Αναζητώντας ένα σύγχρονο δίκαιο της απόδειξης

H Bankers’ Books Evidence Act 1879, στην οποία ακόμα παραπέμπει και ο περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ. 9, και όχι μόνον, εκείνο που προέβλεψε και προβλέπει, ήταν βασικά μία εξαίρεση στον κανόνα της μη αποδοχής της εξ ακοής μαρτυρίας, ορίζοντας ότι, τηρουμένων κάποιων επιμέρους προϋποθέσεων, το αντίγραφο μίας καταχώρισης σε ένα τραπεζικό βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί στις δικαστικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δoσoληψιών και λoγαριασμών πoυ είναι καταχωρισμένα σ’ αυτό. Στο μεταξύ, βέβαια, ο τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004 άλλαξε γενικότερα στην Κύπρο και τη δικαστική προσέγγιση σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία.

Μια ματιά στην Ιρλανδική νομολογία, την οποία φαίνεται να απασχόλησαν εκτεταμένα ζητήματα συναφή με την Bankers’ Books Evidence Act 1879, ενδεχομένως να βοηθούσε στο να ξεκαθαρίσει το πεδίο επίκλησης της πράξης αυτής. Στην Ulster Bank Ireland Limited v. OBrien, and others [2015] IESC 96, [S.C. No. 114 of 2014], η Ενάγουσα (Τράπεζα) ήγειρε αγωγή εναντίον των πελατών της βάσει συμφωνιών δανείων που είχε συνάψει μαζί τους. Κινήθηκε με συνοπτική διαδικασία (αίτηση για συνοπτική απόφαση), και κατά την απόδειξη της απαίτησής της, ο υπάλληλος της Τράπεζας είχε αναφέρει, στην ένορκη του δήλωση, τα σχετικά με τις συμφωνίες δανείων, τους βασικούς όρους τους, την παράβασή τους, την απαίτηση πληρωμής και τα χρεωστικά υπόλοιπα, προσκόμισε και τα σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια, χωρίς ωστόσο να είχε αναφερθεί στις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούσαν το χρέος, ότι αυτό υπάρχει, και δεν είχαν προβάλει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση. Ισχυρίστηκαν, όμως, ότι, από τη στιγμή που δεν έγινε αναφορά στις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879, η όποια μαρτυρία του λειτουργού της Τράπεζας σε σχέση με την ύπαρξη οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου ήταν απαράδεκτη, ως εξ ακοής μαρτυρία, και δεν μπορούσε να αποδείξει την απαίτηση της Τράπεζας.

Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Supreme Court της Ιρλανδίας, για να αποφασιστούν αυτά που κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι είναι και αυτονόητα: ότι, εάν με βάση τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο και αποδέχεται ως αξιόπιστη αποδεικνύονταν οι συμβάσεις, η παράβασή τους, η ύπαρξη του χρέους και το ύψος του χρέους, όπως σε κάθε άλλη υπόθεση απόδειξης χρέους προς οποιαδήποτε εταιρεία ή απλά έμπορο, αυτό απλά αποδεικνύεται. Δεν υπάρχει, δηλαδή, κάποια επιτακτική ανάγκη η Τράπεζα να βασίζεται στην Bankers’ Books Evidence Act 1879 για να αποδείξει τα γεγονότα αυτά, ως η Τράπεζα να πρέπει να αποδεικνύει τις δικές της υποθέσεις με κάποιο διαφορετικό τρόπο ή επίπεδο απόδειξης από αυτό κάθε άλλης εταιρείας ή εμπόρου που παρέχει υπηρεσίες και τηρεί καταστάσεις λογαριασμού. Συναφώς, το να μην αναφερθεί καν στις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 δεν σημαίνει κάποια μοιραία έκβαση για την υπόθεση.

Οι Εναγόμενοι είχαν βασίσει το δικό τους επιχείρημα στην Criminal Assets Bureau v. Hunt [2003] 2 I.R. 168., όπου λέχθηκε ότι:

«The next issue was as to the admissibility of evidence relied on by the plaintiff for the purpose of establishing the first defendant’s liability to tax. It was submitted on behalf of the defendants that the plaintiff was not entitled to rely, as it had done, on bank statements which had come into its possession without proper proof being adduced to the court of the documents in question. Without such proof, it was said, all of the records in question were hearsay evidence which could only be admitted if they came within one of the recognised exceptions to the rule against hearsay. It was submitted on behalf of the plaintiff that, in the circumstances in which they had come into the possession of the plaintiff, the documents were made admissible by virtue of specific statutory provisions.»

