Ο εξαναγκασμός στη ψυχική υγεία (το άρθρο 36) – απόσπασμα

 

(απόσπασμα)

Στη σημερινή εποχή το ζήτημα της υποχρεωτικής ή αναγκαστικής ψυχιατρικής νοσηλείας χρήζει διαφορετικής νομικής αντιμετώπισης, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ήδη από το 2017 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) δημοσίευσε εκπαιδευτικό υλικό που καταπιάνεται με διάφορες στρατηγικές που σκοπούν στον τερματισμό του περιορισμού (restrain), του αποκλεισμού (seclusion) και άλλων πρακτικών εξαναγκασμού των ψυχικά ασθενών, και για την εστίαση στην ανάγκη σεβασμού, ανάδειξης και διασφάλισης των δικαιωμάτων τους (WHO/MSD/MHP/17.9).

Όπως υποδεικνύει και ο ΠΟΥ, υπάρχουν διάφορες μορφές περιορισμού (restrain). Ο φυσικός περιορισμός (physical restrain) είναι η συγκράτηση των φυσικών κινήσεων του σώματος του ασθενούς με τη χρήση φυσικών μέσων, όπως της μυϊκής δύναμης του φροντιστή (π.χ. πίεση πάνω στο σώμα του ασθενούς με τα χέρια για να μην κουνηθεί) ή της γλώσσας (π.χ. απειλή ότι εάν βγει από το δωμάτιο, θα υποστεί αρνητικές συνέπειες). Ο φυσικός περιορισμός συχνά ενέχει βία.

Στον μηχανικό περιορισμό (mechanical restrain) παρατηρείται χρήση άλλων αντικειμένων για να επιτευχθεί η συγκράτηση των φυσικών κινήσεων του ασθενούς, όπως ζώνες, σχοινιά, αλυσίδες, ειδικά διαμορφωμένη μπλούζα με μακρύτερα μανίκια που δένουν (straitjacket ή κοινώς «ζουρλομανδύας»), κ.λπ.

Ο χημικός περιορισμός (chemical restrain) αναφέρεται στη χορήγηση φαρμάκων που δεν είναι μέρος θεραπευτικής αγωγής του ασθενούς, αλλά χρησιμοποιούνται για περιορισμό των κινήσεών του και έλεγχο της συμπεριφοράς του. Περιλαμβάνει την ανεπίτρεπτη χρήση καταπραϋντικών ή ψυχοτρόπων όπως βενζοδιαζεπίνες, αντιψυχωσικά και διαγνωστικά αναισθητικά, όπως και τη χορήγηση φαρμάκων μετά από συμπεριφορά που εκλαμβάνεται ως επιθετική ή βίαιη εναντίον εαυτού ή άλλων, για τον έλεγχο ή την ευκολότερη διαχείριση. Όπως αναφέρει ο ΠΟΥ, ενώ πολλές φορές παρατηρείται η χορήγηση φαρμάκων ως εναλλακτικό ή υποκατάστατο της χρήσης μεθόδων φυσικού ή μηχανικού περιορισμού (π.χ. χρησιμοποιούνται φάρμακα για να αποφευχθεί η φυσική ή μηχανική βία), η χορήγηση τέτοιων φαρμάκων δεν συνιστά εναλλακτικό ή υποκατάστατο άλλων μεθόδων περιορισμού, αλλά, η ίδια, μια ακόμα διακριτή μορφή περιορισμού, που ως τέτοια θα πρέπει να θεωρείται και να αντιμετωπίζεται.

Ο αποκλεισμός (seclusion) είναι η απομόνωση του ασθενούς από άλλα άτομα της κοινωνίας ή και της οικογένειάς του, δια του περιορισμού του σε ένα συγκεκριμένο χώρο από τον οποίο απαγορεύεται να φύγει (π.χ. σε ένα δωμάτιο), είτε με τη χρήση κλειδιών είτε με επιβολή απαγόρευσης διαφυγής και απειλή αρνητικών συνεπειών εάν το πράξει.

Συχνότερα ο περιορισμός κι ο αποκλεισμός χρησιμοποιούνται μαζί ή συνδυασμένα, όπως συνδυασμένα χρησιμοποιούνται και διάφορες μορφές περιορισμού. Η ξεχωριστή ανάλυσή τους, όμως, από τον ΠΟΥ, σκοπεί, όπως αφήνεται να νοηθεί, στο να δοθεί η έμφαση ότι καθένα από αυτά συνιστά παρέμβαση σε δικαίωμα του ασθενούς.

Τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να ταυτίζονται, βέβαια, με τα προστατευτικά μέτρα και πρακτικές που είναι αποδεκτές από τον ασθενή και δεν ενέχουν βία αλλά χρησιμοποιούνται με τη συγκατάθεσή του, όπως, για παράδειγμα, το κράτημα του χεριού ή του ώμου του για να μην πέσει, η τοποθέτηση στο κεφάλι του ασθενούς ενός κράνους για να προστατευτεί όταν έχει έντονους σπασμούς, η χρήση ζώνης σε τροχοκάθισμα σε ασθενή με γνωστό ιστορικό πτώσεων, κ.λπ.

Όπως υποδεικνύει ο ΠΟΥ, η μη χρήση πρακτικών περιορισμού ή αποκλεισμού δεν σημαίνει σε οποιαδήποτε περίπτωση επίτρεψη ή μη λήψη διαβημάτων για την παύση μιας ενεργούς κατάστασης όπου κάποιος επιχειρεί να βλάψει τον εαυτό του ή άλλους. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου χρειάζεται η άμεση παρέμβαση και τέτοια θα λαμβάνονταν ανεξαρτήτως εάν το άτομο πάσχει ψυχικά ή όχι. Ό,τι προσπαθεί να θεμελιώσει ο ΠΟΥ είναι αυτό που στη νομική λέγεται αναγκαιότητα και αναλογικότητα.

Αν και ο εξαναγκασμός στη ψυχική υγεία είναι ένα θέμα ευρύτερο, με πολλαπλές πτυχές, στην προκειμένη περίπτωση απασχολεί η ενεργοποίηση μηχανισμού σύλληψης από την αστυνομία και οδήγησης ενός ατόμου, που θεωρείται ψυχικά ασθενής, με το ζόρι, για υποχρεωτική ή αναγκαστική εξέταση ή και νοσηλεία.

Στην Κύπρο, υπάρχει ο περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμος 77(Ι)/97 («ο Νόμος»), που θεσπίστηκε προ εικοσαετίας για να ρυθμίσει την παροχή νοσηλείας σε ψυχικά ασθενείς γενικά, και η τελευταία τροποποίησή του ήταν το 2007. Το πράττει μέσα από 43 άρθρα.

Η έννοια της ψυχικής ασθένειας δεν είναι ίδια σε όλες τις επιστήμες. Αυτό δεν συνιστά αυτοτελώς πρόβλημα, όταν κάθε επιστήμη χρησιμοποιεί την έννοια στο δικό της πεδίο δράσης. Δημιουργεί, ωστόσο, ένα σημαντικό πεδίο προβληματισμού σε περιπτώσεις όπου οι επιστήμες θα πρέπει να συνεργάζονται για συγκεκριμένο σκοπό, όπως τέτοια περίπτωση είναι και η νομική αντιμετώπιση του ψυχικά ασθενούς.

Κατά τον νόμο, «ψυχικά ασθενής» είναι αυτός που πάσχει από «ψυχική διαταραχή». Η «ψυχική διαταραχή», ως έχει την έννοια που δίνει το άρθρο 3 του Νόμου, σημαίνει δηλαδή τη διαταραχή της συμπεριφοράς που οφείλεται σε ψυχική νόσο, η οποία είναι ασύμβατη με τον τόπο, τον χρόνο και την ηλικία του ατόμου στο οποίο εκδηλώνεται.

Με την ανάγνωση αυτού του ορισμού της «ψυχικής διαταραχής», μπορεί να αναρωτηθεί, κανείς, εάν υπάρχει «ψυχική νόσος» συμβατή με τον τόπο, τον χρόνο και την ηλικία. Ολίσθημα, μάλλον, που οφείλεται στη διατύπωση του σημείου αυτού του νόμου. Το δεδομένο πλαίσιο εκδήλωσης (τόπος, χρόνος, ηλικία) αναφέρεται στη διαταραγμένη συμπεριφορά, και όχι στη ψυχική νόσο. Επομένως, ενδιαφέρει η συμπεριφορά που είναι διαταραγμένη και ταυτόχρονα ασύμβατη με αυτό το πλαίσιο, η μη κοινωνικά και αναπτυξιακά καθορισμένη συμπεριφορά. Η οποία, όμως, πρόσθετα, θα πρέπει να οφείλεται σε ψυχική νόσο.

