Αντίσταση στη σύλληψη και αστυνομικός καταναγκασμός

Όταν ένας αστυνομικός ενεργοποιεί διαδικασία σύλληψης, δηλαδή περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας ενός ατόμου, ενεργώντας καθηκόντως, είτε με βάση ένταλμα σύλληψης είτε χωρίς ένταλμα σύλληψης όπου αυτό είναι εφικτό (π.χ. για αυτόφωρο αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης), είναι πολύ πιθανόν να συναντήσει την αντίσταση του υπό σύλληψη ατόμου, και τότε να χρειαστεί να ασκήσει και καταναγκασμό για να επιτύχει τον σκοπό, δηλαδή τον φυσικό περιορισμό και τη σύλληψη. Δεν αντιστέκονται όλοι στη σύλληψη και δεν ασκείται πάντοτε φυσική βία σε κάθε μορφή αντίστασης.

Αρχίζοντας από το δεδομένο ότι δεν αντιστέκονται όλοι οι άνθρωποι στη σύλληψη, ακόμα κι αν θεωρούν ότι λανθασμένα διενεργείται αυτή ή παράνομα ή ξαφνιάζονται από τη διαδικασία, δηλαδή υπόκεινται σε αυτή και φυσικά ασκούν όλα τα σχετικά δικαιώματά τους με ένα νόμιμο τρόπο, η συνέχεια είναι ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να υπεισέλθουν κάποια στιγμή στη ζωή τους σε μια κατάσταση αδυναμίας σχηματισμού ορθής απόφασης, από την οποία να ωθούνται σε τέτοια αντίσταση, λιγότερο ή περισσότερο διαρκή. Δηλαδή δεν αντιστέκονται στη σύλληψη συγκεκριμένοι άνθρωποι για συγκεκριμένους λόγους, ασχέτως εάν κάποιοι παράγοντες μπορούν να συσχετίζονται με την προβολή αντίστασης στη σύλληψη. Οι διάφορες έρευνες βασίζονται σε δεδομένα που προκύπτουν από ιδίες αναφορές και δεν είναι απόλυτα ασφαλής η γενικευσιμότητά τους στον χωροχρόνο. Συνακόλουθα, υπάρχει και μεγάλο περιθώριο ασάφειας ως προς τους παράγοντες που επιδρούν στη σχέση αστυνομικού-πολίτη και καταλήγουν σε βία.

Να ανοιχτεί πρώτα αυτή η παρένθεση για να λεχθεί ότι, σε κάποιες δικαιοδοσίες, όπως και στην Κύπρο, η αντίσταση στη σύλληψη που επιχειρεί να διενεργήσει αστυνομικός εν ώρα καθήκοντος θεωρείται αδίκημα, για το οποίο χρησιμοποιούνται συχνότερα αμφότερες οι νομικές βάσεις των εδαφίων (α) και (β) του άρθρου 244 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ειδικότερα, θεωρείται μορφή επίθεσης για την οποία δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας, αλλά αρκεί και η απερισκεψία (ενέργεια παρόλη την πρόβλεψη πιθανότητας κινδύνου ή και τη συνειδητοποίησή του)[1]. Στην περίπτωση του εδαφίου (α), το θύμα δεν χρειάζεται να είναι όργανο της τάξης, κάτι που απαιτείται στην περίπτωση του εδαφίου (β) ως και να ενεργεί εν ώρα καθήκοντος, εκεί δημιουργώντας πιθανότερα και ένα είδος αυστηρής ευθύνης. Συναφώς, στην περίπτωση του εδαφίου (α), αυτός που διενεργεί τη σύλληψη θα πρέπει να νομιμοποιείται να τη διενεργήσει (ακόμα κι αν είναι πολίτης), να πράττει δηλαδή νόμιμα, ενώ στην περίπτωση του εδαφίου (β) αρκεί το όργανο της τάξης να εκτελεί κανονικά το καθήκον του (διενεργώντας σύλληψη). Ένα όργανο της τάξης δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να συλλάβει ενώ δεν βρίσκεται σε ώρα καθήκοντος, στο πλαίσιο, όμως, καθήκοντος, εάν συμβεί ένα περιστατικό το οποίο να απαιτεί, όντως την άμεση δράση του[2], τότε με την αναγκαιότητα να δείξει ότι ενεργεί νόμιμα, εφόσον ακόμα και η παραμικρή έλλειψη νομιμότητας από μέρους του αφαιρεί από αυτόν τον μανδύα της εκτέλεσης καθήκοντος[3].

