Παραβατικότητα ανηλίκων και θεραπευτική δικαιοσύνη

Η ανάγκη για επικοινωνία και συνεργασία του σχολείου με τη δικαιοσύνη (school-justice partnerships) για την πρόληψη και αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας είναι κομμάτι τόσο της αποκαταστατικής όσο και της θεραπευτικής δικαιοσύνης.

Παλαιότερα, ο David Wexler είχε γράψει για τον μηχανισμό των Youth Advisory Juries (YAJ) για την ανάπτυξη ικανοτήτων επίλυσης προβλημάτων (problem-solving skills) στον χώρο της δικαιοσύνης ανηλίκων, εστιάζοντας σε αυτό το είδος συνεργασίας (Wexler, 2000). Ο προβληματισμός του Wexler είχε βρει έρεισμα στον προβληματισμό από το αντίστοιχο ερευνητικό πεδίο της ενδοοικογενειακής βίας, ότι ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων που συμμετέχουν στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας όχι μόνον δεν είναι εξειδικευμένο για να διαχειρίζεται τέτοιου είδους υποθέσεις, αλλά δεν αποκλείεται να παρουσιάζει και το ίδιο χαρακτηριστικά βίας (Simon, 1995), αλλά συνδέεται και με την υπόθεση ότι η ενδοοικογενειακή βία ή το ελλιπές γονικό έργο συνιστούν αιτίες για τις οποίες πολλές φορές τα παιδιά καταλήγουν να συγκρούονται με τους νόμους της πολιτείας σε συνάρτηση με τη σημασία της χαμηλής αυτοεκτίμησης (Gottfredson & Hirschi, 1990). Η τότε πρόταση του Wexler θεωρούνταν ότι επεκτείνει την προηγούμενη εργασία του, σε σχέση με τη χρήση αρχών σχεδιασμού πρόληψης υποτροπών σε ένα πλαίσιο ποινικού δικαίου (relapse prevention planning) (Wexler, 1999, 1998) (όπου προϋποτίθεται η συμμετοχή του δράστη στην όλη διαδικασία) και τα δικαστήρια εφήβων (teen courts), δηλαδή με πρωταγωνιστές έφηβους, για τα μη σοβαρά ποινικά αδικήματα (Shiff & Wexler, 1996) και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν θεραπευτικά (χωρίς να σημαίνει ότι τα υφιστάμενα, όπως αναπτύχθηκαν, τελικά όντως έτσι λειτουργούν, εάν τελικά συνιστούν αμιγώς εκπαιδευτικές ενδοσχολικές δίκες με τις ίδιες αυτιστικές τάσεις και χωρίς επαρκή διασύνδεση με το δικαστικό σύστημα και εικόνες και διαδικασίες και από αυτό, ή εάν τελικά αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης κυνισμού έναντι στο δικαστικό σύστημα και τις αρχές του κράτους) (Weisz, Lott & Thai, 2002).  Ο Wexler, στη δική του πρόταση για τους YAJ, προσπάθησε μάλλον να εξισορροπήσει την έλλειψη ανηλικότητας στο παραδοσιακό δικαστήριο ανηλίκων από τη μια και την έλλειψη δικαίου και συστημικότητας στα εφηβικά ή νεανικά δικαστήρια όπως τελικά εφαρμόστηκαν σε διάφορες περιπτώσεις (μιλώντας πάντοτε για τις Πολιτείες των ΗΠΑ).

Μετά από την πεσιμιστική επιστημονική εκστόμιση του Martinson (1974) ότι τίποτα δεν δουλεύει («nothing works»), σε σχέση με την αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος και τις συναφείς ρήσεις ότι η αναμόρφωση έχει πλέον τελειώσει ως ιδέα, η επιστημονική προσπάθεια ήταν να προστεθεί θετικός τόνος, στη βάση της συγκέντρωσης και ανθολόγησης και ανάδειξης όλων αυτών που ήδη γνωρίζουμε, μέσα από την επιστήμη και την πράξη, ότι έχουν θετικό αποτέλεσμα, και τα οποία δεν μπορούν βέβαια να συρθούν στην άγνοια (McGuire, 1995). Τα προγράμματα που είχαν συγκεντρωθεί τότε, για να δώσουν αυτό τον θετικό τόνο, είχαν μια γνωστική-συμπεριφορική ποικιλία. Αυτά που εστίαζαν στις γνωστικές δεξιότητες (cognitive skills) εκκινούσαν από το εύρημα ότι για αρκετούς επίμονους δράστες, ένα κεντρικό πρόβλημα που συνδέεται με την παραβατική τους συμπεριφορά είναι η έλλειψη ή μη ικανότητα πρακτικής εφαρμογής μιας δέσμης δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων (problem-solving skills). Αυτές περιλαμβάνουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται πότε έχουν πρόβλημα, να σκέφτονται εναλλακτικούς τρόπους δράσης, να σχεδιάζουν τα βήματα προς την επίλυση του προβλήματος, να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες και να συνυπολογίζουν τον αντίκτυπο των πράξεων τους πάνω στους άλλους (McGuire, 1995).

