Δικαστήρια Ανηλίκων με βάση το Σχολείο

Η επαφή του ανήλικου παραβάτη με το σύστημα της δικαιοσύνης και τους νόμους της πολιτείας συνιστά απαραίτητο συστατικό της κοινωνικοποίησής του. Δεν μπορούν, η πολιτεία, το σχολείο, η οικογένεια, να δημιουργούν ενεργούς πολίτες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις βασικές αρχές του δικαίου σε συνάρτηση με την αξία του ανθρώπου. Μία από τις ενδεχόμενα μεγαλύτερες παθογένειες της σημερινής κοινωνίας, των ενηλίκων και κατ’ επέκταση των ανηλίκων, είναι η μη επαρκής επαφή των πολιτών με τους νόμους και τη δικαιοσύνη ως κομμάτι της βασικής παιδείας· που εκτός από το ότι αναχαιτίζει τις δυναμικές δημιουργίας ενός δυνατότερου νομικού πολιτισμού, δεν αποκλείεται να αντανακλά, ως ένα βαθμό, και στα συναισθήματά τους για το σύστημα δικαιοσύνης. Στις έρευνες που προηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, ήταν προφανής η φαινομενικά αντιφατική συνύπαρξη από τη μια της θεωρητικής υιοθέτησης της ιδέας της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, από την άλλη της έκφρασης της ανάγκης επιβολής «ποινής» (Middleton, 2016, 2019). Υπάρχει η ανάγκη για εξισορρόπηση.

Το να καταστρωθεί ένας νόμος που να ρυθμίζει τη δικαιοσύνη ανηλίκων είναι από τα δυσκολότερα διαβήματα. Εκείνο, όμως, που δυσκολεύει περισσότερο το διάβημα αυτό, είναι η στάση ή η οπτική αυτών που προσπαθούν να νομοθετήσουν τη δικαιοσύνη ανηλίκων· ειδικότερα η «ενηλικότητά» τους. Η «ιδιωτικοποίηση» του τρόπου διαχείρισης της ανήλικης παραβατικότητας και η δημιουργία κρυφών και σιωπηρών καναλιών μέσα στον κόσμο των ενηλίκων, ως νοοτροπία ή γενικός νομοθετικός κανόνας, δεν μπορεί να θεωρείται ότι βοηθά τον ανήλικο παραβάτη στον τρόπο με τον οποίο συσχετίζεται με τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνία ή στο να εντάξει στη ζωή του το δίκαιο. Εάν δεν μπορεί ή δεν πρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προσέλθει ο ανήλικος στο παραδοσιακό δικαστήριο, είτε είναι ποινικό είτε είναι οικογενειακό είτε άλλο (system-based), μπορεί να πάει το ίδιο το δικαστήριο στον «κόσμο» του ανηλίκου (community-based, school-based, κ.λπ.). Η «αποδικαστικοποίηση» («dejudicialisation»), που ακούγεται πολύ συχνά τελευταία, δεν είναι ακριβώς αποδεκτή ή και ανεκτή, ως έννοια και κατάσταση, όπως χρησιμοποιείται. Και η αναφορά σε “decriminalisation” δεν θεωρείται ότι σχετίζεται ακριβώς με την αποποινικοποίηση ή τον ποινικό αποχαρακτηρισμό, αλλά με την μη εισαγωγή στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης για την απάντηση στην εγκληματική συμπεριφορά, η οποία παραμένει, σε κάθε περίπτωση, εγκληματική. Η μη εισαγωγή, όμως, στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ή η μη οδήγηση του ανήλικου παραβάτη στο συστημικό δικαστήριο των ενηλίκων (ασχέτως εάν και εκείνο έχει διαθέσιμες διαδικασίες και μπορεί να εφαρμόζει δίκαιο προσαρμοσμένο στις ανάγκες του ανήλικου) δεν σημαίνει «αποδικαστικοποίηση» γενικά, αλλά ανάγκη αναζήτησης κατάλληλου «δικαστηρίου» για τον ανήλικο παραβάτη, άλλου από το ποινικό ή οικογενειακό ή άλλο συστημικό δικαστήριο, για εξωσυστημική δικαστική αντιμετώπισή του, ή καλύτερα για επιλογή ενός εγκεκριμένου προγράμματος δικαιοσύνης ανηλίκων, για την «εκδίκαση» του ανήλικου παραβάτη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σημαίνει μεταφορά της απονομής της δικαιοσύνης (σταθερό ζητούμενο) από το συστημικό δικαστήριο σε κάποιον άλλο κοινωνικό πράκτορα. Δεν σημαίνει μη απονομή της δικαιοσύνης.