Εάν η σύλληψη που διενεργείται δεν είναι νόμιμη, αλλά παράνομη, το άτομο που υπόκειται σε αυτήν δικαιούται πάντως να αντισταθεί και να επιχειρήσει να απελευθερώσει τον εαυτό του[4], ενεργώντας ανάλογα προς αυτό τον σκοπό. Εάν το άτομο που υπόκειται στη σύλληψη δεν ενημερωθεί για τον λόγο της σύλληψης, και το αδίκημα για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι διέπραξε, κατά τη σύλληψη, η σύλληψη είναι παράνομη και είναι αναμενόμενο να υπάρξει αντίσταση. Από την άλλη, εάν το ίδιο το άτομο που υπόκειται στη σύλληψη δημιουργεί μία κατάσταση που αποτρέπει την ενημέρωση του (π.χ. τροπή σε φυγή, αντεπίθεση, κ.λπ.), δεν βρίσκει έδαφος ένα παράπονο μη ενημέρωσής του. Η «παρανομία» πολλές φορές μπορεί να συνιστά πεποίθηση του συλληφθέντος συνυφασμένη με την αντίληψή του ή τα συναισθήματά του, εκείνη τη χρονική στιγμή, ότι δεν πρέπει να συλληφθεί. Η σύλληψη από αστυνομικό εν ώρα καθήκοντος, τεκμαίρεται νόμιμη εάν ο αστυνομικός τη διενήργησε με τον προβλεπόμενο τρόπο, επομένως δεν συνιστά δικαίωμα του συλληφθέντος να αντισταθεί επειδή ο ίδιος θεωρεί ότι δεν πρέπει να συλληφθεί εκείνη την ώρα για λόγους που σχετίζονται με τη δική του συμπεριφορά. Αντίστοιχα, ο αστυνομικός, που παρατηρεί συμπεριφορά που συνιστά, κατά την κρίση του, αυτόφωρο αδίκημα (π.χ. εξύβριση που τιμωρείται με φυλάκιση), δεν θα δικάσει επί τόπου τον δράστη για να διαγνώσει αυτός εάν όντως διαπράχθηκε ή όχι το αδίκημα με νομικούς όρους. Θα προχωρήσει στη σύλληψη. Δεν είναι καθόλου εύκολα, η διατήρηση μα και ο μετέπειτα έλεγχος της διατήρησης της αναλογικότητας σε κάθε στάδιο.