Μία προσέγγιση για να βοηθηθούν οι δράστες να συνυπολογίσουν τον αντίκτυπο των πράξεων τους πάνω στους άλλους, δηλαδή να αυξηθεί η ενσυναίσθηση τους (empathy), είναι μέσω της άσκησης του να κληθούν να δουν ό,τι έπραξαν, από την πλευρά του θύματος, ακόμα και να παίξουν το ρόλο του θύματος σε μια σχετική αναπαράσταση (Simon, 1995). Έπειτα, για να αυξηθεί ο αυτοέλεγχος των παραβατών, τα επιτυχή προγράμματα βοηθούν τον παραβάτη να αναπτύξει εσωτερικούς μηχανισμούς αυτοδιαχείρισης, που σχεδιάζονται για να ανακόπτουν την αλυσίδα των γεγονότων (ή των συνειρμών) που οδηγούν στη διάπραξη του εγκλήματος (McGuire, 1995). Προβαίνουν αρχικά σε διάγνωση και αποτύπωση αυτής της αλυσίδας, και στη συνέχεια εστιάζουν σε στρατηγικές αποφυγής καταστάσεων που ενέχουν αυξημένο ρίσκο, και σε περίπτωση που αυτές προκύψουν, σε μείωση των πιθανοτήτων αυτές να οδηγήσουν σε υποτροπή με την έννοια της επανεκδήλωσης της εγκληματικής συμπεριφοράς. Το ζήτημα, όπως επισημαίνει ο Wexler, είναι πώς το ίδιο το σύστημα χρησιμοποιεί τα διάφορα προγράμματα. Για παράδειγμα, στον χώρο της δικαιοσύνης ανηλίκων, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση κρουσμάτων παραβατικότητας (όποιες κι αν είναι), θα πρέπει οι ίδιες πρώτα απ’ όλα να γνωρίζουν και να μπορούν να εφαρμόζουν τις αρχές αυτές (και δεν μπορούν να το πράξουν σίγουρα με μερικές ώρες ή μέρες θεωρητικής ή και πρακτικής εκπαίδευσης). Έπειτα, να θεσπίζουν, οπωσδήποτε με τη συμμετοχή του ανηλίκου, προϋποθέσεις για τη μη «ποινική» αντιμετώπισή του (να η ορατή επαφή και διασύνδεση, που γυροφέρνει την εμπλοκή με το ποινικό σύστημα ή σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων, ταυτόχρονα με την προσπάθεια αποφυγής του), που να επιβεβαιώνουν την υιοθέτηση και ικανότητα εφαρμογής, από μέρους του ανήλικου, αυτών των αρχών (Tyler, 1992; McGuire, 1995; Wexler, 1993). Ένα δικαστήριο ανηλίκων (όποιο κι αν είναι) μπορεί να διεξάγει ακροάσεις για τη διαπίστωση αυτής της αναμόρφωσης, δεν τη διατάζει απλά, ούτε την ελέγχει μέσω αναφορών άλλων φορέων. Η «δίκη» ενός ανηλίκου, η ίδια, (πρέπει να) είναι το όλο σύνθετο και μακροχρόνιο πλαίσιο, που σε αυτό πρέπει να αποσκοπεί. Μια θεραπευτική δίκη. Για τα θεραπευτικά στοιχεία της δίκης, θα γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά, αρχίζοντας από την αρχαιότητα. Όταν ο λόγος είναι για αναμόρφωση, πρέπει να είναι όντως για αναμόρφωση, και όχι για οτιδήποτε άλλο δεν λειτουργεί με σκοπό και διαδικασία που να επιβεβαιώνει αυτό το αναμορφωτικό και κατ’ επέκταση θεραπευτικό αποτέλεσμα στο πρόσωπο του παραβάτη.