Φαίνεται, όμως, να δημιουργείται μια ευκολία ή ένας εσωτερικός αυτοματισμός διασύνδεσης της ασύμβατης (με το κανονικό πλαίσιο) διαταραγμένης συμπεριφοράς με τη ψυχική νόσο, ή ένα τεκμήριο ότι κάθε διαταραγμένη συμπεριφορά που είναι ασύμβατη με το πλαίσιο αυτό (τόπος, χρόνος, ηλικία), εν ολίγοις κάθε μη κανονική ή αδικαιολόγητη ή κοινωνικά κι αναπτυξιακά ξένη συμπεριφορά οφείλεται σε ψυχική νόσο.

Δεν υπάρχει περαιτέρω νομοθετική ερμηνεία της έννοιας της «ψυχικής νόσου» ούτε η νομοθετημένη έννοια, που δίνει τον νομικό ορισμό, συνδέεται με διαγνωστικά εργαλεία, κλίμακες μέτρησης ψυχικών παθήσεων ή διαγνωστικά και ταξινομικά συστήματα (ICD-10, DSM-IV, DSM-5 η τελευταία τροποποίηση του οποίου έτεινε να καταστήσει σαφές ότι η χρήση του δεν πρέπει να είναι αποκλειστικά και μόνον για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, αλλά για τον καθένα, που καλείται ή προκύπτει και χρειάζεται να σχηματίσει τέτοια κρίση). Τα κριτήρια με βάση τα οποία κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει «ψυχική νόσος» που προκαλεί τη διαταραγμένη – εκτός κοινωνικού κι αναπτυξιακού πλαισίου – συμπεριφορά, παραμένουν, σε κάποιο βαθμό, ασαφή ή παραμένει, εν πάση περιπτώσει, ευρύ περιθώριο στους πιθανούς εφαρμοστές του νόμου (αστυνομία, λειτουργούς κοινωνικής ευημερίας, δικαστές, δικηγόρους, προσωπικούς αντιπροσώπους ασθενών, κ.λπ.) να θεωρούν ή να εκτιμούν διαφορετικά τη ψυχική νόσο.

Το άρθρο 4 επιχειρεί να εννοιοδοτήσει περαιτέρω τη «σοβαρή ψυχική διαταραχή», σε διάκριση από την απλή «ψυχική διαταραχή». Η «σοβαρή ψυχική διαταραχή», κατά τον νομοθέτη, εκδηλώνεται με βιαιότητα και σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά ή (διάζευξη) υφίσταται όταν η κριτική ικανότητα του ασθενούς έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που καθιστά την κράτησή του αναγκαία για την προστασία του ιδίου και άλλων που είναι πλησίον του. Η σοβαρή ψυχική διαταραχή, κατά το άρθρο 4(β), δικαιολογεί και υποχρεωτική νοσηλεία. Τώρα, αντιπαραβάλλοντας την έννοια της απλής ψυχικής διαταραχής με τη σοβαρή ψυχική διαταραχή, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν για την απλή ψυχική διαταραχή, αλλά τα στοιχεία της βιαιότητας και της σοβαρής αντικοινωνικότητας ή της μεγάλης επιδείνωσης της κριτικής ικανότητας, ώστε να δημιουργείται κίνδυνος, φαίνεται να επαρκούν για την εννοιολογική διαφοροποίηση. Προφανώς, τα ερείσματα αυτά του νομοθέτη (βιαιότητα, αντικοινωνικότητα, κίνδυνος) είναι κοινωνικής προέλευσης ή παρατηρούν την κοινωνικότητα της συμπεριφοράς του ατόμου ως βάση εννοιοδότησης της «σοβαρής ψυχικής διαταραχής».

Ο Κυπριακός Νόμος ρυθμίζει τόσον την προαιρετική ψυχιατρική νοσηλεία όσο και την υποχρεωτική ή αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία.