Το «δικαστήριο» συνιστά, κατά την κοινή αντίληψη, το «όργανο» και μαζί τη «διαδικασία» για την απονομή της δικαιοσύνης, και είναι απαραίτητο στο κοινωνικό σύνολο· άρα αρχίζοντας ακόμα και από αυτή την οπτική, ό,τι υποστηρίζεται δεν είναι η «αποδικαστικοποίηση», αλλά, αντίθετα, η δικαστικοποίηση, αλλά στον κόσμο και τα μέτρα του ανηλίκου, η κατάλληλη δικαστικοποίηση. Με αυτή την απαρχή, δεν νοείται απονομή της δικαιοσύνης χωρίς «δικαστήριο» (ανεξάρτητα από τη μορφή που θα λάβει για τις ανάγκες συγκεκριμένης περίπτωσης). Έπειτα, ό,τι απαιτείται, είναι η αντίληψη πως το «δικαστήριο», στη δικαιοσύνη ανηλίκων, δεν μπορεί να είναι προκαθορισμένο για όλες τις περιπτώσεις (π.χ. ο δικαστής του ποινικού ή του οικογενειακού δικαστηρίου), οπότε η τάση είναι να λέγεται ότι «δικαστήριο ανηλίκων» πρώτιστα σημαίνει πρόγραμμα δικαιοσύνης ανηλίκων. Συναφώς, και όλη η ουσία της έννοιας «child-friendly justice», δεν περιορίζεται στις διαδικαστικές εγγυήσεις (που ήδη είναι διαμορφωμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο), όταν ο ανήλικος οδηγηθεί τελικά (στις όποιες ακραίες περιπτώσεις) σε ένα συστημικό ποινικό ή οικογενειακό δικαστήριο σε περιπτώσεις ανηλίκων που τελικά πρέπει να οδηγηθούν εκεί, αλλά αναφέρεται (και) στη δικαιοσύνη η οποία (μπορεί να) προσαρμόζεται στα δεδομένα του ανήλικου για να μπορεί να υπάρχει και να λειτουργεί μέσα στον κόσμο του. Στην ευέλικτη δικαιοσύνη που μπορεί να εξατομικεύεται και που οι σταθεροί πυλώνες της, όπου υπάρχουν (π.χ. νόμος, διαδικασίες, κ.λπ.), θα πρέπει να είναι τέτοιοι, που να μην εμποδίζουν αυτή την απαιτούμενη ευελιξία.

Αναζητώντας διάφορες μορφές συνεργασίας μεταξύ του σχολείου και της δικαιοσύνης, μια μορφή συνεργασίας ή κοινοπραξίας είναι το πρόγραμμα της δικαιοσύνης ανηλίκων όπου το δικαστήριο ανηλίκων παρακάθεται στο σχολείο όπου διαπράττεται το ποινικό αδίκημα ή αποτελείται από μαθητές που έχουν εκπαιδευτεί για το σκοπό αυτό (school-based youth court). Ένα εκπαιδευτικού τύπου δικαστήριο, το οποίο, όπως και κάθε άλλο πρόγραμμα δικαιοσύνης ανηλίκων, έχει οδό επικοινωνίας με το ευρύτερο σύστημα δικαιοσύνης, ήτοι με το συστημικό δικαστήριο ή με τον φορέα που είναι επιφορτισμένος με τις υποθέσεις ανηλίκων. Δεν σχετίζεται με τα πειθαρχικά συμβούλια των σχολείων, ούτε ελέγχεται κατά κανόνα ή αποκλειστικά από τους φορείς της εκπαίδευσης ή διαφορετικά δεν ανήκει στο σχολείο, ακόμα κι αν ο εγκεκριμένος πάροχος του προγράμματος και η βάση διεξαγωγής του είναι το σχολείο και υπάρχει συμμετοχή του σχολείου στην εφαρμογή του προγράμματος. Εκ των πραγμάτων, βέβαια, με τη λειτουργία του, ένα δικαστήριο ανηλίκων βασισμένο στο σχολείο, υποκαθιστά και καθιστά μη αναγκαίο ένα πειθαρχικό σύστημα, όσον αφορά τις συμπεριφορές που συνιστούν ποινικά αδικήματα.

