Η εκπρόθεσμη κατάθεση σύμβασης στο Κτηματολόγιο και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου

Φαίνεται να είναι ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο η προσπάθεια χρησιμοποίησης του άρθρου 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011 ως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 48(Ι)/2017, προκειμένου να επιτρέψει, το Επαρχιακό Δικαστήριο, να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο  «προβληματικές» συμβάσεις, που το ίδιο το Κτηματολόγιο δεν θα μπορούσε οποτεδήποτε να αποδεκτεί.

Στην υπό αναφορά περίπτωση, ο λόγος για μια σύμβαση που συνάφθηκε τη δεκαετία του 80’, για αγορά οικοδομής επί σχεδίων, μεταξύ εταιρείας η οποία δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ακινήτου (το όλο του οποίου είχε αγοράσει από άλλο πρόσωπο, τον εγγεγραμμένο κύριο, χωρίς να έχει καταθέσει τη σχετική σύμβαση πώλησης στο Κτηματολόγιο) επί του οποίου η εταιρεία αναλάμβανε την υποχρέωση να ανεγείρει την οικοδομή, και φυσικών προσώπων που επιθυμούσαν να αποκτήσουν τη σχεδιασμένη (μα ανύπαρκτη) οικοδομή. Η σύμβαση εκείνη δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο (πώς θα μπορούσε άλλωστε), το όλο ακίνητο επιβαρύνθηκε από τον εγγεγραμμένο κύριο προς όφελος ενυπόθηκων πιστωτών, η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, και οι φερόμενοι ως αγοραστές απεβίωσαν. Η προσπάθεια που γίνεται είναι να κατατεθεί μια τέτοια σύμβαση στο Κτηματολόγιο σήμερα, με χρήση του άρθρου 12, σε αίτηση στην οποία περιλήφθηκε και ο εγγεγραμμένος κύριος (μη αντισυμβαλλόμενος), με δεδηλωμένο σκοπό να γίνει στη συνέχεια αίτηση για μεταβίβαση με βάση το Μέρος VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65.

Πέρα από τα σωρεία ζητήματα που τίθενται, είναι μία ακόμα περίπτωση η οποία δίνει την αφορμή να εκτεθούν και εδώ οι προϋποθέσεις που θεωρώ ότι ισχύουν σε σχέση με το άρθρο 12, οι οποίες πρόσφατα έχουν εκτεθεί και σε σχετική δικαστική διαδικασία, επομένως δεν αποκλείεται να αποφασιστούν έτσι ή αλλιώς.

Το άρθρο 12 έχει ως εξής (οι υπογραμμίσεις πρόσθετες):

«Εξουσία Δικαστηρίου να επιτρέψει κατάθεση σύμβασης ή έγερση αγωγής εκτός προθεσμίας

12. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή

Οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί ένα διάταγμα με βάση το άρθρο 12 είναι οι εξής, οι οποίες προκύπτουν από το κείμενο του άρθρου και θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά:

Ύπαρξη σύμβασης με βάση την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011

Η σύμβαση της οποίας ζητείται η εκπρόθεσμη κατάθεση θα πρέπει να είναι «σύμβαση» με την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011, δηλαδή σύμβαση πώλησης ή ανταλλαγής ή εκχώρησης ή αντιπαροχής ή συμφωνίες διανομής ακίνητης ιδιοκτησίας. Όπου η «ακίνητη ιδιοκτησία» έχει την έννοια που δίδεται στον όρο από τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 και περιλαμβάνει εμπράγματο δικαίωμα που αποκτάται με την εγγραφή σύμβασης μίσθωσης, η οποία εγγράφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου.