Παρόλο που ο Νόμος, λόγω και της έκτασής του, δια του άρθρου 39 σε δευτερογενή νομοθεσία για τη λεπτομερέστερη ρύθμιση αρκετών ζητημάτων, φαίνεται ότι αυτή η εργασία δεν γίνεται με κάποιους γρήγορους ρυθμούς. Με Οδηγίες που περιλήφθηκαν στην Κ.Δ.Π. 267/99 κηρύχθηκαν κέντρα παροχής ψυχιατρικής νοσηλείας με βάση τον Νόμο, ως συνήθη κέντρα ή ασφαλούς κράτησης. Με τους περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 245/15) προβλέφθηκαν διάφορα έντυπα που απαιτούνταν για την εφαρμογή προβλεπόμενων διαδικασιών.

Για τις ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες με βάση τον Νόμο, υπάρχουν οι περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2009, που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 40 του Νόμου, η τροποποίηση των οποίων, το 2017, ήταν ως προς τα τέλη του Παραρτήματος Β.

Η αναγκαστική ή υποχρεωτική ψυχιατρική νοσηλεία είναι αυτή που γίνεται χωρίς τη βούληση και συγκατάθεση αυτού στον οποίον αφορά. Προϋποθέτει τη σύλληψή του και κατ’ επέκταση τον περιορισμό της του προσωπικής ελευθερίας, για κάποιο χρονικό διάστημα την κοινωνική του απομόνωση, την υποβολή του σε αναγκαστική ψυχιατρική εξέταση και μετέπειτα ενδεχομένως σε νοσηλεία. Συνηθέστερα, η σύλληψη ενός ατόμου το οποίο προορίζεται να οδηγηθεί σε αναγκαστική ψυχιατρική εξέταση είναι επεισοδιακή και αφήνει πίσω της τραγικές σκηνές.

Στο άλλο άκρο, υπάρχει το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία, τη αυτονομία, την αυτοδιάθεση, τον σεβασμό της προσωπικότητας και η αξιοπρέπεια. Υπό κανονικές συνθήκες είναι ευκολονόητο ότι δεν επιτρέπεται η αναγκαστική ή υποχρεωτική ψυχιατρική νοσηλεία. Ότι η εξαιρετική επίτρεψή της προϋποθέτει παρέμβαση σε αυτά τα δικαιώματα του ασθενούς, ο σεβασμός των οποίων συνιστά πρωτίστως υποχρέωση του ιατρού. Όμως, ενώ η διασφάλιση της ισορροπίας αυτής είναι συνήθως ζήτημα ιατρικού δικαίου και ηθικής και είναι περισσότερο ελεγχόμενη κατάσταση, η πρόσθετη διάσταση, που ξεφεύγει από το «ασφαλές» αυτό πεδίο, είναι αφενός το να αιτείται κάποιος προσωπικός αντιπρόσωπος ή η αστυνομία ή κοινωνικός λειτουργός, μη ιατρός αλλά βάσει ψυχιατρικής μαρτυρίας, όπου υπάρχει, από το Δικαστήριο, την αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία κάποιου άλλου προσώπου, κατά τα άρθρα 9 και 10  του  Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου 77(Ι)/97, οπότε να εκδίδεται το γνωστό «mental» (του οποίου συχνά προηγείται ή συνυπάρχει στην ίδια αίτηση και διάταγμα για αναγκαστική ψυχιατρική εξέταση), αφετέρου το να μην παρεμβαίνει καθόλου ούτε Δικαστήριο, αλλά να γίνεται χρήση του άρθρου 36 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου 77(Ι)/97.