Στη Hunt, είχαν προσκομιστεί, ως μαρτυρία, καταστάσεις λογαριασμών, όχι από την Τράπεζα που τις εξέδωσε στο πλαίσιο κάποιας συμβατικής της σχέσης με τους πελάτες της, μα από τρίτο πρόσωπο (Criminal Assets Bureau), και εκείνο το πρόσωπο θα έπρεπε να αναφερθεί στις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879, που ωστόσο ισχυρίζονταν ότι θα έπρεπε να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία με βάση άλλη νομοθετική πρόνοια, και αυτό ήταν που δεν είχε γίνει αποδεκτό από το δικαστήριο της Hunt.

Στην Ulster Bank Ireland Ltd. v. Dermody [2014] IEHC 140, στην οποία είχε γίνει επίσης παραπομπή, ο ενόρκως δηλών ήταν υπάλληλος εταιρείας που σχετίζονταν με την ενάγουσα Τράπεζα ως εισπρακτική εταιρεία με διακριτή νομική προσωπικότητα (ασχέτως εάν μπορεί να ήταν και θυγατρική ή άλλως σχετιζόμενη με την ενάγουσα), στην οποία η ενάγουσα Τράπεζα είχε αναθέσει την είσπραξη του χρέους. Σε εκείνη την περίπτωση, το Ιρλανδικό δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε, ο μάρτυρας, να αποδείξει και τις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879, επειδή δεν κρίθηκε υπάλληλος της ενάγουσας, εξ  ου και η δική του μαρτυρία ήταν «εξ ακοής» και η αναφορά του στις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 θα τον βοηθούσε να παρέχει καλύτερη μαρτυρία. Το ίδιο συνέβη στην Bank of Scotland plc v. Stapleton [2012] IEHC 549, [2013] 3 I.R. 683, που ήταν αγωγή για ανάκτηση κατοχής ακινήτου από την Τράπεζα, ενυπόθηκος πιστωτής, και τη μαρτυρία για την ενάγουσα είχε δώσει άτομο που δεν εργοδοτούνταν στην ενάγουσα αλλά σε εταιρεία που παρείχε υποστηρικτικές υπηρεσίες στην ενάγουσα, και παρόλο που είχε προσκομιστεί και γραπτή εξουσιοδότηση της ενάγουσας στον μάρτυρα για σκοπούς μαρτυρίας. Η μάρτυρας εκεί είχε πρόσβαση από τον υπολογιστή της δικής της εταιρείας στον λογαριασμό που τηρούσε η Τράπεζα και είχε μπει και η ίδια στον λογαριασμό, θεωρώντας ότι παρέχει έτσι προσωπική γνώση για τα δεδομένα του, οπότε και γνώση ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο και άρα η Τράπεζα δικαιούνταν σε διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Οπότε εκεί λέχθηκαν τα εξής:

«[16] Where a bank needs to prove by sworn testimony the amount it is due by a defendant customer, that evidence must be provided by an officer or partner of the bank – in other words an employee of the bank itself, and not some person employed by some other company to whom the task of collecting the debt has been outsourced for whatever reason. To allow otherwise would be akin to a foreign bank engaging a solicitor here to collect the debt, and that solicitor coming to court and giving evidence as to the amount due to the bank, having been authorised to do so by the bank. The evidence is necessarily hearsay and inadmissible. It offends first principles and in my view there is no basis in law for permitting it.»

Όπου αναφορά σε by an officer or partner of the bank αναφέρεται σε μια από τις επιμέρους προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 (άρθρο 4). Η διαφοροποίηση της OBrien, χωρίς το Supreme Court να αποφασίζει την ορθότητα των προαναφερόμενων υποθέσεων Dermody και Stapleton (απεναντίας, αφήνοντας, ίσως, και αιχμές με το να εκθέτει ρητά ότι περιορίζεται στη διαφοροποίηση της συγκεκριμένης υπόθεσης χωρίς να υιοθετεί τον λόγο οποιασδήποτε από τις προαναφερόμενες υποθέσεις, στις οποίες απλά είχε παραπέμψει η πλευρά των Εναγομένων) ήταν ότι η μάρτυρας ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας με την οποία είχαν συμβληθεί οι Εναγόμενοι, εξέδωσε καταστάσεις λογαριασμού στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης, που η υπάλληλός της, με ενεργό ρόλο στην υπόθεση (εφόσον απέστειλε και την απαίτηση πληρωμής εκ μέρους της Τράπεζας, που δεν έτυχε αμφισβήτησης), κατέθεσε στο δικαστήριο, προς απόδειξη του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι υφίσταται χρέος σε αυτό το ύψος. Άρα δεν βασίστηκε, η υπόθεση της Ενάγουσας, σε καταχωρίσεις που έγιναν από μία Τράπεζα σε ένα τραπεζικό βιβλίο, αλλά σε χρεωπιστώσεις που έγιναν από την Ενάγουσα στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης, της οποίας είχε αδιαμφισβήτητη γνώση.

