Φθόνος, αδικία, δικαιοσύνη

Ο φθόνος είναι μία, κατά τις θρησκείες, (κακή και επικίνδυνη) κοσμική δήλωση, στη βάση της οποίας ο άνθρωπος αρνείται το σύστημα διανομής (των καλών του κόσμου) που επιλέγει ο Θεός και θεωρεί ότι τα καλά ή τα αγαθά στον κόσμο (ή αυτά που ο κοινωνικός άνθρωπος θεωρεί τέτοια) πρέπει να διανέμονται κατά ένα ίσο τρόπο (ή κατά τέτοιο που να περιλαμβάνει τον φθονερό άνθρωπο). Εκλαμβάνοντας έτσι το γεγονός ότι κάποιος έχει ορισμένα «καλά» (λ.χ. προσωπικότητα, περιουσία, θέση, κ.λπ.) ως μία κατάσταση κοινωνικής ανισότητας για την οποία χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «αδικία» ή για την οποία αισθάνεται αδικία (μαζί με θυμό) ή και για την οποία διεκδικεί «δικαιοσύνη», που μπορεί αυτή (η δικαιοσύνη) να συγχέεται με την κακή του πρόθεση να χάσει και ο άλλος αυτά που έχει ή να υποφέρει πρόσθετα (Leach, 2008). Υπάρχει μία λαϊκή ιστορία και έκφραση που χρησιμοποιείται σε διάφορες παραλλαγές σε διάφορα σημεία του κόσμου, και ο καθένας διεκδικεί την πατρότητά της: «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα μου» / “the neighbor’s goat must die” ή “kill my neighbor’s goat”. Σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρέπεται σε πολιτικό ή κοινωνικό ανέκδοτο, σε διακωμώδηση του φθόνου.

Μπορεί και να σταματά, ο φθονερός άνθρωπος, στην εκδήλωση θυμού ή στη λεκτική επίθεση ή απλά στην εμπάθεια (Averill, 1982). Ίδια εκδήλωση θυμού που μπορεί να επιδείξει και αυτός που απλά αισθάνεται κατώτερος ή ανασφαλής ή και τόσο μειονεκτικά ώστε να είναι ανίκανος να επιτύχει κάτι, επομένως θεωρεί ότι οι επιλογές του είναι είτε να αποδεχθεί την ανικανότητά του είτε να πολεμήσει το σύστημα που του επιτρέπει να ξεχωρίζει ως ανίκανος ή που επέτρεψε σε κάποιον άλλο την επιτυχία ή τον άλλο (Nietzsche, 1887; Kauffmann, 1974; Ansbacher & Ansbacher, 1956; Lewis, 1971; Scheff, 1994). Ο φθόνος έχει συγκεκριμένους στόχους, όπως και η εκδίκηση, δεν υπάρχει αόριστα, και με όσα αναφέρθηκαν είναι προφανής και η θέση της τιμωρητικότητας, όπως και ο τρόπος ή οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να εκτονωθεί και να εξαφανιστεί ο φθόνος (Scheler, 1915).