Η ιδέα αυτού του τύπου προγραμμάτων είχε ξεκινήσει στην Αμερική πριν από περίπου μία δεκαετία, όπου, λόγω της αύξησης των περιστατικών ανήλικης παραβατικότητας και της έξαρσης των εντυπώσεων ότι θα πρέπει η ανοχή στα κρούσματα παραβατικότητας να είναι πλέον μηδενική από τα σχολεία (zero-tolerance tactics), διάφορα σχολεία μέσης εκπαίδευσης είχαν εκφράσει στο Center for Court Innovation την καινοτόμο ιδέα της δυνατότητας λειτουργίας δικαστηρίων ανηλίκων μέσα στα σχολεία, και ζήτησαν από εκεί τη σχετική βοήθεια να ερευνήσουν την ιδέα. Η ιδέα είχε εφαρμοστεί πιλοτικά σε κάποια σχολεία με θετικά αποτελέσματα (Jensen, 2015; Smokowski, 2018), αλλά σταδιακά αρκετά προγράμματα δικαιοσύνης ανηλίκων στην Αμερική περιλαμβάνουν δικαστήρια με βάση τα σχολεία (National Youth Court Center 2013). Χρειάζεται ασφαλώς αρκετή ακόμα έρευνα (Cotter & Evans, 2018).

Στο υπόβαθρο αυτής της ιδέας εντοπίζονταν και η ανάγκη των ίδιων των εκπαιδευτικών, οι οποίοι δεν είναι νομικοί και δεν γνωρίζουν το δίκαιο, να μην επιφορτίζονται αναγκαστικά το βάρος της αντιμετώπισης περιστατικών τα οποία είναι ποινικής φύσης, χωρίς καθοδήγηση ή επίβλεψη ή συμμετοχή του εκπροσώπων του συστήματος δικαιοσύνης, να μην αναγκάζονται να αποβάλλουν τους ποινικούς παραβάτες από το σχολείο, να έχουν την επιλογή να τους στέλνουν σε ένα δικαστήριο ανηλίκων, που όμως κι εκείνο, αν και συνδεδεμένο με το σύστημα δικαιοσύνης της πολιτείας, δεν είναι υπό τον απόλυτο ή αποκλειστικό έλεγχο της πολιτείας και δεν χάνει τον εκπαιδευτικό του ρόλο. Αντίστοιχα, εντοπίζονταν η ανάγκη και της πολιτείας να μην αποσιωπούνται, μέσω σχολικών χειρισμών, και να μην έχουν μια λανθασμένη δικαιική αντιμετώπιση παραβάσεις των ποινικών νόμων από ανήλικους αποκλείοντας τη δυνατότητα της διόρθωσης της σχέσης του ανήλικου με το δίκαιο και τους νόμους της πολιτείας (Butts, Buck & Coggeshall, 2002; Harrison, Maupin & Mays, 2001; Pearson & Jurich, 2005; Stickle, Connell, Wilson & Gottfredson, 2008). Η διαχρονική μη αντιμετώπιση αυτών των αναγκών και η πίεση του εκπαιδευτικού συστήματος να πατάξει την ανήλικη παραβατικότητα μόνο του, αυτιστικά, χωρίς να επικοινωνεί με το σύστημα και τις έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνης, οδηγούσε, όπως και εδώ οδηγεί, στην ανακύκλωση και κατ’ επέκταση στην επιδείνωση του προβλήματος. Το «bullying» και η βία ήταν ανάμεσα σε αυτά τα προβλήματα (Farrington and Ttofi, 2010;  Copich, 2012), αλλά δεν ήταν και δεν είναι ούτε και εδώ τα μόνα προβλήματα.