Στη Bank of Ireland v. Keehan [2013] IEHC 631, λέχθηκε εκεί ακόμα πιο ξεκάθαρα από τον Ryan J. (που βασίστηκε στις Moorview Developments Ltd. v. First Active plc [2010] IEHC 275 και Bank of Scotland plc v. Fergus [2012] IEHC 131, [2014] 4 I.R. 428), ότι:

«17.…The Act was primarily intended for cases in which the bank whose records are required as evidence was not a party. The recent cases decided by this court make it clear that that situation is quite different from a case like this in which the bank witness bases his or her testimony on an examination of the books.»

«27. Although the evidence of the contents of the bank’s records does not conform to the formal specifications in the Act of 1879 as amended in a number of respects, it is nevertheless apparent as a matter of legitimate inference that the evidence of the defendant’s liability emanates from the bank’s books and records and that the statements are printed from its computer records. The point, however, is that the case is not about the Act of 1879 and a copy of a bank book but about a liability arising on a contract entered into by the defendant by written agreement signed by him and witnessed by his solicitor and an overdrawn current account. The bank is proving its case that the defendant defaulted on a loan and has not discharged his overdrawn account. It has to establish a sufficient prima facie case that will result in judgment being given unless the defendant raises some basis of defence.»

Έτσι και στην OBrien, που υιοθέτησε αυτό το σκεπτικό, λέχθηκε ότι η ανάκτηση, από έναν ενάγοντα, εκκαθαρισμένου χρέους πληρωτέου υπό τους όρους σύμβασης μπορεί να προκύψει υπό μύριες πραγματικές περιστάσεις. Ο συνήγορος της Τράπεζας είχε δώσει το παράδειγμα ενός παραγωγού και προμηθευτή αλκοολούχων ποτών, που είχε προμηθεύσει και παραδώσει τα προϊόντα του σε έναν πελάτη και εξέδωσε γι’ αυτά τιμολόγιο, το οποίο δεν πληρώθηκε από τον πελάτη, οπότε και κίνησε τη δικαστική διαδικασία για να το εισπράξει (επιλέγοντας τη συνοπτική διαδικασία). Σε αυτές τις περιπτώσεις, σαφώς, οι πρόνοιες ή οι προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 όχι μόνο δεν χρειάζονται, αλλά δεν είναι και σχετικές. Αυτό σημαίνει, όμως, τι; Ότι θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία από τον κάθε ένα υπάλληλο ξεχωριστά που είχε εμπλοκή στην προμήθεια και παράδοση των προϊόντων, την έκδοση του τιμολογίου, τη μη πληρωμή του; Γιατί αυτό θα πρέπει να απαιτείται από μία Τράπεζα σε σχέση με τα δικά της προϊόντα ή υπηρεσίες; Όπως απάντησε το ερώτημα αυτό το ίδιο το Supreme Court, η Τράπεζα δεν είναι σε διαφορετική θέση από οποιονδήποτε αποδεικνύει χρέος λόγω παράβασης σύμβασης, για την απόδειξη του οποίου η ίδια τηρεί κατάσταση λογαριασμού. Όπως λέχθηκε και στη Moorview Developments Ltd. v. First Active plc [2010] IEHC 275 και επαναλήφθηκε και στην Bank of Ireland v. Keehan [2013] IEHC 631:

«6.3…  … the idea that a bank wishing to prove its case in debt against a customer has to produce a separate bank official who was personally involved in each individual transaction which gives rise to the customer’s current debt is, in my view, fanciful. A witness from a bank is entitled to give evidence of the bank’s records showing the amount due by a customer of that bank. That evidence and those records provide prima facie evidence of the liability. If a specific element or elements of these records are challenged, then the bank might well have a problem if it could not produce a witness who could give personal evidence of the contested matters. The reason for that problem is not that the bank did not have evidence of the matter concerned. Rather it is the weight to be attached to that evidence.»