Η έννοια «ακίνητη ιδιοκτησία» με βάση την ερμηνευτική διάταξη του Κεφ. 224, περιλαμβάνει:

  • γη·
  • οικοδομές και άλλα κατασκευάσματα, οικοδομήματα ή προσαρτήματα που είναι στερεά συνδεδεμένα με οποιαδήποτε γη ή με οποιαδήποτε οικοδομή ή άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα·
  • δέντρα, αμπέλια και κάθε άλλο πράγμα που φυτεύτηκε ή που φύεται σε οποιαδήποτε γη καθώς και οποιουσδήποτε καρπούς αυτών πριν από τον αποχωρισμό ·
  • πηγές, φρέατα, ύδωρ και δικαιώματα σε ύδατα είτε αυτά κατέχονται μαζί με οποιαδήποτε γη είτε ανεξάρτητα από αυτή·
  • προνόμια, ελευθερίες, δουλείες και οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα και πλεονεκτήματα που ανήκουν ή θεωρούνται ότι ανήκουν, σε οποιαδήποτε γη ή οποιαδήποτε οικοδομή ή άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα·
  • εξ αδιαιρέτου ιδανική μερίδα ιδιοκτησίας η οποία εκτίθεται πιο πάνω·
  • γη που δημιουργείται μετά από επίχωση της θάλασσας·
  • μόνο για σκοπούς εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει του παρόντος Νόμου ή για τους σκοπούς των διατάξεων του Μέρους ΙV του παρόντος Νόμου ή για τους σκοπούς του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, θαλάσσιο χώρο, που κηρύσσεται ως μαρίνα δυνάμει των διατάξεων του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου, ή ως χώρος ελλιμενισμού και εξυπηρέτησης σκαφών αναψυχής δυνάμει των διατάξεων του περί Διαχείρισης Χώρων Ελλιμενισμού Σκαφών Αναψυχής Νόμου, ο οποίος πρόκειται να επιχωθεί για τη δημιουργία ξηράς, όπως ο χώρος αυτός εμφαίνεται σε κτηματικό σχέδιο που ετοιμάζεται από το Διευθυντή.

Η έννοια «ακίνητη ιδιοκτησία» του Κεφ. 224 δεν περιλαμβάνει οικοδομή που είναι απλά σχεδιασμένη επί χάρτου. Ασχέτως εάν στην πράξη μπορεί, το Κτηματολόγιο (λανθασμένα, ίσως, νομικά), να δέχεται την κατάθεση τέτοιου είδους συμβάσεων εμπρόθεσμα.

Δεν μπορεί οποιαδήποτε σύμβαση δεν εμπίπτει στον όρο «σύμβαση» του Νόμου 81(Ι)/2011, περιλαμβανομένης τέτοιας που δεν αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία με την έννοια του Κεφ. 224, και που δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, είτε με βάση τον Νόμο 81(Ι)/2011 είτε με βάση τον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232, αδιάφορα από τις χρονικές προθεσμίες των νόμων αυτών, να κατατεθεί με βάση το άρθρο 12, εκπρόθεσμα.

Το να υφίσταται τέτοια σύμβαση συνιστά προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει για να μπορεί να αντλήσει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο με βάση τον Νόμο 81(Ι)/2011 και το άρθρο 12. Δεν έχει δικαιοδοσία, το Επαρχιακό Δικαστήριο, εάν παρουσιαστεί ενώπιον του οποιαδήποτε άλλη σύμβαση που δεν συνιστά «σύμβαση» με την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011, να εξετάζει οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση του άρθρου 12.

Το κατά πόσο μία σύμβαση συνιστά «σύμβαση» με βάση τον Νόμο 81(Ι)/2011, έχει να κάνει με το περιεχόμενό της, και όχι με το πώς ονομάζουν τα μέρη τη σύμβαση αυτή.