Το άρθρο αυτό, που απασχόλησε πρόσφατα (με ένα όχι τόσο ευχάριστο τρόπο), δίνει την εξουσία σε έναν αστυνομικό, σε περίπτωση που περιπέσει στην αντίληψή του ότι πρόσωπο, λόγω της συμπεριφοράς του, διαταράσσει τη δημόσια τάξη και δημιουργεί εύλογη υποψία ότι αυτό πάσχει από ψυχική διαταραχή και ότι χρήζει άμεσης φροντίδας, προσοχής και ελέγχου, για σκοπούς προστασίας του προσώπου αυτού ή άλλου προσώπου, να το συλλάβει και να το μεταφέρει πάραυτα σε κέντρο ασφαλούς νοσηλείας και αν αυτό είναι ανέφικτο σε άλλο χώρο ασφαλούς νοσηλείας, όπου εξετάζεται από ψυχίατρο και ακολουθείται, εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του, η ίδια διαδικασία ως να επρόκειτο για υποχρεωτική νοσηλεία. Σε αυτή την περίπτωση, ούτε εμπλοκή Δικαστηρίου υπάρχει, ούτε ψυχιατρική μαρτυρία, αλλά επαρκεί η εκτίμηση του αστυνομικού, ότι το άτομο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη, αφενός είναι ψυχιατρικός ασθενής, αφετέρου συνιστά κίνδυνο, ώστε να προβεί σε σύλληψη, για τον λόγο αυτό χωρίς ένταλμα, και σε άμεση μεταφορά του για υποχρεωτική ψυχιατρική νοσηλεία. Για να υποκαθίσταται η «κανονική» διαδικασία υποχρεωτικής ψυχιατρικής νοσηλείας από αυτήν, με ειδοποιό διαφορά, στην όλη ρύθμιση, τη διατάραξη της κοινής ησυχίας από τον υποτιθέμενο ψυχιατρικό ασθενή, προϋποτίθεται σαφώς η διατάραξη της κοινής ησυχίας να είναι σε τέτοιο βαθμό σοβαρή, ώστε να μην αφήνει καμία απολύτως αμφιβολία αφενός ότι αυτή συνδέεται με προφανή ψυχιατρική πάθηση, αφετέρου ότι η ενεργοποίηση της εν λόγω διαδικασίας συνιστά και τη μόνη δυνατή παρέμβαση, με όρους αναγκαιότητας και αναλογικότητας, για να αποτραπεί ο κίνδυνος που πρόσθετα προκύπτει εκ της τεκμαιρόμενης, λόγω της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, ψυχιατρικής πάθησης. Ο «κίνδυνος» είναι να υπάρξει τελικά διάψευση της συνδρομής ψυχιατρικής πάθησης, όταν τελικά ο συλληφθείς εξεταστεί.

Στο ηθικονομικό πεδίο, αν και ο λόγος διαφόρων φιλοσόφων έχει εμπνεύσει την πιο δικαιωματική προσέγγιση του ζητήματος (Kant, 1989, 1993; Rawls, 1971), μια πιο σύγχρονη ηθικονομική προσέγγιση βρίσκει βάσεις στο έργο On Libery του John Stuart Mill (Mill, 1985) και παρέχει δικαιολογίες για τον μη σεβασμό των αποφάσεων του ασθενούς όταν εκείνος στερείται ικανότητας λήψης αποφάσεων και όταν υπάρχει κίνδυνος για τον ίδιο ή τους άλλους. Ο Mill δίνει το παράδειγμα του περιπατητή που πάει να πατήσει πάνω σε μια γέφυρα έτοιμη να καταρρεύσει υπό το σωματικό του βάρος με κίνδυνο τον θάνατό του, και ο παρατηρητής, που δεν έχει τον χρόνο να τον προειδοποιήσει, τον σπρώχνει για να βγει εκτός πορείας, σπρώξιμο που εν πρώτοις ενοχλεί τον περιπατητή, στην εξήγηση των λόγων του, όμως, βρίσκει ηθικονομικό αντιστάθμισμα. Στο παράδειγμα του Mill, όμως, ο ανίκανος να λάβει απόφαση εάν θα πατήσει στη γέφυρα ή όχι με δεδομένες τις συνέπειες λόγω άγνοιας, αποδέχεται εκ των υστέρων την ηθικονομική υπεροχή του σπρωξίματος από τον παρατηρητή, όταν πλέον λαμβάνει γνώση των δεδομένων και αίρεται η άγνοιά του. Ισχύει τότε αυτό που οι Alexander, Bursztajn, Brodsky, Hamm, Gutheil & Levi (1991) περιέγραψαν ως «‘thank youtheory of civil commitment». Μπορεί, άραγε, η άγνοια, στο παράδειγμα του Mill, να συγκριθεί με την ύπαρξη ψυχιατρικής πάθησης, και να λεχθεί ότι η τελευταία προκαλεί, κατά κάποιον τρόπο, άγνοια των πραγματικών δεδομένων ή των διαστάσεών τους, τέτοια, που, εάν παρέλθει η πάθηση ή εάν δεν υπήρχε καθόλου, θα υπήρχε και διαφορετική ηθικονομική θεώρηση; Πόσο καλά γνωρίζει ο παρατηρητής τον παρατηρητή για να μπορεί να κρίνει, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ότι το σπρώξιμό του, ήταν στην πραγματικότητα επιθυμητό και προς το καλύτερο συμφέρον του περπατητή; Κι αν η εκ των υστέρων πληροφόρηση του περιπατητή δεν του αλλάξει την ηθικονομική θεώρηση, κάτι που εκ των προτέρων δεν μπορεί να γνωρίζει ο παρατηρητής αλλά το πιστεύει ή και το ευελπιστεί, εάν επέλθει λοιπόν διάψευση του παρατηρητή, μένει τότε η παρέμβαση του παρατηρητή ως αδικαιολόγητη ή και πάλι είναι δικαιολογημένη και απλά ο περιπατητής δικαιούται να επιχειρήσει ξανά να πατήσει στην υπό κατάρρευση γέφυρα χωρίς παρέμβαση από τον παρατηρητή; Εκεί, λοιπόν, βρίσκεται όλη η ηθικονομική δυσκολία, στην εκ των υστέρων διάψευση, όπως και στην περίπτωση της υποχρεωτικής ψυχιατρικής νοσηλείας, στη διαπίστωση του ψυχιάτρου, όπου τελικά οδηγείται το άτομο μετά από mental ή εφαρμογή του άρθρου 36, ότι το άτομο αυτό δεν συνιστά κίνδυνο για τον εαυτό του ή τους άλλους και δεν χρήζει νοσηλείας.