Σε κάποια από αυτά τα προγράμματα, τέτοια δικαστήρια λειτουργούν καθαρά με ενέργειες μαθητών στους ρόλους του κατήγορου, του δικηγόρου υπεράσπισης, ακόμα και των δικαστών (σε μη σοβαρά περιστατικά και όπου υπάρχει παραδοχή της συμπεριφοράς, επομένως δεν χρειάζεται η διάγνωση γεγονότων από τους συνομήλικους) (Weisz, Lott, & Thai, 2002), ενώ σε άλλα ο δικαστής είναι ενήλικος ή κανονικός δικαστής. Σε άλλα τέτοια προγράμματα, θα μπορούσε να γίνεται λόγος και για πάνελ δικαστών με τη συμμετοχή κανονικού δικαστή, εκπαιδευτικού, εκπρόσωπου του συνδέσμου γονέων, ψυχολόγου, και μαθητών (οπωσδήποτε) ή για παρόμοια σύνθεση με τη συμμετοχή ενηλίκων στα σοβαρά περιστατικά ή όπου θα χρειαστεί μαρτυρία ενηλίκων. Όπου λειτουργεί «δικαστήριο ανηλίκων», και με όποιο τρόπο κι αν λειτουργεί, διεξάγονται δίκες, με την εφαρμογή (ελαστικών) διαδικαστικών κανόνων που ορίζει το πρόγραμμα ανά περίπτωση, που γνωρίζουν οι πάροχοι του προγράμματος και οι παράγοντες που θα συμμετάσχουν σε αυτό, και οι δίκες μπορούν να είναι επίσης ανοιχτές στο κοινό, εκτός εάν διαταχθεί διαφορετικά. Δηλαδή, η δικαιοσύνη και το δίκαιο μπαίνουν κανονικά στον κόσμο των ανηλίκων και προσαρμόζονται στις δικές τους κοινωνικές ανάγκες. Αντίστοιχα, το κοινωνικό στίγμα περιορίζεται, ελεγχόμενο, με τρόπο που μπορεί να επενεργήσει και θεραπευτικά.

Πρόκειται για μια ιδέα βασισμένη στην αντίληψη της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, όπου οι ανήλικοι παραβάτες (συνηθέστερα αυτοί που παραδέχονται ενοχή: δεν αποκλείεται η απάντηση στην κατηγορία να είναι σε κανονικό δικαστήριο ή σε άλλο φορέα, και να παραπέμπονται σε πρόγραμμα δικαιοσύνης ανηλίκων αναλόγως της απάντησης, εάν θα χρειαστεί διάγνωση γεγονότων ή όχι κ.λπ.) αναλαμβάνουν τις ευθύνες των πράξεων τους (πολύ σημαντική προϋπόθεση η ανάληψη ευθύνης), και έπειτα οι σχέσεις τους με τα θύματα αποκαθίστανται μέσω «ποινών» που επιλέγονται από τους «δικαστές» ανά περίπτωση και μπορεί να είναι κοινωνική (εντός ή εκτός της κοινότητας του σχολείου) εργασία, απολογητικό γράμμα ή οτιδήποτε άλλο (Godwin, 2001; Stickle et al., 2008). Η συμμετοχή κοινωνικού λειτουργού στα σχετικά προγράμματα ενδέχεται να είναι χρήσιμη (Cotter, 2018). Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η συμμετοχή στο δικαστήριο ανηλίκων έχει ως σκοπό του να διδάξει τους νέους (και τα μέλη και τους παραβάτες), από συνομήλικούς τους και δια της θετικής επίδρασης που μπορεί να έχει ο συνομήλικος μιμητισμός και η εκμάθηση δια της κοινωνικής μεταδοτικότητας (social learning), τη νομιμότητα, το δίκαιο, την επίδραση της παράνομης συμπεριφοράς, όπως αυτή πρέπει να διδάσκεται και προληπτικά (από φορείς που γνωρίζουν το δίκαιο) μέσα στο όλο πλάνο της πολιτικής αγωγή ή αγωγής του πολίτη (Harrison et al., 2001; Pearson & Jurich, 2005). Επίσης, βοηθά στην ανάπτυξη των προσωπικών δεξιοτήτων των νέων, που εκπαιδεύονται στο πώς να μιλούν δημόσια, πώς να είναι ενεργοί ακροατές, πώς να ηγούνται καταστάσεων, πώς να συνεργάζονται, πώς να σχηματίζουν κρίσεις (HirschingerBlank et al. 2009; Fishman & Hack, 2012).

