«Εγκλωβισμένοι αγοραστές»: Περιμένοντας ένα εσωτερικό δικαστικό πιλότο

 

Η φαυλότητα

Στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν καταχωρισμένα, επί ενός ακινήτου, και υποθήκη και πωλητήριο συμβόλαιο, λόγω της αντίθετης φύσης αυτών των δύο βαρών, όταν ο ενυπόθηκος πιστωτής επιχειρεί πλειστηριασμό με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, θα ανακόπτεται, σχεδόν πάντα, από τον φερόμενο ως αγοραστή (ειδικά εάν δεν ήταν ο ίδιος ο δανειολήπτης), και όταν ο αγοραστής επιχειρεί μεταβίβαση με βάση το Μέρος VIB του ιδίου Νόμου, θα ανακόπτεται σε ορισμένες περιπτώσεις από τον ενυπόθηκο πιστωτή. Παρόλο που και οι Τράπεζες, δια του Συνδέσμου τους, δεσμεύονταν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο ότι δεν θα παρεμπόδιζαν μεταβιβάσεις σε εγκλωβισμένους αγοραστές (έναντι άλλων νομοθετικών «ευεργετημάτων»), σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκαστικά ανακόπτουν τις μεταβιβάσεις, είτε όταν το Μέρος VIB τυγχάνει κατάχρησης ή και λανθασμένης εφαρμογής, είτε (πρακτικότερα) σε κάθε περίπτωση όπου δεν έχουν πάρει χρήματα οι ίδιες και ο αγοραστής τους ήταν «ξένος». Κι αυτό το μοτίβο των εκατέρωθεν ανακοπών, όταν και ο ενυπόθηκος πιστωτής και ο αγοραστής επιμένουν στα βάρη τους, θα επαναλαμβάνεται μέχρι ένα από τα δύο συγκρουόμενα βάρη να υποχωρήσει ή να εξουδετερωθεί.

Παρόλο που η σύγκρουση αυτή είναι διαχρονική και παντού υφίσταται, και υπήρχαν από πάντα νόμιμοι τρόποι για να υπαναχωρήσει η υποθήκη με ικανοποίηση του ενυπόθηκου πιστωτή που θα απαλλάξει το ακίνητο ή αυτή να μεταφερθεί επί του τίτλου που θα αποκτηθεί από τον νέο ιδιοκτήτη (ως εμπράγματο βάρος που ακολουθεί το πράγμα, ασχέτως της αλλαγής των προσώπων), το Μέρος VIΒ του Νόμου, όπως εξελίχθηκε (γιατί αρχικά το άρθρο 44ΙΣΤ άλλα προνοούσε), έτεινε στο να εκτελούνται όλες οι κατατεθειμένες συμβάσεις πώλησης, ανεξαρτήτως του πώς και πότε καταχωρίστηκαν, χωρίς ικανοποίηση των προγενέστερων εμπράγματων απαιτήσεων από οποιονδήποτε, αρκεί μόνον εκείνες να είναι έγκυρες ως συμβάσεις πώλησης και να έχουν εξοφληθεί οι συμβαλλόμενοι πωλητές. Ακόμα κι αν με την Ειδοποίηση «ΙΕ» και σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ(2), η πρόθεση και εν τέλει διενέργεια της μεταβίβασης προβλέπεται να γίνεται με «απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης», οι έννοιες του άρθρου αυτού καμία ερμηνευτική επικοινωνία έχουν, στην πράξη, με τις αντίστοιχες έννοιες και διαδικασίες της «απαλλαγής», «εξάλειψης» ή «ακύρωσης» της υποθήκης, όπως προβλέπονται στα άρθρα 23(2), 34, 35 και 36 του ιδίου Νόμου.

Με τη διακοπή ενός πλειστηριασμού με βάση το Μέρος VIA του Νόμου απλά θα διεξαχθεί άλλος, εφόσον η υποθήκη είναι εκεί και εφόσον και ο πλειστηριασμός συνιστά επίσης νόμιμο δικαίωμα. Με την ενεργοποίηση του Μέρους VIB του Νόμου η μεταβίβαση κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει, εάν δεν συντρέχει προβλεπόμενος λόγος να μην γίνει, εφόσον αυτή ήταν η νομοθετική προτίμηση καλώς ή κακώς, και η σύμβαση πώλησης και η εγγραφή της είναι εκεί. Και παράνομη ή μη νόμιμη να είναι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να μεταβιβάσει στον αγοραστή, και αντισυνταγματικός να είναι ο Νόμος, η σύμβαση πώλησης και η εγγραφή της θα είναι εκεί. Στη βαθύτερη σύγκρουση, ο ενυπόθηκος πιστωτής θα θέλει να κατάσχει και να εκποιήσει και ο φερόμενος ως αγοραστής να λάβει τίτλο και να απολαμβάνει όλα τα στοιχεία της κυριότητας του ακινήτου χωρίς να πληρώσει τον ενυπόθηκο πιστωτή (επειδή πλήρωσε τον πωλητή, ο οποίος δεν ικανοποίησε τον εμπράγματο πιστωτή). Ούτε το Εφετείο του Μέρους VIA ούτε το Εφετείο του Μέρους VIB θα διαγνώσουν ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων τους.

Τα προβλήματα θα μπορούσαν να ήταν ίσως λιγότερα εάν εξακολουθούσε να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της «προστασίας αγοραστή», εάν εκείνη ήταν όντως μια οικονομικοκοινωνικά αναγκαία έκτακτη παρέμβαση για να επιλυθεί ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, παρά να εγκαθίσταται στο δίκαιο ως μόνιμος θεσμός με τις ανεξέλεγκές του διαστάσεις. Η φαυλότητα προκύπτει μάλλον από αυτή τη μονιμότητα, που συνιστά μηχανισμό εξουδετέρωσης χρεών.

