Το τεκμήριο της αθωότητας σε συνάρτηση με την ουσία

Στην πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ στην Kangers v. Latvia (αίτηση αρ. 35726/10), το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάστηκε εξαιτίας του στοιχείου της υποτροπής και βασικά του νομικά και δικονομικά αυτοτελούς χειρισμού του, ώστε να θεωρείται διακριτό και άλλης σύστασης το επαναλαμβανόμενο αδίκημα, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Διαβάζοντας, βέβαια, την απόφαση αυτή δεν αποκλείονται σκέψεις σαν αυτές που εντοπίζονται και στο σκεπτικό της μειοψηφίας, ότι κάπου υπάρχει απώλεια της ηθικοκοινωνικής ουσίας της ύπαρξης της ποινικής διάταξης που απαγορεύει, ποινικοποιώντας, μια συμπεριφορά· ή επικίνδυνη νομική εθελοτυφλία και τεχνικότητα στο κοινωνικά απλό και προφανές, προκειμένου να εξυπηρετηθούν διαδικαστικά δικαιώματα και εγγυήσεις.

Κάπως έτσι η αναφορά οδεύει και προς τον μεγάλο θεωρητικό διάλογο, ως προς το κατά πόσο το δικαίωμα να τεκμαίρεται ένας κατηγορούμενος αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τελεσίδικα (ενταγμένο μέσα στον κατάλογο των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»), θα πρέπει να θεωρείται με δυναμικές δικαιωμάτων ουσίας και όχι ως ένα δικαίωμα διαδικασίας, ενδυναμωμένο μεν μέσα στο σύγχρονο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά με τη συνεχή υπενθύμιση πως δεν έχει να κάνει με την ανθρώπινη υπόσταση, και (πρέπει να) δίνει αναφορά στο σύνολο της ποινικής διαδικασίας ως τέτοιο διαδικαστικό δικαίωμα (Lippke, 2016; Coleman, 2017). Στον ίδιο διάλογο που επαναφέρει πάντα στο προσκήνιο την ανάγκη αναζήτησης των λόγων για τους οποίους υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας και τυγχάνει αυξημένης νομικής προστασίας, τη φιλοσοφία του (Tadros, 2006), μα και ευρύτερα τον λογικό τρόπο συσχέτισης της ουσίας και της διαδικασίας στα διάφορα νομικά συστήματα (Malcai & Levine-Schnur, 2017).

Το νομικό καθεστώς του προσφεύγοντος δημιουργήθηκε με τον εξής τρόπο: Η αστυνομία είχε σταματήσει τον προσφεύγοντα στον δρόμο διαπιστώνοντας ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και, μεταξύ άλλων, του στέρησε την άδεια οδήγησης. Η νομική βάση ήταν το άρθρο 14915(4) του Λετονικού Κώδικα Διοικητικών Αδικημάτων. Τα οδικά αδικήματα είναι διοικητικά αδικήματα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, όπου η αστυνομία επιβάλλει ποινές και υπάρχει δικαίωμα προσφυγής από πλευράς διοικούμενου. Ο προσφεύγων προσέφυγε δικαστικά (Jūrmala City Court), και το δικαστήριο τερμάτισε τη συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία γιατί δεν είχε αποδειχθεί το αδίκημα (corpus delicti), συνεπώς ο προσφεύγων έλαβε πίσω την άδεια οδήγησης του. Αυτό, όμως, δεν κράτησε για πολύ, εφόσον ο γενικός εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση του Jūrmala City Court, και το Riga Regional Court, όπου οδηγήθηκε η υπόθεση, έχοντας αρχικά απορρίψει αίτημα αναβολής από πλευράς του προσφεύγοντος (της ακρόασης που είχε οριστεί σε 4 ημέρες από τη σχετική ειδοποίηση, προκειμένου να προετοιμάσει την υπεράσπισή του), άκουσε την υπόθεση στην απουσία του προσφεύγοντος και ακύρωσε την απόφαση του Jūrmala City Court· προέβη δε σε εύρημα ότι ο προσφεύγων διέπραξε το αδίκημα και του επιβλήθηκαν διάφορες ποινές, μεταξύ των οποίων αυτή της στέρησης του δικαιώματος και της άδειας οδήγησης. Ο προσφεύγων δεν είχε άλλο ένδικο μέσο και αποτάθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης όπου παραπονέθηκε για το γεγονός ότι ακυρώθηκε η απόφαση του Jūrmala City Court, η οποία, όμως, θεωρούνταν τελεσίδικη, για να λάβει την απάντηση ότι ο γενικός εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να εφεσιβάλλει τέτοιου είδους αποφάσεις χωρίς χρονικό περιορισμό. Μετέπειτα αίτημα του προσφεύγοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης του Riga Regional Court απορρίφθηκε. Η απόφαση του Riga Regional Court ήταν τελεσίδικη και ίσχυε με βάση αυτήν ότι ο προσφεύγων δεν έχει δικαίωμα οδήγησης. Πλην, όμως, ο ίδιος, μη αποδεχόμενος αυτή τη νομική συνέπεια, συνέχισε να οδηγεί. Από εκεί αρχίζει η εξής ενδιαφέρουσα ιστορία:

Πρώτο αδίκημα: Κάποιο καιρό μετά, ζήτημα χρόνου, ο προσφεύγων εντοπίστηκε να οδηγεί από την αστυνομία και η αστυνομία εξέδωσε εναντίον του νέα διοικητική αναφορά, ότι αυτός οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης, εφόσον εκείνη του είχε αφαιρεθεί με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Riga Regional Court. Η νομική βάση για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς άδεια οδήγησης ήταν το άρθρο 1494(6) του Λετονικού Κώδικα Διοικητικών Αδικημάτων. Ο προσφεύγων προσέφυγε εκ νέου στο διοικητικό δικαστήριο, προβάλλοντας και δικαστικά ό,τι είχε προβάλει τότε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ότι με την απόφασή του το Jūrmala City Court (το πρώτο δικαστήριο) είχε τερματίσει τη διοικητική διαδικασία η οποία είχε οδηγήσει στη στέρηση της άδειας του και του είχε επιστρέψει την άδεια οδήγησης· η δε απόφασή του δεν μπορούσε να προσβληθεί με έφεση. Το διοικητικό δικαστήριο, στον πρώτο βαθμό, απέρριψε την προσφυγή του, επισημαίνοντας όχι ισχύει η απόφαση του Riga Regional Court, που εκείνη επιβάλλει στέρηση άδειας, και δεσμεύει. Ο προσφεύγων εφεσίβαλε εκείνη τη δικαστική απόφαση, και ήταν μέχρι τον Απρίλη του 2012 που το ανώτερο διοικητικό δικαστήριο  εξέδωσε τη δική του απόφαση επί της έφεσής του, όπου διατήρησε (αναμενόμενα) την ίδια θέση ότι ισχύει η απόφαση του Riga Regional Court η οποία προέκυψε μετά από έφεση του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος, σε αντίθεση με τον διοικούμενο που μπορεί να εφεσιβάλλει εντός χρονικού περιορισμού, ο ίδιος δεν έχει χρονικό περιορισμό στο δικό του δικαίωμα έφεσης. Ό,τι απασχολεί, όμως, προέκυψε στο μεσοδιάστημα, κατά την εκκρεμοδικία της εν λόγω έφεσης.