Ακόμα και εάν περιοριστεί το ερώτημα στις περιπτώσεις αντίστασης στη σύλληψη που διενεργείται από όργανο της τάξης εν ώρα καθήκοντος, ισχύει το ίδιο, ότι δε αντιστέκονται όλοι οι άνθρωποι σε τέτοια σύλληψη, ακόμα και εάν θεωρούν ότι αυτή λανθασμένα διενεργείται, γιατί, για παράδειγμα, δεν διέπραξαν το αδίκημα για το οποίο συλλαμβάνονται ή δεν χρειάζεται η σύλληψή τους για οποιονδήποτε λόγο. Η αντίσταση κατά της σύλληψης από αστυνομικό που εκτελεί τα καθήκοντά του θεωρείται μάλιστα σοβαρή αδικηματική συμπεριφορά, λόγω του ρόλου των αστυνομικών στην κοινωνία[5]. Ποιοι παράγοντες συσχετίζονται με την προβολή αντίστασης; Με βάση κάποια διαθέσιμα στοιχεία, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αντίσταση στη σύλληψη δεν σχετίζεται με την εθνικότητα, τη μόρφωση ή το καθεστώς εργασίας του ατόμου που την προβάλλει. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αντίσταση προβάλλεται όταν το άτομο έχει κάτι πάνω του το οποίο θέλει να κρύψει (όπλα, ναρκωτικά, κλοπιμαία, κ.λπ.) ή είναι υπό επιτήρηση, ενώ μπορεί να σχετίζεται και με τη συγκεκριμένη ψυχοπνευματική κατάσταση του ατόμου τη δεδομένη χρονική στιγμή (π.χ. επήρεια από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ) (Whichard & Felson, 2016), χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει σχέση με τη γενικότερη ή κάθε ψυχοπνευματική κατάσταση του υπόπτου (Mulvey & White, 2013). Άλλοι παράγοντες που σχετίστηκαν κάπως ερευνητικά με την αντίσταση ήταν η ήδη προϋφιστάμενη έλλειψη σεβασμού προς την αστυνομία και η τάση προς τη βία σε γενικότερο επίπεδο (ανεξαρτήτως πού οφείλεται) και εκτός από τη χρονική στιγμή της σύλληψης (Kavanagh, 1997).

Δεν θα πρέπει να διαφεύγει από την προσοχή ενός αστυνομικού ότι η σύλληψη και κατ’ επέκταση περιορισμός της ατομικής ελευθερίας που διενεργούνται και τελικά προκύπτει ότι ήταν λανθασμένα ως μέτρα ή ότι δεν υπήρχε λόγος γι’ αυτά συνιστά τραυματικό γεγονός (Simon, 1993). Γι’ αυτό χρειάζεται και κάποια προσοχή ως προς το πότε και γιατί ενεργοποιείται μια διαδικασία σύλληψης. Αυτή η προσοχή, θεωρητικά, μειώνει και τις πιθανότητες αντίστασης κατά τη σύλληψη. Έπειτα, όταν προβληθεί αντίσταση κατά τη σύλληψη, σε ένα επόμενο στάδιο, θα πρέπει η συμπεριφορά του αστυνομικού να είναι ανάλογη αυτής της αντίστασης και η αναλογία αναφέρεται και στο είδος και στον βαθμό.

Την απόφαση να διενεργηθεί σύλληψη μπορούν να επηρεάσουν ή να πυροδοτήσουν σε κάποια στιγμή διάφοροι παράγοντες πέρα από τη σοβαρότητα του αδικήματος, μια συμπεριφορά του υπόπτου που θα σημάνει ενός είδους κίνδυνο εκείνη την ώρα έστω απροσδιόριστο ή που με την ήρεμη λογική δεν μπορεί να υλοποιηθεί, η εξακολουθούμενη προκλητικότητα, και άλλοι (Worden & Shepard, 1996; Klinger, 1994; Smith & Visher, 1981). Από τη στιγμή που σχηματίζεται η απόφαση να συλληφθεί ένας πολίτης, τα πράγματα είναι συνήθως απρόβλεπτα, ενώ αρκετές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται μέσα σε λεπτά ή και δευτερόλεπτα.