Η σύμβαση να παραμένει σε ισχύ

Η σύμβαση της οποίας ζητείται η κατάθεση, νοουμένου ότι είναι «σύμβαση» με την προαναφερόμενη έννοια, θα πρέπει να παραμένει και σε ισχύ κατά τον χρόνο στον οποίο ζητείται η εκπρόθεσμη κατάθεσή της. Δηλαδή, παρά την πάροδο του χρόνου στον οποίο αυτή παρέμεινε εκκρεμής χωρίς να έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, να είναι ακόμα ενεργή η συμβατική υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει στον αγοραστή το ακίνητο στο οποίο αυτή αφορά, ώστε να μπορεί, έστω εκπρόθεσμα, να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Και η συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης είναι, κατά τη γνώμη μου, επίσης, δικαιοδοτικής σημασίας. Εάν δεν υπάρχει τέτοια ισχυρή σύμβαση, δεν μπορεί να αντλήσει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο, από το άρθρο 12, για να ασκήσει εξουσία και να κρίνει το εύλογο και το δίκαιο της εκπρόθεσμης κατάθεσής της στο Κτηματολόγιο.

Ίσως η σκέψη να τείνει να εστιάζει στην εξής παράμετρο: εάν παραμένει σε ισχύ μια τέτοια σύμβαση ή όχι, έχει να κάνει με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών∙ εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται ότι ισχύει η μεταξύ τους σύμβαση, δεν έχει λόγο οποιοσδήποτε άλλος ή και το Επαρχιακό Δικαστήριο να το αμφισβητήσει. Δεν αρκεί, όμως, αυτή η παράμετρος, γιατί σε κάθε περίπτωση ο λόγος γίνεται για σύμβαση που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία και το αίτημα είναι η επιβάρυνσή της, δηλαδή μία εμπράγματη πλέον αξίωση. Θα μπορούσε να διερωτηθεί, κανείς, γιατί τα μέρη αυτά δεν συνάπτουν μία νέα σύμβαση να ανανεώσουν τη βούλησή τους, η οποία να κατατεθεί αυτή στο Κτηματολόγιο χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου; Ποιος απαγορεύει κάτι τέτοιο, και ποιες συμβάσεις τελικά καταλήγουν να συνιστούν τα αντικείμενα της διαδικασίας του άρθρου 12;

Θα μπορούσε να τίθεται ένα ερώτημα, από μέρους του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αρκετά βοηθητικό, για να προσεγγίσει σε πιθανότερα ορθότερες διαστάσεις αυτή την προϋπόθεση του άρθρου 12, της ύπαρξης σύμβασης που παραμένει σε ισχύ. Είναι ένα ερώτημα που δεν σχετίζεται με τις διακριτικές του εξουσίες (το δίκαιο και το εύλογο της εκπρόθεσμης κατάθεσης) αλλά με τις δικαιοδοτικές του: εάν τα μέρη επιθυμούσαν να συνάψουν αυτή τη σύμβαση σήμερα, για να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, αυτό θα ήταν νομικά και πραγματικά εφικτό; Είναι ένα ερώτημα που βοηθά στο να απομονωθεί ο παράγων «χρόνος», που αυτός είναι το αντικείμενο της διακριτικής εξουσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αλλιώς τιθέμενο το ίδιο ερώτημα: εάν δεν μεσολαβούσε αυτός ο χρόνος, η κατάθεση της σύμβασης που παρουσιάζεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου θα ήταν εφικτή; Ήταν ο χρόνος και είναι η νομοθετικά προβλεπόμενη προθεσμία το εμπόδιο κατάθεσης σε πρώτη φάση; Εάν η απάντηση είναι θετική σε αυτό το προκαταρκτικό ερώτημα (με οποιοδήποτε τρόπο τιθέμενο), τότε ναι, υπάρχει σύμβαση που παραμένει σε ισχύ. Εάν όχι, τότε δεν μπορεί να αντλήσει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο να κρίνει εάν το εκπρόθεσμο της κατάθεσης δικαιολογείται (δίκαιο και εύλογο) κατά τη διακριτική του ευχέρεια.

Η σύμβαση να μπορούσε να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο εάν δεν υπήρχε το ζήτημα του χρόνου, με βάση τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 3.