Η αδιαφορία ή η αδράνεια

Η προσφυγή στη δικαιοσύνη για τη διασφάλιση του τίτλου του καθενός θα έπρεπε να γίνεται με την πρώτη ευκαιρία. Αγοράζει ένα ακίνητο κάποιος και βλέπει ή μπορεί να δει (γιατί οφείλει να ελέγχει τη νομική του κατάσταση) ότι υπάρχει υποθήκη που συνιστά εμπόδιο εκτέλεσης της δικής του συμφωνίας με μεταβίβαση. Δεν συνεννοείται εκ των προτέρων με τον ενυπόθηκο πιστωτή για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή του και τη δέσμευσή του να απαλλάξει το πωλούμενο ακίνητο από την υποθήκη (πιθανότατα με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης ή μέρους του σε αυτόν), ούτε περιλαμβάνει στη συμφωνία του ρήτρες για να ρυθμίσει την αντιμετώπιση της υποθήκης, εάν προκύψει. Εάν είναι έγκυρη, αυτή η υποθήκη, μπορεί και θα πρέπει να εκτελεστεί, εάν δεν αρθεί οικειοθελώς ή με νόμιμο τρόπο. Εάν είναι άκυρη, θα πρέπει να διαγνωστεί δικαστικά κάτι τέτοιο, ή εάν είναι ακυρώσιμη, να ακυρωθεί. Εάν δεν υπάρχει τέτοια υποθήκευση κατά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης, αλλά κατά την κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο, θα πρέπει να πράξει κάτι, ο αγοραστής, για να διασώσει τη δική του συμφωνία, το κύρος της, ώστε αυτή να μπορέσει να εκτελεστεί επί του (ήδη παραχωρημένου αλλού) ακινήτου. Το ίδιο θα έπραττε, προφανώς, εάν κατά την προσπάθεια κατάθεσης της δικής του σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο διαπίστωνε ότι υπάρχει ήδη κατατεθειμένη άλλη σύμβαση πώλησης για το ίδιο ακίνητο ή έστω δεν θα του ήταν αδιάφορο.

Ή αντίστοιχα, ο ενυπόθηκος πιστωτής διαπιστώνει κάποια στιγμή ότι μέρος του ενυπόθηκου ακινήτου πωλείται και κάτι τέτοιο μπορεί να το διαπιστώσει εάν κατατεθεί η σύμβαση πώλησης στο Κτηματολόγιο (παρόλο που δεν ειδοποιείται από το Κτηματολόγιο) με περιοδικούς ελέγχους επί του ακινήτου. Όταν διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης πώλησης για την οποία ο ίδιος δεν συναίνεσε και δεν έλαβε χρήματα, κάτι θα πρέπει να πράξει, προφανώς, εφόσον δεν συνιστά ένα απλό μεταγενέστερο εμπράγματο βάρος που εξασφαλίζει αξία, αλλά διάθεση της κυριότητας του ενυπόθηκου ακινήτου που με την εγγραφή της συστήνει και διεκδίκηση επί του τίτλου, ουσίας, την οποία η δική του σύμβαση υποθήκευσης απαγορεύει. Θα αναλάβει το ενυπόθηκο χρέος ο νέος κύριος; Αντίστοιχα, ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος 81(Ι)/2011 που ρυθμίζει τη δυνατότητα κατάθεσης μιας σύμβασης πώλησης ακινήτου στο Κτηματολόγιο, για να διασφαλιστεί η δυνατότητα μεταβίβασης του ακινήτου στον αγοραστή (ειδική εκτέλεση της συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης) με βάση τις διατάξεις του, κατέστησε (αν και αργά) ποινικό αδίκημα την από μέρους του πωλητή υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας που ήδη αποτέλεσε αντικείμενο πώλησης που δεν κατατέθηκε από αγοραστή, επιβάλλοντας υποχρέωση στον πωλητή πρώτα να την καταθέσει, εάν ο αγοραστής εκπλήρωσε ήδη τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν θα μπορούσε, βέβαια, μια τέτοια ποινική διάταξη να ανατρέξει στον χρόνο για να απαντήσει σε ήδη τετελεσμένες υποθηκεύσεις με αυτό τον τρόπο. Ως γεγονός, κάποιοι επιχειρηματίες γης έκαναν ακριβώς αυτό: πωλούσαν πρώτα ακίνητα (υφιστάμενα ή ανύπαρκτα, από σχέδια) και διατηρώντας τα στην αφάνεια, εσκεμμένα η αναγκαστικά, και εν πάση περιπτώσει κρύβοντάς τα, παρίσταναν τους κυρίους των ακινήτων (ενώ είχαν μόνο τυπικές εγγραφές) και υποθήκευαν τα ίδια εξασφαλίζοντας πιστώσεις προς όφελος των ιδίων, θέτοντας σε νομικό κίνδυνο τότε, όχι τόσο ή μόνο τους ενυπόθηκους πιστωτές (που τουλάχιστον μέχρ πρότινος θεωρούσαν τους εαυτούς τους εξασφαλισμένους), αλλά (και) τους αγοραστές των εν λόγω ακινήτων.

Και στις δύο περιπτώσεις, ενυπόθηκων πιστωτών και αγοραστών, η αδράνεια για τη διασφάλιση των ουσιαστικών δικαιωμάτων ενδεχομένως να έχει τις δικές της συνέπειες, αναλόγως της περίπτωσης. Ήταν και το αποτέλεσμα της προφανώς προβληματικής λειτουργίας τόσο του συστήματος του Κτηματολογίου όσο και του τομέα των αγοραπωλησιών ακινήτων ευρύτερα, μα, από ένα σημείο και μετά, ήταν και είναι και οι νομικές ευθύνες των εμπλεκομένων σε αυτές τις πράξεις, που κανένας νόμος δεν θα έπρεπε να καλύπτει. Μέσα στη φαυλότητα που δημιουργήθηκε, «εγκλωβισμένοι» δεν ήταν και δεν είναι μόνον οι αγοραστές ακινήτων ή κάποιοι εξ αυτών, αλλά και οι κάτοχοι εμπράγματων απαιτήσεων επί ακινήτων. Tο πρόβλημα δεν ήταν πρωτόγνωρο νομικά και είχε λύση, μα με τις νομοθετικές προτιμήσεις έχει αναπόφευκτα εδραιωθεί αλλά και επεκταθεί, πέρα από την ανασφάλεια των συναλλαγών, και σε αυτή την έννοια της ανασφάλειας δικαίου.

Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν δικάζει ουσιαστικές διαφορές

Όπως λέχθηκε σε αρκετές αναφορές, το μόνο που μπορεί, ο ενυπόθηκος πιστωτής ή άλλος ενδιαφερόμενος, δια της προβλεπόμενης διαδικασίας ένστασης σε αυτή τη μεταβίβαση, είναι να αποδείξει ότι είτε το τίμημα πώλησης δεν πληρώθηκε από τον αγοραστή στον πωλητή (δεν αφορά, ο ισχυρισμός, τον ίδιο τον ενυπόθηκο πιστωτή, ότι δεν πληρώθηκε από τον πωλητή στον ενυπόθηκο πιστωτή), είτε ότι η σύμβαση είναι άκυρη ή έχει τερματιστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου. Όταν με την ένστασή του, ο ενυπόθηκος πιστωτής, προβάλλει λόγους για τους οποίους η σύμβαση πώλησης είναι μεν άκυρη, γιατί λ.χ. κατέστη άκυρη με βάση το άρθρο 35(1) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αλλά δεν υφίσταται διάταγμα του Δικαστηρίου, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, ευλόγως, δεν υπεισέρχεται στην ουσία, μα και ούτε μπορεί ο ίδιος να διαγνώσει το κύρος μιας σύμβασης σαν να ήταν Δικαστήριο. Απαιτεί την τεκμηρίωση που προβλέπει και το άρθρο 44ΚΒ(3) από τον ενιστάμενο, της προβαλλόμενης ακυρότητας με διάταγμα του Δικαστηρίου, σύμφωνα και με τον Κανονισμό 6(γ) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015, Κ.Δ.Π. 298/2015. Με άλλα λόγια, ο λόγος ένστασης είναι η ύπαρξη διατάγματος του Δικαστηρίου με βάση το οποίο η σύμβαση είναι άκυρη ή τερματισθείσα και όχι αυτή η ακυρότητα ή ο τερματισμός της σύμβασης με βάση γεγονότα που θα πρέπει να διαγνώσει ο Διευθυντής του Κτηματολογίου. Εμμέσως ρίχνει την ευθύνη, ο νομοθέτης, στον ενυπόθηκο πιστωτή (που θεωρεί κατά τεκμήριο πιο οικονομικοκοινωνικά δυνατό) που δεν έσπευσε να προσβάλει τέτοια σύμβαση πώλησης (και κατά τεκμήριο την δέχθηκε), εάν τέτοια ήταν, παρά στον αγοραστή, ασχέτως της όποιας ευθύνης του αγοραστή.

Ή όταν προβάλλονται συναφείς λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να διενεργηθεί η μεταβίβαση, άλλοι από αυτούς που προβλέπει το άρθρο 44ΚΒ(3), μα ουσιώδεις (εάν και πιο ουσιώδης από το γεγονός ότι ο ενυπόθηκος πιστωτής που προηγείται δεν ικανοποιήθηκε δεν θα έπρεπε να υπάρχει), ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εκλαμβάνει ότι οι λόγοι ένστασης προβλέπονται περιοριστικά στον συγκεκριμένο Νόμο, ασχέτως εάν δεν γίνεται χρήση κάποιας λέξης που να υποδηλώνει τον περιορισμό (π.χ. «αποκλειστικά» ή «μόνον») και απλά αναζητά την τεκμηρίωση του Κανονισμού 6. Αναγκαστικά, εφόσον δεν θα μπορούσε και πάλι να ακούει, ως ένα Δικαστήριο, οποιονδήποτε άλλο ισχυρισμό. Ως προς τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή έναντι του πωλητή, η τεκμηρίωση που αναζητά είναι είτε η έγγραφη απόδειξη του πωλητή ότι δεν έχει πληρωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης πώλησης, είτε τέτοια δήλωση από μέρους του ενυπόθηκου πιστωτή ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου σε σχέση με τις υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι στον πωλητή. Αυτό το δεύτερο τεκμήριο είναι κάπως αντιφατικό, όταν την ένσταση προβάλλει ο ίδιος ο ενυπόθηκος πιστωτής και δηλώνει ότι δεν εκπληρώθηκαν εκείνες οι συμβατικές υποχρεώσεις έναντι στον πωλητή. Και ακόμα κι αν ο ενυπόθηκος πιστωτής ήταν και εκδοχεύς των δικαιωμάτων που απορρέουν από τυχόν πωλητήρια και δεν εισέπραξε στη θέση του πωλητή, αρκούν οι αποδείξεις που προσκομίζει ο αγοραστής ότι πλήρωσε τον πωλητή. Εν πάση περιπτώσει, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου μπορεί να αναζητήσει οποιοδήποτε περαιτέρω τεκμήριο για να διαπιστώσει εάν συντρέχει οποιοσδήποτε εκ των προβαλλόμενων λόγων ένστασης, βάσει των οποίων να μην πρέπει να εφαρμόσει τον Νόμο εκείνο και να μην μεταβιβάσει.