Το επαναλαμβανόμενο αδίκημα: Εκκρεμούσης της προαναφερόμενης έφεσης (δηλαδή πριν από τον Απρίλη του 2012), επειδή ο προσφεύγων συνέχισε να οδηγεί και εντοπίστηκε εκ νέου από την αστυνομία, εκδόθηκε εκ νέου διοικητική αναφορά από την αστυνομία εναντίον του, ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης χωρίς άδεια οδήγησης, που όταν διαπράττεται κατ’ επανάληψη υπάρχει ξεχωριστή νομική βάση, ήτοι το άρθρο1494(7) του Λετονικού Κώδικα Διοικητικών Αδικημάτων, που προνοεί αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. Συστατικό στοιχείο εκείνου του αδικήματος, του επαναλαμβανόμενου, που έπρεπε να αποδειχθεί, τέθηκε πως ήταν η διάπραξη του αδικήματος της οδήγησης με στερημένη άδεια ήδη μία φορά μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Ο προσφεύγων προσέφυγε εκ νέου δικαστικά εναντίον εκείνης της διοικητικής αναφοράς, ωστόσο η προσφυγή του απορρίφθηκε, με το δικαστήριο να βασίζεται επίσης στην απόφαση του Riga Regional Court που επέβαλε στέρηση της άδειας οδήγησης και στο αδίκημα που διαπράχθηκε μετά από την εν λόγω στέρηση. Ο προσφεύγων εφεσίβαλε, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι, εφόσον εκκρεμούσε η έφεσή του σε σχέση με το πρώτο αδίκημα (ότι οδηγούσε χωρίς άδεια/με στερημένη άδεια), το οποίο συνιστά το συστατικό στοιχείο του νέου αδικήματος που προϋποθέτει την επανάληψη και την υποτροπή, δεν θα μπορούσε να θεωρείται ότι διέπραξε το επαναλαμβανόμενο αδίκημα ή ότι είναι υπότροπος, επομένως η διαδικασία θα έπρεπε είτε να διακοπεί είτε να ανασταλεί. Σε αυτή την περίπτωση, τα διοικητικά δικαστήρια έλαβαν τη θέση πως το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεση, δεν αναιρεί τη δυνατότητα διάπραξης του επαναλαμβανόμενου αδικήματος, το οποίο βασίζεται σε απόφαση, η οποία, ασχέτως εάν εφεσιβλήθηκε, ισχύει και δεσμεύει και με βάση αυτήν ο προσφεύγων θεωρείται ότι δεν έχει την άδεια να οδηγεί. Συναφώς, η έφεση εναντίον απόφασης που στερεί την άδεια οδήγησης δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Το ΕΔΔΑ, όμως, είχε άλλη προσέγγιση.

Το άρθρο 6 § 2 διασφαλίζει το δικαίωμα του προσώπου να τεκμαίρεται αθώο μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με τον νόμο. Ως διαδικαστική εγγύηση, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, το τεκμήριο της αθωότητας επιβάλλει προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού, όπως, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το βάρος απόδειξης, τα νομικά τεκμήρια γεγονότων και νόμων, το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης, τη δημοσιότητα πριν από τη δίκη, τις πρόωρες εκφράσεις από το δικαστήριο ή τις δημόσιες αρχές σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, κ.λπ. (βλ. Allen v. the United Kingdom [GC], αρ. 25424/09, § 93, ECHR 2013, και τις παραπομπές της). Το άρθρο 6 § 2 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις όπου μία δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαδικασίας, που συνδέεται με μια άλλη δικαστική ποινική διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του προσώπου, θα μπορούσε να έχει επιβάλει μια πρόωρη αξιολόγηση της ενοχής του προσώπου (βλ. El Kaada v. Germany, αρ. 2130/10, και  Böhmer v. Germany, αρ. 37568/97 όπου διακόπηκε η αναστολή της ποινικής φυλάκισης επειδή διαπράχθηκε νέο αδίκημα, ενώ για το νέο αδίκημα εκκρεμούσε ακόμα ποινική διερεύνηση και Hajnal v. Serbia, αρ. 36937/06, όπου εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες είχαν ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής ως επιβαρυντικός παράγοντας, και Perica Oreb v. Croatia, αρ. 20824/09, όπου η κράτηση πριν από τη δίκη είχε επεκταθεί στη βάση και άλλης καταδίκης αναφορικά με την οποία εκκρεμούσε έφεση). Το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται και εάν μια δικαστική απόφαση ή μια δήλωση δημόσιας αρχής αναφορικά με έναν κατηγορούμενο αντανακλά την άποψη ότι αυτός είναι ένοχος πριν να αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με τον νόμο. Υπάρχει τέτοια παραβίαση ακόμα και στην απουσία επίσημου ευρήματος, όταν προκύπτει πως υπάρχει λόγος για τον οποίο το δικαστήριο ή η δημόσια αρχή θεωρεί τον κατηγορούμενο ένοχο. Νοείται ότι η πρώιμη έκφραση από το ίδιο το Δικαστήριο τέτοιας άποψης εκθεμελιώνει αυτό το τεκμήριο (βλ. μεταξύ άλλων Matijašević v. Serbia, αρ. 23037/04 και Mugoša v. Montenegro, αρ. 76522/12). Η σημασία του τεκμηρίου της αθωότητας έγκειται στο ότι αυτό μπορεί να ανατραπεί μόνο με τελική καταδίκη σύμφωνα με τον νόμο. Αυτό δεν παύει να υφίσταται στις εφετειακές διαδικασίες επειδή ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό (βλ. Konstas v. Greece, αρ. 53466/07).

Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές επί των δεδομένων της υπόθεσης, το ΕΔΔΑ, είχε επισημάνει, μεταξύ άλλων, ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης πως για τη στοιχειοθέτηση του επαναλαμβανόμενου αδικήματος θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο προσφεύγων ήταν ένοχος για το προηγούμενο αδίκημα. Αντέτεινε, βέβαια, η Λετονική Κυβέρνηση ότι τα εγχώρια δικαστήρια βασίστηκαν πάνω σε τεκμήριο γεγονότος (έλλειψη δικαιώματος οδήγησης χωρίς άδεια) που αυτό ήταν τελεσίδικο, εφόσον η έφεση που εκκρεμούσε δεν ήταν εναντίον της απόφασης αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Ίσως δεν κατάφερε και η Λετονική Κυβέρνηση να εξηγήσει με τη δέουσα σαφήνεια ότι η διακριτή νομική που βάση υπάρχει, στο Λετονικό δίκαιο, δεν είναι για να καταφαθεί αυτή η διάπραξη του αδικήματος, αλλά για να επιμετρηθεί η ποινή το συγκεκριμένο αδίκημα, λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο της υποτροπής. Αυτό, όμως, το στοιχείο της υποτροπής είναι που συνυφαίνεται, στην προκειμένη περίπτωση, με το τεκμήριο της αθωότητας, γιατί κατά τα λοιπά το ΕΔΔΑ δεν θα διαφωνούσε ότι εάν η καταδίκη του προσφεύγοντος ήταν για το απλό αδίκημα της οδήγησης χωρίς άδεια, χωρίς το στοιχείο της υποτροπής, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Έπειτα, διαδικαστικά βασίστηκαν, τα εγχώρια δικαστήρια, για την κατάφαση του επαναλαμβανόμενου αδικήματος σε ξεχωριστή νομική βάση, στη βάση ξεχωριστής διοικητικής διαδικασίας, αντιμετωπίζοντάς το, νομικά, ακριβώς, ως μια εντελώς διαφορετική ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά. Αναπόφευκτα, ο επίλογος ότι το πρώτο αδίκημα αποτελεί τη βάση της διάπραξης του δεύτερου αδικήματος άφηνε να νοηθεί και ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για το πρώτο αδίκημα πριν να τελεσιδικήσει η καταδίκη του για εκείνο, ασχέτως εάν η έφεσή του μπορεί να ήταν και εξόφθαλμα αβάσιμη.

