Το έργο της μετάφρασης

Η συζήτηση άρχισε, λοιπόν, από τον όρο «bias». Η εντύπωση είναι πως η λέξη «bias» στα ελληνικά, για να αποδοθεί ως «μεροληψία» (όπως όντως συχνά αποδίδεται) προϋποθέτει την άσκηση κρίσης ανάμεσα σε διαφορετικές πλευρές (μέρη), όπου θα πρέπει να ληφθεί απόφαση υπέρ ή ενός του άλλου μέρους, εφόσον και η λέξη «μεροληψία» έχει συγκεκριμένο νόημα. Διαφορετικά, προτιμάται η λέξη «προκατάληψη» ή καλύτερα (ηχεί καλύτερα) «προδιάθεση». Κάποιος που είναι «biased» είναι προδιαθετειμένος, δηλαδή έχει διάθεση έναντι σε πρόσωπα, καταστάσεις, κ.λπ. (ορθή ή λανθασμένη) που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων. Μπορεί να είναι προδιαθετειμένος υπέρ ενός μέρους, οπότε τότε και (ή απλά) μεροληπτικός. Παρόλο που υπάρχουν και συνώνυμες αγγλικές λέξεις που μπορούν να αποδώσουν ακριβέστερα το νόημα στην κάθε μία ξεχωριστή περίπτωση (δηλαδή να σημαίνουν καλύτερα το ένα παρά το άλλο), η λέξη «bias» μπορεί να χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις και να σημαίνει είτε το ένα είτε το άλλο (μεροληψία ή προδιάθεση), αναλόγως το πού και πώς χρησιμοποιείται. Κατά την ελληνική απόδοση, ωστόσο, μπορεί να επιλέγεται η κατάλληλη, ανάλογα με αυτό που θέλουμε να πούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες αγγλικές λέξεις, όπου στην αγγλική μπορούν να χρησιμοποιούνται με πιο γενικό τρόπο (αν και μπορεί να υπάρχουν και ειδικότερες), αλλά όταν αποδίδονται στην ελληνική αλλάζει το νόημα, αναλόγως της λέξης που επιλέγεται. «Risk» (ετυμολογικά από το «ρίζα» που, αν και ίσως ελληνική/ριζικό, χρησιμοποιήθηκε από τη λατινική με κάπως διαφορετικό τρόπο/γκρεμός/απότομος βράχος, επομένως επηρεάσε τη γαλλική, ιταλική, ισπανική κ.λπ. ανάλογα) μπορεί να σημαίνει και τον υπαρκτό κίνδυνο (αυτόν που έχει ήδη καταφαθεί ή βεβαιωθεί) και τον πιθανό κίνδυνο (το ρίσκο) και την αφηρημένη διακινδύνευση ή και αβεβαιότητα (ως οικονομικός όρος μπορεί κάτι άλλο).

Η μετάφραση ενός κειμένου από μια άλλη γλώσσα στην ελληνική είναι σύνθετη και πολύ δύσκολη διαδικασία που απαιτεί και ορισμένες δεξιότητες. Είναι επιστήμη (με τη δική της ιστορία και ανάπτυξη) και τέχνη μαζί. Προϋποθέτει την επικοινωνία (όλες τις εκφάνσεις της) και κατανόηση του βαθύτερου νοήματος και ύφους του ξενόγλωσσου λόγου, για να μπορεί να γίνει η κατάλληλη επλογή λέξης και να αποδοθεί το ίδιο νόημα και ύφος στην ελληνική γλώσσα, και με μορφολογικά ή και αισθητικά όμοια ή έστω παραπλήσια αποδεκτό τρόπο. Μερικές φορές υπάρχει η ανάγκη να επιστρατευτεί πολλή (δια)πολιτισμική νοημοσύνη, που προϋποτίθεται, για να μπορέσει να λειτουργήσει το κομμάτι της επικοινωνίας και της κατανόησης (δεν θα αποδοθεί η λέξη «φακελάκι» όταν χρησιμοποείται με την έννοια της δωροδοκίας, στα αγγλικά, από κάποιον που αγνοεί το ελληνικό στοιχείο, ως «small envelope», ένα απλό παράδειγμα). Να αποδομηθεί ο ξενόγλωσσος λόγος με ό,τι αυτός περιέχει και να δομηθεί ένας άλλος, ελληνόγλωσσος, μεταφέροντας, δια του κοινωνού του (μεταφραστή) και όλο το πακέτο του πρωτότυπου. Κάποιες φορές συνανάμε μεταφράσεις που δημιουργούν καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που πρωτότυπου έργου και εκεί είναι που αναγνωρίζουμε τον μεταφραστή ευκολότερα και ως καλλιτέχνη. Για τη μετάφραση ειδικών κειμένων, δηλαδή κειμένων που αφορούν σε ειδικούς τομείς και δεν εκφράζουν λόγο καθημερινής ανθρώπινης επικοινωνίας (και μάλιστα σε τυποποιημένη μορφή, χωρίς τις ενδογλωσσικές αλλοιώσεις της προχειρότητας της επικοινωνίας), χρειάζονται και γνώσεις εκείνου του αντικειμένου (π.χ. νομική). Γι’ αυτό και η μετάφραση συνιστά, και νομικά, έργο (παράγωγο), προϊόν διάνοιας, που προστατεύεται, όταν (προϋπόθεση) υπάρχει η πνευματική και δημιουργική συμβολή του μεφραστή και πληρούνται και κάποιες άλλες προϋποθέσεις (π.χ. πρωτοτυπία, που αποτελεί και ένα ιδιόμορφο κριτήριο στις περιπτώσεις της μετάφρασης, ή και κάποιο δημιουργικό ύψος).