Με ακριβέστερο λόγο, λοιπόν, τα δικαστήρια ανηλίκων είναι προγράμματα δικαιοσύνης ανηλίκων στα οποία συμμετέχουν κατά κύριο λόγο ανήλικοι, με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις παραβατικών συμπεριφορών. Όλα τα προγράμματα δικαιοσύνης ανηλίκων ή όλα τα δικαστήρια ανηλίκων (γιατί δεν μπορεί να γίνει αποχωρισμός των εννοιών), όπου και όπως κι αν λειτουργούν, έχουν ένα κοινό σκοπό: ο ανήλικος παραβάτης να δικαστεί, κι εάν έχει ευθύνη, να συνειδητοποιήσει την ευθύνη του και να λάβει την απάντηση γι’ αυτήν από το συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο στο οποίο βρίσκεται και κινείται, κατά βάση των συνομηλίκων του. Ο λόγος είναι για προγράμματα δικαιοσύνης ανηλίκων, που αυτά, στο σύνολό τους, είναι που απαρτίζουν το «σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων», στο μεγαλύτερο μέρος του, και υφίστανται για την κάθε περίπτωση ή ομάδα περιπτώσεων, εξατομικευμένα. Μπορεί να υφίστανται άλλα προγράμματα για τους πρωτόπειρους ανήλικους παραβάτες και άλλα για τους κατ’ εξακολούθηση ανήλικους παραβάτες. Έτσι μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες προγράμματα με βάση το σχολείο, καταχωρισμένα στη βάση του Αμερικανικού National Youth Court Center. Το National Youth Court Center (NYCC) είναι το σημείο επαφής για τη χρήση προγράμματος δικαιοσύνης ανηλίκων στην Αμερική. Παρέχει πληροφορίες, εκπαίδευση και τεχνική υποστήριξη, και βάση όλων των σχετικών δεδομένων. Ηγείται των καταστάσεων όπου πρέπει να υπάρξει άμεση παρέμβαση, με βάση το μοντέλο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ώστε ο ανήλικος να μην οδηγηθεί στο παραδοσιακό δικαστήριο ανηλίκων, που και εκείνο υφίσταται και διατίθεται για άλλες περιπτώσεις. Ο σχεδιασμός του άρχισε από το 1999, ωστόσο ιδρύθηκε το 2007, με την υποστήριξη άλλων φορέων (Office of Juvenile Justice and Delinquency Prevention, National Highway Traffic Safety Administration, Office of Safe and Drug Free Schools and Administration for Children, Youth and Families and the Corporation for National and Community Service).

Αναφέρθηκε ήδη ότι τα δικαστήρια ανηλίκων δεν είναι κτίρια ή συγκεκριμένοι δικαστές και δεν έχουν σχέση με ό,τι μπορεί να έχουμε κατά νου από καθημερινή πρακτική σε άλλου είδους δικαστήρια. Είναι προγράμματα δικαιοσύνης ανηλίκων, που όμως βασίζονται απαραίτητα στις έννοιες του δικαστηρίου, της δίκης, της απονομής της δικαιοσύνης, και χρησιμοποιούν το μοντέλο της αποκαταστατικής (ή και της θεραπευτικής) δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι λειτουργούν ακόμα και εκεί όπου δεν υπάρχουν νόμοι που να διέπουν τη λειτουργία τέτοιων δικαστηρίων ανηλίκων, ακριβώς γιατί η ευελιξία και η δυνατότητα εξατομίκευσης είναι το ζητούμενο. Σε κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ, όμως, υπάρχουν και νόμοι. Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο είναι η αντίληψη του τι συνιστά ακριβώς ένα δικαστήριο ανηλίκων, ποιος είναι ο σκοπός του, τι μπορεί να κάνει. Επομένως, οι νομοθεσίες, όπου υπάρχουν, διασφαλίζουν ακριβώς αυτό, τον τύπο των προγραμμάτων δικαιοσύνης ανηλίκων, τους φορείς που μπορεί να αιτηθούν για καταχώριση και έγκριση προγράμματος δικαιοσύνης ανηλίκων (π.χ. σχολείο, εισαγγελία, δικαστήρια, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, κ.λπ.), τον ελεγκτικό φορέα, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία χρήσης υφιστάμενων προγραμμάτων (πάροχοι, επίβλεψη, αξιολόγηση, κ.λπ.).