Λέχθηκε προηγουμένως ότι δεν αντιστέκονται όλοι οι άνθρωποι στη σύλληψη αλλά ούτε και συγκεκριμένοι. Αντίσταση μπορεί να προβάλει και ένα άτομο το οποίο μπορεί να μην προϊδεάζει τον πιο μελετημένο αστυνομικό ότι είναι ικανό να αντισταθεί (π.χ. μια ηλικιωμένη κυρία με ευπρεπή εμφάνιση). Δεν υπάρχουν τρόποι με τους οποίους μπορεί να διαγνωστεί εκ των προτέρων το άτομο που έχει απέναντί του ο αστυνομικός και στοιχεία όπως η ενδυμασία, ο τρόπος ή ο τόνος ομιλίας είναι πολλές φορές παραπλανητικά (Johnson & Morgan, 2013; Lipsky, 1980). Ενδείξεις που μπορεί να διδάσκουν τα παραδοσιακά παλαιά βιβλία ως ενδείξεις κινδύνου επίθεσης (π.χ. αποφυγή βλέμματος, αυξημένος ρυθμός αναπνοής, κ.λπ., πάνω από είκοσι συνολικά στοιχεία, εάν απομονωθούν), βάσει ερευνών από άλλα πεδία, δεν επαληθεύονται όλα (Johnson & Aaron, 2013; Johnson, 2018) ώστε να αρθεί το απρόβλεπτο ή να αποκλειστεί το λάθος βάσει ενός ακριβούς οδηγού προ-επιθετικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, η λεκτική επιθετικότητα από έναν ανήλικο μπορεί να μην συνιστά ή να μην συνιστά πάντα σύμπτωμα επερχόμενης φυσικής επιθετικότητας από μέρους του (μπορεί λ.χ. με αυτό τον τρόπο να εκτονώνει ήδη, οπότε εάν προσεγγιστεί με φυσική βία, να αισθανθεί δυσανάλογα έντονο φόβο). Ένας αστυνομικός, πέρα από τη δική του ετοιμότητα, δεν θα πρέπει να ασκεί μεθόδους καταναγκασμού πριν προβληθεί αντίσταση με την πεποίθηση ότι θα προβληθεί, βάσει τέτοιων γενικευμένων συσχετισμών ή προβλέψεων. Αυτό σημαίνει παράλληλα ότι και η αντίσταση συνιστά πάντα ένα ξάφνιασμα για τον αστυνομικό, που έρχεται αντιμέτωπος με αυτή, το οποίο θα πρέπει να δαχειριστεί σε πολύ σύντομο χρόνο και ορθά.

Αντίσταση, ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης αδικηματικής σύστασης, για τη θεωρία, δεν σημαίνει μόνο τον τύπο εκείνο της φυσικής αντίστασης, όπου το υπό σύλληψη άτομο προβαίνει σε δυναμικές κινήσεις χεριών και ποδιών. Μπορεί να είναι και φυσική, αμυντική ή επιθετική. Μπορεί να είναι λεκτική η αντίσταση. Μπορεί να είναι και παθητική ή σιωπηρή (π.χ. γλώσσα του σώματος) ή έμμεση, να αναφέρεται σε άλλες πράξεις που σκοπό έχουν την εναντίωση ή και παρεμπόδιση ή και ματαίωση της σύλληψης (Ross, 1999). Μπορεί να είναι και περισσότερα από ένα είδη μαζί. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει επίδραση από αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες αναμένεται συχνότερα και ενεργητική φυσική αντίσταση. Η συμπεριφορά του αστυνομικού πρέπει να είναι ανάλογη του τύπου της αντίστασης σε κάθε χρονική φάση, όπως εκείνη ήδη εκδηλώνεται, χωρίς αυθαίρετες ή αβέβαιες προβλέψεις. Εάν το υπό σύλληψη άτομο αντισταθεί με τη φράση «άντε και παράτα με» (χωρίς να τρέπεται σε φυγή), δικαιολογεί απειλή ή άσκηση φυσικής βίας από μέρους του αστυνομικού (π.χ. να αρχίσει να τον τραβά για να του φορέσει χειροπέδες), και εάν ναι, σε ποιο βαθμό; Ή μήπως (πρέπει να) υπάρχουν άλλοι τρόποι ή άλλες μέθοδοι ανάλογης συμπεριφοράς; Κάποιες φορές, η σύλληψη εκκινεί για κάτι απλό (π.χ, εξύβριση), και, εάν υπάρξει αντίσταση, τα πράγματα καταλήγουν σε κάτι που, εκ των υστέρων, φαίνεται αχρείαστα πολύπλοκο, γενικά. Η προϋπόθεση του «αγγίγματος» για να διενεργηθεί η σύλληψη, που συνιστά από μόνη της φυσική παρέμβαση του αστυνομικού στο σώμα του υπόπτου, δεν λειτουργεί πάντα ευνοϊκά και αυτό συνιστά ίσως ένα σημείο που στο μέλλον να πρέπει να θεωρηθεί ειδικά.