Δεν αποτελεί προστατευόμενο έργο, φυσικά, η αυτόματη μετάφραση, αυτή που θα μπορούσε, όντως, να αποδώσει τη λέξη “bias” ή τη λέξη “risk” με τρόπους που μπορεί να μην είναι απόλυτα χρήσιμοι. Η αυτόματη μετάφραση με ηλεκτρονικά μέσα τη σημερινή εποχή (και τα πολλά χαριτωμένα παραδείγματα τέτοιων μεταφράσεων με τα οποία ενδεχομένως οι περισσότεροι να χαμογελάσαμε) ανέδειξε, ίσως, και σε καλύτερο βαθμό, τη σημασία αυτού που ο Nida (και όχι μόνο) περιέγραφε κάποτε ως «δυναμική ισοδυναμία», δηλαδή την ανάγκη να εξισορροπούν οι εξωγλωσσικές επικοινωνιακές επιπτώσεις. Επικοινωνιακή ή νοηματική ισοδυναμία, που δεν αναθεματίζει αναγκαστικά την ανάγκη και για κυριολεξία, αναλόγως και του προορισμού ή του στόχου της γλώσσας. Το να μεταφραστεί λογοτεχνία διαφέρει, μάλλον, από το να μεταφραστεί κανόνας δικαίου, χωρίς να σημαίνει ότι και στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να αφεθεί η απόλυτη κυριολεξία (που κι αυτή μπορεί να γίνεται αντιληπτή ως συστηματική πιστότητα ή ακρίβεια) να αλλοιώσει το πραγματικό νόημα και τον ίδιο τον σκοπό (τη ζωή) του πρωτότυπου κανόνα δικαίου.

Τουλάχιστον στο δίκαιο της Κύπρου, μετά την ανεξαρτησία, είχαμε πολλά παραδείγματα κακών μεταφράσεων νόμων ή κανονισμών από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική γλώσσα. Αλλά και σήμερα μπορούν να εντοπίζονται ακόμα μεταφράσεις αποσπασμάτων από αγγλόγλωσσες δικαστικές αποφάσεις ή και απευθείας χρήση τους χωρίς παράθεση της μετάφρασης, με τρόπο που μπορεί να προκύπτει αλλοίωση του όλου νοήματος του πρωτότυπου λόγου ή και ο ίδιος ο σκοπός του. Εκεί ανοίγεται και ένας δρόμος να εξετάσει, κανείς, με προσοχή, τη (σκόπιμη ή άσκοπη και απλά ατυχή) πιθανή δικαιική αλλοίωση και τη συμβολή της μετάφρασης σε αυτήν. Και στη δικαστική διερμηνεία, εάν έτσι θα μπορούσε να εννοιοδοτηθεί η προφορική μετάφραση που γίνεται μία αφορά στο δικαστήριο, για τους σκοπούς της διαδικασίας, είναι πεδίο όπου μπορεί να εντοπίσει, κανείς, αλλοιώσεις, εάν γνωρίζει τις εμπλεκόμενες γλώσσες και κάτσει να παρακολουθήσει, ειδικότερα όταν χρησιμοποιούνται και ειδικοί όροι, τους οποίους ο διερμηνέας, ευλόγως, αγνοεί (πηγαινοέρχονται στη μνήμη θολά διάφορα παραδείγματα). Ένας τομέας που θα πρέπει να βελτιωθεί ενδεχομένως ή αναφορικά με τον οποίο χρειάζονται κάπως καλύτερες διαδικαστικές εγγυήσεις.