Το να επιθυμεί κάποιος κάτι καλύτερο (ως αυτό που έχει ένας άλλος) και για τον εαυτό του, γνωρίζοντας απλά την αξία και τις δυνατότητές του και προσπαθώντας να το επιτύχει σε μια ανεξάρτητη βάση (χωρίς να βλάψει τον άλλο και γενικά χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον άλλο), μπορεί και να μην φθόνος, αλλά κοινωνικός ανταγωνισμός ή προσπάθεια προσωπικής ανέλιξης με βάση πρότυπα, με υγιείς διαστάσεις. Το να επιθυμεί, όμως, κάποιος, αυτό που έχει ο άλλος, απλά θεωρώντας ότι η καλή τύχη πρέπει να διανέμεται με ένα «ίσο» τρόπο, και γι’ αυτό τον λόγο το δικαιούται ή απλά ότι ο άλλος δεν το αξίζει, θέτει διαφορετικές διαστάσεις. Στη θεωρία, έχει υποστηριχθεί και η θέση ότι στον φθόνο (που κατά τα λοιπά είναι μια ποικιλόμορφη κατάσταση) εμφιλοχωρεί και η πεποίθηση ότι η καλή τύχη δεν μπορεί να αποκτηθεί από κάποιον γιατί είναι γενικότερα περιορισμένη, ώστε το να την κατέχει ο ένας, αναγκαστικά μεταφράζεται ότι τη στερείται ο άλλος, ο οποίος μπορεί να κατηγορεί τον τυχερό για κάποια νενομισμένη δική του απώλεια (Miceli & Castelfranchi, 2007; Schoeck, 1969; Foster, 1972; Rawls, 1971). Μπορεί, ο φθόνος, να εμπεριέχει συναισθήματα, τα οποία είναι κοινά και στην αδικία ή τα οποία να εκλαμβάνονται ως αδικία.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να εξηγηθεί γιατί κάποιος δεν δικαιούται κάτι που θέλει να διεκδικήσει, και που επιμένει να το διεκδικήσει δικαστικά. Ότι, για παράδειγμα, δεν απαγορεύεται να το επιθυμεί ή να το προσπαθεί· αλλά το να μην το έχει, δεν συνιστά παραβίαση κάποιου υφιστάμενου δικαιώματός του να το έχει. Δεν προϋπάρχει τέτοιο δικαίωμα, στη βάση του οποίου ενεργεί, και το όποιο δικαίωμά του να προσπαθεί και να έχει μια διάφανη και δίκαιη μεταχείριση (και να προσφεύγει δικαστικά για να διασφαλίσει ότι τέτοια υπήρξε) δεν επεκτείνεται στο να λαμβάνει αυτός κατ’ αποτέλεσμα, και όχι κάποιος άλλος, αυτό για το οποίο προσπαθεί. Εκδηλώνοντας την επιθυμία του να αποκτήσει κάτι, δεν ασκεί δικαίωμα σε σχέση με αυτό το αντικείμενο. Το να μην το αποκτά και να το αποκτά κάποιος άλλος, δεν αδικείται, ακόμα κι αν βιώνει συναισθήματα που έχουν ως κοινή βάση την πραγματική αδικία, αντικειμενική ή μη υποκειμενική κατά τους Smith, Parrott, Ozer και Moniz (1994) (αν και τα ευρήματα των τελευταίων δεν ήταν απόλυτα ξεκάθαρα). Υπάρχει όμως και η θέση ότι κάθε κρίση σε σχέση με τη δικαιοσύνη είναι υποκειμενική ή ιδιοσυγκρασιακή και αυτό είναι εμφανές εάν παρακολουθήσει, κανείς, τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές της δικαιοσύνης εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση (MacIntyre, 1984; Nietzsche, 1887; Mikula, 1993; Miller, 2001; Lind & Tyler, 1987). Αυτή η θέση δίνει ενδεχομένως περιθώριο, καλώς ή κακώς, στο να τρέφονται ελπίδες πως κάθε αίσθημα που ομοιάζει με αίσθημα αδικίας, ανεξαρτήτως της προέλευσης ή της βάσης του, εάν ριχθεί μέσα στο αχανές πεδίο της δικαιοσύνης, μπορεί από κάπου να πιαστεί, αναλόγως με το πού θα εστιάσει η δικαστική κρίση.

Παρατηρώντας, κανείς, τα κίνητρα και τις προσδοκίες των ανθρώπων που θέλουν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, ασκώντας το διακριτό κατά τα λοιπά δικαίωμα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, και προσπαθώντας να προβεί σε κάποια ταξινόμηση, είναι εντυπωσιακό το περιθώριο που υπάρχει και για την εκδήλωση φθόνου. Δεν είναι όμως εύκολο να εντοπίσει τον ίδιο τον φθόνο, και δη έγκαιρα, γιατί αυτός μπορεί να μην εκφράζεται, να καταπιέζεται (ενόψει της διασύνδεσής του με την ανηθικότητα), να συνοδεύεται από έκθεση, ντροπή, ενοχή, τάση για ηθική αυτοαξιολόγηση (Salovey & Rodin, 1986; Parrott, 1991; Parrott & Smith, 1993; Silver & Sabini, 1978) ή ακόμα να παίρνει όντως τη μορφή άσκησης δικαιώματος (ή τη μορφή «εννόμου συμφέροντος», ειδικά εάν αυτό προσεγγίζεται με ευρύτητα, μέσα στο πλαίσιο της οποίας αναζητείται η κατάδειξη της απουσίας του από αυτόν που το αμφισβητεί – πώς μπορεί να καταδειχθεί κάτι που δεν υπάρχει – αντί η κατάδειξη της άμεσης, συγκεκριμένης και συνεχούς ύπαρξής του από αυτόν που το επικαλείται και το χρησιμοποιεί για να επιτύχει κάτι, όπως ήταν και μία προχθεσινή περίπτωση), και κάποια μεταγενέστερη στιγμή να αρχίζει να εκτυλίσσεται το έργο από την οπτική της «κατσίκας του γείτονα».