Όπως υπέδειξε εύσχημα η τέως Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ανεξάρτητη Αρχή Πρόληψης των Βασανιστηρίων για τα περιστατικά αστυνομικής βίας, σε παλαιότερη αναφορά της, μεταξύ άλλων:

«…αναμφισβήτητα, η δράση της Αστυνομίας στο πεδίο της αποτροπής εγκλημάτων προκαλεί, πολλές φορές, την αντίδραση των εμπλεκόμενων ατόμων ακόμη και με υβριστικό ή επιθετικό τρόπο. Ο χειρισμός, όμως, τέτοιων αντιδράσεων, οι οποίες είναι σύμφυτες με το αστυνομικό επάγγελμα, αποτελεί βασικό κομμάτι της άσκησης των καθηκόντων των αστυνομικών. Είναι αλήθεια ότι ο χειρισμός τέτοιων περιπτώσεων είναι δύσκολος και απαιτητικός. Κατά το στάδιο της σύλληψης, ανάκρισης και κράτησης η ένταση των κινδύνων τόσο για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα όσο και για τους αστυνομικούς επιτείνεται υπό την πίεση των συνθηκών της κάθε περίπτωσης. Το πεδίο αυτό, που συνδέεται άρρηκτα με την αντεγκληματική αποστολή της Αστυνομία, αποτελεί το κρισιμότερο πεδίο δοκιμασίας της προσήλωσης της Αστυνομίας στις αρχές της νομιμότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο αστυνομικός, τη δεδομένη στιγμή, να επιλέξει τον τρόπο παρέμβασης του, εντός της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, ώστε να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό, παρεμβαίνοντας με τον ηπιότερο δυνατό τρόπο στις ελευθερίες του ατόμου και τηρώντας πάντα την αρχή της αναλογικότητας. Η εμπιστοσύνη αυτή στην ατομική κρίση του αστυνομικού είναι αναπόφευκτη. Το ζήτημα συναρτάται με την ιδιαιτερότητα που διαθέτει από τη φύση της η αστυνομική δράση. Προκειμένου να είναι άμεση και αποτελεσματική, οφείλει να ανταποκρίνεται στις εκάστοτε ειδικές συνθήκες διακινδύνευσης έννομων αγαθών, είτε αυτές σχετίζονται με τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, είτε με την προστασία ατομικών δικαιωμάτων είτε και με την διασφάλιση της ζωής και της ακεραιότητας των ιδίων των αστυνομικών, συχνά μάλιστα υπό συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες και πιεστικές. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα όρια της νόμιμης δράσης δεν είναι ευδιάκριτα και σταθερά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα μπορούσε κανείς να εξετάσει το ενδεχόμενο λάθους ή ολιγωρίας υπό την πίεση και τις συγκεκριμένες συνθήκες. Η αυθαίρετη, όμως, άσκηση βίας χωρίς νόμιμο σκοπό έναντι πολιτών δεν γεννά ζητήματα λάθους ή ολιγωρίας…»