Ενώ τα δικαστήρια ανηλίκων (και νέων) είναι εναλλακτικά των ποινικών δικαστηρίων στα οποία παραπέμπονται ενήλικες, τα νεανικά δικαστήρια (youth courts ή teen courts) που εφαρμόζονται στις ΗΠΑ, για τα οποία έγινε και προηγούμενη αναφορά, τα ίδια είναι προγράμματα «αποδικαστικοποίησης», έννοια που, όπως αναφέρθηκε και άλλοτε, δεν είναι πλήρως αποδεκτή, όπως χρησιμοποιείται κάποιες φορές, βλέποντας την να λειτουργεί ως μια κουρτίνα πιθανής συγκάλυψης της εγκληματικότητας. Είναι, καλύτερα, προγράμματα αποτροπής της υποτροπής που ελέγχονται ή και διατάζονται από τα δικαστήρια ανηλίκων, δηλαδή προγράμματα δικαιοσύνης ανηλίκων στις κατάλληλες περιπτώσεις (Godwin, 1996). Συνήθως, τα προγράμματα αυτά χρησιμοποιούνται στους πρωτόπειρους δράστες, που παραδέχονται ήδη την ενοχή τους ενώπιον δικαστηρίου ανηλίκων (σε κάποια καλύτερη εκδοχή), για αδικήματα που σχετίζονται με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, την επίθεση, τη χρήση αλκοόλ, τις κλοπές, κ.λπ. Τα δικαστήρια/προγράμματα αυτά, η δικαιοσύνη από ανήλικους, συνυφαίνεται με την προσπάθεια εξισορρόπησης, με την αποκαταστατική ή επανορθωτική δικαιοσύνη ή το εγχείρημα σύγκλισης των αναγκών του δράστη, του θύματος (που υπάρχει), μα και της κοινωνίας (που πρέπει να απαντά στην εγκληματική συμπεριφορά) μέσα σε ένα ελεγχόμενο και κοινά κατάλληλο πλαίσιο (Armstrong, 1998).

Ας μην λησμονείται ότι η αποκαταστατική ή επανορθωτική δικαιοσύνη έχει κατηγορηθεί ότι, καταλήγοντας να συνιστά τελικά ενός είδους επιχείρηση, προβάλλεται ως προπέτασμα για την επίτευξη άλλων σκοπών (π.χ. αποσυμφόρηση, έλλειψη υποδομών, κ.λπ.), ενώ στην πραγματικότητα παραλείπει να δίνει προσοχή στα σύγχρονα ευρήματα που σχετίζονται πράγματι με την αναμόρφωση των παραβατών, με κίνδυνο τελικά να δημιουργεί ζημιά παρά όφελος (Levrant, Cullen, Fulton & Wosniak, 1999). Ακόμα και η κοινοτική εργασία, πολλές φορές επιβάλλεται και εκτελείται ως «εναλλακτική ποινή» (της ποινής φυλάκισης), με αυστηρή επίβλεψη και συνθήκες που γενικά αρμόζουν σε τιμωρία, χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση, εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων, σε σχέση με τις δυναμικές αναμόρφωσης του συγκεκριμένου δράστη (Clear & Hardyman, 1990; Turner, Cullen, Sundt & Applegate, 1997), ασχέτως της εξακολούθησης της υποστήριξης (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) της αναμόρφωσης των παραβατών ως τρόπο αντιμετώπισης της παραβατικότητας (Sundt, Cullen, Applegate, & Turner, 1998), έστω σε μειωμένα επίπεδα (Cullen, Skovron, Scott & Burton, 1990).