Αντίστοιχα, μπορεί να προσθέσει, κανείς, το γεγονός ότι προσκομίζεται μαρτυρία σχετικά με τις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 δεν αποδεικνύει χρέος προς την Τράπεζα από μόνο του, εφόσον δεν είναι συναφής η μαρτυρία αυτή (όσο συναφής είναι για να αποδειχθεί από κάποιον τρίτο ότι λ.χ. έγιναν κάποιες συναλλαγές που τεκμηριώνονται εκ πρώτης όψεως από τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο, που προσάγονται με βάση τις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879). Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ο μάρτυρας της Τράπεζας, που διεκδικεί χρεωστικό υπόλοιπο, θα πρέπει να εξηγήσει πώς προέκυψε αυτό, με βάση το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού που τηρεί η Τράπεζα.

Στην OBrian είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν οι συνήγοροι των δανειοληπτών ήγειραν τέτοιο τεχνικό λόγο, για τον οποίο κατά τη γνώμη τους δεν θα έπρεπε να επιτύχει η αγωγή της Ενάγουσας Τράπεζας για χρέος, οι συνήγοροι της Τράπεζας, με επιστολή τους, απέστειλαν πρόσθετη ένορκη δήλωση με την οποία ο ίδιος μάρτυρας της Τράπεζας βεβαίωνε και τις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 (ασχέτως εάν δεν χρειάζονταν), και κάλεσαν την άλλη πλευρά να ελέγξει εάν υπήρχε πλέον έδαφος να προωθεί σχετική υπεράσπιση και συναφώς έφεση, χωρίς, όμως, οποιαδήποτε ανταπόκριση, εφόσον ο ουσιαστικός σκοπός (όπως συχνά συμβαίνει και στην Κυπριακή πραγματικότητα) δεν ήταν η δίκαιη και ορθή επίλυση κάποιου προβλήματος (χρέους), αλλά η δημιουργία προβλήματος στην Τράπεζα εκ του μη όντος και η εύρεση τρόπων αποφυγής υπαρκτού χρέους. Με τραγικό αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει πάντοτε, τη διόγκωση του χρέους, ενόσω εκκρεμούσαν όλες οι δικαστικές διαδικασίες.

Όπως εύστοχα ανέφερε ο Charleton J. στην OBrian (η έμφαση δική μου):

«[53] Banks, however, are not the only commercial organisations which lend money. Credit is the inescapable component of business. Trust that monies advanced, or goods delivered, will be honoured by repayment is essential to the relationships of honour, which keeps the wheels of commerce oiled. It would be extremely odd for there to be a rule in favour of banks and the admissibility of their records and further, but for there to be no assistance as to the proof of debt for any other organisation or person offering goods or services in the Irish market. It is to be remembered that in the 1870s, what was then known as the best evidence rule, to the effect that proof must be offered in accordance with the best evidence available, was then current. Hence, copies could not be made of gigantic banking ledgers but, rather, they had to be produced in court. The best evidence rule has, since that time, weakened and ultimately, it has ceased to exist in favour of a test as to whether the evidence offered is admissible or inadmissible. Whether there might be better evidence of an event or transaction merely goes to the weight that might be given to particular testimony. No one now argues that, because there is a video recording of a transaction, the participants so recorded cannot give evidence, whereas it was once argued that a note as to what a tombstone read could not be admitted because the tombstone had not been physically produced