Συνακόλουθη των προϋποθέσεων να υπάρχει «σύμβαση» με την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011 και αυτή να παραμένει σε ισχύ, είναι η προϋπόθεση αυτή να πληροί και όλες τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, ώστε, εξαιρουμένου του παράγοντα του χρόνου, της προθεσμίας, αυτή κατά τα λοιπά να μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο με την άδεια του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 12.

Συναφώς, στη βάση των λοιπών ρητών προϋποθέσεων του άρθρου 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, θα πρέπει να υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης (και εάν το αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα συνιδιόκτητης ακίνητης ιδιοκτησίας, για το οποίο δεν υπάρχει χωριστή εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και πωλητές δεν είναι όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, αυτή να συνοδεύεται από συμφωνία διανομής, σύμφωνα με το άρθρο 3), και η σύμβαση να είναι γραπτή, να περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, να περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, να αναφέρει το αντάλλαγμα και να είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

Νοουμένου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και πρόκειται για μια σύμβαση που μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και το μόνο πρόβλημα είναι η πάροδος της νομοθετικά τιθέμενης προθεσμίας, εκεί μπορεί να ασκήσει εξουσία το Επαρχιακό Δικαστήριο και να κρίνει εάν είναι δίκαιο και εύλογο να επιτρέψει την εκπρόθεσμη κατάθεση.

Ουσιαστικές προϋποθέσεις (δίκαιο και εύλογο)

Νοουμένου ότι υπάρχει «σύμβαση» με την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011 σε ισχύ και μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, εάν δοθεί άδεια για εκπρόθεσμη κατάθεσή της, δηλαδή για κατάθεσή της σε χρόνο πέραν από αυτόν που προβλέπεται στο άρθρο 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, θα πρέπει το Επαρχιακό Δικαστήριο να εξετάζει περαιτέρω εάν είναι δίκαιο και εύλογο να επιτραπεί η εκπρόθεσμη κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο για να προστατευθεί ο αγοραστής, δηλαδή το πρόσωπο στο όνομα του οποίου, σύμφωνα με τη σύμβαση, θα μεταβιβασθεί το ακίνητο, έναντι ανταλλάγματος.

Φρονώ ότι, η διακριτική ευχέρεια του Επαρχιακού Δικαστηρίου, όσον αφορά το δίκαιο και εύλογο της κατάθεσης τέτοιας σύμβασης, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Που αυτό σημαίνει, ενδεχομένως, ότι θα πρέπει τουλάχιστον να εξηγεί, με κάποιο τρόπο, στην απόφασή του, γιατί θεωρεί πώς είναι δίκαιο και εύλογο να κατατεθεί τέτοια σύμβαση, παρά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος.

Με βάση αυτά που αναφέρονται, το δίκαιο και το εύλογο δεν μπορούν να εξεταστούν, εάν πρόκειται για μια σύμβαση που δεν εμπίπτει στη «σύμβαση» του Νόμου 81(Ι)/2011 και εάν δεν μπορεί ούτως ή άλλως να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Προϋποτίθεται η θεμελίωση αυτής της αντικειμενικής βάσης (σύμβαση με την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011, σε ισχύ, που μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο με βάση το άρθρο 3) για να εξεταστεί ζήτημα της εκτροπής από τη νομοθετημένη προϋπόθεση όσον αφορά τον χρόνο, η οποία είναι ως εξαιρετική διαδικασία που πρέπει να προσεγγίζεται, και όχι ως συνήθης διαδικασία.

Ο νομοθέτης εμπιστεύθηκε αυτό το έργο στο Επαρχιακό Δικαστήριο, θέλοντας να προστατεύσει όχι τον κάθε αγοραστή (εάν ήθελε κάτι τέτοιο χωρίς να μεσολαβεί αξιολογική κρίση ανά περίπτωση, θα το προέβλεπε ο ίδιος), αλλά αυτόν που, εκ των πραγμάτων, αδικείται με τη συγκεκριμένη νομοθετικά τιθέμενη προθεσμία. Και συμβαίνει αυτό παρόλες τις ευκαιρίες που έδωσε ο Νόμος 81(Ι)/2011 για να κατατεθούν συμβάσεις που δεν είχαν κατατεθεί για οποιουσδήποτε λόγους.