Η αποκαταστατική ή επανορθωτική δικαιοσύνη (που δεν είναι ίδια με τη θεραπευτική δικαιοσύνη, ωστόσο υπάρχουν αρκετά κοινά), εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους η εγκληματική συμπεριφορά διαταράσσει τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων μέσα σε μια κοινωνία. Στην απλούστερη της μορφή, είναι μια ανεπίσημη προσέγγιση του ποινικού δικαίου που επιχειρεί να αποκαταστήσει αυτές τις σχέσεις (Wilmerding, 1997). Συναφώς, να διατηρήσει την ευθύνη του παραβάτη και να υποβάλει σε διαδικασίες όπου και θα υποστεί ντροπή και θα ενταχθεί στην κοινωνία (Braithwaite, 1989) με την ελπίδα της ενδυνάμωσης των κοινωνικών δεσμών του δράστη, παράλληλα δίνοντας την ευκαιρία στο θύμα να ανακτήσει την προσωπική του δύναμη (Center for Restorative Justice and Mediation, 1996). Συχνά αντιπαραβάλλεται με την ανταποδοτική δικαιοσύνη, όπου εκεί ο σκοπός είναι η επιβολή ποινής η οποία να προκαλέσει πόνο στον δράστη αντίστοιχο και ανάλογο με τον πόνο που προκάλεσε και ο ίδιος στο θύμα και την κοινωνία (Newman, 1978). Οι υποστηρικτές της αποκαταστατικής ή επανορθωτικής δικαιοσύνης, όπως και οι υποστηρικτές της θεραπευτικής δικαιοσύνης, βλέπουν τον σκοπό της επανόρθωσης ή αποκατάστασης ή θεραπείας να μην εστιάζει αποκλειστικά στον δράστη αλλά στο σύνολο των αναγκών του ποινικού συστήματος, που περιλαμβάνει τον δράστη, το θύμα και την κοινωνία (Maloney & Umbreit, 1995; Van Ness 1986). Αυτή η τελευταία παράμετρος δεν είναι δυνατόν να παραγνωρίζεται σε μια προσπάθεια λειτουργίας ενός συστήματος τάχα συμβατού προς ένα πρότυπο αποκαταστατικής ή επανορθωτικής (ή και θεραπευτικής) δικαιοσύνης, δηλαδή το ζητούμενο της εξισορρόπησης και έπειτα ικανοποίησης των αναγκών αποκατάστασης. Η αναμόρφωση του δράστη είναι ένα μόνο σκέλος. Όπως και η ενδυνάμωση του θύματος ένα άλλο.

Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Bazemore (1994), ο λόγος που η αποκαταστατική ή επανορθωτική δικαιοσύνη βρίσκει τέτοια ευρεία αποδοχή είναι γιατί οι αρχές της αγγίζουν κοινό έδαφος που ιστορικά δεν συμφωνούσαν σε σχέση με τις πολιτικές της ποινικής δικαιοσύνης. Και οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι θέλουν την εστίαση και στις ανάγκες των θυμάτων και τη διατήρηση της ευθύνης του δράστη για το κακό που προκάλεσε, ωστόσο οι φιλελεύθεροι προτιμούν την προσέγγιση αυτή εξαιτίας του ότι είναι πιο ουμανιστική και ισορροπημένη , σε αντίθεση με τους συντηρητικούς που βλέπουν την προσέγγιση αυτή σαν επέκταση των δικαιωμάτων των θυμάτων η συμμετοχή και αποζημίωση των οποίων, αισθητά, βαρεί (Schafer, 1976; Van Ness & Strong, 1997). Σε κάθε περίπτωση, παρατηρείται η μετακίνηση από ένα κρατικο-κεντρικό ορισμό του εγκλήματος σε ένα ορισμό που περιλαμβάνει τις βλάβες του θύματος και τις κοινωνικές βλάβες, επομένως αντί να επιχειρείται η κατηγόρηση του δράστη ή η τιμωρία του (π.χ. με φυλάκιση), επιχειρείται η επανόρθωση των βλαβών του θύματος και της κοινωνίας μέσω τεχνικών διαπραγμάτευσης, διαμεσολάβησης, ενδυνάμωσης του θύματος και αποκατάστασης (Bazemore & Maloney, 1994). Στην ιδανική μορφή της, η αποκαταστατική ή επανορθωτική δικαιοσύνη, εναλλάσσει τους φακούς της και εξισορροπεί, επίσης, την ανάγκη διατήρησης της ευθύνης του δράστη για τη συμπεριφορά του με την ανάγκη αποδοχής του από το κοινωνικό σύνολο στο οποίο επανεντάσσεται (Braithwaite, 1989; Zehr, 1990). Διευρύνει, έτσι, την εστίαση, από το πρόσωπο του δράστη και την πρόκληση βλάβης σε αυτό, στην ανάγκη δημιουργίας συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, λέγοντας, ουσιαστικά, πως η δικαιοσύνη απονέμεται όταν τελειώσει ο τρόπος με τον οποίο υποφέρουν από κοινού ο δράστης, το θύμα και η κοινωνία και όταν μειωθεί το έγκλημα (Pepinsky & Quinney, 1991). Επειδή η εναλλαγή φακών και η πολλαπλότητα της εστίασης δεν εύκολο εγχείρημα, είναι εύκολο ό,τι επιχειρείται να μην είναι τελικά γνήσια κομμάτι της αποκαταστατικής ή επανορθωτικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξισορροπημένο από όλες τις πλευρές, ή να χωρούν διαφόρων ειδών παραπετάσματα.

Εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος με τον οποίο κινείται και στην Κύπρο η διαδικασία νομοθέτησης με σκοπό την αντιμετώπιση της παραβατικότητας των ανηλίκων, με ξεχωριστά τα μέτωπα ‘σχολείο’ και ‘σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων’, θυμίζει λίγο αυτό τον διαχρονικό διχασμό, ανάμεσα στη συντηρητική και τη φιλελεύθερη προσέγγιση της αποκαταστατικής ή επανορθωτικής δικαιοσύνης, όπου ο καθένας κάνει το δικό του, όπως θέλει, εστιάζει όπου θέλει περισσότερο, και ενίοτε αποφεύγει και τον ευρύτερο κοινωνικό (και κατ’ επέκταση ερευνητικό) έλεγχο. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο θέμα, ο Wexler (2000), με την πρότασή του για τους YAJ, στόχευσε στην επούλωση ενός τέτοιου ορατού ελλείμματος πληρότητας και ισορροπίας. Έχοντας γνώση του συχνά κρυφοτιμωρητικού ρόλου των σχολικών δικαστηρίων (κατ’ επέκταση την πιο συντηρητική προσέγγιση), αλλά και τις περιορισμένες δυνατότητές τους σε πρωτόπειρους δράστες και μη σημαντικά αδικήματα, αναζήτησε τη συνεργασία του συστήματος δικαιοσύνης με τους νέους και τη διευρυμένη συμμετοχή του θύματος, για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης ανηλίκων, σε ένα άλλο επίπεδο, όπου αυτά λαμβάνουν χώρα μέσα στο κανονικό δικαστήριο ανηλίκων. Ο Wexler είναι ολόκληρο θεσμό που είχε προτείνει, μιλώντας για τους νεαρούς συμβουλάτορες του δικαστηρίου.

Ένα από τα σημαντικά ευρήματα στην εγκληματολογία είναι ότι οι εγκληματίες δεν ειδικεύονται (Gottfredson & Hirschi, 1990), αλλά οι περισσότεροι διαπράττουν τα εγκλήματά τους παρορμητικά και ευκαιριακά, χωρίς να σταματούν να σκέφτονται τις εναλλακτικές ή τις συνέπειες (Simon, 1998). Στην ουσία, ο τυπικός δράστης απλώς προβάλλει μάλλον χαμηλό αυτοέλεγχο, ο οποίος εκδηλώνεται στη διάπραξη ποικίλων εγκλημάτων καθώς και σε άλλες συμπεριφορές υψηλού κινδύνου (π.χ. απρόσεκτη οδήγηση, λήψη φαρμάκων και ούτω καθεξής) (McGuire, 1996). Εξ ου και ο Wexler πιστεύει ότι είναι πολλά υποσχόμενα τα προγράμματα που εστιάζουν στην επίλυση προβλημάτων, την ανάπτυξη δεξιοτήτων, τη γνωστική αναμορφωτική αυτοαλλαγή και που ενθαρρύνουν τους παραβάτες να σταματούν, να σκέφτονται, να προγραμματίζουν μπροστά, να εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις και συνέπειες, που ουσιαστικά διδάσκουν τον αυτοέλεγχο. Δεν θα αναλυθεί, όμως, περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο ο Wexler εξήγησε τον θεσμό των YAJ. Θα εξηγηθεί καλύτερα ποιος είναι ο Wexler και τι είναι η θεραπευτική δικαιοσύνη.

Το έργο να συνοψίσει ποιος είναι ο David Wexler (Professor of Law στο University of Puerto Rico) και τι είναι η θεραπευτική δικαιοσύνη και πώς διαμορφώνει τη σύγχρονη νομική αντίληψη ανέλαβε πρόσφατα ο Michael Perlin (2019), Professor of Law Emeritus, στο New York Law School (βλ. και International Mental Disability Law Reform Project), βασιζόμενος σε ένα τραγούδι του Bod Dylan:

Gentlemen, he said

I don’t need your organization, I’ve shined your shoes

I’ve moved your mountains and marked your cards

But Eden is burning, either brace yourself for elimination

Or else your hearts must have the courage for the changing of the

guards

O Perlin τοποθετεί την έναρξη της ενασχόλησης του Wexler με τη θεραπευτική δικαιοσύνη κάπου στο 1990, όταν νεαρός καθηγητής, ο Wexler, γράφοντας εκτεταμένα για το ποινικό δίκαιο, την ποινική δικονομία και το δίκαιο της ψυχικής υγείας εστίασε το ενδιαφέρον του στο δίκαιο ως θεραπεία, παρουσιάζοντας στη συνέχεια την προσέγγισή του σε ένα συνέδριο, αρχικά μιλώντας για τη θεραπεία μέσω του δικαίου. Αργότερα, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο για το θέμα «Therapeutic Jurisprudence: The Law as a Therapeutic Agent», μα η προσέγγιση ήταν ότι το δίκαιο της ψυχικής υγείας μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα την κοινωνία, εάν γίνει ουσιαστική προσπάθεια να μελετηθεί και να βελτιωθεί ο ρόλος του δικαίου ως θεραπεία. Μέχρι τότε η θεραπευτική δικαιοσύνη δεν ήταν διακριτό μέρος της επιστημονικής λογοτεχνίας. Μα ούτε και είχε την πρόθεση να γίνει μία θεωρία, πέρα από μια ερευνητική περιοχή ανάδειξης του ρόλου του δικαίου για τη δημιουργία και διατήρηση της ψυχολογικής ευεξίας. Ο Wexler συνέχισε το έργο του σε αυτό τον τομέα, συχνά μαζί με τον καθηγητή Bruce Winick (τέως), με τον οποίο εξέδωσαν συλλογή κειμένων θεραπευτικής δικαιοσύνης, περιγράφοντας στην εισαγωγή του πονήματος, τον τρόπο με τον οποίου οι ουσιαστικοί κανόνες δικαίου, η δικονομία, ο ρόλος των δικηγόρων και των δικαστών παράγουν θεραπευτικά ή αντιθεραπευτικά αποτελέσματα. Τότε φαινόταν η δυνατότητα θεώρησης της θεραπευτικής δικαιοσύνης ως αυτόνομου τομέα, πρόσθετα με το δίκαιο της ψυχικής υγείας, αυτονομία που θα του επέτρεπε να εισχωρήσει και σε άλλους τομείς δικαίου, τη δικανική ψυχιατρική ή ψυχολογία, το δίκαιο της υγείας, το ποινικό δίκαιο, των δίκαιο των ανηλίκων, το οικογενειακό δίκαιο, όπως και έγινε. Το πρώτο συνέδριο για τη θεραπευτική δικαιοσύνη είχε γίνει στο New York Law School το 1993, όπου εκεί διαφάνηκε ότι το ίδιο ενδιαφέρον έχουν και άλλοι από τον χώρο της επιστήμης αλλά και της πρακτικής. Μέσα από τη θεματολογία του συμποσίου εκείνου, που άγγιζε διάφορους τομείς δικαίου (δίκαιο αστικών αδικημάτων, ποινικό δίκαιο, παιδική κακοποίηση, ποινική δικονομία, κ.λπ.) φάνηκε η δυνατότητα προσέγγισης των διαφόρων θεμάτων «θεραπευτικά» και συνακόλουθα η δυναμική επέκτασης της θεραπευτικής δικαιοσύνης πλέον ως αντίληψης, στάσης, τρόπου θεώρησης και νοοτροπίας ή, κατά τον Perlin, φιλοσοφίας ή διεπιστημονικής φιλοσοφίας. Όταν ο Wexler με τον Winick εξέδωσαν και το βιβλίο «Law in a Therapeutic Key: Developments in Therapeutic Jurisprudence» συγκέντρωσαν αυτή τη δυναμική, με φιλοξενία κειμένων από τους τομείς του δικαίου των συμβάσεων, του εργατικού δικαίου, κ.λπ.