Στις περιπτώσεις, ωστόσο, εκπρόθεσμης κατάθεσης συμβάσεων πώλησης με βάση το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε το 2017, ο ενυπόθηκος πιστωτής που δεν ειδοποιείται από οποιονδήποτε εκ των προτέρων, λαμβάνει γνώση της ύπαρξής τους, για πρώτη φορά, απευθείας μέσω της διαδικασίας αυτής του Μέρους VIB. Πληροφοροείται ότι υπάρχει από το πουθενά μια σύμβαση πώλησης. Δεν έχει προλάβει να πράξει οτιδήποτε. Εξηγεί, δια ένστασης, στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, ότι δεν θα πρέπει να μεταβιβάσει γιατί η σύμβαση είναι άκυρη και λαμβάνει τη συνήθη απάντηση ότι μόνο με διάταγμα του Δικαστηρίου δεν θα μεταβιβάσει. Διάταγμα που δεν αναφέρεται σε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασής του Διευθυντή του Κτηματολογίου στο πλαίσιο Αίτησης-Έφεσης, αλλά σε διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη, ως και η απαιτούμενη τεκμηρίωση του Κανονισμού 6. Ουσιαστική διάγνωση, η οποία, όμως, δεν είναι εφικτό να γίνει από το Δικαστήριο της ουσίας μέσα στα χρονικά όρια της διαδικασίας του Μέρους VIB.

Τα ένδικα μέσα και οι προσωρινές θεραπείες 

Μπορεί, ο ενυπόθηκος πιστωτής, να μην επιλέξει να ασκήσει το ένδικο μέσο της Έφεσης, που προβλέπεται γενικά για όλες τις διαταγές, γνωστοποιήσεις και αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου στο άρθρο 51 του ιδίου Νόμου. Εκείνο το ένδικο μέσο έχει συγκεκριμένο σκοπό, ρόλο και αντικείμενο. Μπορεί να επιλέξει, εάν όντως θεωρεί ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη ή ακυρώσιμη ή τερματισθείσα και εάν έχει σχετικό έννομο συμφέρον ή αγώγιμο δικαίωμα, να αξιώσει με αγωγή την αναγνώριση της ακυρότητάς της ή την ακύρωσή της ή τον τερματισμό της ή να διεκδικήσε επί του τίτλου και στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής να ζητήσει προσωρινή θεραπεία, δηλαδή να μην αποξενωθεί το ενυπόθηκο ακίνητο, να διατηρηθεί το status quo, μέχρι να διαγνωστεί από το Δικαστήριο της ουσίας, εάν η σύμβαση η εκτέλεση της οποίας επιδιώκεται δια μεταβίβασης, είναι έγκυρη ή όχι.

Μπορεί να ασκήσει και το ένδικο μέσο του άρθρου 51, την Έφεση, και το πλαίσιο εκείνης να αναζητήσει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Διευθυντή, της προσβαλλόμενης πράξης, μέχρι να διαγνωστεί από το Δικαστήριο της Έφεσης, η νομιμότητα ή και ορθότητά της με βάση τον Νόμο. Μα αν ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εφάρμοσε τον Νόμο και όντως δεν τεκμηριώθηκε λόγος ένστασης, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχει επιτυχία τέτοια Αίτηση-Έφεση, εκτός εάν όντως οι διατάξεις του Μέρους VIB του Νόμου κηρυχθούν αντισυνταγματικές.

Μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή με Έφεση αλλά παράλληλα να εγείρει και αγωγή με την οποία να ζητά θεραπείες που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν αποφασίζει και δεν αποδίδει στο πλαίσιο άσκησης των δικών του εξουσιών με βάση τον Νόμο (π.χ. ακυρότητα ή ακύρωση ή τερματισμό της σύμβασης, ανάκτηση του ακινήτου, κ.λπ.). Δεν σημαίνει ότι πράττει καταχρηστικά, εφόσον άλλος ο σκοπός της μίας διαδικασίας και άλλος ο σκοπός της άλλης διαδικασίας· άλλη η προσωρινή θεραπεία που μπορεί να αναζητήσει στο πλαίσιο Έφεσης (μη εκτέλεση απόφασης) και άλλη η προσωρινή θεραπεία που μπορεί να αναζητήσει στο πλαίσιο Αγωγής (μη μεταβίβαση από οποιονδήποτε για οποιαδήποτε αιτία ή και ακόμα κι αν η απόφαση του Διευθυντή με βάση εκείνο τον Νόμο είναι νόμιμη, μέχρι τη διάγνωση των ουσιαστικών δικαιωμάτων επί του αμφισβητούμενου τίτλου). Η προσωρινή θεραπεία στο πλαίσιο της Αγωγής καλύπτει και τις ανάγκες της προσωρινής θεραπείας στο πλαίσιο της Έφεσης, εξ ου και προτιμάται ή καθιστά μη αναγκαία την άλλη.

Κατέστη μια συνήθης πρακτική να εγείρονται τέτοιες Εφέσεις και στο πλαίσιο εκείνων να εγείρονται και ζητήματα που σχετίζονται με τη συνταγματικότητα των διατάξεων του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 και έπειτα στο πλαίσιο εκείνων να αναζητείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Διευθυντή να μεταβιβάσει, μέχρι να περατωθεί η διαδικασία της Έφεσης, εφόσον δεν προβλέπεται από τον νόμο ή τους κανονισμούς αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα με την καταχώρισή τους. Δημιουργήθηκε αυτή η σειρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται, ο ενυπόθηκος πιστωτής, υπό αυτή την ιδιότητά του, να ασκήσει άλλο δικαίωμα, ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο ή πως οτιδήποτε άλλο από αυτό που συνηθίζεται είναι λάθος.