Οι δίκες μέσα στην κοινωνία του ανηλίκου είναι έξοχες κοινωνικές δραστηριότητες. Φανταστείτε, επομένως, μία δίκη λ.χ. για επίθεση που διαπράχθηκε μεταξύ μαθητών ή για βανδαλισμό στο σχολείο από πρωτόπειρο δράστη. Γίνεται από δικαστήριο το οποίο βρίσκεται στο σχολείο ή και αλλού, και οι παράγοντες της δίκης να είναι μαθητές (ο δικηγόρος είναι μαθητής, ο κατήγορος είναι μαθητής, ο δικαστής να είναι μαθητής και δη πρώην παραβάτης, ή στο πάνελ δικαστών υπάρχουν και μαθητές ανάλογα). Δεν είναι ένα παιχνίδι ή μία θεατρική αναπαραγωγή ή απομίμηση, αλλά μία κανονική δίκη, με ακροατήριο. Μπορεί να εξετάζονται μάρτυρες, εάν χρειάζεται, η διαπίστωση γεγονότων (όπου εκεί στο πάνελ δικαστών συνήθως χρειάζεται και δικαστής και γίνονται τάξεις σε σχέση με τη διαδικασία λήψης απόφασης), αναπτύσσονται τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, και η απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι κανονική απόφαση δικαστηρίου, την οποία θα γνωρίζει το σύστημα δικαιοσύνης, εφόσον την εγκρίνει, και καταχωρεί στα αρχεία του. Είναι, βασικά, εκπαιδευτικό δικαστήριο, με πραγματικές, όμως, τις συνέπειες, οι οποίες μπορεί να είναι καταδίκη και επιβολή ποινής μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο του σχολείου ή και ευρύτερα κοινωνικά, «ποινής» που διατηρεί αυτό τον χαρακτήρα, δεν είναι όμως φυλάκιση ή άλλου είδους κοινωνικός αποκλεισμός. Πόσο ουτοπικό φαίνεται;

 

 

Σε ένα σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων που λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, ο στόχος είναι η ολοένα μεγαλύτερη βελτίωση των διαθέσιμων προγραμμάτων και η αξιολόγησή τους μέσω συνεχούς ερευνητικής δραστηριότητας. Το να σχεδιαστεί, να υλοποιηθεί, να δοκιμαστεί, να εγκριθεί και να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα δικαιοσύνης ανηλίκων, δηλαδή ένα δικαστήριο ανηλίκων, χρειάζεται αρκετή έρευνα και συνεργασία ειδικών. Κάποια προγράμματα πιο «δικαστηριακά» ή πιο κοντά, διαδικαστικά, στο συστημικό δικαστήριο, μπορεί να είναι κατάλληλα για συγκεκριμένες περιπτώσεις, άλλα πιο «θεραπευτικά» για άλλες περιπτώσεις. Δεν μπορεί να υπάρξει περιορισμός στον αριθμό των προγραμμάτων ή στο είδος τους. Μια καλή αρχή, βέβαια, θα ήταν να δοκιμαστεί ένα πιο «δικαστηριακό» πρόγραμμα βασισμένο στο σχολείο (όπως στο πιο πάνω βίντεο, ας πούμε), να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή, η ήδη υφιστάμενη ύλη, από την οποία να αφαιρεθούν στοιχεία, παρά να ξεκινήσει η δημιουργία ενός προγράμματος από μηδενική βάση ή με βάση αντιμετώπισης του ανήλικου παραβάτη ως να ήταν ασθενής ή απλά κακός μαθητής ή άτακτο παιδί της οικογένειας ή οτιδήποτε άλλο. Στην Κύπρο, η εντύπωση είναι πως από τη μια λειτουργεί μία στρατηγική για τη βία και την αντικοινωνική συμπεριφορά στα σχολεία χωρίς την επαφή με το σύστημα δικαιοσύνης, και από την άλλη γίνεται μια ξεχωριστή προσπάθεια δημιουργίας συστήματος δικαιοσύνης ανηλίκων (με τα δικά της πιθανά προβλήματα). Ότι δεν υπάρχει συντονισμός και συνεργασία μεταξύ σχολείου-δικαιοσύνης τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο ή με αυτό τον τρόπο, αλλά ο καθένας κάνει το δικό του κομμάτι, όπως νομίζει, και τελικά απλά δεν μπορεί να λειτουργήσει οτιδήποτε. Το πρόβλημα της νεανικής παραβατικότητας και της σχολικής παραβατικότητας είναι ένα πρόβλημα με δύο όψεις. Οι ανήλικοι θα πρέπει να έχουν φωνή σε κάθε στάδιο. Αυτού του είδους η συνεργασία σχολείου-δικαιοσύνης, των δικαστηρίων ανηλίκων που βασίζονται στα σχολεία (γιατί υπάρχουν κι άλλοι τρόποι συνεργασίας), είναι πάντως πολλά υποσχόμενη (Lamach, 2019), και στη μικρή Κύπρο, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δοκιμαστεί.