Στο δίκαιο και το εύλογο θα μπορούσαν να εμφιλοχωρούν πραγματικά ερωτήματα, όπως λ.χ. γιατί δεν κατατέθηκε η σύμβαση όταν συνάφθηκε, ποιο ήταν το εμπόδιο, ήταν μήπως αμελής ο αγοραστής ή ο πωλητής, η μη κατάθεσή της εξυπηρέτησε κάποιον άλλο σκοπό, όπως, για παράδειγμα, να εξασφαλιστούν πιστώσεις από τραπεζικά ιδρύματα με υποθήκευση του ακινήτου (που από το 2011 και μετέπειτα συνιστά και ποινικό αδίκημα), να επιδιωχθεί οποιοσδήποτε σκοπός δεν συνάδει με τον σκοπό του άρθρου 12∙ ή και πώς διαμορφώθηκε η κατάσταση σήμερα∙ εάν δοθεί προστασία σε αυτό τον αγοραστή σήμερα, επηρεάζεται οποιοσδήποτε άλλος; Και άλλα συναφή ερωτήματα, που θα μπορούσαν να καταλήξουν, μάλλον, και στο συμπέρασμα ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι δίκαιο και εύλογο να τύχει προστασίας κάποιος αγοραστής.

Επομένως, με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις, τέτοιες αιτήσεις, για εκπρόθεσμη κατάθεση συμβάσεων στο Κτηματολόγιο με βάση το άρθρο 12, δεν θα πρέπει να προσεγγίζονται καθόλου ως τυπικές διαδικασίες. Έπειτα, αυτό που παρατηρείται είναι πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν επιτρέπει απλά την εκπρόθεσμη κατάθεση στο Κτηματολόγιο, αλλά διατάσσει το Κτηματολόγιο να αποδεχθεί την εγγραφή της σύμβασης που συνιστά το αντικείμενο της αίτησης του άρθρου 12. Συναφώς, το Κτηματολόγιο απλά θα εκτελέσει τη διαταγή του Δικαστηρίου και θα προβεί στην εγγραφή της σύμβασης στο Κτηματολόγιο, χωρίς το ίδιο να ελέγξει οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις του Νόμου 81(Ι)/2011, τις οποίες, όμως, υποθέτει, κανείς, θα πρέπει να ελέγξει, στη θέση του Κτηματολογίου, το Δικαστήριο. Δεν δίνει, το Επαρχιακό Δικαστήριο, απλά άδεια να κατατεθεί η σύμβαση στο Κτηματολόγιο, νοουμένου ότι το Κτηματολόγιο κρίνει ότι αυτή μπορεί να κατατεθεί με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 που δεν αφορούν στον χρόνο. Η έκδοση ενός διατάγματος με βάση το άρθρο 12 εμπεριέχει τη διάγνωση ότι πρόκειται για σύμβαση που μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο γιατί πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του νόμου.

Με δεδομένες αυτές τις προϋποθέσεις και τις τόσες ευκαιρίες που δόθηκαν για κατάθεση συμβάσεων απευθείας με βάση τον νόμο, το ερώτημα είναι, όντως, ποιες τελικά συμβάσεις καταλήγουν να απασχολούν δια του άρθρου 12, τι μπορεί να χωρέσει τελικά στο «δίκαιο και εύλογο», και πόσο εξαιρετικές θα πρέπει να είναι αυτές οι περιπτώσεις, για να έρχεται το Δικαστήριο να παρεμβαίνει σε αυτή τη διαδικασία εγγραφής μιας σύμβασης στο Κτηματολόγιο; Κι όμως, με δεδομένη τη συχνότητα των αιτήσεων του είδους μετά τον τροποποιητικό Νόμο 48(Ι)/2017, κάτι πρέπει να εννοήθηκε πολύ λάθος.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.