Νοείται ότι δεν εγείρονται αγωγές για να υποκαταστήσει, το Δικαστήριο, τον Διευθυντή του Κτηματολογίου στην άσκηση των δικών του εξουσιών, όπως εξάλλου προβλέπει το 51 § 2 του Νόμου, ή για να δημιουργηθούν τεχνηέντως λόγοι Έφεσης. Όμως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν αποφασίζει εάν μια σύμβαση που φέρεται σύμβαση πώλησης ακινήτου είναι άκυρη ούτε την ακυρώνει (δεν υποκαθιστά ούτε ο ίδιος το Δικαστήριο), αλλά στο πλαίσιο του σχετικού λόγου ένστασης, αναζητά αποδείξεις που να τεκμηριώνουν την ακυρότητα της σύμβασης (διάταγμα του Δικαστηρίου που την ακυρώνει). Ενώ η αναγνώριση μιας άκυρης ή η ακύρωση ή ο τερματισμός μιας σύμβασης πώλησης θα πρέπει πλέον να επιδιώκεται με την πρώτη ευκαιρία από τον ενυπόθηκο πιστωτή όταν δεν συμμετείχε και ο ίδιος σε αυτή τη σύμβαση (εφόσον καμία εμπιστοσύνη δεν υπάρχει στην εμπράγματη προτεραιότητα όταν πρόκειται για το συγκεκριμένο εμπράγματο βάρος της σύμβασης πώλησης), αυτή δεν μπορεί να επιδιωχθεί όταν ο ενυπόθηκος πιστωτή αγνοεί την ύπαρξή της, εξαιτίας της ύπαρξης και εφαρμογής και τρόπου εφαρμογής του άρθρου 12 του περί Πώλησης Ακινήτου (Ειδική Εκτέλεσης) Νόμου 81(Ι)/2011 και όταν παρεμβάλλεται και δικαστικό διάταγμα, το οποίο διαπιστώνει ήδη (στην απουσία του) την ισχύ και εκτελεστότητα της σύμβασης πώλησης.

Η ακυρότητα μιας σύμβασης είναι συνήθως απόλυτη (όχι σχετική, μεταξύ μερών), δηλαδή μπορεί να την ισχυριστεί και να την προβάλει όχι μόνον αυτός που συνήψε τη σύμβαση αλλά και οποιοσδήποτε άλλος έχει γι’ αυτό έννομο συμφέρον. Συναφώς, δεν μπορούν να συμφωνήσουν δύο άλλα άτομα την αγοραπωλησία αντικειμένου που ανήκει σε εσένα, κι εσύ, επειδή δεν συμμετείχες στη συμβατική πράξη, να μην έχεις δικαίωμα να επικαλεστείς την ακυρότητα μιας τέτοιας σύμβασης, η οποία, εάν υφίσταται (γιατί από μόνο του το γεγονός ότι ανήκει, το αντικείμενο, σε εσένα μπορεί να μην λέει κάτι), επέρχεται και αυτοδικαίως. Αυτό, όμως, που ουσιαστικά αναζητά ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είναι αναγνωριστική, έστω, αγωγή και διάταγμα του Δικαστηρίου από τον ενιστάμενο/έχω άμεσο έννομο συμφέρον. Γιατί αυτή η διάγνωση μπορεί να προϋποθέτει ακρόαση μαρτύρων και αξιολόγησή τους ή ερμηνεία και εφαρμογή νόμων εκτός των εξουσιών του Διευθυντή του Κτηματολογίου.

Ενώ είναι δυνατή η α­να­γνώριση, από το πολιτικό δικαστήριο, με αγωγή, της ύπαρξης ή μη έννομης σχέσης ιδιωτικού δικαίου που βρίσκεται σε κατάσταση αβε­βαιό­τητας, από τον έχοντα άμεσο έννομο συμφέρον να την άρει, η αγωγή θα πρέπει να αποτελεί και το μοναδικό πρόσφορο μέ­σο για να αποτραπεί ο κίνδυνος στα συμ­φέροντα του ενά­γο­ντος, υλικά ή ηθικά. Ο έχων άμεσο έννομο συμφέρον δεν είναι απαραίτητα ο συμβαλλόμενος στην αναγνωριστέα έννομη σχέση. Δεν υπάρχει άμεσο έννομο συμφέρον στις περιπτώσεις όπου δεν επιλύεται κάποια διαφορά με την απόφαση που σκοπείται, αλλά απλώς δημιουργείται τεκμήριο χρήσιμο να προβληθεί σε μελλοντική διαφορά ή αλλού (π.χ. αγωγές από αγοραστές με τις οποίες δεν αμφισβητούν το κύρος της υποθήκης αλλά αξιώνουν την αναστολή του πλειστηριασμού, στο πλαίσιο των οποίων αξιώνουν προσωρινό διάταγμα με ακριβώς ίδιο περιεχόμενο με την κυρίως θεραπεία, για να προβάλουν σε κάποια Έφεση, παρόλο που κι εκεί το παρεμπίπτον διάταγμα που προβλέπεται θα πρέπει να είναι προς όφελος του ενυπόθηκου οφειλέτη, όχι προς όφελος του αγοραστή). Το έννομο συμφέρον ως διαδικαστική προϋπόθεση πρέπει να εκτίθεται και να εξειδικεύεται από τον ενάγοντα ενώ ελέγχεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο για να λάβει τη δικαιοδοσία επί τέτοιας αγωγής.

Το ένδικο μέσο της Έφεσης με βάση το άρθρο 51 του εν λόγω Νόμου είναι ειδικό ένδικο μέσο που ασκείται για να αμφισβητηθούν οι διαταγές, γνωστοποιήσεις και αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου που λαμβάνονται στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών του με βάση τον Νόμο, από οποιονδήποτε έχει συμφέρον που παραβλάπτεται από αυτές. Έτσι ως ασκείται η εξουσία του Διευθυντή με βάση τον εν λόγω Νόμο στην περίπτωση της ακυρότητας/ακύρωση/τερματισμός σύμβασης, που είναι τέτοια με βάση διάταγμα Δικαστηρίου, είναι αμφίβολο εάν το Εφετείο του εν λόγω Νόμου θα μπορεί, στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της απόφασης, στον οποίο μπορεί να διεισδύσει (ως δεν μπορεί ένα διοικητικό δικαστήριο), να υπεισέλθει το ίδιο στη διάγνωση με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπει ο Νόμος, πράττοντας, ουσιαστικά, αυτό που ζητείται από το Δικαστήριο της (αναγνωριστικής ή άλλης) αγωγής να πράξει. Κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί, εξ ου και είναι αναγκαίο, για τον σκοπό αυτό, το ένδικο μέσο της αγωγής. Για να πάνε τα πράγματα παρακάτω.

Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ως διάδικος και η διαστρεύλωση του ρόλου

Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου που αποτέλεσε το αποφασίζον όργανο, κατά κανόνα, δεν προστίθεται ως διάδικος σε τέτοιες Εφέσεις, εκτός από τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται ρητά κάτι τέτοιο. Ειδικότερα, το άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 παραπέμπει στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 και στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956 (622/1956). Δεν προβλέπεται οτιδήποτε άλλο ειδικότερο σε άλλο Κανονισμό (η Κ.Δ.Π. 298/2015 αφορά στην τεκμηρίωση), όσον αφορά τη διαδικασία εκδίκασης των Εφέσεων που εγείρονται για τις συγκεκριμένες αποφάσεις. Ο Κανονισμός 5 § 2 εκείνων των Κανονισμών θέτει αυτό τον κανόνα, ορίζοντας ειδικά τις περιπτώσεις όπου ο Διευθυντής του Κτηματολογίου μπορεί να περιλαμβάνεται στις Εφέσεις ως διάδικος, με αναφορά σε συγκεκριμένες διαδικασίες του Κεφ. 224, διατηρώντας εξουσία, το Δικαστήριο, να τον προσθέσει ως διάδικο εκεί όπου θεωρεί αναγκαίο. Στις διαδικασίες όπου ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν καθίσταται διάδικος, του επιδίδεται η Έφεση και απλά λαμβάνει γνώση και τροφοδοτεί το Δικαστήριο με πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της απόφασής του, σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 (είτε πριν από την Έφεση δια του Εφεσείοντος, είτε στο πλαίσιο αυτής). Εκεί όπου οι Κανονισμοί επιτρέπουν να περιλαμβάνεται ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ως διάδικος ή μένει και η εξουσία του Δικαστηρίου να τον προσθέτει ως διάδικο είναι εκεί όπου η συμμετοχή του Διευθυντή του Κτηματολογίου στη δικαστική διαδικασία βοηθά καλύτερα το Δικαστήριο στην επίλυση της διαφοράς (π.χ. διασυνοριακή διαφορά). Δεν σχετίζεται με το γεγονός ότι η Έφεση αφορά σε πράξη του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Δεν θίγεται συμφέρον του Διευθυντή του Κτηματολογίου επειδή προσβάλλεται δια Έφεσης κάποια πράξη του.

Στις Εφέσεις που ασκούνται για τους σκοπούς του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, λόγω του ότι η ρύθμιση προκύπτει εξ αναλογίας με ό,τι ισχύει στο Κεφ. 224, δεν προβλέπονται ειδικά περιπτώσεις όπου απαιτείται η προσθήκη στου Διευθυντή του Κτηματολογίου ως διαδίκου. Ωστόσο, στην πράξη, στις Εφέσεις που αφορούν γνωστοποιήσεις ή αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου κατ’ εφαρμογή του Μέρους VIB του εν λόγω Νόμου πάντα τον προσθέτουμε, ακόμα κι αν δεν χρειάζεται η εμπλοκή του για να επιλυθεί το ζήτημα που παραπέμπεται στη δικαστική κρίση (πέρα από το να πληροφορήσει το Δικαστήριο για τους λόγους της απόφασής του με την ανάλογη εφαρμογή του Κανονισμού 6), καθότι δεν υπάρχει πραγματική περιπλοκή. Με τη σκέψη όμως ότι είναι καλύτερα να προστίθεται σε τέτοιες Εφέσεις και να μην είναι αναγκαίος διάδικος παρά να μην προστίθεται. Και αλήθεια δεν προβάλλεται από πλευράς του η μη αναγκαιότητα εμπλοκής του σε αυτές τις διαδικασίες που έχουν κατακλύσει τα Δικαστήρια, ενδεχομένως επειδή θέλει να γνωρίζει την πορεία και εξέλιξή τους. Δηλαδή, συζητώντας με λειτουργό του Κτηματολογίου το θέμα, θεωρούσε αυτονόητο ότι θα πρέπει να γίνονται όλα σύμφωνα με αυτή τη σειρά (Έφεση με διάδικο και τον Διευθυντή, ίδια ζητήματα αντισυνταγματικότητας, προσωρινό διάταγμα στο πλαίσιο εκείνης, κ.λπ.).