Ο Pushkin (1830) περιέγραψε με ένα παραστατικό τρόπο τον φθόνο που καλύπτεται από την αίσθηση αδικίας ή την απαίτηση για δικαιοσύνη. Ο Salieri κάθεται τάχα μόνος του στο σπίτι και μετά το άκουσμα της βαθιάς, τολμηρής, θείας αρμονίας της μουσικής του Mozart, λέει:

“By vigorous and tense persistency,
At last, within the boundless realm of music
I reached a lofty place. At last fame deigned
To smile on me; and in the hearts of men
I found an echo to my own creation.
Then I was happy, and enjoyed in peace
My labors, my success, my fame—nor less
The labors and successes of my friends,
My fellow-workers in the art divine.
No! Never did I know the sting of envy,
Oh, never! Neither when Piccinni triumphed
In capturing the ears of skittish Paris,
Nor the first time there broke upon my sense
Iphigenia’s opening harmonies.
Who dares to say that even proud Salieri
Could stoop to envy, like a loathsome snake
Trampled upon by men, yet still alive
And impotently gnawing sand and dust?
No one! . . . But now—myself I say it—now
I do know envy! Yes, Salieri envies,
Deeply, in anguish envies. O ye Heavens!
Where, where is justice, when the sacred gift,
When deathless genius comes not to reward
Perfervid love and utter self-denial,
And toils and strivings and beseeching prayers,
But puts her halo round a lack-wit’s skull,
A frivolous idler’s brow? O Mozart, Mozart!”

Και υποτίθεται, στην κορύφωση του φθόνου του, δολοφόνησε τον Mozart. Ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της ιστορίας της αντιπαλότητας των δύο μουσουργών, το παράδειγμα που δίνεται παραμένει χρήσιμο. Όπως χρήσιμα παραδείγματα φθόνου δίνει και ο Shakespeare στον «Ιούλιο Καίσαρα» (Smith, 1991).

O Rawls (1971) στο περίφημο έργο του A Theory of Justice ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας και κάποιες κατευθυντήριες, που τουλάχιστον στο θεωρητικό τους επίπεδο φαίνονται εύλογες και εφικτές:

«If we resent our having less than others, it must be because we think that their being better off is the result of unjust institutions, or wrongful conduct on their part. Those who express resentment must be prepared to show why certain institutions are unjust or how others have injured them. What marks off envy from the moral feelings is the different way in which it is accounted for, the sort of perspective from which the situation is viewed.» (σελ. 533)

In addition to showing that a person’s conception of justice is not itself founded on envy, we must determine whether the principles of justice cited in his explanation are sincerely held as this is shown in their being applied by him to other cases in which he is not involved, or even better, in which he would suffer a loss from their being followed.” (σελ. 540).

«That persons have opposing interests and seek to advance their own conception of the good is not at all the same thing as their being moved by envy and jealousy [. . .] this sort of opposition gives rise to the circumstances of justice.” (σελ. 540).

Χωρίς να σημαίνει ότι τυγχάνει πλήρους αποδοχής η θεωρία του Rawls στο σύνολό της, ότι δεν υπάρχει μια τεράστια δίψα για σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις της δικαιοσύνης.

Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι υπάρχει τουλάχιστον δικαίωμα να διεκδικεί, κανείς, μια διάφανη και δίκαιη διαδικασία (από την οποία τεκμαίρεται ότι εξαρτάται και η ορθότητα του αποτελέσματος). Έτσι υπάρχει μια τάση να αμφισβητούνται κρίσεις λόγω της αδιαφανούς ή «άδικης» διαδικασίας, ή η διαδικασία να καταλήγει να συνιστά το πεδίο εκτόνωσης των συναισθημάτων αδικίας ή συναφών με την αδικία, που κατά τον Folger (1986) (πρέπει να) εμπεριέχει την πεποίθηση ότι ένα άλλο αποτέλεσμα (προς όφελός τους) θα ήταν εφικτό εάν ακολουθούνταν μια «δικαιότερη» διαδικασία. Είναι γνωστό ότι μια δίκαιη διαδικασία μπορεί να καταστήσει αποδεκτό ή και «δίκαιο» ακόμα και ένα κακό αποτέλεσμα (Lind & Tyler, 1987; Miller, 2001).