Η θεραπευτική δικαιοσύνη περιλαμβάνει την ηθική αρχή ότι το δίκαιο και οι δικαστικές διαδικασίες δεν επιτρέπεται να βλάπτουν, εξ ου και το ενδιαφέρον της θεραπευτικής δικαιοσύνης για τα δικαστήρια επίλυσης προβλημάτων (problem-solving courts) που εμφανίστηκαν σε άλλες περιοχές (π.χ. Αγγλία). Τρέφεται και μεγαλώνει από πληροφορίες που λαμβάνει μέσα από τους άλλους κλάδους δικαίου, τις οποίες, χωρίς να αλλοιώνει, εφαρμόζει θεραπευτικά. Έτσι, εμπλουτίζει το δίκαιο, το αξιώνει ή όπως απλά λέει ο Wexler:

(TJ) … “has sought to look at the law in a richer way by pondering

the therapeutic and antitherapeutic impact of `legal landscapes’

(legal rules and legal procedures) and of the `practices and techniques’

(legal roles) of actors such as lawyers, judges, and other professionals

operating in a legal context”

“a useful heuristic is to think of TJ professional practices and techniques as `liquid’

or `wine,’ and to think of the governing legal rules and legal procedures–

the pertinent legal landscape– as `bottles’”: to what extent can “the

various practices and techniques of TJ–the `liquid’ (or `wine) – be

poured into those bottles”? TJ is thus both a metaphor and a

methodology”

Επομένως μιλώντας για “TJ-friendly legal processes” ή για μοντέλα τεχνικών που θα μπορούσαν να επιβοηθήσουν και τη δικαστική κρίση. Μιλώντας για τον θεραπευτικό σχεδιασμό του δικαίου και για τη θεραπευτική εφαρμογή του δικαίου. Περιέλαβε τη ψυχολογική υγεία και ευεξία των συμμετεχόντων στο χώρο απονομής της δικαιοσύνης (δικηγόρων, δικαστών, κ.λπ.). Στο κίνημα της θεραπευτικής δικαιοσύνης εντάχθηκαν και δικαστές (π.χ. η Pauline Spencer, Magistrate’s Court of Victoria, Australia) που εστιάζουν στην ανάγκη, ένα δικαστήριο, να επιλύνει τα ενώπιον του προβλήματα, χωρίς να χρησιμοποιεί τους διαδικαστικούς κανόνες ή άλλες αφορμές για να αποφύγει την επίλυσή τους ή για να δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα.

Το 2017, στην Πράγα, σε ένα συνέδριο του International Academy of Law and Mental Health, δρομολογήθηκε η δημιουργία της International Society for Therapeutic Jurisprudence, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού για την προώθηση και ανάπτυξη της θεραπευτικής δικαιοσύνης, όπου κατέχουν επίτιμες προεδρίες ο Wexler, ο Perlin και η συνταξιούχος δικαστής Peggy Hora (η οποία υπηρέτησε για 21 χρόνια στο California Supreme Court) και εξακολουθεί να προσφέρει ενεργά για τη δικαιοσύνη και μετά την αφυπηρέτησή της. Τα πρώτα μέλη της ISTJ είμαστε τα ιδρυτικά μέλη. Στο ερχόμενο συνέδριο του International Academy of Law and Mental Health, τον Ιούλιο, στη Ρώμη, θα υπάρχουν ειδικές παρουσιάσεις για τη θεραπευτική δικαιοσύνη και είναι με μεγάλη χαρά που δέχθηκα την πρόσκληση του Wexler να συμμετάσχω με παρουσίαση στη θεματική «New Areas for TJ». Όλες οι θεματικές του συνεδρίου είναι φυσικά πολύ ενδιαφέρουσες και σημαντικές. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η χαρά μου, που τόσο ο Wexler όσο και ο Perlin σχολίασαν θετικά το νέο μου ερευνητικό θέμα «A Multinational Study about SchoolJustice Partnerships and their Applicability in the Republic of Cyprus», αλλά και που θα βρεθώ ξανά με όλη αυτή την πολύτιμη ομάδα συνεργατών.

————

Armstrong, D. (1998). Criminal justice and public policy concerns of community conferences: some observations on ‘community conferences: shame and anger in therapeutic jurisprudence’ by Thomas Scheff. Revista Jurídica UPR, 67, 605-608.

Bazemore, G. (1994). Developing a victim orientation for community corrections: A restorative justice paradigm and a balanced mission. Perspectives Special Issue, 19-25.

Bazemore, G. & Maloney, D. (1994). Rehabilitating community service: Toward restorative service sanctions in a balanced justice system. Federal Probation, 58(1), 24-35.

Braithwaite, J. (1989). Crime, Shame and Reintegration. New York: Cambridge University Press.

Center for Restorative Justice and Mediation (1996). Restorative Justice: For Victims, Communities, and Offenders. Minneapolis: University of Minnesota, Center for Restorative Justice and Mediation.