Πολλές τέτοιες δικαστικές αποφάσεις επί Εφέσεων έχουν περαιτέρω εφεσιβληθεί, ενώ είναι ενδιαφέρον ότι το άρθρο 81 του Κεφ. 224, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 51 του Νόμου 9/65 ως προς το τι ισχύει στις Εφέσεις επιχείρησε να θέσει περιορισμό σε δευτεροβάθμια δικαστική δικαιοδοσία, ορίζοντας ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου είναι τελικό και δεν υφίσταται δικαίωμα έφεσης εναντίον αυτού εκτός όταν συνεπάγεται ζήτημα προσωπικού θεσμού ή όταν το ποσό υπό αμφισβήτηση υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες ή μόνον επί νομικών σημείων. Βασικά, τα νομικά σημεία που υπάρχουν και αναμένονται να αποφασιστούν από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ό,τι αφορά στην ερμηνεία του Νόμου (π.χ. εάν εφαρμόζεται επί μεταγενέστερων βαρών μόνο ή και προγενέστερων, εάν υπάρχει ερμηνευτική επικοινωνία με διατάξεις του ιδίου Νόμου ή άλλων Νόμων ώστε να προϋποτίθεται ικανοποίηση του ενυπόθηκου πιστωτή, κ.λπ.) και στη συνταγματικότητα των διατάξεων του Μέρους VIB του Νόμου 9/65 (η οποία μπορεί ενδεχομένως να διασωθεί με ανάλογη ερμηνεία). Και ο περιορισμός των Εφέσεων επί των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου σχετίζεται με τη θεώρηση του ρόλου του Διευθυντή του Κτηματολογίου στην εφαρμογή αυτών των Νόμων, που σε ορισμένες περιπτώσεις ασκεί οιονεί δικαστικό έργο, ρόλος που συνάδει με τον κανόνα της μη περίληψής του στις Εφέσεις δια των οποίων προσβάλλονται οι πράξεις του, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Σε αντίστοιχη αγωγή από τον ενυπόθηκο πιστωτή με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας ή και (διαζευκτικά) η ακύρωση (π.χ. λόγω δόλου) ή ο τερματισμός μιας σύμβασης που εγγράφθηκε ως σύμβαση πώλησης και η εγγραφή της και υπάρχουν διεκδικήσεις και επί του τίτλου (π.χ. παράδοση του ακινήτου που είναι υπό κατάσχεση), δεν πρέπει να εναχθεί και ο Διευθυντής του Κτηματολογίου επειδή, και πάλι, δεν είναι αναγκαίος διάδικος, δηλαδή πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο. Αλίμονο εάν σε κάθε τέτοια αγωγή ενάγονταν και ο Διευθυντής του Κτηματολογίου. Επίσης, απλά λαμβάνει γνώση δια της επίδοσης της αγωγής, για να γνωρίζει την εκκρεμή διαφορά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να απαντήσει, κανείς, στο ερώτημα γιατί κάποιος δεν είναι αναγκαίος διάδικος, πέρα από το να πει απλά ότι δεν είναι, δηλαδή ότι δεν επηρεάζονται τα συμφέροντά του για να έχει λόγο να ακουστεί στην ιδιωτική διαδικασία και η εμπλοκή του στη διαδικασία δεν προσφέρει στην επίλυση της διαφοράς εάν μια σύμβαση είναι έγκυρη ή άκυρη. Όταν προστίθεται κάποιος αναγκαίος διάδικος, εκεί μπορεί να επιχειρηματολογήσει, ο ενάγων, γιατί τον ενάγει, αλλά να επιχειρηματολογήσει γιατί δεν ενάγει όποιον (όλο τον κόσμο που) δεν ενάγει, περιορίζεται στο να αναφέρει την έλλειψη λόγου να τον ενάγει. Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι ένα πρόσωπο είναι αναγκαίος διάδικος, μπορεί να διατάξει την προσθήκη του, με βάση τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανονισμούς, χωρίς να σημαίνει ότι, αυτή η εξουσία του, του δίνει και τη δυνατότητα να προσθέτει μέσα στην ιδιωτική διαφορά άσχετα πρόσωπα, μα μπορεί να καθορίζει τους διάδικους που χρειάζεται για να αποφασίσει το ζήτημα που τίθεται ενώπιον του.

Η διάσταση απόψεων, οι κίνδυνοι και οι προσδοκίες

Ο κίνδυνος, σε περίπτωση που κάποιος εγείρει και Έφεση εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να μεταβιβάσει (προσθέτοντας εκεί τον Διευθυντή ως διάδικο, έστω αχρείαστα) για τους νομικούς λόγους, αλλά και αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας ή και ακύρωση ή τερματισμό της σύμβασης που φέρεται ως σύμβαση πώλησης ακινήτου και της εγγραφής της (εκεί χωρίς τον Διευθυντή ως διάδικο, για ευνόητους λόγους) και επιδιώξει την προσωρινή θεραπεία μη αποξένωσης στο πλαίσιο της αγωγής (αντί στο πλαίσιο της Έφεσης), για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, να δημιουργήσει σύγχυση στο Δικαστήριο της αγωγής, που γνωρίζει ότι εκκρεμεί και Έφεση. Όπως έτυχε, εξ ου η αναφορά. Να διερωτηθεί γιατί δεν ακολουθείται η σειρά να εξασφαλιστεί προσωρινή θεραπεία (αναστολή εκτέλεσης) στο πλαίσιο της Έφεσης, οπότε να απενεργοποιηθεί το δικό του κατεπείγον, για να μπορέσει να εκδικαστεί έστω δια κλήσεως η ενώπιον του αίτηση. Επειδή κάθε Δικαστήριο μπορεί να σκέφτεται διαφορετικά ή να διατηρεί τις δικές του απόψεις και θέσεις (οι οποίες είναι σεβαστές, ασχέτως διαφωνίας στο νομικό επίπεδο), μπορεί να μην θεωρηθεί ικανοποιητική η απάντηση ότι, όπου κι αν αξιώσει την προσωρινή θεραπεία (δύο διαθέσιμα δικονομικά πλαίσια, το ένα καθαρά αστικό, το άλλο οιονεί διοικητικό), το ίδιο κατεπείγον υπάρχει, και απλά επιλέγει (γιατί έχει τέτοιο δικαίωμα επιλογής) να την αξιώσει στο ευρύτερα (χρονικά και θεματικά) πλαίσιο της αγωγής όπου το Δικαστήριο ασκεί καθαρά πολιτική δικαιοδοσία, όχι ως απλή αναστολή εκτέλεσης προσβαλλόμενης απόφασης αλλά ως γενικευμένη απαγόρευση μεταβίβασης επίδικου ακινήτου παρεμπίπτουσα της εκεί απαίτησης, χωρίς κακοπιστία (εφόσον και η έκδοσή του δεν επηρεάζει τη συνέχιση ή το αποτέλεσμα της Έφεσης με την οποία σκοπείται διάγνωση της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή με βάση τον συγκεκριμένο Νόμο ή τα εκεί νομικά ζητήματα). Η αλήθεια είναι ότι για τα θέματα αυτά ο καθένας έχει άποψη που την έχει εκφράσει και η διάσταση που παρουσιάζεται δεν είναι μόνο στα πιο πάνω απλά ζητήματα, τα διαδικαστικά, αλλά και στο ίδιο το ζήτημα της ερμηνείας ή και της συνταγματικότητας των διατάξεων του Μέρους VIB του Νόμου. Υπάρχει διάσταση και σε πτυχές όπου θα ανέμενε κανείς ότι θα έπρεπε να υπάρχει σύγκλιση καθότι είναι πιο στέρεο το νομικό έδαφος.