Ο Weiner (1985, 1995) εστιάζει στη διαφοροποίηση των συναισθημάτων (στενό περιθώριο για φθόνο) όταν η επιτυχία του άλλου είναι αποτέλεσμα γνωστού μόχθου παρά ως συγκυρία αναγόμενη στην τύχη ή σε διαδικασίες που δεν λαμβάνουν υπόψη τον μόχθο (βλ. και Feather, 1994, 1999; Feather & Sherman, 2002). Ωστόσο, με παραβίαση των κριτηρίων του Rawls, δεν αρνείται το θετικό αποτέλεσμα για τον εαυτό του, αυτός που φθονεί, όταν ο ίδιος το αποκτήσει από τύχη και χωρίς τέτοιο δικό του μόχθο (εκεί φαίνεται να αλλάζουν οι ηθικές βάσεις και προτιμήσεις). Όμως είναι και ένα κάπως πιο φιλοσοφικά εμπνευσμένο επιχείρημα ότι η διεύρυνση των ανισοτήτων σε μία κοινωνία, γενικεύει τον φθόνο στο κοινωνικό επίπεδο (Hare, 1978; Nozick, 1974). Και έχουμε, όντως, πολλά να πούμε σήμερα, για την ανθρωπιστική κρίση, τα μεταναστευτικά ρεύματα, τον ρατσισμό, τη βία, την φτώχεια, κ.λπ.

Επιστρέφοντας στον φθόνο σε ατομικό επίπεδο, ήταν πάντως με δόση κυνισμού, παρά με τέτοια εκλογίκευση, που ο Nietzsche (1887) είπε τα εξής:

«When it really happens that the just man remains just even toward those who have harmed him (and not merely cold, temperate, remote, indifferent; being just is always a positive attitude), when the exalted, clear objective, as penetrating as it is mild, of the eye of justice and judging is not dimmed even under the assault of personal injury, derision, and calumny, this is a piece of perfection and supreme mastery on earth—something it would be prudent not to expect or to believe in too readily. On the average, a small dose of aggression, malice, or insinuation certainly suffices to drive the blood into the eyes—and the fairness out of the eyes—of even the most upright people.» (σελ. 74 –75)

Με τον φθόνο ασχολήθηκαν βέβαια πολλοί, και είπαν πολλά ή λίγα, ίδια ή διαφορετικά. Αριστοτέλης, Καντ, κ.λπ. Ο φθόνος είναι από πάντα απλά φθόνος, όπως κι αν εκδηλώνεται, και σε όποιο θεωρητικό ή φιλοσοφικό σχήμα κι αν απαντά, και είναι αναμενόμενο, σε κάποιες περιπτώσεις, ότι αυτός μπορεί να προκληθεί ή να ενεργοποιηθεί. Σε τελική ανάλυση, βλάπτει ίσως περισσότερο αυτόν που τον αισθάνεται παρά τον στόχο ή το κοινωνικό σύνολο, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υφίστανται κι αυτά κάποια ζημιά, ειδικότερα εάν δεν ξέρουν πώς να αντιμετωπίσουν τον φθονερό άνθρωπο. Μια ρήση, που δεσμεύτηκε πρόσφατα, είναι ότι αυτός που φθονεί είναι σαν να έχει πάνω του ένα μεγάλο, άσχημο κεντρί, που τον κάνει πολύ δυστυχισμένο γιατί στρέφεται και τρυπά μέσα του: «Μου θυμίζει», λέει, «κάτι κορυφαία βασανιστήρια της ελληνικής μυθολογίας όπως τη βοϊδόμυγα για την Ιώ»

———————-

Ansbacher, H. & Ansbacher, R. (1956). The Individual Psychology of Alfred Adler: A Systematic Presentation in Selections from his writings. New York: Basic Books.