Clear, T.R. & Hardyman, P.L. (1990). The new intensive supervision movement. Crime & Delinquency, 36, 42-60.

Cullen, F.T., Skovron, S.E., Scott, J.E. & Burton, V.S. (1990). Public support for correctional treatment: The tenacity of rehabilitative ideology. Criminal Justice and Behavior 17, 6-18.

Godwin, T.M. (1996). Peer Justice and Youth Empowerment: An Implementation Guide for Teen Court Programs. Washington: American Probation and Parole Association.

Gottfredson, M. R., & Hirschi, T. (1990). A General Theory of Crime. Stanford. CA: Stanford University Press.

Levrant, S., Cullen, F.T., Fulton, B. & Wosniak, J.F. (1999). Reconsidering restorative justice: The corruption of benevolence revisited? Crime & Delinquency 45, 3-27.

Maloney, D. & Umbreit, M. (1995). Managing change: Toward a balanced and restorative justice model. Perspectives, 19, 43-46.

Martinson, R. (1974). What works? Questions and answers about prison reform. The Public Interest, 35, 22–54.

McGuire, J. (Ed.). (1995). Wiley Series in Offender Rehabilitation. What works: Reducing Reoffending: Guidelines from Research and Practice. Oxford, England: John Wiley & Sons.

McGuire, J. (1996). Cognitive Behavioral Approaches: An Introductory Course on Theory and Research. Liverpool, UK: Department of Clinical Psychology, University of Liverpool.

Newman, G. (1978). The Punishment Response. Philadelphia: J. B. Lippincott.

Pepinsky, H. & Quinney, R. (1991). Criminology as Peacemaking. Bloomington: Indiana University Press.

Perlin, M.L (2019). “Changing of the Guards”: David Wexler, Therapeutic jurisprudence, and the transformation of legal scholarship. International Journal of Law and Psychiatry, 63, 3–7.

Schafer, S. (1976). The victim and correctional theory: Integrating victim reparation with offender rehabilitation. Στο: W.F. McDonald (Εκδ.) Criminal Justice and the Victim (σελ. 227-236). Beverly Hills, CA: Sage.

Shiff, A.R. & Wexler, D.B. (1996). Teen court: A therapeutic jurisprudence perspective. Criminal Law Bulletin, 32, 342-357.

Simon, L.M.J. (1995). A therapeutic jurisprudence approach to the legal processing of domestic violence cases. Psychology Public Policy and Law 1, 43-79.

Simon, L.M.J. (1998). Does criminal offender treatment work? Applied and Preventive Psychology, 7, 137-159.

Sundt, J.L., Cullen, F.T., Applegate, B.K. & Turner, M.G. (1998). The Tenacity of the rehabilitative ideal revisited: Have attitudes toward offender treatment changed? Criminal Justice and Behavior 25, 426-442.

Turner, M.G., Cullen, F.T. & Sundt, J.L. & Applegate, B.K. (1997). Public tolerance for community-based sanctions. The Prison Journal, 77, 6-26.

Tyler, T.R. (1992). The psychological consequences of judicial procedures: Implications for civil commitment hearings. Yale Law School Legal Scholarship Repository, 46, 433-445.

Van Ness, D.W. (1986). Crime and Its Victims. Downers Grove, IL: InterVarsity Press.

Van Ness, D.W. & Strong, Κ.Η. (1997). Restoring Justice. Cincinnati, OH: Anderson.

Weisz, V., Lott, R.C. & Thai, N.D. (2002). A teen court evaluation with a therapeutic jurisprudence perspective. Behavioral Sciences and the Law, 20, 381–392.

Wexler, D.B. (1993). Therapeutic Jurisprudence and the Criminal Courts. William & Mary Law Review, 35, 279-299.

Wexler, D.B. (1998). How the law can use What Works: A therapeutic jurisprudence look at recent research on rehabilitation. Behavioral Sciences and the Law, 15, 368–369.

Wexler, D.B. (1999). Relapse prevention planning principles for criminal law practice. Psychology, Public Policy, and Law, 5(4), 1028-1033.

Wexler, D.B. (2000). Just some juvenile thinking about delinquent behavior: A therapeutic jurisprudence approach to Relapse Prevention Planning and Youth Advisory Juries. University of Missouri-Kansas City Law Review, 69, 93-105.

Wilmerding, J. (1997). Healing lives, mending society. Quaker Abolitionist, 3(2), 4-5.

Zehr, H. (1990). Changing Lenses. Scottdale, PA: Herald Press.

 

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.