Η στάθμιση είναι αναμφίβολα δύσκολη. Με πιο ψυχοδυναμική προσέγγιση, σε ορισμένες περιπτώσεις, από αστυνομικούς που έχουν εκτεθεί ή υπερεκτεθεί σε κινδύνους, έξω στους δρόμους, υπάρχει μία τάση για δίνονται μεγαλύτερες διαστάσεις σε ορισμένες καθημερινές ή απλές ενέργειες, που δεν συνιστούν πραγματικό κίνδυνο σε άλλους που δεν έχουν βιώσει ίδιους κινδύνους (π.χ. μία κουβέντα μπορεί να εκληφθεί ως απειλή ακόμα κι αν για ένα μη αστυνομικό δεν είναι, η εκδήλωση κάπως αρνητικής συμπεριφοράς στη σύλληψη να μεταφραστεί ως ενεργητική αντίσταση ή επίθεση εναντίον τους, κ.λπ.). Το χαρακτηριστικό αυτό, του υπερκαθορισμού  (overdetermination) (Bonifacio, 1991), μπορεί να μην παρατηρείται μόνο στη διενέργεια συλλήψεων, αλλά και αλλού, όπως και στα κατηγορητήρια που ετοιμάζει η Αστυνομία, όταν εκτρέπεται πλέον η κατάσταση και συγκεντρώνονται όλες οι δυνατές νομικές βάσεις προκειμένου να δημιουργεί ένα φαινομενικά ποινικό τέρας, για να αναχθεί σε αυτές μια απλή πραγματική συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση, εκτός από τη γενική εκπαίδευση, ρόλο διαδραματίζουν και τα στοιχεία της προσωπικότητας κάθε αστυνομικού και το πώς βιώνει συναισθηματικά την ιδιότητά του ως αστυνομικός (Bonifacio, 1991; Klukkert, Ohlemacher, & Feltes, 2009) ή το τι επίπεδο αυτοπεποίθησης έχει (Donner & Jennings, 2014) και αυτά και άλλα σε συνάρτηση με τις περιστάσεις (Staller, Müller, Christiansen, Zaiser, Körner & Cole, 2019). Δεν δημιουργούν όλοι οι αστυνομικοί «προβλήματα» και υπό όλες τις συνθήκες, κι αυτοί που τα δημιουργούν, υπό κάποιες συνθήκες, ενεργοποιούν ένα αρκετά πολύπλοκο μηχανισμό.

Αυτός ο υπερκαθορισμός, που εγώ το λέω ανελαστικό αξιακό σύστημα, δηλαδή ένα σύστημα αξιών που δεν ελίσσεται εύκολα, ανάλογα με τις εναλλασσόμενες περιστάσεις (π.χ. μια κουβέντα είναι από ένα ανήλικο που κατανάλωσε αλκοόλ), επειδή έχει τραχυνθεί πάνω σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή δεδομένα, σε άλλους μπορεί να φαντάζει ως τάση για εξουσιαστική (παθολογική και απαράδεκτη) συμπεριφορά εκτός του πλαισίου των καθηκόντων ενός αστυνομικού. Ο διαχωρισμός εξάλλου δεν είναι καθόλου εύκολος, ανάμεσα στο πότε υπάρχει τάση υπερκαθορισμού και πότε τάση εξουσιασμού. Ίσως να πρέπει να είναι αναμενόμενο, αντίστοιχα, ένας αστυνομικός με τάση υπερκαθορισμού ή με ανελαστικό αξιακό σύστημα να προκαλεί συχνά συλλήψεις ή ελέγχους ή γενικά να επιβάλλει τον καταναγκασμό κατά τρόπο που επιφέρει αντίσταση, εκεί όπου κι αυτή προδιατίθεται, οπότε να υπάρχουν καταλήξεις σοβαρών επεισοδίων με συγκριτικά ασήμαντη αφορμή (βλ. μία κουβέντα). Ο ίδιος, αντίστοιχα, να ενοχλείται ή θα θλίβεται από τη διερεύνηση της δικής του συμπεριφοράς ή να έχει άλλες τάσεις, που συζήτησε με ευστοχία ο Bonifacio (1991). Τον ίδιο αστυνομικό, εάν τον βάλει, κανείς, να εργαστεί σε ένα γραφείο κλεισμένος, θα πλήξει αφάνταστα.