Υπάρχουν βέβαια παντού και δικαστήρια που χρησιμοποιούν τους διαδικαστικούς ή αποδεικτικούς κανόνες με ευλάβεια, παραγνωρίζοντας ότι κι αυτοί υπάρχουν για να εξυπηρετούν την ουσία, που αυτήν αναζητούν να διαπιστώσουν στην ενώπιον τους διαδικασία. Και η Bankers’ Books Evidence Act 1879 προσφέρει καλό έδαφος για τη διεξαγωγή διαδικαστικών δικών, όπως και ο «best evidence rule». Ακόμα εγείρονται ενστάσεις από δικηγόρους λ.χ. ότι μία δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο, που προσκομίζει ο μάρτυρας, είναι αντίγραφο και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή, εάν δεν πείσει ο μάρτυρας που βρίσκεται η «πρωτότυπη», και ακόμα υπάρχουν δικαστήρια που αποφασίζουν να μην αποδεχθούν τέτοια μαρτυρία και έπειτα, επειδή δεν αποδέχθηκαν τέτοια μαρτυρία, να μην αποδεχθούν και σχετική προφορική μαρτυρία ότι έγινε τέτοια δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο, κ.λπ. (άρα η ένδειξη είναι τότε, μεταξύ σοβαρού και αστείου: θα πρέπει να κλείσει αμέσως η υπόθεση, γιατί η δίκη διεξάγεται από ρομπότ ή software, και δη παλαιότερης εποχής). Υπάρχουν και άλλοι που (σοφότερα ίσως) ακολουθούν τις υποδείξεις του καθηγητή Glanville Williams: “admit any evidence which it deems to have probative value”, καθώς το βάρος θα πρέπει να αφήνεται στο δικαστήριο, εάν θα βασιστεί ή όχι σε τέτοια μαρτυρία, κατά το στάδιο της αξιολόγησης (διασώζεται ενδεχομένως και πολύτιμος χρόνος και ψυχικά αποθέματα).  Ή και δικαστήρια που ξεχειλώνουν το δόγμα του «res gestae» για να αποδεχθούν μαρτυρία, που αυστηρά (ή τυπολατρικά) ομιλούντες δεν θα ήταν αποδεκτή, εφόσον η μη αποδοχή της αντιβαίνει κατά προφανή τρόπο την κοινή λογική.

Στην OBrien είναι αυτή η ανάγκη για κοινή λογική που υπενθυμίζεται:

«…Both the sworn and the unsworn documents amount to the same thing: a party is making an allegation that money has been borrowed and that a debt has not been repaid, which is now due for payment. Depending upon the particular circumstances, an inference can be drawn, where a reasonable person would feel compelled to issue some form of denial, whereby the absence of contradiction can amount to the acceptance of the contrary case; in other words, an admission against interest. This principle is based on sound authority. It is also one of the primary exceptions to the rule against hearsay.»

 «[63] Civil proceedings for the enforcement of debt are an exercise of the constitutional right to litigate. Such a case carries procedural solemnity and is attendant with safeguards as to service. Within that context, the swearing of an affidavit and its service in court proceedings which make allegations that a sum is due, can be accepted in the absence of denial, where the form and the content of what is deposed to and the exhibits supporting it carry sufficient indications of reliability. Part of the matrix of facts to be considered is whether the documentary evidence establishes a relationship whereby the obligation to pay for goods or services, or to repay a debt, is properly referenced and exhibited. In that regard, the procedural safeguards of court proceedings as to service, coupled with the ability to make an appearance and to formally deny the existence of a debt, or otherwise to contest liability to pay by reference to a collateral contract or some defect in goods and services, or some other appropriate defence, may give rise to an ability in the court to act against the party failing to make any denial. As a matter of law, where circumstances indicate that a reasonable person would have responded to an allegation in the context of an appropriate commercial relationship where money is due, but does not so respond, an admission may be set up. The court may act in that situation.»

Από την άλλη, ζούμε και σε μια εποχή όπου υπήρξαν και υπάρχουν μεταβιβάσεις εργασιών τραπεζών, οπότε είναι ολοένα και συχνότερο το φαινόμενο να ενάγουν για να εισπράξουν εταιρείες οι οποίες είναι διάδοχοι απαιτήσεων, που ουδέποτε συμβλήθηκαν με τους εναγόμενους. Εκεί, ακόμα και με τον κανόνα της OBrien, θα πρέπει, μπορεί να πει, κανείς, να δίδεται μαρτυρία για τις προϋποθέσεις της Bankers Books Evidence Act 1879 μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης. Το αυτό εξάλλου λέει το άρθρο 8 του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου 64(I)/1997 προβλέπει ότι:

«8.-(1) Ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση των εργασιών και της επιχείρησης της εξαγορασθείσας Τράπεζας προς την αποκτώσα Τράπεζα σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου οι πρόνοιες του “Bankers’ Books Evidence Act”, του 1879 θα συνεχίσουν να τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με τα βιβλία της εξαγορασθείσας Τράπεζας που μεταβιβάζονται προς την αποκτώσα Τράπεζα και σε σχέση με οποιεσδήποτε καταχωρήσεις έγιναν στα βιβλία εκείνα μέχρι το χρόνο μεταβίβασης.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου “βιβλία” περιλαμβάνουν καθολικά, ημερήσιες καταστάσεις, καταστάσεις μετρητών, λογιστικά βιβλία και όλα τα άλλα βιβλία και αρχεία που εχρησιμοποιούντο στη συνήθη πορεία των εργασιών της εξαγορασθείσας Τράπεζας μέχρι το χρόνο μεταβίβασης.»