Υπάρχουν διερμηνείς, οι γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες των οποίων πραγματικά ξεχωρίζουν έως εντυπωσιάζουν, ανάγοντας την ιδιότητά τους και σε ιδιαίτερο ταλέντο. Σκεφτόμουν κάποτε πως δεν θα μπορούσα να ήμουν οποτεδήποτε διερμηνέας· δεν έχω το «χάρισμα» να προβαίνω αυτόματα ή γρήγορα σε όλη τη διανοητική διεργασία που σχετίζεται με τη διερμηνεία (είναι κάτι που βρίσκω ιδιαίτερα εξαντλητικό, οπότε προτιμάται η επικοινωνία στη μία ή στην άλλη γλώσσα μόνο, χωρίς εναλλαγές και βασικά χωρίς ενεργοποίηση των συγκεκριμένων ψυχοπνευματικών λειτουργιών, που όμως είναι πολύ ευκολότερη σε άλλους ανθρώπους, με διαφορετικά χαρακτηριστικά), παρόλο που αγαπώ τη μετάφραση του γραπτού λόγου, ειδικά του νομικού λόγου, και ό,τι εμπερικλείει η όλη διαδικασία, που έχει φυσικά διαφορετικούς (πιο ήσυχους) ρυθμούς. Υπάρχουν διερμηνείς που κινούνται στο άλλο άκρο και αποδίδουν μόνο το νόημα χωρίς πιστή ή ακριβή μετάφραση, για να απαμβλύνουν τις δυσκολίες της καλής διερμηνείας, που ίσως προϋποθέτει και συγκεκριμένο τρόπο εγκεφαλικής λειτουργίας, πέρα από την πολλή πρακτική εξάσκηση και πείρα.

Μένοντας στη μετάφραση, στις περιπτώσεις μετάφρασης από την μια ξένη γλώσσα, αλλά από διαφορετικό δικαιικό πολιτισμό (χωρικά ή χρονικά), συναντώνται πολλές πραγματολογικές διαφορές, όροι διαδικασιών ή νοήματα άγνωστα στο εγχώριο ή σύγχρονο δίκαιο, για να μπορούν να αποδοθούν με οποιοδήποτε καλό τρόπο (χωρίς να διατηρθεί παρενθετικά ο αυτούσιος όρος), χωρίς  να παραπέμπουν και σε κάτι άλλο, διαφορετικό. Διεισδύει, τότε, κανείς, και στη μελέτη αυτών των πραγματολογικών διαφορών, εισέρχεται σε εδάφη ιστορικής ή συγκριτικής μελέτης, αισθάνεται την ανάγκη και την περιέργεια να κατανοήσει. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να θεωρούμε ότι έχει ήδη επισφραγιστεί συγκεκριμένο μετάφρασμα (π.χ. από το ΔΕΕ ή από διαδεδομένη θεωρία), οπότε υπάρχει και ένας κομπασμός στη χρήση κάποιου άλλου. Έτσι μπορεί να πει, κανείς, επιστρέφοντας και στο «bias», στην αρμορμή, ότι ο τάδε το μετέφρασε το «bias» ως «μεροληψία», άρα αυτό είναι, ειδικά σε πιο θεματικές περιπτώσεις (π.χ. ψυχολογία).

Κάπως έτσι, γεφυρώνοντας αυτή τη διαφορά στην ενδιαφέρουσα συζήτηση, ας πούμε επαναδιατυπώνοντας ότι, από νομικής πλευράς, η λέξη «bias», στα ελληνικά, για να αποδοθεί ως «μεροληψία», προϋποθέτει την άσκηση κρίσης ανάμεσα σε διαφορετικές πλευρές (μέρη), όπου θα πρέπει να ληφθεί απόφαση υπέρ ή ενός του άλλου μέρους. Διαφορετικά, προτιμάται η λέξη «προκατάληψη» ή καλύτερα (ηχεί καλύτερα) «προδιάθεση». Κάποιος που είναι «biased» είναι προδιαθετειμένος, δηλαδή έχει διάθεση έναντι σε πρόσωπα, καταστάσεις, κ.λπ. (ορθή ή λανθασμένη) που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων. Μπορεί να είναι προδιαθετειμένος υπέρ ενός μέρους, οπότε τότε και (ή απλά) μεροληπτικός. Από κάποια οπτική, κάποιου άλλου επαγγελματία, μπορεί να μην κρίνεται απαραίτητο να γίνει οποιοσδήποτε επιμέρους διαχωρισμός ή να έχει επισφραγιστεί η ελληνική απόδοση με άλλο τρόπο, που λειτουργεί ως κοινός κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα σε συγκεκεριμένη ομάδα επαγγελματιών, και αυτό το επισφραγισμένο μετάφρασμα είναι σε κάθε περίπτωση για το «bias» η «μεροληψία», και είναι γνωστό σε τι αυτή (η «μεροληψία») αναφέρεται, χωρίς ανάγκη διευκρίνισης πέρα από την παράθεση και του αυτούσιου όρου (bias).

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.