Ο υπερκαθορισμός, αν και αναμενόμενος σε αστυνομικούς της δράσης, δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που φαίνεται ή φέρεται πάντοτε με ένα κοινωνικά υγιή τρόπο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις κερδίζει και το έδαφος (είναι ένας τέτοιος αστυνομικός που θα αποτρέψει και τον τελικά πραγματικό κίνδυνο). Η παρέμβαση που μπορεί να υπάρξει για την απάμβλυνσή του, εκεί όπου χρειάζεται, εστιάζει στο είδος της ακόμα περισσότερης εκπαίδευσης στις μορφές της αντίστασης, στους παράγοντες προδιάθεσης (όσους έχουν μέχρι στιγμής επαληθευτεί) και στην ποικιλία των τεχνικών αστυνομικής αντίδρασης ή παρέμβασης. Αν και όλα αυτά είναι σκέτες θεωρίες και με την μεγέθυνση της εμπειρίας, στη πορεία του χρόνου, ο ίδιος ο αστυνομικός με τάση υπερκαθορισμού, θα μπει στη διαδικασία να διακρίνει και να αξιολογεί από μόνος του και καλύτερα, στην πράξη του, τα διάφορα ερεθίσματα, ώστε μετά από 10 χρόνια, η ίδια κουβέντα του υπό σύλληψη ατόμου, να έχει και για τον ίδιο άλλο νόημα.

Το ίδιο εξάλλου μπορεί να συμβαίνει για κάθε εφαρμοστή του νομου (δικαστή, δικηγόρο, κ.λπ.), στο δικό του διαφορετικό πεδίο.

 

——————

Bonifacio, P. (1991). The Psychological Effect of Police Work: A Psychodynamic Approach. New York: Plenum Press.

Donner, C. M., & Jennings, W. G. (2014). Low self‐control and police deviance: Applying Gottfredson and Hirschi’s general theory to officer misconduct. Police Quarterly17, 203– 225.

Johnson, R.R. (2018). Exploring the validity of behavioral cues predictive of physically resisting arrest. Journal of Police and Criminal Psychology, 1-11, Online ISSN 1936-6469.

Johnson R.R. & Aaron, J.L. (2013). Adult’s beliefs regarding nonverbal cues predictive of violence. Criminal Justice and Behavior, 40, 881–894.

Johnson, R.R. & Morgan, M.A. (2013). Suspicion formation among police officers: an international literature review. Criminal Justice Studies, 26, 99–114.

Kavanagh, J. (1997). The occurrence of resisting arrest in arrest encounters: A study of police-citizen violence. Criminal Justice Review, 22(1), 16-33.

Klinger, D.A. (1994). Demeanor or Crime – Why Hostile Citizens Are More Likely to Be Arrested. Criminology 32(3), 475-493.

Klukkert, A., Ohlemacher, T. & Feltes, T. (2009). Torn between two targets: German police officers talk about the use of force. Crime, 52, 181– 206.

Lipsky, M. (1980). Street-level Bureaucracy: Dilemmas of the Individual in Public Services. Thousand Oaks: Sage.

Mulvey, P. & White, M. (2013). The potential for violence in arrests of persons with mental illness. Policing: An International Journal of Police Strategies & Management, 37, 404-419.

Ross, D.L. (1999). Assessing the patterns of citizen resistance during arrest. FBI Law Enforcement Bulletin, 68, 5-11.

Simon, R.I. (1993). The psychological and legal aftermath of false arrest and imprisonment. The Bulletin of the American Academy of Psychiatry and the Law, 21, 523-528.

Smith, D.A. & Visher, C.A. (1981). Street-Level Justice: Situational Determinants of Police Arrest Decisions. Social Problems, 29(2), 167- 177.

Staller, M.S., Müller, M., Christiansen, P., Zaiser, B., Körner, S. & Cole, J.S. (2019). Ego depletion and the use of force: Investigating the effects of ego depletion on police officers’ intention to use force. Aggressive Behavior, 45(2), 161-168.

Whichard, C. & Felson, R.B. (2016). Are suspects who resist arrest defiant, desperate, or disoriented? Journal of Research in Crime and Delinquency, 53, 564-591.

Worden, R.E. & Shepard, R.L. (1996). Demeanor, crime, and police behavior: A reexamination of the Police Services Study Data. Criminology, 34(1), 83-105.

[1] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 και R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.

[2] Albert v Lavin [1982] AC 546.

[3] Riley v DPP (1989) 91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394.

[4] Christie v. Leachinsky [1947] AC 373.

[5] Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 245 και Rock v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 251 και Zak & Others v. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 6.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.