Επισημάνσεις σχετικά με την επιβολή «φόρου κοιμητηρίου» σε νομικά πρόσωπα

Έτυχε παρατήρησης ότι αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης επιβάλλει «φόρο κοιμητηρίου» σε νομικά πρόσωπα. Επειδή αυτός ο φόρος επιβάλλεται μαζί με άλλου είδους επιβαρύνσεις σε κοινό λογαριασμό και είναι και πολύ μικρό ποσό ως κατανέμεται, ενδεχομένως να μην τυγχάνει της προσοχής ή εάν τύχει της προσοχής να μην θεωρηθεί σημαντικό να οδηγήσει σε άλλα διαβήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι νομικά ορθή η επιβολή τέτοιας επιβάρυνσης σε νομικά πρόσωπα και ότι δεν θα πρέπει να γίνουν κάποιες απαραίτητες επισημάνσεις.

Ο «φόρος κοιμητηρίου» επιβάλλεται δια του (ειδικότερου και νεότερου σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο κανονιστικό κείμενο της συγκεκριμένης αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης) περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου 257(Ι)/2004, ο οποίος προνοεί για τη δυνατότητα των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης που δεν διαθέτουν χώρο για ταφή νεκρών ή ο υφιστάμενος δεν είναι ικανοποιητικός, να δημιουργεί νέο κοιμητήριο ή να επεκτείνει το υφιστάμενο με τη διαδικασία που προβλέπεται στον νόμο αυτό. Εάν η αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης αποκτήσει γη για τη δημιουργία ή επέκταση κοιμητηρίου και για την απόκτησή της καταβάλει αποζημίωση ή εάν θα δαπανήσει ποσά για να περιφράξει, δημιουργήσει, υδροδοτήσει, ηλεκτροδοτήσει και διαμορφώσει εσωτερικά τον χώρο του κοιμητηρίου, μετά από την καταβολή τέτοιας αποζημίωσης, κατανέμει το κόστος απόκτησης και της σχετικής δαπάνης μεταξύ των κατοίκων. Συναφώς, το άρθρο 10 του εν λόγω νόμου προβλέπει τη δυνατότητα κατανομής μεταξύ των κατοίκων της κοινότητας, ανά νοικοκυριό, ανάλογα με την οικονομική τους ικανότητα, οι οποίοι ανήκουν στη θρησκευτική κοινότητα προς χρήση της οποίας δημιουργήθηκε το κοιμητήριο. Προβλέπεται η σύνταξη και ανάρτηση καταλόγου που δείχνει το ποσό που θα πληρωθεί από κάθε νοικοκυριό, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον Υπουργό ή στον Έπαρχο, ανάλογα με την περίπτωση και ταυτόχρονα αναρτάται σε περίοπτο μέρος ή μέρη της κοινότητας. Για τις δημαρχούμενες περιοχές δημοσιεύεται σχετική γνωστοποίηση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες. Το κατανεμηθέν ποσό δύναται να εισπραχθεί σε καθορισμένες ετήσιες δόσεις. Προβλέπεται (δυνητική) διαδικασία ένστασης εντός ορισμένης προθεσμίας από την ανάρτηση του καταλόγου και έπειτα διαδικασία ιεραρχικής προσφυγής (βέβαια η διαδικασία με την οποία επιβάλλεται στην πράξη τέτοιος φόρος, εάν συνάδει με τα προβλεπόμενα στον νόμο, είναι ένα επιμέρους θέμα). Μάλιστα, σε περίπτωση μη πληρωμής του φόρου αυτού, προβλέπεται δυνατότητα επιβάρυνσης 20% ενώ διαπράττεται και ποινικό αδίκημα, με βάση το άρθρο 12 § 2. Στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, όμως, «κάτοικος» σημαίνει πολίτη της Δημοκρατίας που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και έχει τη μόνιμη διαμονή του στην κοινότητα, ο οποίος παύει να θεωρείται κάτοικος της κοινότητας αν απέκτησε την ιδιότητα του κατοίκου άλλης κοινότηταςֹ. Η έννοια «κάτοικος» δηλαδή δεν περιλαμβάνει τα νομικά πρόσωπα. Επομένως, με βάση τον Νόμο 257(Ι)/2004, τα νομικά πρόσωπα δεν υποβάλλονται σε «φόρο κοιμητηρίου».