Εν πάση περιπτώσει, μιλώντας για δικαιοσύνη ανηλίκων, μπορούμε να μιλούμε και κυριολεκτικά για δικαιοσύνη ανηλίκων, αντί για τη συστημική δικαιοσύνη ενηλίκων που απλά παρέχεται και για τους ανήλικους. Η διαφορά είναι μεγάλη. Στην πρώτη περίπτωση, η δικαιοσύνη, πράγματι, προσαρμόζεται στον κόσμο του ανηλίκου. Στη δεύτερη περίπτωση, η δικαιοσύνη συμβιβάζεται απλά σε κάποιες ιδιαιτερότητες της ανηλικότητας, για να μπορέσει να αποδοθεί δίκαια. Χρειάζεται και η δικαιοσύνη των ανηλίκων και η δικαιοσύνη για τους ανήλικους, αναλόγως της σοβαρότητας του ποινικού αδικήματος και ποιο «κόσμο δικαιοσύνης» θίγει περισσότερο η ποινική συμπεριφορά και σε ποια έκταση, ώστε από πού πρέπει να προέλθει καταλληλότερα η απάντηση. Όταν μιλάμε για «σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων» δεν μπορούμε να μιλάμε είτε μόνο για το ένα είτε μόνο για το άλλο, θα πρέπει να μιλάμε για τις βάσεις και των δύο, για τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινείται το ένα και το άλλο, αλλά χωρίς προκαθορισμό των διαφόρων δυνατών ελιγμών.

————————

Butts, J., Buck, J. & Coggeshall, M. (2002). The Impact of Teen Court on Young Offenders. Washington, D.C.: The Urban Institute.

Copich, C. (2012). Youth court: An alternative response to school bullying. International Journal of Education Leadership Preparation, 7(3), 1-8.

Cotter, K.L. (2018). Teen court–school partnerships: Reducing disproportionality in school discipline. Children & Schools, 40(1), 17-24.

Cotter, K.L. & Evans, C. (2018). A systematic review of teen court evaluation studies: A focus on evaluation design characteristics and program components and processes. Adolescent Research Review, 3(4), 425-447.

Farrington, D. P. & Ttofi, M. M. (2010). School-Based Programs to Reduce Bullying and Victimization. Washington, D.C.: U.S. Dept. of Justice.

Fishman, N., & Hack, D. (2012). School-based Youth Courts: Creating a Restorative Justice Alternative to Traditional School Disciplinary Responses. Paper presented at the National Leadership Summit on School-Justice Partnerships: Keeping Kids In School and Out of Court, New York City.

Godwin, T.M. (2001). The Role of Restorative Justice in Teen Courts: A Preliminary Look. Lexington, KY: National Youth Court Center.

Jensen, E. (2015). School-Based Youth Courts. Center for Court Innovation.

Harrison, P., Maupin, J. R. & Mays, G. L. (2001). Teen court: An examination of processes and outcomes. Crime and Delinquency, 47, 243-264.

Hirschinger-Blank, N., Simons, L., Volz, G., Thompson, R., Finely, L. & Cleary, J. (2009). A pilot assessment of a school-based youth court in a resource-poor African American urban school district: Lessons learned from youth court volunteers. Journal and Family Court Journal, 60, 31-37.

Lamach, G. (2019). School-Based Youth Courts: A Complete Guide. USA: Restorative Education Concepts.

Middleton, C. (2016). Lawyers’ perspective about Juvenile Justice in the Republic of Cyprus. The University of Portsmouth.

Middleton, C. (2019). Students’ offending (Secondary Education) in the Republic of Cyprus. The University of Portsmouth.

National Youth Court Center (2013). Facts and Stats. Lexington, KY: National Youth Court Center.

Pearson, S. S. & Jurich, S. (2005). Youth Court: A Community Solution for Embracing at-risk Youth. A National Update. Washington, DC: American Youth Policy Forum.

Stickle, W.P., Connell, N.M., Wilson, D.M. & Gottfredson, D.C. (2008). An experimental evaluation of youth courts. Journal of Experimental Criminology, 4, 137-163.

Smokowski, P.R. (2018). Implementing school based youth courts in a rural context: The impact on students’ perceptions of school climate, individual functioning, and interpersonal relationships. Child and Adolescent Social Work Journal, 35(2), 127-138.

Weisz, V., Lott, R.C. & Thai, N.D. (2002). A teen court evaluation with a therapeutic jurisprudence perspective. Behavioral Sciences and the Law, 20, 381-392.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.