Εν πάση περιπτώσει, διεθνώς, βρίσκουμε νομικές ρυθμίσεις πάνω σε μια κοινή βάση, αυτή της εξαιρετικής επίτρεψης τέτοιας αναγκαστικής ψυχιατρικής νοσηλείας, όταν υπάρχει ψυχιατρική κατάσταση που δημιουργεί τεκμήριο επηρεασμένης ικανότητας λήψης αποφάσεων, και παράλληλα συνοδεύεται από κίνδυνο για τον ίδιο τον ασθενή ή για τους άλλους (Tasman, Kay & Lieberman, 1997).  Η διασύνδεση της ψυχιατρικής κατάστασης του ατόμου με τον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στον εαυτό του ή στους άλλους, προϋποθέτει, λογικά, τον βαθμό σοβαρότητάς της, ώστε να μπορεί να παράγει και το τεκμήριο νομικής ανικανότητας.

Αντίστοιχα, επιχειρήματα νομικών που υποστηρίζουν ότι η επιλεγόμενη και συνειδητή αυτοκτονία ή ευθανασία συνιστά δικαίωμα απορρέον από το δικαίωμα ελευθερίας ή αυτονομίας ή αυτοδιάθεσης του ατόμου, βρίσκουν εμπόδια, μεταξύ πολλών άλλων, και στην ύπαρξη ψυχιατρικής πάθησης που, κατά τεκμήριο, αποτρέπει την αξιολόγηση της ενέργειας ως άσκηση δικαιώματος τη δεδομένη στιγμή και υπό την επενέργεια που προκαλεί η ίδια η ύπαρξή της (Benrubi, 1992; Baile, Dimaggio, Schapira & Janofsky, 1993), ρίχνοντας το βάρος απόδειξης, ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο αυτό, στον ασθενή, με τρόπο που ενδεχομένως να μην μπορεί κιόλας να ικανοποιηθεί εύκολα ή τελικά.

(…συνεχίζεται)

—————-

Baile, W., Dimaggio, J., Schapira, D. & Janofsky, J. (1993) The request for assistance in dying: the need for psychiatric consultation. Cancer 72, 2786–2791.

Benrubi, G. (1992) Euthanasia: the need for procedural safeguards. New England Journal of Medicine 326, 197–198.

Kant, I. (1989) Foundations of the Metaphysics of Morals (μετάφρ. Beck L.). New York: Macmillan Publishing.

Kant, I. (1993) Critique of Practical Reason (μετάφρ. Beck L.). New York: Macmillan Publishing.

Mill, J. (1985) On Liberty. Now York: Penguin.

Rawls, J. (1971) A Theory of Justice. Cambridge: Harvard University Press.

Tasman, A., Kay, J. & Lieberman, J. (1997) Psychiatry. Philadelphia: Harcourt Brace.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.