Πέραν του ότι ο νόμος αναφέρεται προφανώς σε φυσικά πρόσωπα, και δη πολίτες της Δημοκρατίας, που υπόκεινται σε τέτοια επιβάρυνση αναλόγως της θρησκευτικής κοινότητας στην οποίαν ανήκουν, και νοουμένου ότι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην κοινότητα (και αναγόμενη στη θεωρία του πράγματος, η επιβάρυνση αυτή, συνυφαίνεται με τη μεταθανάτια αξιοπρέπεια που αφορά σε άτομα και τον συσχετισμό της με την ανάγκη απόδοσης τιμών στους νεκρούς σύμφωνα με τους κανόνες της θρησκείας και τη σχετική διοικητική διαδικασία που εκκινεί με τον θάνατο του θρήσκου ατόμου), η λογική του να μην υπόκεινται σε τέτοια επιβάρυνση τα νομικά πρόσωπα σχετίζεται και με τη φύση της ως ανταποδοτικού τέλους. Παρόλο που δεν αποκλείεται και αντίθετη άποψη και η διάκριση μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους ενίοτε είναι δυσχερής, προς το παρόν υιοθετώ κι εγώ αυτή την άποψη που βρίσκει στην επιβάρυνση αυτή, τον «φόρο κοιμητηρίου», χαρακτηριστικά ανταποδοτικού τέλους. Ειδικότερα, τα ανταποδοτικά τέλη συνιστούν μονομερώς επιβαλλόμενες χρηματικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με την παροχή ειδικής ωφέλειας προς τον υπόχρεο. Ο υπόχρεος απολαμβάνει (ή δύναται να απολαύσει, ασχέτως εάν δεν απολαμβάνει εν τοις πράγμασι) τη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία ή πράγμα, εν προκειμένω το κοιμητήριο ή την ταφή στον χώρο που χρησιμοποιείται ως κοιμητήριο. Παρόλο που τα νομικά πρόσωπα μπορεί να υποβληθούν σε ανταποδοτικά τέλη εννοείται, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι χρήστες ή δυνητικοί χρήστες κοιμητηρίων, δεν τα αφορά αυτή η ειδική αντιπαροχή. Τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό ενός βάρους ως ανταποδοτικού τέλους συνιστούν αφενός η παροχή στο πρόσωπο που επιβαρύνεται μιας συγκεκριμένης ειδικής αντιπαροχής (άρα δεν μπορεί να επιβληθεί για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος) αφετέρου η αντιστοιχία μεταξύ του καταβαλλόμενου ποσού και του κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας. Τα κριτήρια αυτά προκύπτουν και από τη διατύπωση των προνοιών του τυπικού νόμου δια του οποίου το συγκεκριμένο τέλος μπορεί να επιβληθεί, δηλαδή του Νόμου 257(Ι)/2004, ασχέτως εάν η ύπαρξη τυπικού νόμου (και όχι πράξης της τοπικής αυτοδιοίκησης) μπορεί να οδηγεί τη σκέψη σε στοιχείο φορολογικής επιβάρυνσης, αν και ο νόμος λειτουργεί απλά εξουσιοδοτικά προς την τοπική αρχή να επιβάλει σχετικά τέλη, παρά περιοριστικά. Ο δημόσιος χαρακτήρας της ειδικής αντιπαροχής είναι βασικά που την καθιστά καταβλητέα ανεξαρτήτως της πραγματικής χρησιμοποίησής της και άρα αρκεί η ετοιμότητα και κατ’ επέκταση δυνατότητα παροχής της (κατά μία άποψη και η αντικειμενική – όχι απλά θεωρητική – δυνατότητα του υπόχρεου να απολαύσει την υπηρεσία). Ο ίδιος, ωστόσο, δημόσιος χαρακτήρας της δεν την καθιστά και καταβλητέα από πρόσωπα εξ αρχής μη υποκείμενα στον φόρο αυτό (βλ. νομικά πρόσωπα ή άτομα ανήκοντα σε άλλη κοινότητα ή άτομα που δεν ανήκουν στη θρησκευτική κοινότητα που χρησιμοποιεί τις συναφείς υπηρεσίες).