Αverill, J. (1982). Anger and aggression: An essay on emotion. New York: Springer

Feather, N.T. (1994). Attitudes toward high achievers and reactions to their fall. Advances in Experimental Social Psychology, 26, 1–73.

Feather, N.T. (1999). Values, Achievement, and Justice: Studies in the Psychology of Deservingness. Dordrecht, The Netherlands: Kluwer Academic Publishers.

Feather, N. T., & Sherman, R. (2002). Envy, resentment, schadenfreude, and sympathy: Reactions to deserved and undeserved achievement and subsequent failure. Personality and Social Psychology Bulletin, 28, 953–961.

Folger, R. (1986). A referent cognitions theory of relative deprivation. Στο: J. Olson, C.P. Herman, & M. Zanna (Εκδ.), Relative Deprivation and Social Comparison: The Ontario Symposium. Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum.

Foster, G. M. (1972). The anatomy of envy: A study in symbolic behavior. Current Anthropology, 13, 165–202.

Hare, R.M. (1978). Justice and equality. Στο: J. Arthur & W. Shaw (Εκδ.) Justice and Economic Distribution. Englewood Cliffs, N.J.

Kaufmann, W. (1974). Nietzsche: Philosopher, psychologist, antichrist (4η έκδ.). Princeton, NJ: Princeton University Press.

Leach, C.W. (2008). Envy, inferiority, and injustice: Three bases of anger about inequality. Στο: R.H. Smith (Εκδ.), Series in affective science. Envy: Theory and research (σελ. 94-116). New York, NY, US: Oxford University Press.

Lewis, H. B. (1971). Shame and Guilt in Neurosis. New York: International Universities Press.

Lind, E. A., & Tyler, T. R. (1988). The Social Psychology of Procedural Justice. New York: Plenum Press.

MacIntyre, A. (1984). After Virtue: A Study in Moral Theory (2η έκδ.). Notre Dame, IN: University of Notre Dame Press.

Miceli, M., & Castelfranchi, C. (2007). The envious mind. Cognition and Emotion, 21, 449– 479.

Mikula, G. (1993). On the experience of injustice. European Review of Social Psychology, 4, 223–244.

Miller, D. T. (2001). Disrespect and the experience of injustice. Annual Review of Psychology, 52, 527–553.

Nietzsche, F. (1887). On the Genealogy of Morals. New York: Random House.

Nozick, R. (1974). Anarchy, State and Utopia. New York: Basic Books.

Parrott, W.G. (1991). The emotional experiences of envy and jealousy. Στο: P. Salovey (Εκδ.), The Psychology of Jealousy and Envy (σελ. 3–30). New York: Guilford Press.

Parrott, W.G., & Smith, R.H. (1993). Distinguishing the experiences of envy and jealousy. Journal of Personality and Social Psychology, 64, 906 –920.

Pushkin, A. (1830). Little Tragedies. Yellow Springs, OH: The Antioch Press.

Rawls, J. (1971). A Theory of Justice. Cambridge, MA: Belknap Press.

Salovey, P., & Rodin, J. (1986). The differentiation of social-comparison jealousy and romantic jealousy. Journal of Personality and Social Psychology, 50, 1100 –1112.

Scheff, T. (1994). Emotions and Ιdentity: A Τheory of Εthnic Νationalism. Στο: C. Calhoun (Εκδ.), Social Theory and the Politics of Identity. Oxford, England: Blackwell.

Scheler, M. (1915). Ressentiment. Glencoe, IL: Free Press.

Schoeck, H. (1969). Envy: A theory of social behaviour. New York: Harcourt, Brace & World.

Silver, M., & Sabini, J. (1978). The perception of envy. Social Psychology, 41, 105–117.

SmithR.H. (1991). Envy and the sense of injustice. Στο: P. Salovey (Εκδ.), The Psychology of Jealousy and Envy (σελ. 79-99). New York, NY, US: Guilford Press.

Smith, R.H., Parrott, W. G., Ozer, D., & Moniz, A. (1994). Subjective injustice and inferiority as predictors of hostile and depressive feelings in envy. Personality and Social Psychology Bulletin, 20, 705–711.

Weiner, B. (1985). An attributional theory of achievement motivation and emotion. Psychological Review, 92, 548–573.

Weiner, B. (1995). Inferences of responsibility and social motivation. Advances in Experimental Social Psychology, 27, 1– 47.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.