Το τεκμήριο γεγονότος μπορεί να υπάρχει, δεν απαγορεύεται, αλλά υπό περιστάσεις που δεν αποτρέπουν το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβάλει υπεράσπιση, όπως είχε αποτραπεί στην προκειμένη περίπτωση όσο αφορά τον προσφεύγοντα, όταν κατηγορήθηκε για το επαναλαμβανόμενο αδίκημα. Αυτό που ξένισε τη μειοψηφία είναι πως, διαδικαστικά, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν δικαιούται να οδηγεί χωρίς άδεια οδήγησης και εξακολουθούσε να οδηγεί, επομένως θα μπορούσε να εκληφθεί πως η δυνατότητα της διαδικαστικής εγγύησης, ενώ υφίσταται για τη διασφάλιση της ουσίας, καταλύει τελικά την ουσία, χάριν τήρησης της διαδικαστικής εγγύησης. Από την άλλη, η πλειοψηφία εστίασε και στη συνέπεια του να καταδικαστεί, ο προσφεύγων, όχι απλά για οδήγηση χωρίς άδεια οδήγησης, όπου εκεί δεν θα υπήρχε πρόβλημα, αλλά για επαναλαμβανόμενο αδίκημα που παρουσιάστηκε ως διακριτό αδίκημα, οπότε να του επιβληθεί και μεγαλύτερη χρηματική ποινή αλλά και ποινή φυλάκισης, την οποία έπρεπε να εκτίσει κιόλας πριν τελεσιδικήσει η έφεσή του. Στις υποθέσεις που είχαν εκθέσει αναλύσει τα εγχώρια δικαστήρια, αναφορικά με τα τεκμήρια γεγονότος ή νόμου στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, εστίαζαν στις δικονομικές εγγυήσεις και τα μέσα υπεράσπισης που είχε διαθέσιμα ο κατηγορούμενος για να ανατρέψει τέτοια τεκμήρια (βλ. Falk v. the Netherlands (Δεκ.) αρ. 66273/01; Salabiaku v. France, 7 Οκτ. 1988; Västberga Taxi Aktiebolag and Vulic v. Sweden, αρ. 36985/97; Janosevic v Sweden, αρ. 34619/97; Radio France and Others v. France, αρ. 53984/00 κ.λπ.). Σε αυτές τις υποθέσεις οι κατηγορούμενοι είχαν τα διαθέσιμα μέσα να προβάλουν υπεράσπιση, ωστόσο εκεί όπου οι διαδικαστικές εγγυήσεις για την ανατροπή τέτοιων τεκμηρίων εξέλιπαν, το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζονταν (βλ. Anghel v. Romania, αρ. 28183/03). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως παρουσίασε η Κυβέρνηση, το τεκμήριο γεγονότος ήταν ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει το πρώτο αδίκημα, τα δικαστήρια θεώρησαν ότι δεσμεύονται και από τη διοικητική αναφορά για το πρώτο αδίκημα, και ότι στοιχειοθετείται το επαναλαμβανόμενο αδίκημα ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεση για το πρώτο αδίκημα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μια τέτοια στάση εμπόδιζε τον προσφεύγοντα να προβάλει λόγους ανατροπής αυτού του τεκμηρίου. Παρόλο εν τοις πράγμασι υπέβαλε, θα μπορούσε να υποστηριχθεί από κάποια άλλη οπτική, εφόσον πρόβαλε τη μη τελεσιδικία του πρώτου αδικήματος και απλά τα εγχώρια δικαστήρια δεν την δέχθηκαν, ως λόγο που δημιουργεί έστω αμφιβολία για τη συνδρομή του συγκεκριμένου συστατικού στοιχείου.

——————

Coleman, M. (2017). Human right or mere procedure? The presumption of innocence at the International Criminal Court. In: Righting Wrongs: Enforcing Human Rights, Administering International Criminal Justice Conference. London: University of Westminster.

Lippke, R.L. (2016). Taming the Presumption of Innocence. New York: Oxford University Press.

Malcai, O. & Levine-Schnur, R. (2017). When procedure takes priority: A theoretical evaluation of the contemporary trends in criminal procedure and evidence law. Canadian Journal of Law & Jurisprudence, XXX (1), 187-213.

Tadros, V. (2006). Rethinking the presumption of innocence. Criminal Law and Philosophy, 1, 193-213.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.