Η άποψη ότι ο «φόρος κοιμητηρίου» συνιστά ανταποδοτικό τέλος (ως και τα περισσότερα τέλη που επιβάλλει η τοπική αυτοδιοίκηση) ενθαρρύνεται πάντως και από την έκθεση της τέως Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κύπρου) στην Α/Π 934/2011, όπου απασχόλησαν και περαιτέρω πτυχές της εφαρμογής του εν λόγω νόμου (π.χ. πώς λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές δυνάμεις κάθε νοικοκυριού, κ.λπ.), αλλά και από διάφορες εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη (Ελλάδα). Αν μη τι άλλο, είναι ανταποδοτικά τα εν λόγω τέλη όσον αφορά τον (κοινό) προορισμό τους να καλύπτουν µέρος ή το σύνολο της δαπάνης εκτέλεσης έργων κοιμητηρίων, και συντήρησης και λειτουργίας των κοιµητηρίων, έστω κι αν δεν υπάρχει στην Κύπρο το πλήθος των επιμέρους τελών ταφής κατ’ επέκταση των υπηρεσιών κοιμητηρίων που παρουσιάζεται στην Ελλαδική πραγματικότητα (π.χ. τέλος αφής κανδυλίων, τέλος μνημοσύνου, τέλος παράτασης ταφής, κ.λπ.). Τα έσοδα από την επιβολή αυτών των τελών δεν μπορούν να διατεθούν για την κάλυψη οποιασδήποτε νόμιμης δαπάνης, αλλά τα διέπει σαφώς η αρχή του ειδικού προορισμού, βάσει της οποίας διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη της συγκεκριμένης δαπάνης για την οποία έχουν επιβληθεί και σε αντιστοιχία με αυτήν. Αυτή είναι μια σημαντική ειδοποιός διαφορά, ώστε ο «φόρος κοιμητηρίου» να μην θεωρείται «φόρος», δηλαδή βάρος γενικής θυσίας για τη χρηματοδότηση υπηρεσιών του Κράτους, αλλά «ανταποδοτικό τέλος». Δεν θα τον θεωρούσα καν φόρο για ειδική ωφέλεια, που κατά μία άποψη μπορεί επίσης να επιβάλλεται. Παρόλο που στη νομολογία μπορεί να εντοπίζονται προσδιορισμοί ορισμένων επιβαρύνσεων ως φόρων ή ανταποδοτικών τελών, συχνά και ανεξαρτήτως της ονομασίας τους, τα τέλη κοιμητηρίου δεν έχουν προσδιοριστεί νομολογιακά οποτεδήποτε ως φορολογική επιβάρυνση, και ίσως οι νομοθετικές πρόνοιες που δεν συνιστούν απλή απόδοση ονομασίας αλλά εισχωρούν και σε επιμέρους κριτήρια (π.χ. άτομο ανήκον στη θρησκευτική κοινότητα ενόσω διαμένουν στην κοινότητα), να περιορίζουν τέτοιο χαρακτηρισμό, όσο δύσκολος κι αν είναι ο θετικός χαρακτηρισμός μιας επιβάρυνσης ως ανταποδοτικού τέλους, ακόμα και στη βάση των ήδη γνωστών κριτηρίων. Εξάλλου, υπάρχει έντονο και το στοιχείο της μεταβλητότητας ή κατ’ επέκταση της αστάθειας της επιβάρυνσης σε ατομικό επίπεδο, που οδηγεί σε εντελώς διαφορετικό μονοπάτι από αυτό της φορολογικής επιβάρυνσης.

Με βάση τις πιο πάνω σκέψεις, είναι, φρονώ, με τον ένα (ερμηνεία του νόμου) ή με τον άλλο (προσδιορισμός του είδους της επιβάρυνσης) τρόπο, αμφίβολης νομικής ορθότητας η διαδικασία λήψης απόφασης, από συμβούλιο αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης, επιβολής τέλους κοιμητηρίου συγκεκριμένου ύψους ανά λογαριασμό νερού, ανεξαρτήτως εάν το φορολογούμενο πρόσωπο είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χωρίς έκθεση κριτηρίων ή την προσεγγιστική τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, που περιέχει εμφαντικά η νομοθετική πρόνοια, και της αρχής της ανταποδοτικότητας (που η ίδια είναι που συνιστά έκφανση της αρχής της ισότητας), ή και γενικά χωρίς τις επιμέρους τυπικές διαδικασίες με βάση τον νόμο (π.χ. κατάρτιση και δημοσίευση σχετικού καταλόγου και παροχή δικαιώματος ένστασης). Με βάση τις ίδιες σκέψεις, δεν είναι νομικά ορθή, κατά τη γνώμη μου, η επιβολή «φόρου κοιμητηρίου» σε νομικά πρόσωπα.

Με αυτή την οπτική, θα μπορούσε να τύχει και θεωρητικής υποστήριξης πως η ύπαρξη του εν λόγω εξουσιοδοτικού νόμου, λειτουργεί, αν όχι περιοριστικά (με την έννοια της απαγόρευσης επιβολής τέλους που επιβάλλει ο νόμος), και προς διασφάλιση της νομιμότητας της δράσης της τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς την επιβολή τελών κοιμητηρίου.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.