Άρα και με βάση το άρθρο αυτό, που συνάδει με την κανόνα της O’Brien, προκύπτει ότι, όταν ο λειτουργός της αποκτώσας Τράπεζας (ή αντίστοιχα εισπρακτικής εταιρείας με διακριτή νομική προσωπικότητα) προσκομίζει αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού αναφερόμενη σε καταχωρίσεις που έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο από την εξαγορασθείσα Τράπεζα, τότε, εφόσον δεν ήταν και υπάλληλος της εξαγορασθείσας Τράπεζας (εάν ήταν θα πρέπει να το αναφέρει όπως και την πηγή της γνώσης του από εκεί), θα πρέπει να μπει στη διαδικασία απόδειξης των προϋποθέσεων της Bankers’ Books Evidence Act 1879, δηλαδή του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης. Και αυτό θα πρέπει να γίνεται, προφανώς, εκ του ασφαλούς. Πρακτικά, θα μπορούσε να εκδίδεται ένα πιστοποιητικό κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, εφόσον χρόνια μετά, κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης, αναμένεται κάποια δυσκολία στο να εντοπιστεί μαρτυρία λειτουργού της τότε Τράπεζας να βεβειώσει τις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 σε σχέση με τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο από την εξαγορασθείσα Τράπεζα. Εάν βέβαια σπεύσει υπάλληλος της αποκτώσας Τράπεζας ή εταιρείας να επικαλεστεί τις προϋποθέσεις της Bankers’ Books Evidence Act 1879 σε σχέση με καταχωρίσεις που έγιναν από άπό την εξαγορασθείσα Τράπεζα, εκεί θα προκαλέσει, πιθανόν, λόγους να αντεξεταστεί για το ακριβώς λέει (π.χ. πού ξέρει ότι έγιναν κατά τη συνήθη λειτουργία της εξαγορασθείσας Τράπεζας; ).

Αλλά, και πάλι, χάριν συζήτησης κυρίως, υπερβαίνοντας και τον συγκεκριμένο κανόνα της O’Brien, και αγγίζοντας την ουσία της O’Brien, και να μην αναφέρει τις προϋποθέσεις αυτές, σημαίνει κατ’ ανάγκη αποτυχία απόδειξης της υπόθεσης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται με βάση τα γεγονότα και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων; Η ουσία της O’Brien αντανακλούσε περισσότερο την αναχρονιστικότητα της Bankers’ Books Evidence Act 1879 ακόμα και εκεί που πρέπει να εφαρμόζεται, γιατί οι ίδιοι οι επιμέρους κανόνες που εξυπηρετεί (εξ ακοής μαρτυρία, καλύτερη δυνατή μαρτυρία) βρίσκουν γενικά άλλη αντιμετώπιση στο σύγχρονο δίκαιο της απόδειξης. Η ουσία της O’Brien αντανακλά, ειδικότερα, εκείνη τη σχολή σκέψης, τη σύγχρονη, που λέει ότι εάν τους κανόνες της απόδειξης διέπει μια βασική αρχή, αυτή δεν αφορά τους κανόνες αποκλεισμού, αλλά ότι όλες οι πληροφορίες που είναι επαρκώς σχετικές με τα γεγονότα που είναι επίδικα δεν είναι απλά και μόνον αποδεκτές (admissible) αλλά και πρέπει να γίνονται αποδεκτές (to be admitted), εάν είναι σε τέτοια αποδεκτή μορφή και κατατίθενται από ένα ικανό πρόσωπο και για τον σκοπό για τον οποίο αρμόζει. Όλοι οι άλλοι κανόνες απόδειξης υπάγονται εννοιολογικά και εν τέλει υποβαθμίζονται αναγκαστικά από αυτή την υπέρτερη αρχή. Και αυτό είναι ανάγκη να συμβαίνει για να βρίσκει και να διατηρεί, η δικαστική διαδικασία και η δικαισύνη, την επαφή της με αυτή την κοινή λογική. Και ασφαλώς δεν τη βρίσκει, ούτε τη διατηρεί, όταν, εξαιτίας μιας τέτοιας «τυπολατρικής» δικαστικής προσέγγισης, χαρίζονται υπέρογκα χρέη, που προφανέστατα, με βάση τη μαρτυρία, υπάρχουν, και μάλιστα ο πιστωτής πληρώνει και από πάνω, και δεν υπάρχει και μαρτυρία για κάποια διαφορετική «υπόθεση».

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.