, και πληρώνεται μόνο μία φορά. Δηλαδή, δεν υπάρχει καλή επικοινωνία μεταξύ του δικαστηρίου και των δικηγόρων ή των διαδίκων ώστε να γίνεται κοινός προγραμματισμός με έναν ξεκάθαρο και ειλικρινή τρόπο. Συχνά οι ερωτήσεις προς το δικαστήριο, ημέρες πριν, εάν θα υπάρχει χρόνος για μία προγραμματισμένη δικάσιμο για την παρουσίαση της μαρτυρίας, δεν απαντώνται με σαφήνεια, γιατί ούτε και το δικαστήριο γνωρίζει τι εξέλιξη θα έχει η κάθε ενώπιον του υπόθεση, από τις πολλές ορισμένες την ίδια ημέρα ή περίοδο ή γενικά από τις πολλές που έχει να χειριστεί. Αντίστοιχα, μπορεί να μην ασκείται και από τους δικηγόρους το καθήκον ειλικρίνειας που οφείλουν έναντι στο δικαστήριο· ειδικότερα, όταν εμφανίζεται ένας νέος ή ακόμα και ασκούμενος δικηγόρος, με προφανή άγνοια της υπόθεσης τον φάκελο της οποίας κουβαλά, και δηλώνει ετοιμότητα να αρχίσει της ακρόαση της υπόθεσης, και ούτε συζητά με τον αντίδικό του επί της ουσίας, γνωρίζοντας ότι δεν θα υπάρχει χρόνος από μέρους του δικαστηρίου, το οποίο θα είναι απασχολημένο με κάποια άλλη υπόθεση. Αρκετή εγχώρια νομολογία αφορά σε αιτήματα αναβολής που υποβλήθηκαν την τελευταία στιγμή και έτυχαν απόρριψης λόγω τέτοιων συνθηκών προγραμματισμού, τα οποία όμως δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την ανυπαίτια αδυναμία για λόγους υγείας.

Αυτή η κατάσταση γενικά δεν εντοπίζεται στην αγγλική πρακτική έτσι ή σε τέτοιο βαθμό, από την οποία πηγάζει και η νομολογία σχετικά με τα εκεί αιτήματα αναβολής, η οποία μάλιστα δεν έχει την τη λακωνική απολυτότητα που παρατηρείται στην εγχώρια νομολογία, μα ακολουθεί εκείνη όλη τη συλλογιστική πορεία που προλέχθηκε. Εάν ο δικαστικός χρόνος χρησιμοποιείται τελικά σε μια υπόθεση στην οποία υπάρχει κοινό αίτημα αναβολής με σκοπό, γνήσια, τη διευθέτηση ή για κοινά γνωστούς λόγους υγείας, με τρόπους που, τέλος πάντων, δεν φαίνονται μη γνήσιοι ή παρελκυστικοί, και εκ των πραγμάτων δεν χρονίζουν και δεν αναιρούν τη δυνατότητα ακρόασης κάποια επόμενη σχετικά σύντομη χρονική στιγμή, και εάν αυτός ο χρόνος δεν χρησιμοποιείται για τη διάγνωση άλλων υποθέσεων που δεν έχουν την ίδια πορεία και κατά βέβαιο τρόπο δεν θα διευθετηθούν και αναμένουν τη δικαστική κρίση, επιτελείται, άραγε, το εν λόγω κοινωνικό έργο του δικαστηρίου; Ή εάν το δικαστήριο διεξάγει ακρόαση επί τέτοιων υποθέσεων που γνωρίζει ότι θα διευθετηθούν κατά βέβαιο τρόπο, αναβάλλοντας άλλες που ξέρει στο τέλος της ημέρας δεν θα αποφύγει να αποφασίσει, αφενός προβαίνει σε σπατάλη αντί χρήση του δικαστικού χρόνου, αφετέρου θέτει και σε μεγαλύτερο κίνδυνο τις σχέσεις των ενώπιον του διαδίκων;

Όλοι αυτοί δεν είναι, βέβαια, παρά μόνον προβληματισμοί, που προέκυψαν από μια ανάγνωση και μένουν εντελώς ανοιχτοί σε νέα δεδομένα. Η συνόψιση και κατηγοριοποίηση του συνόλου της νομολογίας, εγχώριας, κοινοδικαίου, ΕΔΔΑ και επιμέρους κρατών-μελών θα ήταν, προφανώς, μια αρκετά πιο κοπιαστική ενέργεια, η οποία, βέβαια, θα ήταν αρκετά βοηθητική, εάν κάποια στιγμή λάμβανε χώρα.

 

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.