Σε κάθε περίπτωση, το ίσως αναμενόμενο, από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, θα ήταν ότι, ενόψει του ότι αρκετά ζητήματα σε σχέση με την ερμηνεία και τη συνταγματικότητα του Νόμου αναμένονται να ξεκαθαρίσουν από το Ανώτατο Δικαστήριο, ή και με ελάχιστο σεβασμό προς εκείνες τις πρωτόδικες δικαστικές αποφάσεις που τυχόν διέγνωσαν ήδη αντισυνταγματικότητα των οικείων διατάξεων του Νόμου και ισχύουν και δεσμεύουν, να εξέδιδε μία ανακοίνωση στην οποία να έλεγε ότι, λόγω εκείνων, αλλά και της προφανούς νομικής διάστασης, δεν θα επιλαμβάνεται των αιτήσεων που έχουν καταχωριστεί ή θα καταχωριστούν και δεν θα μεταβιβάζει με βάση το Μέρος VIB του Νόμου (θα διατηρήσει από μόνος του το status quo) μέχρι να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Να μην συνεχίζει ακάθεκτος να στέλνει ειδοποιήσεις μεταβίβασης και να δημιουργεί τέτοιο δικαστικό φόρτο στον οποίον και ο ίδιος να κατεβαίνει σε επίπεδο διαδίκου και να αντιδικεί.

Θα περίμενε, επίσης, κανείς, από τον Νομοθέτη, βλέποντας ότι υφίσταται πρόβλημα με την εφαρμογή του συγκεκριμένου Μέρους του Νόμου να την αναστείλει μέχρι να αποφασιστεί η ορθή ερμηνεία ή και συνταγματικότητά του, διευκολύνοντας τον Διευθυντή του Κτηματολογίου όταν πέφτουν πάνω του οργισμένοι αγοραστές και τον πιέζουν να εφαρμόσει τον Νόμο και να μεταβιβάσει άρον-άρον, αδιάφορα από οτιδήποτε άλλο (ακριβώς πριν αποφασιστεί οτιδήποτε). Και λογιών άλλες ανακουφιστικές παρεμβάσεις θα μπορούσε να προσφέρει ο Νομοθέτης, εφόσον εξαιτίας της δικής του ενδεχομένως προβληματικής νομοθέτησης, γενικά όσον αφορά τον Νόμο 9/65 και τον Νόμο 81(Ι)/2011, δημιουργήθηκε ένας ακατάπαυστος μηχανισμός δημιουργίας διαφορών χωρίς ένα χρονικά πλαισιωμένο ορίζοντα. Παρόλες τις ανάγκες εκσυγχρονισμού του Κτηματολογίου με βάση τις σημερινές ανάγκες, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι συνιστά ένα θεσμό με τη δική του μεγάλη και σπουδαία ιστορία και οι νομοθετικές παρεμβάσεις σε ζητήματα λειτουργίας των νόμων των ακινήτων χρειάζονται πολλή μελέτη και ακόμα περισσότερη προσοχή, γιατί από αυτή την οπτική συνιστούν και παρεμβάσεις σε μια ιστορική συνέχεια.

Λόγω του αριθμού του επαναλαμβανόμενων υποθέσεων με τα ίδια νομικά σημεία που σχετίζονται με την ερμηνεία του Νόμου ή με κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων («υποθέσεις κλώνοι»), κάποια στιγμή αναβοσβήνει η σκέψη ότι θα ήταν ενδεχομένως μια λύση προς όφελος του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης να είχε αναπτυχθεί και στο εσωτερικό των κρατών μελών κάποια πρακτική και διαδικασία έκδοσης αποφάσεων «πιλότων» σε τέτοιες περιπτώσεις στα πρότυπα (εάν όχι ακριβώς η ίδια) με αυτήν του ΕΔΔΑ. Από την άλλη, παρόλη την πάροδο τόσων ετών, ακόμα κι εκείνη η πρακτική του ΕΔΔΑ, ως δικαστική καινοτομία, αμφισβητείται ως σήμερα. Επομένως, η σκέψη μετατρέπεται στο ότι, μέχρι να λάβει σειρά μια τέτοια υπόθεση να αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, όσον αφορά τα ζητήματα ερμηνείας και συνταγματικότητας, η οποία ανεπίσημα τουλάχιστον θα έχει κάποια «πιλοτική» λειτουργία, και με δεδομένη την επιμονή καταχώρισης τέτοιων αιτήσεων (ένεκα και της αντίστοιχης πρακτικής των Τράπεζων να επισπεύδουν πλειστηριασμούς ακινήτων που φέρουν συμβάσεις πώλησης που δεν έχουν αμφισβητήσει ή δεν αμφισβητούν ως προς το κύρος τους) και προώθησής τους, θα πρέπει να ταλαιπωρηθούν ακόμα περισσότερο τα Δικαστήρια για να ανταπεξέλθουν στα στενά χρονοδιαγράμματα του Νόμου (βλ. σε 30 ημέρες μεταβίβαση εκτός εάν προσκομιστεί διάταγμα του Δικαστηρίου).

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.